Πέμπτη 27 Σεπτεμβρίου 2012



2ον) ΑΠΑΝΤΗΣΙΣ ΠΡΟΣ ΕΓΚΡΙΤΟΝ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗ ΜΟΝΑΧΟ


ΠΛΕΙΟΝΕΣ ΑΓΙΟΠΑΤΕΡΙΚΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ
ΚΑΙ ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ ΑΠΟΔΕΙΞΕΙΣ 



Περί τήν «Διαχρονικ Συμφωνία τν γίων Πατέρων
γι τ ποχρεωτικ το 15ου Κανόνος
τς Πρωτοδευτέρας Συνόδου
περ Διακοπς Μνημονεύσεως πισκόπου
Κηρύσσοντος π’ κκλησίας Αρεσιν»



του Ακαθαίρετου Ασκητού του Κίσσαβου 
ιερομονάχου Εθύμιου Τρικαμην






Ἐσύ τώρα Πάτερ, πρέπει νά διαπιστώσης βάσει τῶν Ἁγίων, ἄν ὁ Πατριάρχης καί οἱ προκάτοχοί του, πού ἐπί δεκαετίες διδάσκουν καί ἐμπεδώνουν στίς συνειδήσεις τοῦ ἀποίμαντου λαοῦ τήν παναίρεσι τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, εὑρίσκονται στόν χῶρο τῆς μικρῆς χρονικά οἰκονομίας· διότι ἐδῶ ἔχομε συνοδικές ἀποφάσεις γιά τήν προσχώρησι στό Π.Σ.Ε., γιά τήν ἄρσι τῶν ἀναθεμάτων, γιά τίς συμπροσευχές, γιά τήν ἀναγνώρισι τῶν μυστηρίων τῶν αἱρετικῶν χωρίς αὐτοί νά προσέλθουν στήν Ὀρθοδοξία ἐν μετανοίᾳ κλπ. Δηλαδή ὑπάρχει φανερά καί πασίδηλος ἀλλαγή καί διαστροφή τῆς Ὀρθοδόξου Παραδόσεως, ἀλλαγή τοῦ Εὐαγγελίου (τό Εὐαγγέλιο τῶν Οἰκουμενιστῶν εἶναι ἄλλο, ἐφ’ ὅσον ἀλλοιώνει ἤ καταργεῖ συνοδικῶς μάλιστα κάποιες ἐντολές του), κατάργησις τῶν ἱερῶν Κανόνων, ἀναγνώρισις τῶν αἱρετικῶν ὡς Ἐκκλησίες κλπ. 

Ἀκόμη, βεβαίως, καί μέ βάσι τίς κατηγορίες καί ὑποκατηγορίες τῶν αἱρετικῶν πού ἐσχημάτισες, πρέπει νά διακοπῆ πάραυτα ἡ μνημόνευσις τοῦ Πατριάρχου, ἐφ’ ὅσον προσχώρησε στό Π.Σ.Ε. καί ἐφ’ ὅσον ἀναγνωρίζει τούς αἱρετικούς ὡς Ἐκκλησίες, τά μυστήριά των ὡς ἔγκυρα, χωρίς νά μετανοήση αὐτός πού τά ἐδέχθη κλπ. 


4) Θά ἔλθω στή συνέχεια στά ἴδια τά γραφόμενά σου καί ὄχι βεβαίως σέ ὅλα, διότι θά ἐμακρύνετο ὁ λόγος, ἀλλά στά κυριότερα. Γράφεις στή σελ. 2 παρ. 1: «Διά νά μήν γίνη, ὅμως, κατάχρησις αὐτῆς τῆς ἐξουσίας ὑπὸ τινων ἐπισκόπων, πασχόντων περὶ τὴν πίστιν, πρὸς ἐπιβολὴν τῶν αἱρετικῶν των ἀπόψεων, ὁ Ἱ. Κανὼν στὸ τέλος ἐξαιρεῖ τῆς κανονικῆς ἐπιτιμήσεως, ποὺ ἐπιβάλλει στοὺς λοιποὺς ἀποτειχιζομένους, ἐκείνους ποὺ ἀποτειχίζονται ἀπὸ ἐπίσκοπον κηρύσσοντα κατεγνωσμένην αἵρεσιν δημοσίως, καὶ διδάσκοντα αὐτὴν ἐπ’ ἐκκλησίας “γυμνῇ τῇ κεφαλῇ”. Κατὰ συνέπειαν, ὁ μὲν Κανὼν ἀσφαλῶς δὲν εἶναι δυνητικός, ἀλλ’ ὑποχρεωτικός. 



Ἡ ἐξαίρεσίς του, ὅμως, εἶναι σαφέστατα δυνητική· ἐπιτρέπει (δὲν ἐπιβάλλει) τὴν ἀποτείχισιν, καὶ πρὸ τῆς συνοδικῆς καταδίκης τοῦ Ἐπισκόπου». 
Ἐδῶ, στίς ἀμάρτυρες θεωρίες σου, κάνεις κάποιους συλλογισμούς προσπαθώντας νά φθάσης στό δυνητικό τοῦ Κανόνος καί ἀναφέρεις, ὑπογραμμισμένα, μάλιστα, ὅτι ὁ κανών ἐξαιρεῖ τῆς κανονικῆς ἐπιτιμήσεως τόν ἀποτειχιζόμενο ἀπό αὐτόν τόν Ἐπίσκοπο. Δηλαδή, κατά κάποιο τρόπο, παρουσιάζεις ὅτι ὁ Ἱ. Κανών ἐξαιρεῖ, κάνει οὕτως εἰπεῖν χάρι στόν ἀποτειχιζόμενο, καί ὅτι δέν τιμωρεῖ κι αὐτόν κατά παραχώρησι, χαριζόμενος στήν “εὐαίσθητη” ἤ περιδεῆ συνείδησί του, ἤ τήν ἀδιακρισία του, ἤ τή δυσκολία πού ἔχει νά ἀκολουθήσει “ἐν ὑπακοῇ” καί αὐτός τήν πορεία τῶν πολλῶν πού δείχνουν ἀνοχή καί ἀναγνωρίζουν “κατ’ οἰκονομία” τάχα τόν ψευδεπίσκοπο! 



