ς΄Λκ 8,27-39
Η γύμνια
απαίτηση των δαιμόνων
του αρχιμ. Αθανασιου Σιαμακη
Η ευαγγελική περικοπή της ς΄ Κυριακής του Λουκά είναι ίδια
με εκείνην της Ε΄ Κυριακής του Ματθαίου.
Εννοώ ότι και οι δυο περιγράφουν το
ίδιο γεγονός, την εκδίωξη των δαιμονίων, αλλ’ ο κάθε ευαγγελιστής με το δικό
του τρόπο.
Ο μεν Ματθαίος μιλάει για δύο δαιμονισμένους, ο δε Λουκάς κάνει λόγο για τον κυριότερο από τους δύο.
Ας
παρακολουθήσουμε το Λουκά αυτή τη φορά.
Ο Ιησούς Χριστός και οι μαθηταί του με πλοιάριο διέσχισαν τη
λίμνη Γεννησαρέτ από τα δυτικά προς τα ανατολικά, και αποβιβάστηκαν δίπλα στο
χωριό των Γαδαρηνών.
Μόλις πάτησε το πόδι του ο Ιησούς στην ξηρά, συνάντησε
έναν άντρα από την πόλη αυτή, που πολλά χρόνια είχε μέσα του δαιμόνια.
Εκείνη
τη στιγμή ήταν γυμνός. Συνήθως δεν φορούσε ούτε το εξωτερικό του ρούχο (ιμάτιον), δηλαδή γύριζε ολόγυμνος.
Τα
δαιμόνια που ήταν μέσα του έτσι τον ήθελαν. Επίσης δεν έμενε σε σπίτι, αλλά στα
μνήματα.
Τα δαιμόνια που έκαναν κουμάντο στη ζωή του προτιμούσαν τα μνήματα, ως
πομποί μηνυμάτων θανάτου.
Ο δαιμονισμένος αυτός μόλις είδε τον Κύριο έβγαλε κραυγή,
έπεσε κάτω και είπε δυνατά· Ιησού, Γιε του υψίστου Θεού, τί σχέση υπάρχει
ανάμεσα σ’ εμένα και σ’ εσένα; (Εγώ ανήκω σε αντίθετο στρατόπεδο.
Και τώρα
ξαφνικά βρέθηκα μπροστά σου).
Σε παρακαλώ μη με βασανίσεις.
Είναι απαραίτητο να διευκρινίσουμε στο σημείο αυτό ότι
φαινόταν βεβαίως να μιλάει ο δαιμονισμένος, αλλά στην πραγματικότητα μιλούσαν
τα δαιμόνια, που ήταν μέσα του.
Διότι, αν μιλούσε ο δαιμονισμένος, θα έλεγε·
Ιησού, σώσε με από τα δαιμόνια, που έκαναν τη ζωή μου μαρτύριο.
Αλλ’ οι ένοχοι
δαίμονες, που έχουν εκ των προτέρων την αίσθηση ότι στον καιρό τους θα
κολαστούν, παρακάλεσαν τον Ιησού να μην τους προσθέσει από τώρα και άλλα
βασανιστήρια.
Στο μεταξύ ο Ιησούς είχε διατάξει το ακάθαρτο πνεύμα να βγει
από τον άνθρωπο, διότι από πολλά χρόνια πριν τον είχε αρπάξει και τον βασάνιζε
ανελέητα.
Και στο διάστημα αυτό τον έδεναν οι άνθρωποι συχνά με αλυσίδες
και σιδερένιες ποδοπέδες και τον
φύλαγαν.
Αλλ΄εκείνος έσπαζε τα δεσμά του και σπρωχνόταν από τα δαιμόνια στις
ερήμους.
Τον ρωτάει ο Ιησούς· Ποιο είναι το όνομά σου;
Κι εκείνος
αποκρίνεται·
Λεγεών, δηλαδή τρία συντάγματα δαιμονίων.
Διότι πολλά δαιμόνια είχαν μπει
μέσα του.
Και πάλι τον παρακαλούν τα δαιμόνια με το στόμα του ταλαίπωρου
ανθρώπου, να μην τους διατάξει να πάνε στην άβυσσο, αλλά να τους επιτρέψει να
μπουν στο μεγάλο κοπάδι των χοίρων, που
βοσκούσαν εκεί στο βουνό, κι ο Ιησούς τους επέτρεψε.
Και βγήκαν λοιπόν τα
δαιμόνια από τον άνθρωπο και μπήκαν στα γουρούνια.
Και όρμησε σαν τρελλό το
κοπάδι των γουρουνιών προς την απόκρημνη ακρολιμνιά, και γκρεμίστηκε από ψηλά
κάτω στα νερά της λίμνης και πνίχτηκε.
Όταν οι μισθωτοί βοσκοί των χοίρων είδαν αυτό που έγινε,
έφυγαν και μετέδωσαν την είδηση στους κατοίκους, που ήταν στην πόλη και στα
χωράφια.
