Πρωτοπρεσβυτέρου Δημητρίου Αθανασίου.
Εισαγωγικά.
Επειδή στον χώρο των αποτειχισμένων συμβαίνουν
διάφορα σοβαρά και λυπηρά γεγονότα, τα οποία είναι αποτέλεσμα της έλλειψης
ορθής εκκλησιολογικής κατήχησης σε κληρικούς και λαϊκούς, αναγκάζομαι να
δημοσιεύσω το παρόν άρθρο, προκειμένου να απαντήσω γραπτά σε σχετικές ερωτήσεις που μου υποβλήθηκαν.
Συγχρόνως, επιθυμώ, το άρθρο αυτό να αποτελέσει
αφορμή προβληματισμού, ώστε να κατανοηθούν τα εξής. Εφόσον οι αποτειχισμένοι
δεν αποτελούν αναγνωρισμένη νομική
θρησκευτική κοινότητα και ζουν σε ένα έννομο κράτος (με σεβασμό στους νόμους),
θα έπρεπε να κινούνται με τους όρους της Εκκλησίας των Κατακομβών. (ο έχων
νουν, νοείτω)
Το
αρχιερατικό αξίωμα: ποιες ιδιότητες φέρει και ποιες «αφαιρεί» ο ΙΕ΄ Κανόνας
Για να κατανοηθεί πλήρως το νόημα του χαρακτηρισμού
«ψευδεπίσκοπος και ψευδοδιδάσκαλος», είναι αναγκαίο να διευκρινισθεί τι ακριβώς περιλαμβάνει το αρχιερατικό
αξίωμα. Στην Ορθόδοξη κανονική παράδοση, ο επίσκοπος δεν είναι, απλώς, ένας
ανώτερος κληρικός· είναι ο κατ' εξοχήν φορέας της πληρότητας της Ιερωσύνης, ο
«τύπος και εικόνα» του Χριστού εν τω οίκω αυτού. Όταν αναφερόμαστε στον Αρχιερέα
(τον Επίσκοπο), η ύπαρξη και το έργο του συνδέονται άμεσα με τα τρία αξιώματα
του Χριστού (το προφητικό, το αρχιερατικό και το βασιλικό), τα οποία εκφράζει
με έναν ιδιαίτερο και ολοκληρωμένο τρόπο μέσα στην Εκκλησία:
1. Το Προφητικό Αξίωμα (Ο Διδάσκαλος της
Αλήθειας)
Ως διάδοχος των Αποστόλων, ο Αρχιερέας έχει χρέος
και εξουσία να κηρύττει το Θείο Λόγο. Είναι ο βασικός διδάσκαλος και
θεματοφύλακας της ορθόδοξης πίστης στην επαρχία του, εξηγώντας τις Γραφές και
καθοδηγώντας το ποίμνιο στην πνευματική αλήθεια.
2. Το Αρχιερατικό / Ιερατικό Αξίωμα (Ο
Λειτουργός των Μυστηρίων)
Είναι η κορυφαία του ιδιότητα. Κατέχει την πληρότητα
της ιερωσύνης.
Μόνος του μπορεί να τελέσει τις χειροτονίες των νέων
κληρικών (διακόνων και ιερέων),
να καθιερώνει ναούς, να αγιάζει τα Αντιμήνσια και να προΐσταται των μυστηρίων,
αποτελώντας τον «τύπο και τόπο Χριστού» μέσα στη Θεία Λειτουργία. Σύμφωνα με την Ορθόδοξη κανονική παράδοση και
θεολογία, τα μυστήρια ενός ακατάκριτου αιρετικού επισκόπου είναι έγκυρα και
έχουν θεία χάρη μέχρι τη στιγμή της επίσημης καθαιρέσεώς του από Σύνοδο.
3. Το Βασιλικό Αξίωμα (Ο Ποιμένας και
Διοικητής)
Εκδηλώνεται μέσα από την πνευματική εξουσία και τη
διακυβέρνηση της τοπικής Εκκλησίας (της Μητρόπολης ή της Επισκοπής). Δεν
πρόκειται για κοσμική εξουσία τυραννικού τύπου, αλλά για διακονία αγάπης,
προστασίας και τάξης, ώστε το σώμα της Εκκλησίας να οδηγείται με ασφάλεια στη
Βασιλεία του Θεού, τιθασεύοντας τα πνευματικά εμπόδια και τις διχόνοιες.