Πῶς ὅμως πάτερ, ὁ Κανόνας ἐξαιρεῖ καί συγχρόνως ἐπαινεῖ καί τιμᾶ αὐτούς πού ἐξαιρεῖ; Πῶς ἐξαιρεῖ κάποιους καί τελικά αὐτοί (οἱ ἐλαττωματικοί), πού ἐξαιροῦνται τῆς ἐπιτιμήσεως, σώζουν τήν Ἐκκλησία ἀπό τά σχίσματα; Στήν ἐξαίρεσι κάποιων ἀπό ἕνα Κανόνα, θά ἦταν ἀρκετή ἡ ἀποφυγή τῆς τιμωρίας, ἄν δικαιολογημένα ἐξηρέθησαν. 


Γιά παράδειγμα, λέγομε ὅτι ὅλοι πρέπει νά νηστεύουν σύμφωνα μέ τό τυπικό τῆς Ἐκκλησίας, ἐξαιροῦνται ὅμως οἱ ἀσθενεῖς κλπ., ἤ λέγομε ὅτι ὅλοι οἱ Χριστιανοί πρέπει νά ἐκκλησιάζωνται τήν Κυριακή, ἐξαιροῦνται ὅμως οἱ ἀσθενεῖς, οἱ κατ’ ἀνάγκη ἐργαζόμενοι κλπ. 


Εἶναι ποτέ δυνατόν, αὐτοί πού ἐξαιροῦνται (λόγῳ κάποιας ἀδυναμίας) συγχρόνως καί νά ἐπαινοῦνται καί μάλιστα νά γίνωνται αἴτιοι τῆς ἀποφυγῆς τῶν σχισμάτων; Καί ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει γιατί νά μήν θέλωμε ὅλοι νά εἴμεθα σέ μία τέτοια εὐλογημένη ἐξαίρεσι, ἡ ὁποία ἐκτός τῶν ἄλλων σώζει τήν Ἐκκλησία ἀπό τά σχίσματα; Μήπως, ὅπως ἀναφέρεις ἐν συνεχείᾳ, αὐτό θέλει κάποιον εἰδικό φωτισμό, τήν στιγμή πού μᾶς τό ὑποδεικνύει ὁ ἴδιος ὁ κανόνας; Καί ἐκ τοῦ ἀντιθέτου τό νά μήν ἀποτειχισθοῦμε, ἀλλά νά ἀκολουθοῦμε ἐνσωματωμένοι μέ τόν αἱρετικό Ἐπίσκοπο, νά τόν μνημονεύωμε κλπ. δέν χρειάζεται κανένα φωτισμό; Μόνο ἡ ἀποτείχισις ἡ ὁποία ἐπαινεῖται καί λυτρώνει τήν Ἐκκλησία ἀπό τά σχίσματα καί ὑποδεικνύεται ἀπό τόν κανόνα χρειάζεται φωτισμό; Πῶς νά δεχθοῦμε αὐτές τίς ἀκροβατικές (ἄν ὄχι σκόπιμες) θεωρίες; 


Καί γιατί δέν ἐπροχώρησες κατωτέρω εἰς τόν Κανόνα νά μᾶς ἑρμηνεύσης τό γιατί τόν ὀνομάζει αὐτόν τόν Ἐπίσκοπο ψευδεπίσκοπο καί ψευδοδιδάσκαλο; 
Τόν ὀνομάζει ἔτσι ἐπειδή ἔχει αἱρετικά φρονήματα ἤ ἐπειδή θά καταδικασθῆ κάποτε, ἴσως, ἀπό τήν Σύνοδο, ἤ γιά κάποιον ἄλλο λόγο, ὁ ὁποῖος δέν περνᾶ ἀπό τόν ἀφώτιστο ἰδικό μας νοῦ; Διότι ἐν τελικῇ ἀναλύσει καί ὡς ἐξαίρεσις, μέ τήν ἔννοια πού θέλεις, νά ἐκληφθῆ ἡ ἀποτείχισις, νομίζω ὅτι χρειάζεται εἰδικός φωτισμός ὄχι γιά νά κάνης αὐτό πού ἐπαινεῖται καί λυτρώνει τήν Ἐκκλησία ἀπό τά σχίσματα, ἀλλά νά κάνης αὐτό πού ὄχι μόνο δέν ἐπαινεῖται ἀπό τόν Κανόνα, ἀλλά καί ἐμποδίζει τήν Ἐκκλησία νά λυτρωθῆ ἀπό τά σχίσματα. 


Θά πρέπει ἐπίσης νά μᾶς διασαφήσεις, πάτερ, τό ἄν αὐτοί πού ἀποτειχίζονται ἀπό αὐτόν τόν Ἐπίσκοπο εἶναι ἐντός ἤ ἐκτός Ἐκκλησίας. Διότι προφανῶς, ἄν ἦσαν ἐκτός Ἐκκλησίας διά τῆς ἀποτειχίσεως, ὄχι μόνον δέν θά ἐπαινοῦντο ἀπό τόν Κανόνα, ἀλλά καί θά ἐπροκάλουν οἱ ἴδιοι σχίσμα στήν Ἐκκλησία, πρᾶγμα πού καί ὁ κανόνας τό διασαφηνίζει καί ἐσύ μέ τά γραφόμενά σου τό δέχεσαι. 



Ἄν ὅμως αὐτοί πού ἀποτειχίζονται, ἐπαινοῦνται ἀπό τόν κανόνα, καί λυτρώνουν τήν Ἐκκλησία ἀπό τά σχίσματα, καί ἀσφαλῶς εἶναι ἐντός Ἐκκλησίας, τότε τί εἶναι οἱ ὑπόλοιποι πού ἀκολουθοῦν ἐν γνώσει τόν ψευδεπίσκοπο καί ψευδοδιδάσκαλο; Μήπως εἶναι καί οἱ μέν καί οἱ δέ ἐντός Ἐκκλησίας, κατ’ οἰκονομίαν ἴσως; μήπως δέν μᾶς τά ξεκαθάρισαν τά πράγματα οἱ Πατέρες, ἤ μήπως, εἴτε κάνεις αὐτό πού ἐπαινεῖται, εἴτε κάνεις αὐτό πού δέν ἐπαινεῖται εἶναι τό ἴδιο πρᾶγμα, ὁπότε ὅλοι οἱ δρόμοι ὁδηγοῦν στόν ἴδιο σκοπό; Ὅλα αὐτά ἐξήγησέ μας τα διότι ὁ ἰδικός μας νοῦς ἀδυνατεῖ νά τά κατανοήση. 