Οι κάτοικοι βγήκαν πράγματι να δουν το γεγονός, και πρώτοι οι
ιδιοκτήτες των γουρουνιών.
Πήγαν στον Ιησού και είδαν τον πρώην δαιμονισμένο,
ντυμένο (έτσι τον ήθελε ο Χριστός) και με σώα τα μυαλά του, να κάθεται δίπλα
στα πόδια του Ιησού.
Και φοβήθηκαν.
Στο μεταξύ από τους αυτόπτες βοσκούς είχαν
ακούσει πώς έγινε καλά ο δαιμονισμένος.
Όλοι περιμένουμε να δούμε τώρα τους Γαδαρηνούς να
ευχαριστούν τον Ιησού που τους απάλλαξε από τη μάστιγα των δαιμονίων και έσωσε
την περιοχή από την απειλή, και το συνάνθρωπό τους από τη δυναστεία των κακών
πνευμάτων, και χαλάλι τα γουρούνια, αλλά πρέπει να πούμε με λύπη ότι δεν τον
ευχαρίστησαν.
Αντιθέτως όλο το πλήθος των γύρω χωριών τον παρακάλεσαν να φύγει
από τα μέρη τους, διότι τους είχε πιάσει μεγάλος φόβος, ότι ο Ιησούς θα τους
κάνει κακό στις περιουσίες τους.
Βλέπετε τα δαιμόνια δεν τους έκαναν κακό, αλλά
ο Ιησούς τους έκανε, τους έπνιξε τα γουρούνια.
Κι ο Ιησούς βέβαια χωρίς αντίρρηση
μπήκε στο πλοιάριο και γύρισε πίσω στη
δυτική όχθη της Γεννησαρέτ.
Όταν δεν σας θέλουν σ’ ένα τόπο , να φεύγετε απ’
αυτόν, τινάζοντας ακόμη και τη σκόνη των παπουτσιών σας, είχε πει άλλοτε στους
μαθητάς του.
Εδώ το εφαρμόζει ο ίδιος.
Σπαρακτική ήταν η παράκληση του πρώην δαιμονισμένου να πάει
κι αυτός μαζί του, φοβούμενος ίσως μήπως οι συμπατριώτες του τον θεωρήσουν
υπαίτιο της «ζημίας» τους και ξεσπάσουν εναντίον του, αλλ’ ο Ιησούς τον απόλυσε
λέγοντας·
Πήγαινε στο σπίτι σου, και να διηγείσαι όσα σου έκανε ο Θεός.
Κι
εκείνος πήρε θάρρος και γύρισε όλη την πόλη των Γαδαρηνών και σαν απόστολος διαλαλούσε όσα θαυμαστά του έκανε ο Ιησούς.
Πολλά μπορεί να σχολιάσει κανείς παίρνοντας αφορμή από
διάφορα σημεία του περιστατικού, αλλά θ’ αρκεστούμε μόνο σε ένα.
Ότι ο
γυμνισμός δεν είναι μόδα, ούτε αφέλεια· είναι απαίτηση του δαίμονος.
Και όσες
και όσοι γυρίζουν πάντοτε, αλλά κυρίως το καλοκαίρι σχεδόν ξεστήθωτες, και με
μια φαρδιά ζώνη για φόρεμα, τα δε νέα κορίτσια με το σορτσάκι, όσο βαρύ κι αν ακούγεται, μπορούμε να πούμε
ότι έχουν το δαιμόνιό τους, στις διαταγές του οποίου συμμορφώνονται σαν πειθαρχημένα
στρατιωτάκια και γυρίζουν με το φύλλο της συκής ή και χωρίς αυτό.
Μπαίνουν
ακόμη και μέσα στους ναούς, και σε ώρα θείας λειτουργίας ή προ παντός τελέσεως
μυστηρίων, μεταβάλλοντας τον άγιο τόπο σε τόπο σκανδάλων και οφθαλμοπορνείας.
Το λέμε αυτό, γιατί οι ξεγυμνωμένοι δεν έχουν ίσως συνειδητοποιήσει την κατοχή τους, κι ο
ένας δαίμονας, βλέποντας τη δεκτικότητα των θυμάτων τους, προσκαλεί και
άλλον και άλλον, και οι ψυχές, για τις
οποίες ήρθε ο Χριστός στον κόσμο, μεταβάλλονται με τη θέλησή τους σε λεγεώνα
δαιμονίων. Έλεος αδερφοί!
Ο δαιμονισμένος τελικώς απαλλάχτηκε και ντύθηκε και
βρήκε τα μυαλά του.
Ο διάβολος ξεγυμνώνει και δαιμονίζει και κολάζει.
Ο Χριστός
ντύνει και σώζει.
Ζητείστε τη βοήθειά του και ζήστε ιματισμένοι και
σωφρονούντες, γιατί με το διάβολο δεν μπορεί να έχει κανείς καλά ξεμπερδέματα.

Καλή η αναφορά στον δαιμονισμό του γυμνισμού.
ΑπάντησηΔιαγραφή