Τι
«αφαιρεί» λοιπόν ο ΙΕ΄ Κανόνας;
Καμία από τις παραπάνω ιδιότητες δεν αίρεται τυπικώς
και δικανικώς με την πράξη της αποτείχισης. Ο ΙΕ΄ Κανόνας δεν είναι κανόνας
καθαιρέσεως. Ο κανόνας, ωστόσο, αναγνωρίζει και βεβαιώνει μια ήδη συντελεσθείσα
πνευματική απώλεια, η οποία εκτείνεται ως εξής:
•Αφαιρεί την αληθή ιδιότητα του ποιμένος. Ο
επίσκοπος διατηρεί το όνομα — «τὸν
καλούμενον ἐπίσκοπον»
— αλλά παύει να είναι αληθινός ποιμήν· γίνεται ψευδεπίσκοπος. Η χειροτονία του
δεν χάνεται, χάνεται όμως η ουσία που την νοηματοδοτεί: η πίστη την οποία
οφείλει να φυλάσσει.
•Αφαιρεί τη νομιμότητα της διδασκαλίας του.
Από τη στιγμή που κηρύσσει αίρεση «δημοσίᾳ καὶ γυμνῇ τῇ κεφαλῇ», κάθε διδασκαλία του καθίσταται πνευματικώς άκυρη·
γίνεται ψευδοδιδασκαλία, έστω και αν προσφέρεται με τα εξωτερικά σημεία της
επισκοπικής αξίωσης.
•Αφαιρεί το δικαίωμα της εκκλησιαστικής κοινωνίας. Οι συνειδητοί Ορθόδοξοι
υποχρεούνται να μη μνημονεύουν αυτόν και να μη κοινωνούν μαζί του. Το
μνημόσυνο, ως σημείο ενότητας, μετατρέπεται σε σημείο αποχωρισμού.
•ΔΕΝ ΑΦΑΙΡΕΙ, ωστόσο, τη δικαιοδοσία του —
ακόμη. Η διοικητική εξουσία του επίσκοπου πάνω στην επαρχία παραμένει τυπικώς
εν ισχύϊ μέχρι τη συνοδική καθαίρεση. Αυτή, ακριβώς, η διάκριση — όσα ο κανόνας
αναγνωρίζει ως χαμένα πνευματικά και όσα δεν αίρει διοικητικά — συνιστά τον
πυρήνα της ερμηνείας του και αποτρέπει τη μετατροπή της αποτείχισης σε
αυτοδίκαιο καθαιρετικό δικαστήριο από μεμονωμένους κληρικούς.
Ο ΙΕ΄ Κανόνας δεν αποσύρει από τον αιρετικό
επίσκοπο τη χειροτονία του, ούτε τον θρόνο του.Τον απογυμνώνει, όμως, από τη
μοναδική ιδιότητα που καθιστούσε το αξίωμά του πηγή ζωής για το ποίμνιο — την
ορθή διδασκαλία της πίστεως και από τη
ιδιότητα του ΑΛΗΘΙΝΟΥ ΠΟΙΜΕΝΑ.
.
Παράλληλα, εφόσον ο επίσκοπος δεν έχει
καθαιρεθεί ακόμη συνοδικά, τυπικά διατηρεί το δικαίωμα να ελέγξει τον κληρικό
που εισήλθε αυθαιρέτως στην επαρχία του. Φαινομενικά, αυτό φαντάζει αντίφαση —
πώς ο αιρετικός ελέγχει τον ομολογητή; — όμως εξηγείται από την κανονική τάξη:
ο εισερχόμενος χωρίς «γράμματα απολύσεως» παραβιάζει εκκλησιαστικούς Κανόνες, και ο τοπικός επίσκοπος, έστω κατ'
όνομα, κατέχει τη διοικητική δικαιοδοσία της περιοχής.
Εδώ
έγκειται και η παγίδα. Ένας ακατάκριτος
αιρετικός επίσκοπος μπορεί να χρησιμοποιήσει την τυπική διοικητική του ισχύ,
για να τιμωρήσει κληρικούς όχι επειδή υπερασπίστηκαν την Ορθοδοξία, αλλά επειδή
παραβίασαν την κανονική τάξη. Γι' αυτό η ορθόδοξη θεολογία τονίζει ότι η
ομολογία και η αποτείχιση πρέπει να γίνονται με τεράστια προσοχή, ώστε να μη
δίδεται στον εσφαλμένο επίσκοπο το πλεονέκτημα να ελέγξει τον ομολογητή σε
επίπεδο κανονικής πειθαρχίας.