Ἀμέσως ἐν συνεχείᾳ γράφεις: «Συγχρόνως ἐπαινεῖ τοὺς ἀποτειχιζομένους διὰ τὴν ὀρθόδοξον εὐαισθησίαν τους, ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν συμβολήν τους (προκαλώντας μὲ τὴν στάσιν τους τὴν συνοδικὴν διευθέτησιν τοῦ προβλήματος), ὥστε νὰ ρυσθῇ σχισμάτων καὶ μερισμῶν ἡ Ἐκκλησία, τὰ ὁποῖα θὰ προέκυπταν, ἐὰν ἀφήνετο ἐλεύθερος ὁ ἐπίσκοπος νὰ ἐπεκτείνῃ καί ἑδραιώσῃ τήν αἵρεσί του». Ἀπό ὅ,τι ἀντιλαμβάνομαι ἀπό τά γραφόμενά σου καί ἄν φυσικά, πάτερ, σέ ἑρμηνεύω σωστά, ἡ ὀρθόδοξος εὐαισθησία εἶναι καλό νά ὑπάρχη στούς Χριστιανούς καί στούς μοναχούς. 


Αὐτή ὅμως ὁδηγεῖ στήν ἀποτείχισι, γιά τήν ὁποία ἀνωτέρω ἀνέφερες ὅτι εἶναι μία ἐξαίρεσις τοῦ Κανόνος καί ἁπλῶς (κατά συγκατάβασι) ἐπιτρέπεται καί δέν ἐπιτιμᾶται. Τώρα γράφεις ὅτι καί ἐπαινεῖται. Μά, πάτερ, κάτι πού ἐπαινεῖται καί βοηθᾶ τόσο τήν Ἐκκλησία θά πρέπει νά μήν ἀποτελῆ ἐξαίρεσι (ἐκλαμβανόμενο ὡς κατά συγκατάβασι ἀγαθό), ἀλλά ἀγαθή πράξη καί ἄρα νά εἶναι ἀντικείμενο προσπαθείας καί δι’ ἐκείνους πού δέν τό ἔχουν κατορθώσει. Οἱ Ἅγιοι γιά παράδειγμα, ἐπαινοῦνται γιά τούς ἀγῶνες των, τήν ἁγιότητά των κλπ. καί συγχρόνως εἶναι πρότυπα πρός μίμησι καί ὁδηγοί τῶν Χριστιανῶν («Ἅγιοι γίνεσθαι...»). Δέν εἶναι ἐξαιρέσεις, πού ἐπιτρέπεται κάποιος εἰδικῆς κατηγορίας εὐαίσθητος ἄνθρωπος νά τίς ἔχη, ἤ νά τίς μιμῆται δυνητικά. 



Πάντως αὐτές τίς τρεῖς λέξεις τίς ὁποῖες μάλιστα ἔχεις ὑπογραμμίσει (ἐξαιρεῖ, ἐπιτρέπει καί ἐπαινεῖ) δέν μπορεῖς ἀπό ὅ,τι φαίνεται νά τίς ταιριάξης καί νά τίς φέρης σέ μία ὁμαλή συνάφεια, διότι τό ἐμπόδιο εἶναι προφανῶς ἡ ἴδια ἡ δυνητική ἑρμηνεία τοῦ Κανόνος. Αὐτό πάλι πού ἀναφέρεις, ὅτι οἱ ἀποτειχισμένοι προκάλεσαν τήν συνοδική διευθέτησι τοῦ προβλήματος, ἐννοεῖς μήπως ὅτι, ἄν δέν ὑπῆρχαν αὐτοί, δέν θά διευθετεῖτο τό πρόβλημα τοῦ αἱρετικοῦ Ἐπισκόπου; Μά ἄν εἶναι ἔτσι τά πράγματα, τότε καταλαβαίνει κανείς γιατί δέν διευθετεῖται σήμερα τό πρόβλημα τοῦ αἱρετικοῦ Πατριάρχου, τό πρόβλημα τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, τό πρόβλημα τοῦ συναγελασμοῦ σέ ἐκκλησιαστικό ἐπίπεδο τῶν Ὀρθοδόξων μέ τούς αἱρετικούς, τῆς ἀναγνωρίσεώς των ὡς Ἐκκλησίες κλπ. 


Δηλαδή μέ ἄλλα λόγια αὐτή ἡ γραμμή τῆς ἀποτειχίσεως εἶναι ἡ ἐνδεδειγμένη γραμμὴ ποὺ βοηθᾶ στήν καταστολή τῆς αἱρέσεως καί δέν χρειάζεται κάποιος εἰδικός φωτισμός γιά νά τήν κατανοήσωμε, ἀλλά θεία δύναμις καί ἀγαθή προαίρεσις γιά νά τήν ἀκολουθήσωμε. Στό ἴδιο σημεῖο πάλι ἀναφέρεις ὅτι, τά σχίσματα ἀπό τά ὁποῖα ἐρρύσθη ἡ Ἐκκλησία, θά προέκυπτον ἄν ὁ Ἐπίσκοπος αὐτός ἀφήνετο ἐλεύθερος νά συνεχίση τό ἔργο του. Δηλαδή ἐννοεῖς ὅτι θά εἴχαμε καί ἄλλες ἀποτειχίσεις, καί ἄρα σχίσματα, ἤ ὅτι οἱ ἀποτειχισμένοι θά ἔκαναν Συνόδους καί παρατάξεις κατά τόν τύπο τῶν Παλαιοημερολογιτῶν; Προφανῶς (ἄν αὐτὰ ἐννοεῖς) δέν ἑρμηνεύεις σωστά τόν Κανόνα, διότι ὁ ἐν λόγῳ κανών ἐπαινεῖ τούς ἀποτειχισμένους καί δέν τούς θεωρεῖ ὅτι κάνουν σχίσμα. Οὔτε πάλι ὑπονοεῖ (ὅπως σέ ἄλλο σημεῖο τῆς ἐπιστολῆς σου ἀναφέρεις) τά Στουδιτικά σχίσματα, διότι αὐτά δέν ἔγιναν γιά θέματα πίστεως, ἀλλά γιά ἄλλα ἐκκλησιαστικά καί πνευματικά θέματα ἐπί ἁγ. Μεθοδίου. Οὔτε τότε εἴχαμε ἀποτειχίσεις τοῦ τύπου τῶν σημερινῶν Παλαιοημερολογιτῶν. Ποῖα λοιπόν σχίσματα θά προέκυπταν ἄν ὁ αἱρετικός Ἐπίσκοπος ἀφήνετο ἐλεύθερος νά συνεχίση τό ἔργο του; 



Στό σημεῖο αὐτό πρέπει νά ἐννοήσωμε δύο τινά. Ἤ ὅτι ἐσύ, σύμφωνα μέ τά γραφόμενά σου, ἐννοεῖς σχίσμα τήν ἀποτείχισι, ἤ ὅτι ἐδῶ ἡ ἔννοια τοῦ Κανόνος εἶναι ἄλλη καί ἄν ἀφήνετο ἐλεύθερος ὁ αἱρετικός Ἐπίσκοπος νά συνεχίση τό ἔργο του, ὅλο τό ποίμνιό του ἤ τό περισσότερο (μέ ἐξαίρεσι τούς ἀποτειχισμένους) θά ἐγίνετο βορά καί ἄγρα ἰδική του σύμφωνα μέ τούς Ἁγίους καί εἰδικά τόν Μ. Φώτιο, πού τόν ὀνομάζει λύκο καί δηλητηριῶδες φίδι. Θέλω ἐν κατακλεῖδι εἰς τό σημεῖο αὐτό πάτερ, νά σέ ἐρωτήσω τό ἑξῆς. Γιατί δίδεις τόση μεγάλη σημασία στό σχίσμα καί αὐτό προβάλλεις ὡς δικαιολογία σέ πολλά σημεῖα τῆς ἐπιστολῆς σου διά τήν δυνητική ἑρμηνεία τοῦ Κανόνος, ἐνῶ γιά τήν αἵρεσι, ἡ ὁποία κατά τούς Πατέρας σέ χωρίζει ἀπ’ εὐθείας ἀπό τόν Θεό, δέν ἀναφέρεις τίποτε; Μήπως θεωρεῖς ὅτι τό σχίσμα εἶναι μεγαλύτερο κακό ἀπό τήν αἵρεσι, ὁπότε πανικοβάλλεσαι καί μόνο στό ἄκουσμά του; 



Μήπως ἐπίσης θεωρεῖς ὅτι, ὑπαρχούσης τῆς αἱρέσεως, κάθε ἀποτείχισις εἶναι σχίσμα καί, ὡς ἐκ τούτου, ἑκουσία ἔξοδος ἀπό τήν Ἐκκλησία; Μήπως θεωρεῖς τήν Ἐκκλησία Ἐπισκοποκεντρική, ὁπότε τήν ταυτίζεις μέ τίς ἰδέες, τίς «λόξες» καί τίς αἱρέσεις τοῦ Ἐπισκόπου; Ἤ μήπως τελικά δέν ἔχεις καταλάβει τί θά πεῖ σχίσμα (ἠθελημένα ἤ ἀθέλητα), ὁπότε πρέπει νά ἀνατρέξης στό Πηδάλιο καί εἰδικά στόν πρῶτο Κανόνα τοῦ Μ. Βασιλείου γιά νά διδαχθῆς ἀπό ἐκεῖ ὅτι τά σχίσματα δημιουργοῦνται καί προκαλοῦνται ὄχι γιά θέματα πίστεως, ἀλλά γιά ἄλλα διοικητικά καί πνευματικά ἰάσιμα ζητήματα; Ἐφ’ ὅσον λοιπόν ὑπάρχει αἵρεσις πρέπει νά ξεχάσης τήν λέξι σχίσμα καί νά ἐνθυμῆσαι διαρκῶς τήν λέξι ἀποτείχισι καί ὅλα ὅσα εἶπαν οἱ Πατέρες γιά τήν αἵρεσι καί τούς αἱρετικούς. (Ἡ κακή πορεία τῆς ἀποτειχίσεως, εἶναι ἄλλη ὑπόθεσις). Ὅταν θεραπευθῆ τό κακό τῆς αἱρέσεως καί οἱ ἀποτειχισμένοι ἐξακολουθοῦν νά εἶναι ἀποκομμένοι ἐκκλησιαστικά ἀπό τούς ὄντως Ὀρθοδόξους Ἐπισκόπους, τότε καί μόνο τότε πρέπει νά ἐνθυμηθῆς τήν λέξι αὐτή καί νά ἀναφέρεσαι διαρκῶς εἰς αὐτό. Διότι κατ’ αὐτόν τόν τρόπο δίδεις τήν ἐντύπωσι ὅτι δέν θεωρεῖς τόν Οἰκουμενισμό ὡς αἵρεσι ἀλλά ἕνα ἀπό τά ὑπόλοιπα ἰάσιμα ζητήματα, σύμφωνα μέ τόν Μ. Βασίλειο, διά τά ὁποῖα οἱ ἀποτειχισμένοι δημιουργοῦν σχίσμα. Αὐτό ἄλλωστε τό ἐπισημαίνει καί ὁ 13ος (ΙΓ΄) κανόνας τῆς ἰδίας Πρωτοδευτέρας Συνόδου ἐπί ἁγ. Φωτίου. 


Ἀναφέρει εἰς τήν ἀρχή τά ἑξῆς: «Τὰς τῶν αἱρετικῶν ζιζανίων ἐπισπορὰς ἐν τῇ τοῦ Χριστοῦ ἐκκλησίᾳ ὁ παμπόνηρος καταβαλών καὶ ταύτας ὁρῶν τῇ μαχαίρᾳ τοῦ Πνεύματος τεμνομένας προρρίζους, ἐφ᾿ ἑτέραν ἦλθε μεθοδείας ὁδόν, τῇ τῶν σχισματικῶν μανίᾳ τὸ τοῦ Χριστοῦ σῶμα μερίζειν ἐπιχειρῶν». Δηλαδη ὁ διάβολος μᾶς ροκανίζει (ἄν δέν μᾶς ἔχει ἤδη χωνέψει τελείως) διά τῆς αἱρέσεως καί ἐσύ κόπτεσαι γιά ἕνα ὑποθετικό μάλιστα σχίσμα καί ζητεῖς εἰδικό φωτισμό γιά τήν ἀποτείχισι, καί ἐπειδή προφανῶς δέν τόν ἔχεις, παραμένεις εἰς τό στόμα τοῦ λύκου. Ἔχεις ὅμως τόν ἀπαιτούμενο φωτισμό (ἄν καί ὁμολογεῖς ὅτι δέν χρειάζεται κἄν) διά νά διαπιστώσης τίς ἰδικές μου πλάνες καί αἱρέσεις, ἀλλά φαίνεται δυσκολεύεσαι νά κατανοήσης αὐτές τοῦ πράσινου Πατριάρχου σου. 