Ποιος ορίζει ΕΠΙΣΗΜΑ ότι η ηγεσία μιας τοπικής
Εκκλησίας ή μια ΣΥΝΟΔΟΣ είναι ΑΙΡΕΤΙΚΗ;
ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Σύμφωνα με το εκκλησιαστικό δίκαιο και την
παράδοση της Ορθόδοξης Εκκλησίας, επίσημος φορέας αρμόδιος να κηρύξει ΕΠΙΣΗΜΑ την εκκλησιαστική ηγεσία μιας τοπικής
εκκλησίας ως ΑΙΡΕΤΙΚΗ ή να
καταδικάσει επισήμως μια διδασκαλία ως αίρεση και –κατ' επέκταση– να
διαπιστώσει ότι μια εκκλησιαστική κοινότητα ή ηγεσία έχει αποκοπεί λόγω
κακοδοξίας είναι αποκλειστικά ΜΙΑ
ΣΥΝΟΔΟΣ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΕΠΙΣΚΟΠΩΝ (Τοπική, Μείζων ή Οικουμενική).
Η περίπτωση του Νεστορίου, Πατριάρχη
Κωνσταντινουπόλεως, αποτελεί χαρακτηριστικό ιστορικό παράδειγμα εφαρμογής της
εκκλησιαστικής τάξης, καθώς γύρω στο 428 μ.Χ. άρχισε να κηρύττει αιρετικές
απόψεις διαχωρίζοντας τις δύο φύσεις του Χριστού και αρνούμενος τον όρο
Θεοτόκος, ωστόσο, παρότι υπήρξαν έντονες διαμαρτυρίες, παρέμενε στον θρόνο του
ως «ακατάκριτος» και όλα τα μυστήρια που τέλεσε τότε θεωρούνταν έγκυρα, μέχρις
ότου το 431 μ.Χ. συγκλήθηκε η Γ΄ Οικουμενική Σύνοδος στην Έφεσο, η οποία
καταδίκασε τη διδασκαλία του και τον καθαίρεσε επίσημα, με αποτέλεσμα από τη
στιγμή της καθαίρεσής του και μετά να παύσει να είναι επίσκοπος, κάθε μετέπειτα
ιεροπραξία του στην εξορία να είναι παντελώς άκυρη και όσοι τον ακολούθησαν να
αποκοπούν από την Εκκλησία δημιουργώντας δικό τους σχίσμα
Μέχρις ότου μια ΠΑΝΟΡΘΟΔΟΞΗ Σύνοδος αποφανθεί επίσημα και
συνοδικά για μια τοπική Εκκλησία ή ηγεσία ότι είναι ΑΙΡΕΤΙΚΗ εφαρμόζονται πλήρως όλοι οι
ιεροί κανόνες που αφορούν την ιερατική διακονία. Μέχρι
την σύγκληση της Συνόδου αν ο τοπικός επίσκοπος η οι επίσκοποι προωθούν
φανερά και απροκάλυπτα κακοδοξίες που
έχουν ήδη καταδικαστεί από προηγούμενες Οικουμενικές ή Τοπικές Συνόδους και
Πατέρες, οι πιστοί και οι κληρικοί έχουν όχι απλώς το δικαίωμα, αλλά και
την κανονική υποχρέωση (βάσει του περίφημου 15ου Κανόνα της Πρωτοδευτέρας
Συνόδου επί Φωτίου του Μεγάλου) να διακόψουν την εκκλησιαστική κοινωνία. Ωστόσο,
η ενέργεια αυτή είναι ομολογιακή και προσωπική ευθύνη και δεν σημαίνει ότι η
Εκκλησία αυτή έχει αυτόματα κηρυχθεί συλλήβδην «ανυπόστατη» πριν
από μια Πανορθόδοξη Συνοδικὴ απόφαση.
Ο 15ος
Κανόνας δίνει το δικαίωμα της διακοπής μνημοσύνου για λόγους πίστης, αλλά δεν
παρέχει κανονική άδεια αλλαγής δικαιοδοσίας, ούτε καταργεί τους κανόνες που
απαγορεύουν την αυθαίρετη μετακίνηση κληρικών.