Βλέπεις καθαρά, ὅπως ἀναφέρεις, τήν πορεία τήν ἰδική μου, τοῦ π. Σταύρου, τῶν Παλαιοημερολογιτῶν κλπ., ἀλλά δέν ἔχεις τόν ἀπαιτούμενο φωτισμό νά διακρίνης τήν πορεία τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, τῶν Οἰκουμενιστῶν καί τόν τελικό τους σκοπό· δέν διακρίνεις ἐπίσης τήν ἄμβλυνσι τοῦ κριτηρίου τῆς πίστεως τῶν Ὀρθοδόξων, εἰς τόν ὁποῖο συμβάλλουν τά μέγιστα οἱ ὑπέρμαχοι τῆς δυνητικῆς ἑρμηνείας τοῦ Κανόνος, ἀλλά διακρίνεις καθαρά αὐτούς πού ἐκοιμήθησαν, ὅπως ἀναφέρεις, ἐκτός Ἐκκλησίας καί τούς ὁποίους ἀδυνατεῖς νά μνημονεύσης. 



Κατ’ αὐτόν τόν τρόπο δίδεις τήν ἐντύπωσι ὅτι ἀδιαφορεῖς γιά τήν αἵρεσι καί γιά ὅσα εἶπαν οἱ Πατέρες δι’ αὐτήν καί προβάλλεις ὡς προπέτασμα καπνοῦ τό σχίσμα, τήν δυνητική ἑρμηνεία τοῦ Κανόνος, τόν εἰδικό φωτισμό διά τήν ἔξοδο ἐκ τοῦ στόματος τοῦ λύκου κλπ. 



5) Εἰς τήν σελίδα (3) τῆς ἐπιστολῆς σου γράφεις τά ἑξῆς: «Ὁ ἔπαινος αὐτός εἶναι μία ἀκόμη ἔνδειξις –πέραν τῆς σαφηνείας τῆς διατυπώσεως– καὶ τοῦ δυνητικοῦ (καί ὄχι ὑποχρεωτικοῦ) χαρακτῆρος. Καθ’ ὅσον, ὡς γνωστόν, δὲν ἐπαινεῖται “ὁ ποιήσας πάντα τὰ διατεταγμένα”, ἀλλ’ εἶναι “ἀχρεῖος δοῦλος”, ἀλλὰ ὁ ποιήσας τὸ “ἐπὶ πλέον”. Καὶ αὐτὸ τὸ “ἐπὶ πλέον” ἐν προκειμένῳ δὲν ἐξαντλεῖται στὴν εὔκολη σχετικὰ μηχανικὴ ἀποτείχισι, παρὰ τὶς –δῆθεν ἤ ὄντως– κυρώσεις ποὺ ἐνδέχεται νὰ ὑποστοῦμε, ἀλλὰ κυρίως στὴν ἐπίτευξιν τῆς καθάρσεώς μας, ὥστε νὰ διαγνώσωμεν ἀπλανῶς –τουλάχιστον οἱ πρωτoστατοῦντες– τὸ ἐάν, τό πότε, τό πῶς καί τό ἐπί πόσον πρέπει νά ἀποτειχισθοῦμε· διότι μόνον τότε ἡ ἀποτείχισίς μας θὰ συντελέσει ὄντως στὸ νὰ ρυσθῇ σχισμάτων ἡ Ἐκκλησία καὶ ὄχι στό νά ἐμπλησθῇ τοιούτων πρός αἰωνίαν καταδίκην μας». 



Εἰς τό σημεῖο αὐτό, Πάτερ, ὄντως δυσκολεύομαι νά συλλάβω καί κατανοήσω αὐτή τήν λογική, ἡ ὁποία τά περιέχει ὅλα, δηλαδή σοφιστεία, ὀρθολογισμό, ἀπόκρυψι τῆς ἀληθείας, στήριξι τῆς σοφιστείας σέ χωρίο ἁγιογραφικό, τό ὁποῖο ἀναφέρεται σέ ἄλλο θέμα, ὑποτίμησι τῆς ἀποτειχίσεως καί ἔξαρσι τοῦ ἐφησυχασμοῦ καί τοῦ ὕπνου, ἀνακάτεμα τῶν πνευματικῶν καταστάσεων (καθάρσεως, φωτισμοῦ καί διακρίσεως) καί βεβαίως, ὅλα αὐτά ἐπιστρατεύονται γιά νά στηριχθῆ, σάν μέ δεκανίκια, ἡ περίφημη δυνητική ἑρμηνεία τοῦ Κανόνος. 


Κατ’ ἀρχάς τό χωρίον (Λουκᾶ 17, 10) πού χρησιμοποιεῖς καί ἐπικαλεῖσαι «περί τοῦ ἀχρείου δούλου» ἀναφέρεται στό πῶς πρέπει νά σκέπτεται καί νά αἰσθάνεται ὁ κάθε χριστιανός ὅταν κάνει ὁ,τιδήποτε, ἀπό τήν ἐφαρμογή τῆς πιό ἁπλῆς εὐαγγελικῆς ἐντολῆς μέχρι καί αὐτό τό μαρτύριο. Δέν νομίζω νά εἶδες κάποιον ἅγιο τῆς Ἐκκλησίας ἤ μάρτυρα ἤ ὅσιο καί ἀσκητή, ὁ ὁποῖος νά μήν ὁμολογῆ ὅτι εἶναι ἀχρεῖος δοῦλος. Διότι μέσα στά διετατεγμένα τά ὁποῖα ὀφείλει νά προσπαθῆ νά τηρήση καθημερινῶς ὁ κάθε πιστός εἶναι καί τό μαρτύριο, σύμφωνα μέ τα ἁγιογραφικά χωρία (Λουκᾶ 21, 12-14 καί Β΄ Τιμοθ. 3, 12). Ἄρα λοιπόν ἡ ἐφαρμογή καί τήρησις οἱασδήποτε εὐαγγελικῆς ἐντολῆς καί οἱουδήποτε ἱεροῦ Κανόνος εἶναι στά διατεταγμένα καί ὄχι στό περίφημο «ἐπί πλέον», τό ὁποῖο ἐπεννόησες καί τό ὁποῖο προσπαθεῖς νά τό ταιριάξης καί συρράψης μέ τό «ἀχρεῖος δοῦλος»! Κατά δεύτερο δέ λόγο, τό ὅτι αἰσθάνεται κάποιος ταπεινά καί ὁ,τιδήποτε πράττει, ὁμολογεῖ συγχρόνως ἔργῳ καί λόγῳ ὅτι εἶναι ἀχρεῖος δοῦλος, δέν ἐμποδίζει τήν Ἐκκλησία καί τούς Ὀρθοδόξους νά τόν τιμήσουν καί ἐν ζωῇ καί μετά θάνατο. Διότι τότε θά ἀντιστρατεύετο μέ τήν τιμή αὐτή ἡ Ἐκκλησία στήν ἴδια τήν ἁγία Γραφή. Σύμφωνα ὅμως μέ τά χωρία (Παροιμ. 10, 7 καί Ψαλμ. 111, 6 καί ἀκόμη Α΄ Τιμοθ. 5, 17) ἡ τιμή αὐτή εἶναι ἐπιβεβλημένη, διότι ἔπραξαν κατ’ ἄνθρωπο πάντα τά διατεταγμένα. Ἄλλωστε καί ὁ κανόνας ἀναφέρει «...ἀλλά καί τῆς πρεπούσης τιμῆς τοῖς Ὀρθοδόξοις ἀξιωθήσονται». Τί σχέσι ἔχει, λοιπόν, τό πῶς αἰσθάνεται ὁ καθένας ἐν σχέσει μέ αὐτά πού πράττει, μέ τό τί θά πράξουν οἱ Ὀρθόδοξοι καί ἡ Ἐκκλησία; Αὐτός δηλαδή θά αἰσθάνεται ἀχρεῖος δοῦλος καί ἡ Ἐκκλησία θά τόν τιμήση ὄχι μόνον διότι χωρίστηκε ἀπό τούς ψευδεπισκόπους, ὄχι μόνον ἐπειδή τήν ἐλύτρωσε διά τῆς ἀποτειχίσεως ἀπό τό σχίσμα, ἀλλά καί ἐπί πλέον διότι αἰσθάνεται (ὄντως) ὅτι εἶναι ἀχρεῖος δοῦλος. Εἶναι τό ἴδιο δηλαδή, μέ τό ὅτι ἐμεῖς λέγομε ὅτι εἴμεθα δοῦλοι τοῦ Θεοῦ καί ὁ Χριστός μᾶς ὀνομάζει ἀδελφούς Του. Ἄρα λοιπόν εἶναι προφανῶς λάθος καί διαστροφή τῆς ἀληθείας αὐτό πού ἀναφέρεις: «Καθ’ ὅσον δέν ἐπαινεῖται “ὁ ποιήσας πάντα τά διατεταγμένα” ἀλλ’ εἶναι “ἀχρεῖος δοῦλος”...». Ἡ ἀπομάκρυνσις ἄλλωστε ἀπό τούς αἱρετικούς εἶναι διατεταγμένο καί μάλιστα ἀναγκαῖο γιά τήν σωτηρία μας καί δέν ἔχει καμμία σχέσι μέ τό σοφιστικό «ἐπί πλέον». Ἐν συνεχείᾳ καί ἐπιμένοντας εἰς αὐτό «τό ἐπί πλέον», σάν σέ σανίδα σωτηρίας τῆς δυνητικῆς ἑρμηνείας τοῦ Κανόνος, ἀναφέρεις τά ἑξῆς: «Καί αὐτό τό “ἐπὶ πλέον” ἐν προκειμένῳ δὲν ἐξαντλεῖται στὴν εὔκολη σχετικὰ μηχανικὴ ἀποτείχισι, παρὰ τὶς –δῆθεν ἤ ὄντως– κυρώσεις ποὺ ἐνδέχεται νὰ ὑποστοῦμε...». Ἡ ἀποτείχισις εἶναι λοιπόν, σύμφωνα μέ τήν ἐκτίμησί σου, σχετικά εὔκολη καί μηχανική. Θά συμφωνοῦσα μέ τό ὅτι ἡ ἀποτείχισις εἶναι εὔκολη, μόνον ἐάν δέν ἐφαίνετο εἰς τά γραφόμενά σου τό πνεῦμα τῆς ὑποτιμήσεως καί περιθωριοποιήσεως αὐτῆς, εἰς βάρος μάλιστα τῆς παντί τῷ τρόπῳ στηρίξεως τῆς δυνητικῆς καί ἐφησυχαστικῆς ἑρμηνείας τοῦ Κανόνος. Αὐτό φαίνεται, πάτερ, ἀπό τό ὅτι ἐκτός ἀπό εὔκολη τήν ὀνομάζεις καί μηχανική. Καί εὔκολη μέν εἶναι δυνατόν νά εἶναι, ἐπειδή ὅταν ὑπάρχει ἀγάπη καί πίστις εἰς τόν Θεό καί προσέτι ἀγαθή προαίρεσις, ὅλα εἶναι εὔκολα συνεργούσης τῆς Θείας Χάριτος. Ὅταν ὅμως τήν ὀνομάζεις «μηχανική», τί ἐννοεῖς; Ὅτι ὁ ἀποτειχιζόμενος ἀπό τόν αἱρετικό Ἐπίσκοπο ἐνεργεῖ ἄβουλα σάν μηχανή, σάν ρομπότ, χωρίς καρδιακή συμμετοχή, χωρίς σύνεσι καί περίσκεψι, χωρίς νά γνωρίζη τά ὅρια στά ὁποῖα πρέπει νά κινηθῆ; Καί ἄν εἶναι ἔτσι τά πράγματα, τότε οἱ ἐφησυχάζοντες καί ἀκολουθοῦντες τόν αἱρετικό Ἐπίσκοπο κάνουν ἄραγε κάτι δύσκολο καί ὄχι μηχανικό; Καί ἀναμένουν τόν θεῖο φωτισμό γιά νά ἰδοῦν τί θά κάνουν; Ἔπειτα αὐτό πού ἀναφέρεις «παρά τίς δῆθεν ἤ ὄντως κυρώσεις πού ἐνδέχεται νά ὑποστοῦμε», τί σημαίνει; Ἐπειδή τό «δῆθεν» καί τό «ὄντως» εἶναι μεταξύ των ἀντιφατικά καί προφανῶς τό «δῆθεν» τό ἐτοποθέτησες διά νά μειώσης τήν θέσι τοῦ «ὄντως». 