Τα
όρια του ΙΕ΄ Κανόνα
Σύμφωνα με την Ορθόδοξη Εκκλησιολογία, η ιερωσύνη
δεν αντλεί την εξουσία της από τον ίδιο τον κληρικό, ούτε λειτουργεί με όρους
«ελεύθερου επαγγέλματος της πίστης». Ο ιερέας αποκτά την ιδιότητά του δια της
χειροτονίας από την Ιερωσύνη του Χριστού
και ασκεί τη διακονία του αποκλειστικά με βάση τους Ιερούς Κανόνες των
Οικουμενικών Συνόδων και των αναγνωρισμένων από αυτές τοπικών Συνόδων.
ΕΡΩΤΗΣΗ: Εφόσον ένας κληρικός δεν αναγνωρίζει την
εκκλησιαστική διοίκηση λόγω αποδοχής αιρετικών διδασκαλιών, γιατί απαιτείται να
ζητήσει την άδειά της, για να φύγει από την επαρχία στην οποία ανήκει;
ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Κατ' αρχάς, οφείλουμε να αποσαφηνίσουμε τη
φύση του ΙΕ΄ Κανόνα της Πρωτοδευτέρας Συνόδου.
Στην Ορθόδοξη Εκκλησιολογία, η
διοικητική δομή και η μυστηριακή ζωή δεν είναι αποσπασμένα θέματα. Ο ΙΕ
κανόνας δεν δίνει το δικαίωμα δημιουργίας προσωπικών, απομονωμένων ποιμνίων
γύρω από ένα πρόσωπο. Αν υπήρχε σοβαρός λόγος πίστεως, η πατερική οδός ήταν
η παραμονή στο πόστο με ομολογιακή σταθερότητα ή η προσφυγή στη συνοδική οδό ή
η εκκλησιαστική κοινωνία με άλλη ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΣΥΝΟΔΟ και όχι η μετατροπή της
αποτείχισης σε μέσο διαδικτυακής προβολής και αυτοδικίας. Η αυθαίρετη
μετακίνηση σε ξένη επαρχία, η ίδρυση νέων ναών και η συγκρότηση αποκλειστικά
«αποτειχισμένου» ποιμνίου αποτελεί ένα από τα πιο ακανθώδη και συζητημένα
ζητήματα στο πεδίο του
εκκλησιαστικού κανονικού δικαίου.
Σύμφωνα με τους Ιερούς Κανόνες, μια τέτοια πρακτική αντιμετωπίζεται με
ιδιαίτερη αυστηρότητα, καθώς τέμνει τα όρια μεταξύ ομολογίας πίστεως και
κανονικού παραπτώματος.
Ακόμη και αν η αρχική αφορμή για την αποτείχιση
είναι θεολογικά ορθή —βάσει του ΙΕ΄ Κανόνα, λόγω κήρυξης αίρεσης «γυμνῇ τῇ κεφαλῇ»—
η αυθαίρετη είσοδος κληρικών σε ξένη επαρχία ή δημιουργία ναών (χωρίς
εκκλησιαστική και νομική κάλυψη) και η άσκηση ποιμαντικού έργου χωρίς την άδεια
του τοπικού κανονικού επισκόπου (εφόσον παραμένουν οι αποτειχισμένοι στην
Εκκλησία της Ελλάδος) συνιστούν σαφή παράβαση εκκλησιαστικών Κανόνων.
Η μετατροπή ενός ιδιωτικού χώρου σε ναό και η τέλεση
μυστηρίων εν αγνοία του τοπικού Μητροπολίτη συνιστά κλασική περίπτωση
παρασυναγωγής και αυθαίρετης δημιουργίας «ανεξάρτητου θυσιαστηρίου».
Ο ΛΑ΄ (31ος) Αποστολικός Κανόνας
είναι καταπέλτης:
|
«Εἴ τις
πρεσβύτερος, καταφρονήσας τοῦ ἰδίου ἐπισκόπου, χωρὶς ἐκκλησίας ποιήσῃ, καὶ τὸ
θυσιαστήριον ἕτερον πήξῃ... καθαιρείσθωσαν ὡς φίλαρχοι».
|
Παρόμοιες απαγορεύσεις περιέχονται στον ΣΤ΄
Κανόνα της Συνόδου της Γάγγρας και στους ΙΓ΄, ΙΔ΄ και ΙΕ΄ Κανόνες της
Συνόδου της Αντιοχείας, οι οποίοι καθαιρούν όσους κληρικούς περιπλανώνται
και προκαλούν διχοστασίες εκτός της κανονικής τάξης.