Δέν γνωρίζω ἄν, ἐσύ πάτερ, γνωρίζης κάποιες περιπτώσεις ἀποτειχίσεως στίς ὁποῖες ὁ ἀποτειχιζόμενος δέν ὑπέστη πάσης φύσεως κυρώσεις. Καί ἀπό τήν πολιτική, δηλαδή, καί θρησκευτική ἐξουσία καί ἀπό τήν ἴδια τήν φύσι τῆς ἀποτειχίσεως, κατά τήν ὁποία ἐπιλέγεις ἕνα δρόμο δύσβατο, κατηγορημένο σήμερα καί ἀπό τούς ἰδίους τούς Ὀρθοδόξους καί, ἐπί πλέον, ἕνα δρόμο εἰς τόν ὁποῖο ὄντως δύνασαι νά ξεφύγης εἴτε δεξιά, εἴτε ἀριστερά. Πάντως ὡς ἁγιορείτης μοναχός δέν πρέπει νά σοῦ διαφεύγουν οἱ κυρώσεις πού ὑφίστανται σήμερα οἱ ἁγιορεῖτες, οἱ ὁποῖοι διακόπτουν τήν μνημόνευσι τοῦ Πατριάρχου. 



Μοῦ ἔλεγε κάποιος ἁγιορείτης προσφάτως, ὅτι τά μοναστήρια σήμερα ὄχι μόνο δέν δίδουν κελιά εἰς οἱονδήποτε δέν δηλώσει ἐκ τῶν προτέρων ὅτι θά μνημονεύη ἐσαεί τόν Πατριάρχη, ἀλλά καί σ’ αὐτά τά κελιά πού ὑπάρχουν, ἤδη, γέροντες μή μνημονεύοντες, δέν γράφουν νέους μοναχούς, ὄχι μόνον ἄν πάη κάποιος μοναχός ἀπό ἀλλοῦ, ἀλλά οὔτε δοκίμους. Κατ’ αὐτόν τόν τρόπον συμβαίνει, ὅσοι γέροντες εἶναι μόνοι καί ἀσθενεῖς, νά ἀναγκάζονται νά ἐγκαταλείπουν τό Ὄρος καί τήν μετάνοιά των καί νά γηροκομοῦνται στόν κόσμο σέ σπίτια ἤ ἱδρύματα. Καί ὅλα αὐτά γίνονται προφανῶς μέ τίς εὐλογίες τοῦ πράσινου Πατριάρχου, τοῦ σωτῆρος τῶν θαλασσῶν καί τῶν βιοτόπων, τοῦ εἰρηνοποιοῦ καί φιλιάζοντος μετά τοῦ Πάπα καί τοῦ Π.Σ.Ε. καί συγχρόνως σφοδροῦ διώκτου ὅσων δέν ἀναγνωρίζουν τήν αὐθεντία του. Καί ἐσύ τώρα, πάτερ, φλυαρεῖς περί «δῆθεν ἤ ὄντως κυρώσεων», ἐνῶ συγχρόνως βιώνεις τόν ξεπεσμό αὐτόν τῶν πατέρων, τήν κατά κράτος ὑποταγή των στόν αἱρετικό Πατριάρχη καί τόν ἀδελφικό ἀλληλοσπαραγμό τῶν ἰσχυροτέρων ἐπί τῶν ἀδυνάτων. 


Κατωτέρω ἀφηγούμενος τίς νεφελώδεις θεωρίες σου ἀναφέρεις τά ἑξῆς: «...ἀλλὰ κυρίως στὴν ἐπίτευξιν τῆς καθάρσεώς μας, ὥστε νὰ διαγνώσωμεν ἀπλανῶς –τουλάχιστον οἱ πρωτoστατοῦντες– τὸ ἐάν, τό πότε, τό πῶς καί τό ἐπί πόσον πρέπει νά ἀποτειχισθοῦμε». Δηλαδή πάτερ, διά νά διαγνώσωμε ἀπλανῶς τό ἐάν, τό πότε, τό πῶς καί τό ἐπί πόσο πρέπει νά ἀποτειχισθοῦμε χρειάζεται κάθαρσις, θεῖος φωτισμός καί διάκρισις. Ἐνῶ γιά νά παραμείνωμε ἐνσωματωμένοι μέ τόν αἱρετικό Ἐπίσκοπο, δηλαδή κατά τόν Μ. Φώτιο μέ τόν λύκο, προφανῶς δέν χρειάζεται τίποτε. Ἄν ὅμως δέν ἔχωμε τόν θεῖο φωτισμό καί τήν διάκρισι θά πρέπει κανονικά, πρός ἀσφάλειά μας, νά κάνωμε αὐτό πού ἐπιτάσσει ἡ ἁγ. Γραφή, οἱ ἱεροί Κανόνες καί ἡ διδασκαλία τῶν Πατέρων. 



Αὐτό τό συνοψίζει θαυμάσια στό τέλος τῆς ὁμολογίας του ὁ ἅγ. Μᾶρκος ὁ Εὐγενικός ὡς ἑξῆς: «Καί τί δεῖ πολλά λέγειν; Ἅπαντες οἱ τῆς Ἐκκλησίας διδάσκαλοι, πᾶσαι αἱ σύνοδοι καί πᾶσαι αἱ θεῖαι γραφαί φεύγειν τούς ἑτερόφρονας παραινοῦσι καί τῆς αὐτῶν κοινωνίας διΐστασθαι» (Τά εὑρισκόμενα ἅπαντα, Τόμ. Α΄, σελ. 424). 
Πρόσεξε καί ἐδῶ πάτερ, ὅτι ὁ ἅγιος ὁμιλεῖ γιά ἑτερόφρονες καί ὄχι γιά καταδικασμένους ἀπό Σύνοδο, ὅπως ἦταν τέτοιοι στήν ἐποχή του οἱ Λατινόφρονες ἑνωτικοί. Ἐπί πλέον δέ, δέν θά πρέπει γιά τό θέμα αὐτό οὐδόλως νά προβληματιζώμεθα, ἐπειδή δέν ἔχομε τόν θεῖο φωτισμό καί τήν διάκρισι, διότι τό ἐάν, τό πότε, τό πῶς καί τό ἐπί πόσο πρέπει νά ἀποτειχισθοῦμε μᾶς τά καθορίζουν ἐπακριβῶς οἱ Πατέρες. Γιά μέν τό «ἐάν» μᾶς εἶπαν ὅτι ἀποτειχιζόμεθα ἐάν ὑπάρχει αἵρεσις. Για τό «πότε» μᾶς ἐδίδαξαν ὅτι ἀποτειχιζόμεθα ὅταν αὐτή κηρύσσεται δημοσίως ἐπ’ Ἐκκλησίας καί συνοδικῶς. Γιά τό «πῶς» μᾶς καθοδήγησαν ὅτι ἀποτειχιζόμεθα διά τῆς διακοπῆς τῆς μνημονεύσεως καί τῆς ἐν γένει ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας ἀπό τόν Ἐπίσκοπο στόν ὁποῖο ἡ ἐκκλησιαστική ἐπαρχία ὑπάγεται. Γιά δέ τό «ἐπί πόσον» μᾶς ὁριοθέτησαν τόν χρόνο κατά τόν ὁποῖο ἐπικρατεῖ ἡ αἵρεσις καί δέν ἔχει καταδικασθῆ δι’ ὀρθοδόξου Συνόδου. Ὡς ἐκ τούτου νομίζω ὅτι ὅλα αὐτά δέν εἶναι ἀντικείμενα θείου φωτισμοῦ καί διακρίσεως, ἀλλά ἀγαθῆς προαιρέσεως καί διαθέσεως θυσίας, προκειμένου νά σηκώσωμε εἰς αὐτό τό σημεῖο τόν σταυρό τοῦ Κυρίου. Ἐκτός καί ἐάν ἀνήκωμε στήν κατηγορία ἐκείνων γιά τούς ὁποίους εἰπώθηκε ὅτι «ὅποιος δέν θέλει νά ζυμώσει, δέκα μέρες κοσκινίζει». 



6) Ἐν συνεχείᾳ στήν σελίδα (3) σέ νέα παράγραφο, ἀναφέρεις τά ἑξῆς: «Ἡ ἔλλειψις αὐτοῦ τοῦ “ἐπὶ πλέον” εἶναι αὐτό πού μᾶς φοβίζει καί μᾶς φρενάρει –ἀλλά καί μᾶς κάνει νά αἰσθανώμεθα ἔνοχοι– καί ὄχι ὁ δῆθεν φόβος τῶν κυρώσεων...». 
Ἔνοχοι, γιατί πάτερ, αἰσθάνεσθε; Ἐπειδή δέν ἔχετε αὐτό τό «ἐπί πλέον», δηλαδή τόν θεῖο φωτισμό καί τήν διάκρισι; Μά αὐτό εἶναι θέμα τοῦ Θεοῦ ὡς χάρις καί θά πρέπει νά ἐκλάβωμε ὅτι πρέπει νά αἰσθάνεται ἔνοχος ὁ Θεός πού δέν σᾶς τήν στέλνει, (ἐφ’ ὅσον δηλαδή ἐσεῖς ἔχετε ἀγαθή προαίρεσι καί φυσικά ἐφ’ ὅσον ὑπάρχουν οἱ προϋποθέσεις τῆς ἀποτειχίσεως) προκειμένου νά βγῆτε ἀπό τό στόμα τοῦ λύκου; Ὅμως νομίζω, ὁ θεῖος φωτισμός δέν ἔρχεται ὅταν γνωρίζης τί πρέπει νά πράξης καί δέν τό πράττεις, ἀλλά ὅταν θέλης νά πράξης καί δέν γνωρίζης. 



Ἐπί παραδείγματι, ὁ Θεός ἔστειλε τόν ἀπόστολο Φίλιππο στόν εὐνοῦχο τῆς Κανδάκης γιά νά τόν διδάξη, ἐπειδή αὐτός εἶχε τήν διάθεσι, ἀλλά δέν ἐγνώριζε τόν πνευματικό δρόμο πού ἔπρεπε νά ἀκολουθήση (Πράξ. 8, 26). Στόν Παῦλο ἐπίσης ὁ Θεός δι’ ὑπερφυσικοῦ σημείου τοῦ ἔδειξε τήν ἀληθινή ὁδό, ἐπειδή καί αὐτός ἦτο πλήρης ἀγαθῆς προαιρέσεως, ἀλλά ἀκολουθοῦσε λάθος δρόμο. Ὅταν ὅμως, γνωρίζομε καί δέν πράττομε, καί μάλιστα σέ τόσο σοβαρά θέματα πίστεως, νομίζω ὅτι ἐδῶ δέν εἶναι θέμα φωτισμοῦ, ἀλλά ἰσχύει αὐτό πού εἶπε ὁ Ἀβραάμ πρός τόν πλούσιο στόν Ἄδη, ὅταν αὐτός φλογιζόμενος τόν παρεκάλεσε νά στείλη τόν Λάζαρο νά ἀναγγείλη στούς πέντε ἀδελφούς του τί πρέπει νά πράξουν. Τοῦ ἀπήντησε δέ ὁ Ἀβραάμ ὅτι «ἔχουσι Μωϋσέα καί τούς προφήτας• ἀκουσάτωσαν αὐτῶν» (Λουκ. 16, 29). Δηλαδή, μέ ἄλλα λόγια, γνωρίζουν τόν δρόμο καί δέν τόν ἀκολουθοῦν. Διότι ἄν δέν ἐγνώριζαν καί εἶχαν ἀγαθή προαίρεσι, ἀσφαλῶς θά τούς ἐφώτιζε ὁ Θεός.

1 σχόλιο:

  1. Συμφωνώ με τον Χ.Ν. Μπορεί μέσα στη καρδιά μας να θέλουμε να πρεσβεύει για εμάς αλλά όταν τον επαινούμε στη πραγματικότητα του κάνουμε κακό πνευματικά...

    Α.Π.

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Δημοφιλείς αναρτήσεις

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου