Δευτέρα 21 Σεπτεμβρίου 2026

ΤΟ ΑΡΧΙΕΡΑΤΙΚΟ ΑΞΙΩΜΑ ΚΑΙ Ο ΙΕ ΚΑΝΟΝΑΣ ΤΗΣ ΑΒ ΣΥΝΟΔΟΥ. ΜΙΑ ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΚΑΙ ΕΡΜΗΝΕΙΑ.

 


Πρωτοπρεσβυτέρου Δημητρίου Αθανασίου.

Εισαγωγικά.

Επειδή στον χώρο των αποτειχισμένων συμβαίνουν διάφορα σοβαρά και λυπηρά γεγονότα, τα οποία είναι αποτέλεσμα της έλλειψης ορθής εκκλησιολογικής κατήχησης σε κληρικούς και λαϊκούς, αναγκάζομαι να δημοσιεύσω το παρόν άρθρο, προκειμένου να απαντήσω γραπτά  σε σχετικές ερωτήσεις που μου υποβλήθηκαν.

Συγχρόνως, επιθυμώ, το άρθρο αυτό να αποτελέσει αφορμή προβληματισμού, ώστε να κατανοηθούν τα εξής. Εφόσον οι αποτειχισμένοι δεν αποτελούν αναγνωρισμένη  νομική θρησκευτική κοινότητα και ζουν σε ένα έννομο κράτος (με σεβασμό στους νόμους), θα έπρεπε να κινούνται με τους όρους της Εκκλησίας των Κατακομβών. (ο έχων νουν, νοείτω)

Το αρχιερατικό αξίωμα: ποιες ιδιότητες φέρει και ποιες «αφαιρεί» ο ΙΕ΄ Κανόνας

Για να κατανοηθεί πλήρως το νόημα του χαρακτηρισμού «ψευδεπίσκοπος και ψευδοδιδάσκαλος», είναι αναγκαίο να διευκρινισθεί  τι ακριβώς περιλαμβάνει το αρχιερατικό αξίωμα. Στην Ορθόδοξη κανονική παράδοση, ο επίσκοπος δεν είναι, απλώς, ένας ανώτερος κληρικός· είναι ο κατ' εξοχήν φορέας της πληρότητας της Ιερωσύνης, ο «τύπος και εικόνα» του Χριστού εν τω οίκω αυτού. Όταν αναφερόμαστε στον Αρχιερέα (τον Επίσκοπο), η ύπαρξη και το έργο του συνδέονται άμεσα με τα τρία αξιώματα του Χριστού (το προφητικό, το αρχιερατικό και το βασιλικό), τα οποία εκφράζει με έναν ιδιαίτερο και ολοκληρωμένο τρόπο μέσα στην Εκκλησία:

1. Το Προφητικό Αξίωμα (Ο Διδάσκαλος της Αλήθειας)

Ως διάδοχος των Αποστόλων, ο Αρχιερέας έχει χρέος και εξουσία να κηρύττει το Θείο Λόγο. Είναι ο βασικός διδάσκαλος και θεματοφύλακας της ορθόδοξης πίστης στην επαρχία του, εξηγώντας τις Γραφές και καθοδηγώντας το ποίμνιο στην πνευματική αλήθεια.

2. Το Αρχιερατικό / Ιερατικό Αξίωμα (Ο Λειτουργός των Μυστηρίων)

Είναι η κορυφαία του ιδιότητα. Κατέχει την πληρότητα της ιερωσύνης.

Μόνος του μπορεί να τελέσει τις χειροτονίες των νέων κληρικών (διακόνων και ιερέων), να καθιερώνει ναούς, να αγιάζει τα Αντιμήνσια και να προΐσταται των μυστηρίων, αποτελώντας τον «τύπο και τόπο Χριστού» μέσα στη Θεία Λειτουργία.  Σύμφωνα με την Ορθόδοξη κανονική παράδοση και θεολογία, τα μυστήρια ενός ακατάκριτου αιρετικού επισκόπου είναι έγκυρα και έχουν θεία χάρη μέχρι τη στιγμή της επίσημης καθαιρέσεώς του από Σύνοδο.

3. Το Βασιλικό Αξίωμα (Ο Ποιμένας και Διοικητής)

Εκδηλώνεται μέσα από την πνευματική εξουσία και τη διακυβέρνηση της τοπικής Εκκλησίας (της Μητρόπολης ή της Επισκοπής). Δεν πρόκειται για κοσμική εξουσία τυραννικού τύπου, αλλά για διακονία αγάπης, προστασίας και τάξης, ώστε το σώμα της Εκκλησίας να οδηγείται με ασφάλεια στη Βασιλεία του Θεού, τιθασεύοντας τα πνευματικά εμπόδια και τις διχόνοιες.

Τι «αφαιρεί» λοιπόν ο ΙΕ΄ Κανόνας;

Καμία από τις παραπάνω ιδιότητες δεν αίρεται τυπικώς και δικανικώς με την πράξη της αποτείχισης. Ο ΙΕ΄ Κανόνας δεν είναι κανόνας καθαιρέσεως. Ο κανόνας, ωστόσο, αναγνωρίζει και βεβαιώνει μια ήδη συντελεσθείσα πνευματική απώλεια, η οποία εκτείνεται ως εξής:

Αφαιρεί την αληθή ιδιότητα του ποιμένος. Ο επίσκοπος διατηρεί το όνομα — «τν καλούμενον πίσκοπον» — αλλά παύει να είναι αληθινός ποιμήν· γίνεται ψευδεπίσκοπος. Η χειροτονία του δεν χάνεται, χάνεται όμως η ουσία που την νοηματοδοτεί: η πίστη την οποία οφείλει να φυλάσσει.

Αφαιρεί τη νομιμότητα της διδασκαλίας του. Από τη στιγμή που κηρύσσει αίρεση «δημοσίκαγυμντκεφαλῇ», κάθε διδασκαλία του καθίσταται πνευματικώς άκυρη· γίνεται ψευδοδιδασκαλία, έστω και αν προσφέρεται με τα εξωτερικά σημεία της επισκοπικής αξίωσης.

Αφαιρεί το δικαίωμα  της εκκλησιαστικής  κοινωνίας. Οι συνειδητοί Ορθόδοξοι υποχρεούνται να μη μνημονεύουν αυτόν και να μη κοινωνούν μαζί του. Το μνημόσυνο, ως σημείο ενότητας, μετατρέπεται σε σημείο αποχωρισμού.

ΔΕΝ ΑΦΑΙΡΕΙ, ωστόσο, τη δικαιοδοσία του — ακόμη. Η διοικητική εξουσία του επίσκοπου πάνω στην επαρχία παραμένει τυπικώς εν ισχύϊ μέχρι τη συνοδική καθαίρεση. Αυτή, ακριβώς, η διάκριση — όσα ο κανόνας αναγνωρίζει ως χαμένα πνευματικά και όσα δεν αίρει διοικητικά — συνιστά τον πυρήνα της ερμηνείας του και αποτρέπει τη μετατροπή της αποτείχισης σε αυτοδίκαιο καθαιρετικό δικαστήριο από μεμονωμένους κληρικούς.

Ο  ΙΕ΄ Κανόνας δεν αποσύρει από τον αιρετικό επίσκοπο τη χειροτονία του, ούτε τον θρόνο του.Τον απογυμνώνει, όμως, από τη μοναδική ιδιότητα που καθιστούσε το αξίωμά του πηγή ζωής για το ποίμνιο — την ορθή διδασκαλία της πίστεως και από τη  ιδιότητα του ΑΛΗΘΙΝΟΥ ΠΟΙΜΕΝΑ.

.

Παράλληλα, εφόσον ο επίσκοπος δεν έχει καθαιρεθεί ακόμη συνοδικά, τυπικά διατηρεί το δικαίωμα να ελέγξει τον κληρικό που εισήλθε αυθαιρέτως στην επαρχία του. Φαινομενικά, αυτό φαντάζει αντίφαση — πώς ο αιρετικός ελέγχει τον ομολογητή; — όμως εξηγείται από την κανονική τάξη: ο εισερχόμενος χωρίς «γράμματα απολύσεως» παραβιάζει εκκλησιαστικούς  Κανόνες, και ο τοπικός επίσκοπος, έστω κατ' όνομα, κατέχει τη διοικητική δικαιοδοσία της περιοχής.

Εδώ έγκειται και η παγίδα. Ένας ακατάκριτος αιρετικός επίσκοπος μπορεί να χρησιμοποιήσει την τυπική διοικητική του ισχύ, για να τιμωρήσει κληρικούς όχι επειδή υπερασπίστηκαν την Ορθοδοξία, αλλά επειδή παραβίασαν την κανονική τάξη. Γι' αυτό η ορθόδοξη θεολογία τονίζει ότι η ομολογία και η αποτείχιση πρέπει να γίνονται με τεράστια προσοχή, ώστε να μη δίδεται στον εσφαλμένο επίσκοπο το πλεονέκτημα να ελέγξει τον ομολογητή σε επίπεδο κανονικής πειθαρχίας.


Ποιος ορίζει ΕΠΙΣΗΜΑ ότι η ηγεσία μιας τοπικής Εκκλησίας ή μια ΣΥΝΟΔΟΣ  είναι ΑΙΡΕΤΙΚΗ;

ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Σύμφωνα με το εκκλησιαστικό δίκαιο και την παράδοση της Ορθόδοξης Εκκλησίας, επίσημος φορέας αρμόδιος να κηρύξει ΕΠΙΣΗΜΑ  την εκκλησιαστική ηγεσία μιας τοπικής εκκλησίας ως ΑΙΡΕΤΙΚΗ ή να καταδικάσει επισήμως μια διδασκαλία ως αίρεση και –κατ' επέκταση– να διαπιστώσει ότι μια εκκλησιαστική κοινότητα ή ηγεσία έχει αποκοπεί λόγω κακοδοξίας είναι αποκλειστικά ΜΙΑ ΣΥΝΟΔΟΣ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΕΠΙΣΚΟΠΩΝ (Τοπική, Μείζων ή Οικουμενική).

Η περίπτωση του Νεστορίου, Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, αποτελεί χαρακτηριστικό ιστορικό παράδειγμα εφαρμογής της εκκλησιαστικής τάξης, καθώς γύρω στο 428 μ.Χ. άρχισε να κηρύττει αιρετικές απόψεις διαχωρίζοντας τις δύο φύσεις του Χριστού και αρνούμενος τον όρο Θεοτόκος, ωστόσο, παρότι υπήρξαν έντονες διαμαρτυρίες, παρέμενε στον θρόνο του ως «ακατάκριτος» και όλα τα μυστήρια που τέλεσε τότε θεωρούνταν έγκυρα, μέχρις ότου το 431 μ.Χ. συγκλήθηκε η Γ΄ Οικουμενική Σύνοδος στην Έφεσο, η οποία καταδίκασε τη διδασκαλία του και τον καθαίρεσε επίσημα, με αποτέλεσμα από τη στιγμή της καθαίρεσής του και μετά να παύσει να είναι επίσκοπος, κάθε μετέπειτα ιεροπραξία του στην εξορία να είναι παντελώς άκυρη και όσοι τον ακολούθησαν να αποκοπούν από την Εκκλησία δημιουργώντας δικό τους σχίσμα

Μέχρις ότου μια  ΠΑΝΟΡΘΟΔΟΞΗ Σύνοδος αποφανθεί επίσημα και συνοδικά για μια τοπική Εκκλησία ή ηγεσία ότι είναι ΑΙΡΕΤΙΚΗ εφαρμόζονται πλήρως όλοι οι ιεροί κανόνες που αφορούν την ιερατική διακονία. Μέχρι την σύγκληση της Συνόδου  αν  ο τοπικός επίσκοπος η οι  επίσκοποι προωθούν  φανερά και απροκάλυπτα κακοδοξίες που έχουν ήδη καταδικαστεί από προηγούμενες Οικουμενικές ή Τοπικές Συνόδους και Πατέρες, οι πιστοί και οι κληρικοί έχουν όχι απλώς το δικαίωμα, αλλά και την κανονική υποχρέωση (βάσει του περίφημου 15ου Κανόνα της Πρωτοδευτέρας Συνόδου επί Φωτίου του Μεγάλου) να διακόψουν την εκκλησιαστική κοινωνία. Ωστόσο, η ενέργεια αυτή είναι ομολογιακή και προσωπική ευθύνη και δεν σημαίνει ότι η Εκκλησία αυτή έχει αυτόματα κηρυχθεί συλλήβδην «ανυπόστατη» πριν από μια Πανορθόδοξη Συνοδικὴ απόφαση.

Ο  15ος Κανόνας δίνει το δικαίωμα της διακοπής μνημοσύνου για λόγους πίστης, αλλά δεν παρέχει κανονική άδεια αλλαγής δικαιοδοσίας, ούτε καταργεί τους κανόνες που απαγορεύουν την αυθαίρετη μετακίνηση κληρικών.

 

Τα όρια του ΙΕ΄ Κανόνα

Σύμφωνα με την Ορθόδοξη Εκκλησιολογία, η ιερωσύνη δεν αντλεί την εξουσία της από τον ίδιο τον κληρικό, ούτε λειτουργεί με όρους «ελεύθερου επαγγέλματος της πίστης». Ο ιερέας αποκτά την ιδιότητά του δια της χειροτονίας  από την Ιερωσύνη του Χριστού και ασκεί τη διακονία του αποκλειστικά με βάση τους Ιερούς Κανόνες των Οικουμενικών Συνόδων και των αναγνωρισμένων από αυτές τοπικών Συνόδων.

ΕΡΩΤΗΣΗ: Εφόσον ένας κληρικός δεν αναγνωρίζει την εκκλησιαστική διοίκηση λόγω αποδοχής αιρετικών διδασκαλιών, γιατί απαιτείται να ζητήσει την άδειά της, για να φύγει από την επαρχία στην οποία ανήκει;

ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Κατ' αρχάς, οφείλουμε να αποσαφηνίσουμε τη φύση του ΙΕ΄ Κανόνα της Πρωτοδευτέρας Συνόδου.  Στην  Ορθόδοξη Εκκλησιολογία, η διοικητική δομή και η μυστηριακή ζωή δεν είναι αποσπασμένα θέματα. Ο ΙΕ κανόνας δεν δίνει το δικαίωμα δημιουργίας προσωπικών, απομονωμένων ποιμνίων γύρω από ένα πρόσωπο. Αν υπήρχε σοβαρός λόγος πίστεως, η πατερική οδός ήταν η παραμονή στο πόστο με ομολογιακή σταθερότητα ή η προσφυγή στη συνοδική οδό ή η εκκλησιαστική κοινωνία με άλλη ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΣΥΝΟΔΟ και όχι η μετατροπή της αποτείχισης σε μέσο διαδικτυακής προβολής και αυτοδικίας. Η αυθαίρετη μετακίνηση σε ξένη επαρχία, η ίδρυση νέων ναών και η συγκρότηση αποκλειστικά «αποτειχισμένου» ποιμνίου αποτελεί ένα από τα πιο ακανθώδη και συζητημένα ζητήματα στο πεδίο του  εκκλησιαστικού  κανονικού δικαίου. Σύμφωνα με τους Ιερούς Κανόνες, μια τέτοια πρακτική αντιμετωπίζεται με ιδιαίτερη αυστηρότητα, καθώς τέμνει τα όρια μεταξύ ομολογίας πίστεως και κανονικού παραπτώματος.

Ακόμη και αν η αρχική αφορμή για την αποτείχιση είναι θεολογικά ορθή —βάσει του ΙΕ΄ Κανόνα, λόγω κήρυξης αίρεσης «γυμντκεφαλ»— η αυθαίρετη είσοδος κληρικών σε ξένη επαρχία ή δημιουργία ναών (χωρίς εκκλησιαστική και νομική κάλυψη) και η άσκηση ποιμαντικού έργου χωρίς την άδεια του τοπικού κανονικού επισκόπου (εφόσον παραμένουν οι αποτειχισμένοι στην Εκκλησία της Ελλάδος) συνιστούν σαφή παράβαση εκκλησιαστικών Κανόνων.

Η μετατροπή ενός ιδιωτικού χώρου σε ναό και η τέλεση μυστηρίων εν αγνοία του τοπικού Μητροπολίτη συνιστά κλασική περίπτωση παρασυναγωγής και αυθαίρετης δημιουργίας «ανεξάρτητου θυσιαστηρίου».

Ο ΛΑ΄ (31ος) Αποστολικός Κανόνας είναι καταπέλτης:

«Εἴ τις πρεσβύτερος, καταφρονήσας τοῦ ἰδίου ἐπισκόπου, χωρὶς ἐκκλησίας ποιήσῃ, καὶ τὸ θυσιαστήριον ἕτερον πήξῃ... καθαιρείσθωσαν ὡς  φίλαρχοι».

 

Παρόμοιες απαγορεύσεις περιέχονται στον ΣΤ΄ Κανόνα της Συνόδου της Γάγγρας και στους ΙΓ΄, ΙΔ΄ και ΙΕ΄ Κανόνες της Συνόδου της Αντιοχείας, οι οποίοι καθαιρούν όσους κληρικούς περιπλανώνται και προκαλούν διχοστασίες εκτός της κανονικής τάξης.


Οι κυριότεροι Iεροί Κανόνες που αφορούν ειδικά τους πρεσβυτέρους (καθώς και τους διακόνους και λοιπούς κληρικούς) και απαγορεύουν την αυθαίρετη εγκατάλειψη της ενορίας ή της επαρχίας τους, παρατίθενται παρακάτω.

1. Ο 15ος Κανόνας των Αγίων Αποστόλων

Κείμενο:

«Εἴ τις πρεσβύτερος, ἢ διάκονος, ἢ ὅλως τοῦ καταλόγου τῶν κληρικῶν, ἀπολείψας τὴν ἑαυτοῦ παροικίαν, εἰς ἑτέραν ἀπέλθῃ, καὶ παντελῶς μεταστὰς διατρίβῃ ἐν ἄλλῃ ἐκκλησίᾳ χωρὶς τῆς τοῦ ἰδίου ἐπισκόπου γνώμης, μὴ λειτουργεῖν ἔτι κελεύομεν αὐτόν· μάλιστα μὲν εἰ καὶ τοῦ οἰκείου ἐπισκόπου καλοῦντος αὐτὸν ἐπανελθεῖν, οὐχ ὑπήκουσεν, ἐμμένων τῇ ἀτάκτῳ διατριβῇ. Ὡς λαϊκὸς δὲ ἐκεῖ κοινωνείτω μόνον».

Ερμηνεία: Εάν κάποιος πρεσβύτερος ή διάκονος αφήσει την παροικία (ενορία/επαρχία) του και πάει σε άλλη χωρίς την άδεια του επισκόπου του, του απαγορεύεται να ιερουργεί. Αν μάλιστα ο επίσκοπός του τον καλέσει πίσω κι εκείνος αρνηθεί, τότε εκπίπτει πλήρως και περιορίζεται στην ιδιότητα του λαϊκού στη νέα του θέση.

2. Ο 15ος Κανόνας της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου (Νίκαια)

Κείμενο:

«Διὰ τὴν πολλὴν ταραχὴν καὶ τὰς στάσεις τὰς γινομένας, ἔδοξε παντελῶς περιαιρεθῆναι τὴν συνήθειαν τὴν παρὰ τὸν κανόνα εὑρεθεῖσάν τισι, ὥστε ἀπὸ πόλεως εἰς πόλεως μὴ μεταβαίνειν μήτε ἐπίσκοπον, μήτε πρεσβύτερον, μήτε διάκονον. Εἰ δὲ μετὰ ταύτην τὴν ὁρισιωδίαν τῆς ἁγίας καὶ μεγάλῃς συνόδου, ἐπιχειρήσει τίς τι τοιοῦτον, ἢ ἐπιδῷ ἑαυτὸν τῇ τοιαύτῃ πράξει, ἄκυρος μὲν ἔσται παντελῶς ἡ τοιαύτη ἐπίθεσις, ἀποκατασταθήσεται δὲ τῇ ἐκκλησίᾳ, ἐν ᾗ περεχειροτονήθη τῆς παροικίας».

Ερμηνεία: Απαγορεύει ρητά τη «μετανάστευση» κληρικών από πόλη σε πόλη (από επαρχία σε επαρχία) για την αποφυγή συγκρούσεων και αταξίας. Οποιαδήποτε τέτοια αυθαίρετη κίνηση κρίνεται απολύτως άκυρη και ο κληρικός υποχρεούται να επιστρέψει στην αρχική Εκκλησία, όπου χειροτονήθηκε.

3. Ο 57ος (κατ' άλλους 56ος) Κανόνας της Συνόδου της Καρθαγένης

Κείμενο (σε μετάφραση/απόδοση από το Πηδάλιο):

«Ὥστε τοὺς πρεσβυτέρους, καὶ διακόνους, καὶ τοὺς λοιπούς κατωτέρους κληρικούς, μὴ ἀξιοῦν βοηθοὺς αἰτεῖν παρὰ τῶν ἰδίων ἐπισκόπων, οὐδὲ ἀποχωρίζειν ἑαυτοὺς ἀπὸ τῶν ἐκκλησιῶν αὐτῶν...».

(Σημείωση επί του περιεχομένου): Οι κανόνες της τοπικής αυτής Συνόδου (που ενσωματώθηκαν στο επίσημο Κανονικό Δίκαιο από την Πενθέκτη Οικουμενική Σύνοδο) απαγορεύουν στους πρεσβυτέρους να εγκαταλείπουν αυθαιρέτως την εκκλησία στην οποία εντάσσονται, ούτε να επιδιώκουν αλλαγή ή μετάθεση χωρίς τη σύμφωνη γνώμη και κανονική άδεια της εκκλησιαστικής αρχής

 

 

Η Εκκλησία είναι βασίλειο τάξεως: κάθε επίσκοπος και πρεσβύτερος έχει συγκεκριμένα γεωγραφικά και διοικητικά όρια. Η δημιουργία «παράλληλων» δικαιοδοσιών ή ανεξάρτητων ναών εντός της ίδιας μητρόπολης, (που ανήκει στην ίδια Σύνοδο της τοπικής εκκλησίας με τον αποτειχισμένο κληρικό π.χ. Εκκλησία της Ελλάδος) χωρίς κανονική άδεια, οδηγεί μαθηματικά σε αυτό που οι κανόνες καταδικάζουν ως παρασυναγωγή ή σχίσμα.

Πριν τη συνοδική καταδίκη των αιρετικών επισκόπων, οι κανόνες που απαγορεύουν την αυθαιρεσία, την εγκατάλειψη της θέσης ή τη δημιουργία σχισμάτων  ισχύουν αυστηρότερα από ποτέ.  Η μόνη άδεια που δίνει το ΟΡΘΟΔΟΞΟ Κανονικό Δίκαιο είναι η παύση μνημόνευσης (και όχι η αυτόνομη φυγή ή η αλλαγή επαρχίας) και μόνο εάν ο επίσκοπος έχει προβάλει ανοιχτά μια ήδη συνοδικώς καταδικασμένη αίρεση.

Ο ΙΕ΄ Κανόνας επιτρέπει —και επαινεί— τη διακοπή μνημονεύσεως για την προστασία από την αίρεση. Δεν δίδει όμως το δικαίωμα σε κανέναν κληρικό να λειτουργεί ως «αυτοκέφαλος» επίσκοπος ή να ιδρύει δικά του αυτόνομα θρησκευτικά μορφώματα, ναούς και ενορίες κατά το δοκούν. Όταν οι αποτειχισμένοι κληρικοί, αντί να ενταχθούν σε ευρύτερο υγιές ορθόδοξο σώμα ή να ακολουθήσουν την οδό της τοπικής μαρτυρίας εντός των ορίων τους, αρχίζουν να στήνουν «δικές τους» εκκλησίες, κινδυνεύουν να πέσουν στην κακοδοξία της αυτοδικίας και στη δημιουργία σχισματικών δομών.

Η αποτείχιση δύναται να λειτουργήσει αποκλειστικά ως έσχατο θεραπευτικό μέτρο ανάγκης —όπως η χειρουργική τομή για να σωθεί το σώμα από τη γάγγραινα. Αντίθετα, η αυθαίρετη ίδρυση παράλληλων ενοριών εντός ξένων επαρχιών δεν αποτελεί θεραπεία, αλλά βαρύ εκκλησιαστικό νόσημα (παρασυναγωγή ) που υπονομεύει θεμελιωδώς την ενότητα του Σώματος του Χριστού. Όταν ένας απλός πρεσβύτερος διακόπτει τη μνημόνευση του επισκόπου του λόγω αίρεσης δεν κηρύσσει αυθαίρετα την εποχή ως «περίοδο αίρεσης» με βάση τη δική του κρίση. Απλώς, διαπιστώνει ένα αντικειμενικό γεγονός, ότι δηλ. ο επίσκοπός του διδάσκει κάτι που ήδη η Εκκλησία (οι προηγούμενες Οικουμενικές Σύνοδοι) έχει επισήμως καταδικάσει ως αίρεση.

Ο  Άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης και ο Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός αντιμετώπισαν αιρετικές διοικήσεις διακόπτοντας το μνημόσυνο. Ποτέ όμως δεν εγκατέλειψαν αυθαιρέτως τη γεωγραφική τους περιοχή, για να ανοίξουν «εκκλησίες» και να ιδρύσουν αυτόνομα ποίμνια έξω από τη συνοδική δομή. Παρέμειναν αγωνιζόμενοι εντός των ορίων τους ή υπέστησαν το μαρτύριο με σταυρική υπομονή.

Ας αφήσουν στην  άκρη μερικοί αποτειχισμένοι κληρικοί και λαϊκοί  εκκοσμικευμένες πρακτικές, που αποσκοπούν στην ανάδειξη ορισμένων εξ αυτών ως «σύγχρονων ομολογητών του διαδικτύου», καταπατώντας έτσι βασικούς κανόνες της Ορθόδοξης Εκκλησιολογίας.

Η σύγχρονη  εκκλησιαστική ιστορία μας διδάσκει ότι η ομολογία των σύγχρονων κληρικών —και μάλιστα επισκόπων— γινόταν πάντα εντός των εκκλησιολογικών  πλαισίων που ορίζουν οι ιεροί κανόνες, με σεβασμό στους νόμους του κράτους, ασκώντας παράλληλα αυστηρή κριτική σε ό,τι από αυτούς τους νόμους ερχόταν σε αντίθεση με την Ορθόδοξη Πίστη.

Τέλος, υπενθυμίζουμε για μια ακόμα φορά ποιοι είναι οι σκοποί της αποτείχισης.

Σύμφωνα με τη θεολογική έρευνα και τη διαχρονική συμφωνία των Πατέρων (consensus Patrum), η αποτείχιση (διακοπή εκκλησιαστικής κοινωνίας και μνημοσύνου από ακατάκριτο αιρετίζοντα επίσκοπο) δεν αποτελεί μια απλή διοικητική διαμαρτυρία, αλλά εξυπηρετεί πρωτεύοντες σωτηριολογικούς και δευτερεύοντες εκκλησιαστικούς σκοπούς:

1. Ο Πρωτεύων και Άμεσος Σκοπός (Σωτηριολογικός)

Η αποφυγή του πνευματικού συμμολυσμού: Ο κύριος και άμεσος λόγος της αποτείχισης είναι η προστασία της ψυχής του πιστού από τον συμμολυσμό. Διά της εκκλησιαστικής κοινωνίας ή της μνημονεύσεως τίθεται σε ισχύ η «αρχή των συγκοινωνούντων δοχείων», μέσω της οποίας ο ορθόδοξος καθίσταται συνυπεύθυνος και μέτοχος στην ασέβεια, στο σχίσμα και στην κατάκριση του αιρετικού, ακόμη κι αν ο ίδιος διατηρεί ορθόδοξο φρόνημα.

Η αυτοπροστασία από το σχίσμα και η διατήρηση της ενότητας με τον Χριστό: Το σχίσμα στην Εκκλησία το προκαλεί ο επίσκοπος που διδάσκει δημόσια την αίρεση, διασπώντας την ένωση με τον Χριστό. Διακόπτοντας την κοινωνία μαζί του, ο πιστός οχυρώνεται («αποτειχίζεται») και αυτοπροστατεύεται, διασώζοντας την οργανική του ενότητα με την αληθινή Κεφαλή της Εκκλησίας, τον Χριστό.

2. Οι Δευτερεύοντες και Παρεπόμενοι Σκοποί

Συναγερμός και αφύπνιση του ποιμνίου: Η αποτείχιση λειτουργεί ως πνευματική «σήμανση κινδύνου» προς όλο το πλήρωμα της Εκκλησίας. Εμποδίζει την εδραίωση της αιρέσεως και προστατεύει τον λαό από το να συνηθίσει στην κακοδοξία λόγω της αδιαφορίας των ποιμένων.

Έλεγχος και πίεση προς τον αιρετίζοντα ποιμένα: Στοχεύει στην καταγγελία της κακοδοξίας και στην άσκηση θεραπευτικής πίεσης στον εκτραπέντα επίσκοπο, ώστε να συναισθανθεί το σφάλμα του και να οδηγηθεί σε μετάνοια.

Πρόκληση συγκροτήσεως Συνόδου: Αποτελεί μέσο πίεσης προς τα αρμόδια θεσμικά όργανα για την άμεση σύγκληση μιας Ορθόδοξης Συνόδου, η οποία θα δικάσει την αίρεση, θα θεραπεύσει το σχίσμα και είτε θα αποκαταστήσει τον μετανοημένο είτε θα καθαιρέσει τον αμετανόητο αιρεσιάρχη.

Έμπρακτη ομολογία πίστεως και παρρησία: Αποτελεί τη διακοπή της «ενόχου σιωπής» και τη φανέρωση παρρησίας και θάρρους ενώπιον Θεού και ανθρώπων για την υπεράσπιση των πατροπαράδοτων  δογμάτων.

 

14 σχόλια:

  1. Πώς εντάσσεται στα παραπάνω η περίπτωση του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου; Απ' όσο γνωρίζω, ο Άγιος μετέβηκε στην Κωνσταντινούπολη όσο Επίσκοπος εκεί ήταν ο αρειανός, αλλά μη καταδικασμένος ακόμα, Δημόφιλος. Εκεί μετέτρεψε ένα σπίτι σε ναό της Αγίας Αναστασίας, όπου λειτουργούσε και κήρυττε χωρίς, φυσικά, την άδεια του οικείου επισκόπου Δημόφιλου.

    Συμφωνώ, βέβαια, ότι χρειάζεται διάκριση και προσοχή, όμως δεν συμφωνώ με κάποιες γενικόλογες διατυπώσεις του κειμένου, όπως: "Η μετατροπή ενός ιδιωτικού χώρου σε ναό και η τέλεση μυστηρίων εν αγνοία του τοπικού Μητροπολίτη συνιστά κλασική περίπτωση παρασυναγωγής και αυθαίρετης δημιουργίας «ανεξάρτητου θυσιαστηρίου»" και "η αυθαίρετη ίδρυση παράλληλων ενοριών εντός ξένων επαρχιών δεν αποτελεί θεραπεία, αλλά βαρύ εκκλησιαστικό νόσημα (παρασυναγωγή ) που υπονομεύει θεμελιωδώς την ενότητα του Σώματος του Χριστού."

    Αν ίσχυαν αυτά ανεξαρτήτως συνθηκών και αιρέσεως, τότε θα έπρεπε να χαρακτηρίσουμε και περιπτώσεις όπως του Αγίου Γρηγορίου ως παρασυναγωγές.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ο Άγιος Γρηγόριος βρέθηκε αρχικά, τιμητικά και μόνο, επίσκοπος της μικρής κωμόπολης Σασίμων στην Καππαδοκία. Στην πράξη, ωστόσο, δεν λειτούργησε ποτέ αυτόνομα εκεί, καθώς αναγκάστηκε να συνδράμει ουσιαστικά τον ηλικιωμένο πατέρα του στη γειτονική επισκοπή της Ναζιανζού. Μετά τον θάνατο του πατέρα του το 374 μ.Χ., ο Γρηγόριος επέλεξε να αποσυρθεί εντελώς από τα διοικητικά αξιώματα και τα εκκλησιαστικά αξιώματα, στρεφόμενος σε έναν αυστηρά μοναστικό και ασκητικό βίο στη Σελεύκεια της Ισαυρίας. Η απομόνωσή του διακόπηκε το 379 μ.Χ., όταν κλήθηκε να μεταβεί στην Κωνσταντινούπολη. Η μετάβασή του αυτή δεν είχε τον χαρακτήρα μιας απλής επίσκεψης· ο Γρηγόριος ανέλαβε το τιτάνιο έργο να ποιμάνει την ορθόδοξη κοινότητα της πρωτεύουσας της αυτοκρατορίας, η οποία βρισκόταν τότε σε κατάσταση πνευματικής ερήμωσης εξαιτίας των θρησκευτικών συγκρούσεων και της επικράτησης των αιρέσεων. Η ανάληψη αυτής της αποστολής συνοδεύτηκε από σοβαρά κανονικά ζητήματα. Σύμφωνα με την εκκλησιαστική τάξη και τους κανόνες, ένας επίσκοπος δεν επιτρεπόταν να εγκαταλείπει αυθαίρετα την επαρχία του (εν προκειμένω τα Σάσσιμα) για να μετακινηθεί σε άλλη. Ωστόσο, η κρισιμότητα της κατάστασης στην Κωνσταντινούπολη, και ειδικότερα η απειλή της τρομερής αίρεσης του Αρειανισμού, οδήγησαν τη Σύνοδο στην αντιμετώπιση του θέματος μέσω της εκκλησιαστικής «οικονομίας» (δηλαδή μιας κανονικής παρέκκλισης για λόγους υπέρτερης πνευματικής ανάγκης). Η ανώτατη θεσμική επιβεβαίωση της παρουσίας του στον θρόνο ήρθε αργότερα, το 381 μ.Χ., κατά τη διάρκεια της Β' Οικουμενικής Σύνοδος που συνήλθε στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί, αναγνωρίστηκε επίσημα ως Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως. Παρ' όλα αυτά, λίγο αργότερα ο Γρηγόριος οδηγήθηκε σε παραίτηση από το αξίωμα, θέτοντας ως ύψιστη προτεραιότητα την αποκατάσταση της ειρήνης στην Εκκλησία. Επομένως μια περίπτωση ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ δεν την κάνουμε ΚΑΝΟΝΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ.
      Όσον αφορά την διατύπωση του κειμένου «"Η μετατροπή ενός ιδιωτικού χώρου σε ναό και η τέλεση μυστηρίων εν αγνοία του τοπικού Μητροπολίτη συνιστά κλασική περίπτωση παρασυναγωγής και αυθαίρετης δημιουργίας «ανεξάρτητου θυσιαστηρίου»" και "η αυθαίρετη ίδρυση παράλληλων ενοριών εντός ξένων επαρχιών δεν αποτελεί θεραπεία, αλλά βαρύ εκκλησιαστικό νόσημα (παρασυναγωγή ) που υπονομεύει θεμελιωδώς την ενότητα του Σώματος του Χριστού», αυτό ισχύει δυστυχώς αν ο Μητροπολίτης ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΚΑΘΑΙΡΕΘΕΙ ΑΠΟ ΟΡΘΟΔΟΞΟ ΣΥΝΟΔΟ. Και ο χαρακτηρισμός ΠΑΡΑΣΥΝΑΓΩΓΗ ερμηνεύεται με βάση τους κανόνες που ισχύουν ακόμα και σε περίοδο που ΥΠΑΡΧΕΙ ΑΙΡΕΣΗ (ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΚΗΡΥΧΘΕΙ ΕΠΙΣΗΜΑ) ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΕΠΙΣΚΟΠΙΚΟΥΣ ΘΡΟΝΟΥΣ ΚΑΤΕΧΟΥΝ ΑΚΑΤΑΚΡΙΤΟΙ ΑΙΡΕΤΙΚΟΙ και υπάρχει ΠΟΙΜΝΙΟ ΠΟΥ ΑΚΟΛΟΥΘΕΙ ΤΟΝ ΕΠΙΣΚΟΠΟ.

      Διαγραφή
  2. Η Οικονομία ως Έκτακτη Εξαίρεση και Όχι ως Διαρκής Κανόνας
    ------------------------------------------------------------------
    Η εκκλησιαστική οικονομία ορίζεται ως προσωρινή, υπολογισμένη και περιπτωσιακή υποστολή της ακρίβειας των κανόνων («πρόσκαιρος ὑποστολὴ / συγκατάβασις») από τα αρμόδια συνοδικά όργανα για τη θεραπεία μιας εκτάκτου ανάγκης.
    Όταν μια κατ' οικονομία παρέκκλιση επιχειρείται να επιβληθεί ως μόνιμο δίκαιο ή γενικός κανόνας, καταλύεται η εκκλησιαστική πειθαρχία και ακυρώνεται η ίδια η έννοια της κανονικής ακρίβειας.
    Συνεπώς, η έκτακτη μετάβαση και ποιμαντορία του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου στην Κωνσταντινούπολη —η οποία αναγνωρίστηκε συνοδικά λόγω της ολέθριας έξαρσης του Αρειανισμού— αποτελεί πράξη οικονομίας και δεν μπορεί να μετατραπεί σε γενικό κανόνα για αυθαίρετες μετακινήσεις ή εισπηδήσεις σε ξένες επαρχίες

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Εφόσον ο επίσκοπος δεν έχει καθηρηθεί συνοδικά, η αποτείχιση περιορίζεται αυστηρά στη διακοπή της μνημονεύσεως και της κοινωνίας.
    Εάν ο αποτειχισμένος κληρικός υπερβεί το όριο αυτό και αναλάβει ρόλο «Συνόδου» —δηλαδή ανακηρύσσει μόνος του τα μυστήρια του ακαθαιρέτου επισκόπου ως αυτόματα «άκυρα/ανυπόστατα», ή μεταβαίνει αυθαίρετα σε ξένη επαρχία ιδρύοντας παράλληλες ενορίες και «ίδιον θυσιαστήριον-καταχράται τις εξουσίες, τα προνόμια και τη δικαιοδοσία της Εκκλησίας.
    Σε αυτή την περίπτωση, η αυθαίρετη δημιουργία παράλληλων δομών εμπίπτει πράγματι στον χαρακτηρισμό της παρασυναγωγής, διότι μετατρέπει το υγιές τμήμα από ομολογιακό προμαχώνα σε αυτόνομη «ιδιωτική εκκλησία».

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Φυσικά, αποτελεί κατ' οικονομία πράξη, και γι' αυτό συμφωνώ ότι δεν πρέπει να γίνεται αυθαίρετα και αδιάκριτα. Δεν γνωρίζω ακριβώς σε ποιούς αποτειχισμένους ιερείς αναφέρεστε, όμως δεν μπορώ να δεχτώ ότι κινήθηκαν όλοι αυθαίρετα και αδιάκριτα. Η οικονομία σαφώς δεν πρέπει να γίνει κανόνας, αλλά ούτε και πρέπει να την απορρίπτουμε συλλήβδιν.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Αναφέρομαι σε αυτούς που μετακόμισαν απο την επαρχία που ανήκαν (απο τον επίσκοπο της οποίας αποτειχίστηκαν) και εγκαταστάθηκαν σε άλλη περιοχή, λειτουργούν ναό για αποτειχισμένους και παρουσιάζονται στα ΜΜΕ ως σύγχρονοι ομολογητές.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. Ο πολύς π.Θ.Ζήσης, ο οποίος είναι από τους πρώτους που βγήκε στην αποτείχιση, δυστυχώς, δεν έχει δουλέψει προς την κατεύθυνση «πρόκλησης συγκρότησης Συνόδου». Λόγω της ακαδημαϊκής του ιδιότητας και του κύρους που συνήθως αυτή προσδίδει, θα μπορούσε να κάνει τα σχετικά διαβήματα σε ορθόδοξους επισκόπους, προκειμένου να αποκηρύξουν επίσημα τη σύνοδο της Κρήτης, ώστε να υπάρχει μεγαλύτερη ελευθερία κινήσεων.
    Επίσης, θα περίμενε κανείς να γίνει και ο ίδιος επίσκοπος και να μη βαλτώσει στην πρεσβυτεριανή κατάσταση. Πέρασαν 10 ολόκληρα χρόνια και δεν σημειώθηκε καμία πρόοδος στην αποτείχιση. Αντίθετα έχει δίπλα του προβληματικές περιπτώσεις κληρικών, που εμπίπτουν στα παραπάνω εκκλησιαστικά παραπτώματα και οι οποίοι δεν εστιάζουν στην πρόοδο της αποτείχισης, αλλά στην προσωπική τους προβολή και αναγόρευση σε μεγάλους και τρανούς ομολογητές. Είναι απορίας άξιον, το γιατί δεν σχολιάζει την υπάρχουσα αντικανονική κατάσταση! Συμφωνεί;
    Και κάτι ακόμη. Δεν βλέπω να δουλεύει για την ενότητα των αποτειχισμένων. Αλληλολιβανίζονται μεταξύ τους οι Θεσσαλονικείς και ενώ θα έπρεπε να μπει μπροστάρης στον αγώνα καλώντας όλους τους ιερείς να οργανωθούν, παραμένει αδρανής σε ό,τι αφορά τη γενικότερη οργάνωση με προοπτική.
    ΚΡΙΜΑ. Η πρακτική του, πλέον, απέχει πολύ από το ανατρεπτικό – αγωνιστικό: ΑΔΕΙΑΣΤΕ ΤΟΥΣ ΝΑΟΥΣ το οποίο βροντοφώναξε στον άγιο Αντώνιο!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  7. Λέτε π. Δημήτριε : “Εφόσον οι αποτειχισμένοι δεν αποτελούν αναγνωρισμένη νομική θρησκευτική κοινότητα … θα έπρεπε να κινούνται με τους όρους της Εκκλησίας των Κατακομβών” δηλαδή κρυφά και όχι φανερά, διαδικτυακά για να μη διωχτούν από τον Επίσκοπο ή το κράτος ,σωστά ;
    Αν είναι ετσι , τότε που αναφέρετε ο Χριστός στο «Πᾶς οὖν ὅστις ὁμολογήσει ἐν ἐμοὶ ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ὁμολογήσω κἀγὼ ἐν αὐτῷ ἔμπροσθεν τοῦ Πατρός μου» , «Ει εμέ εδίωξαν, και υμάς διώξουσιν·»«Οι θέλοντες ευσεβώς ζην εν Χριστώ Ιησού διωχθήσονται»
    και ποιος αποτειχισμένος ιερέας διώκεται σήμερα; μήπως γιατί δεν είναι ορθά αποτειχισμένος ; μήπως για το λόγο αυτό δεν πέτυχε η αποτείχιση γιατι δεν έχει την Ανωθεν ομολογιακή ευλογία ; μήπως γιατι ετσι το ακατήχητο ποίμνιο θα παραμένει εγκλωβισμένο στα οικουμενιστικά διλήμματα μέσα στην εκκλησία -ναούς των ψευδοεπισκόπων ;
    Λέτε επίσης π. Δημήτριε : «Ακόμη και αν η αρχική αφορμή για την αποτείχιση είναι θεολογικά ορθή … η αυθαίρετη είσοδος κληρικών σε ξένη επαρχία ή δημιουργία ναών (χωρίς εκκλησιαστική και νομική κάλυψη) και η άσκηση ποιμαντικού έργου χωρίς την άδεια του τοπικού κανονικού επισκόπου .. συνιστούν σαφή παράβαση εκκλησιαστικών Κανόνων και η μετατροπή ενός ιδιωτικού χώρου σε ναό και η τέλεση μυστηρίων εν αγνοία του τοπικού Μητροπολίτη συνιστά κλασική περίπτωση παρασυναγωγής και αυθαίρετης δημιουργίας «ανεξάρτητου θυσιαστηρίου»
    Δηλαδή ο αιρετικός επίσκοπος αν και «ψευδοεπίσκοπος» όπως τον ονομάζετε και πολύ σωστά κρατάει την Εξουσία του(Καισαροπαπισμός ) γιατί ο Πέτρος και οι Απόστολοι αρνήθηκαν να υπακούσουν στο τότε Iερατείο που σταύρωσε τον Χριστό με το «Πειθαρχείν δει Θεώ μάλλον ή ανθρώποις» , ενώ οι σημερινοί Ψευδοεπίσκοποι και σταυρωτές του Χριστού εχουν την εξουσία αυτή να δικάζουν και να διώκουν τους αποτειχισμένους και οι ιερείς τους πρέπει να τους κάνουν υπακοή ;Εδώ δεν ισχύει το «Πειθαρχείν δει Θεώ μάλλον ή ανθρώποις» ; Δεν ισχύει το «Το γράμμα αποκτείνει, το δε Πνεύμα ζωοποιεί. Πολλά γαρ των θείων Γραφών εάν κατά το γράμμα νοήσωμεν, εις αθέσμους βλασφημίας περιπεσούμεθα»;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Η επίκληση της «Εκκλησίας των Κατακομβών» δεν σημαίνει ούτε υποχώρηση από την ομολογία, ούτε αποσιώπηση της αλήθειας. Στην πατερική και εκκλησιαστική παράδοση, η μυστικότητα των πρώτων χριστιανών δεν υπήρξε πράξη δειλίας ή άρνησης του Χριστού, αλλά μέτρο προστασίας της ευχαριστιακής κοινότητας από τις ποινικές συνέπειες της παράβασης των τότε και των τωρινών κρατικών νόμων.
      Ο νόμος του ελληνικού Κράτους (απαράδεκτος γιατί καταργεί την ανεξιθρησκεία) σχετικά με την ίδρυση και λειτουργία ευκτηρίων οίκων και θρησκευτικών χώρων δεν αφορά το δόγμα, ούτε απαιτεί την άρνηση του Χριστού. Αποτελεί γενικό διοικητικό, πολεοδομικό και δημόσιο κανονισμό που αποσκοπεί στη δημόσια τάξη, την ασφάλεια και την προστασία της κοινωνίας.
      Εύλογα τίθεται το ερώτημα: Είναι δυνατόν η δημόσια λατρεία των αποτειχισμένων, οι οποίοι αρνούνται να εφαρμόσουν τον εν λόγω νόμο, να θεωρείται «ομολογία», εφόσον ο νόμος δεν ζητά την άρνηση της πίστης αλλά την τήρηση συγκεκριμένων πολεοδομικών και διοικητικών κανόνων;
      Η γνήσια έννοια της ομολογίας ισχύει όταν ο εκάστοτε «Καίσαρας» απαιτεί αλλαγή του φρονήματος και της πίστης.
      • Ο Όσιος Μάξιμος ο Ομολογητής αρνήθηκε να πειθαρχεία στον κρατικό «Τύπο» του Κώνσταντος, ο οποίος απαγόρευε τη συζήτηση για τα δύο θελήματα στο όνομα μιας ψευδούς «ειρήνης», τονίζοντας ότι η επιβαλλόμενη από το κράτος σιωπή ισοδυναμεί με αναίρεση των δογμάτων.
      • Ο Όσιος Θεόδωρος ο Στουδίτης αντιτάχθηκε στη Μοιχοσύνοδο (809), όταν η πολιτική και εκκλησιαστική εξουσία επιχείρησαν να θεσμοθετήσουν την εξαίρεση των βασιλέων από τους θείους νόμους.
      «Πᾶς οὖν ὅστις ὁμολογήσει ἐν ἐμοὶ...» (Μτθ. ι΄ 32): Ο Χριστός καλεί σε ανοιχτή ομολογία. Ωστόσο, άλλο η ομολογία πίστεως και άλλο η αντιδικία για καθαρά νομικά και πολεοδομικά ζητήματα.
      «Ει εμέ εδίωξαν, και υμάς διώξουσιν...» (Ιω. ιε΄ 20) και «Οι θέλοντες ευσεβώς ζην... διωχθήσονται» (Β΄ Τιμ. γ΄ 12). Ο διωγμός για χάρη του Ευαγγελίου αποτελεί τιμή. Το καίριο ερώτημα είναι αν ο διωγμός που ενδεχομένως βιώνει κάποιος προέρχεται «ἕνεκεν δικαιοσύνης» και ομολογίας Χριστού, ή αν αποτελεί συνέπεια μιας αυτοεπιλεγμένης σύγκρουσης με την Πολιτεία για καθαρά νομικά θέματα.
      Επιπλέον, επειδή ο νόμος περί λειτουργίας ναών προϋποθέτει την άδεια των τοπικών (έστω και εγκαλούντων) επισκόπων—διαδικασία ανέφικτη για τους αποτειχισμένους—η επίκληση των κατακομβών συχνά συγκαλύπτει μια ΝΟΜΙΚΗ ΠΑΡΕΚΚΛΙΣΗ. Ο κρατικός νόμος προβλέπει σαφείς διοικητικές και ποινικές κυρώσεις, καθώς και τη σφράγιση χώρων που λειτουργούν αυθαίρετα. Ένας αποτειχισμένος ιερέας που λειτουργεί δημόσια αλλά παράνομα, τιμωρείται από την Πολιτεία, ενώ κανονικά η αυθαίρετη αυτή δράση εγκυμονεί τον κίνδυνο καθαίρεσης.
      Το βιβλικό ρητό των Αποστόλων «πειθαρχείν δει Θεώ μάλλον ή ανθρώποις» (Πράξ. ε΄ 29) αναφέρεται αποκλειστικά στην άρνηση υπακοής σε εντολές που καταργούν ανοιχτά τον θείο νόμο (όπως η απαγόρευση του κηρύγματος). Ωστόσο, ούτε οι Απόστολοι ούτε οι Άγιοι Πατέρες ίδρυσαν ποτέ παράλληλες, αποκομμένες δομές εκτός της κανονικής τάξης, ούτε αυτοανακηρύχθηκαν αυτόνομα κέντρα εξουσίας.
      Ο αποτειχισμένος κληρικός δεν αποτελεί Σύνοδο. Ο 15ος Κανόνας της Πρωτοδευτέρας Συνόδου παρέχει το δικαίωμα και το χρέος της διακοπής του μνημοσύνου, αλλά δεν δίνει στον απλό κληρικό την εξουσία να καθαιρεί, να αφορίζει ή να κηρύσσει τα μυστήρια του επισκόπου του ως αυτόματα ανυπόστατα. Η αυθαίρετη μετακίνηση κληρικών σε ξένες επαρχίες, η ίδρυση παράλληλων ναών και δικαιοδοσιών, καθώς και η άσκηση ποιμαντικού έργου χωρίς κανονική άδεια, συνιστούν βαριά κανονική παράβαση. Τέτοιες πρακτικές μετατρέπουν μια ορθόδοξη ένσταση σε αναρχία, προτεσταντικού τύπου αυτονομία και παρασυναγωγή.
      Συμπέρασμα
      Ένας επίσκοπος είναι δυνατόν να έχει διολισθήσει σε πλάνη, αλλά η Εκκλησία, ως θεανθρώπινος οργανισμός, λειτουργεί με κανόνες συνοδικότητας. Η λύση στην ορθόδοξη παράδοση δεν είναι η αυθαίρετη δημιουργία «ιδιωτικών εκκλησιών» και ανεξάρτητων θυσιαστηρίων από κάτω προς τα πάνω, αλλά η συνοδική κρίση και η ομολογιακή μαρτυρία εντός του ευρύτερου εκκλησιαστικού σώματος.

      Διαγραφή
  8. Δημήτριος Χατζηνικολάου21 Σεπτεμβρίου 2026 στις 9:40 μ.μ.

    Κατά τήν γνώμην μου, ἡ ὁποία βασίζεται εἰς τήν διδασκαλίαν καί πρᾶξιν τῆς Ἐκκλησίας, οἱ ἱεροί κανόνες πού ἀπαγορεύουν τήν εἰσπήδησιν Ἐπισκόπων εἰς ξένας δικαιοδοσίας (14ος Ἀποστολικός, 15ος τῆς Α' Οἰκ. Συνόδου κ.ἄ.), καθώς καί τήν συνύπαρξιν δύο Ἐπισκόπων εἰς τήν αὐτήν Ἐπισκοπήν (8ος τῆς Α' Οἰκ. Συνόδου, 16ος τῆς ΑΒʹ κ.ἄ.), πρέπει νά τηρῶνται ἀπαρασαλεύτως ὅταν ὑπάρχῃ εἰρήνη εἰς τήν Ἐκκλησίαν καί τούς θρόνους κατέχουν Ὀρθόδοξοι Ἑπίσκοποι. Ὅταν, ὅμως, ἐν καιρῷ αἱρέσεως ἤ διωγμοῦ τῆς Ἐκκλησίας, ὁλόκληρος ἡ διοικοῦσα ἱεραρχία εἶναι αἱρετική ἤ σχισματική, δηλαδή «ἀγέλη λύκων» μή φειδομένων τοῦ ποιμνίου (Πρ. 20:29-30), τότε οἱ «παραβιάσεις» τῶν ἐν λόγῳ Κανόνων πού στοχεύουν εἰς τήν ὠφέλειαν τῆς Ἐκκλησίας, ἐν προκειμένῳ εἰς τήν ἀντικατάστασιν τῆς αἱρετικῆς «ἱεραρχίας» ὑπό Ὀρθοδόξου τοιαύτης, πρέπει νά ἐπαινῶνται καί ὄχι νά κατακρίνωνται, ἐφόσον «ἐξ ἀνάγκης καὶ νὸμου μετάθεσις γίνεται» (Ἑβρ. 7:12)! Ὁ ἰσχυρισμός ὅτι οἱ μή κεκριμένοι σχισματικοί/αἱρετικοί «ἐπίσκοποι» πού κατέχουν τούς ἱστορικούς θρόνους εἶναι «κανονικοί» ἀποτελεῖ ἐκκλησιολογικήν αἵρεσιν! Διότι, πρῶτον, οἱ Οἰκ. Σύνοδοι καί οἱ ἱ. κανόνες πού αὐτές συνέταξαν τούς θεωροῦν «ψευδεπισκόπους», ἤτοι «ἱερεῖς μέν λεγόμενοι μή ὄντες δέ» (Ζʹ Οἰκ. Σύνοδος, Πρᾶξις Ζ', Πρακτικά τῶν Ἁγίων καί Οἰκουμενικῶν Συνόδων, Ἔκδ. Καλύβης Τιμίου Προδρόμου Ἱερᾶς Σκήτης Ἁγίας Ἄννης, Ἅγιον Ὄρος, τ. Γʹ, σ. 873, καί ΙΕ' Κανών τῆς ΑΒʹ Συνόδου). Δεύτερον, κατά τόν Δοσίθεον Ἱεροσολύμων (Δωδεκάβιβλος, βιβλίον Ζ', Κεφ. Η', τ. 4, σ. 116), ἕνας αἱρετικός «πατριάρχης» «δέν εἶναι οὔτε Πατριάρχης, οὔτε Ἐπίσκοπος οὔτε κἄν μέρος τῆς Ἐκκλησίας», ὅπερ συνάδει μέ τήν ἐκκλησιολογίαν τοῦ Ἁγ. Γρηγορίου Παλαμᾶ: «Οἱ τῆς τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας, τῆς ἀληθείας εἰσί καὶ οἱ μὴ τῆς ἀληθείας ὄντες, οὐδὲ τῆς τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας εἰσὶ» («Ἀναίρεσις Γράμματος Ἰγνατίου Ἀντιοχείας», Ε.Π.Ε. 3). Τρίτον, ὁ αἱρετικός «ἐπίσκοπος» δέν ἔχει κἄν ἀποστολικήν διαδοχήν (Δογματική Χ. Ἀνδρούτσου, σ. 281-282)! Γιά τοῦ λόγου τό ἀληθές, βλ. «μύρια» παραδείγματα ἀπό τήν ἐκκλησιαστικήν Ἱστορίαν στό ἄρθρον μου μέ τίτλον ''«Ἀντιοικουμενισταί» εἰς τήν ὑπηρεσίαν τοῦ Οἰκουμενισμοῦ! (Βελτιωμένη ἔκδοσις, Ἰούνιος 2026), https://orthodox-voice.blogspot.com/2026/06/2026.html#more .'' Οἱ ἱ. κανόνες ἔχουν θεσπισθῆ διά τήν εὐταξίαν τῆς Ἐκκλησίας καί διά τήν προστασίαν Της ἀπό ταραχοποιούς, σχισματικούς καί αἱρετικούς, καί ὄχι διά τήν προστασίαν τῶν αἱρετικῶν/σχισματικῶν ψευδεπισκόπων ἀπό τούς Ὀρθοδόξους, ὅπως τούς θέλει ἡ παροῦσα ἀνάρτησις! Ἀλλοίμονον νά θυσιάζεται ἡ Ὀρθοδοξία χάριν τῆς ἐν Διαβόλῳ ἑνότητος καί χάριν τῆς ἐπικρατήσεως τῆς αἱρέσεως καί τῆς ἀπωλείας ψυχῶν! Αὐτά τά ἔγραψεν ὁ αἱρετικός π. Ἐπιφάνιος Θεοδωρόπουλος καί τά ἀναπαράγουν οἱ σύγχρονοι ὁμόφρονές του (π. Θ. Ζήσης, π. Ε. Τρικαμηνᾶς, π. Εὐγένιος, π. Σάββας Λαυριώτης κ.ἄ.), προκειμένου νά πολεμήσουν τίς χειροτονίες τοῦ π.ἑ τό 1935. Ὁποία διαστροφή τῆς Ἀληθείας! Κρῖμα!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Η άποψη αυτή εκφράζει μια ορισμένη ζηλωτική προσέγγιση, η οποία όμως, όπως τεκμηριώνεται αναλυτικά στη μελέτη της πατερικής παράδοσης (consensus Patrum) και των Πρακτικών των Οικουμενικών Συνόδων, συγχέει την «κανονική αποτείχιση» με την εκκλησιολογική αναρχία και τη φραγκική θεωρία της «αυτομάτου καθαιρέσεως»:
      Ισχυρίζεσθε ότι οι ακατάκριτοι/ακαθαίρετοι αιρετικοί επίσκοποι δεν έχουν ιερωσύνη ή αποστολική διαδοχή, και ότι η παραδοχή της κανονικότητάς τους αποτελεί «εκκλησιολογική αίρεση». Όλες οι Οικουμενικές Σύνοδοι (Γ', Δ', Ε', ΣΤ', Ζ', Θ') διδάσκουν ότι οι ακατάκριτοι αιρετικοί διατηρούν ενυπόστατο ιερωσύνης και τελούν έγκυρα/υποστατά μυστήρια μέχρι τη στιγμή της συνοδικής τους καθαιρέσεως.
      Η συνοδική καθαίρεση δεν συνιστά απλή «γνωστοποίηση» μιας ήδη χαμένης ιερωσύνης, αλλά ζώσα εκκλησιαστική πράξη αφαιρέσεως της Χάριτος της ιερωσύνης («τῆς κατὰ τὴν ἱερωσύνην χάριτος ἀφαιρεθείς»).
      Συγκρίνετε τον ΙΕ κανόνα της ΑΒ Συνόδου, που αναφέρετε σε ΑΚΑΤΑΚΡΙΤΟΥΣ ΑΙΡΕΤΙΚΟΥΣ με τα πρακτικά τη; Ζ Οικουμενικής η οποία καθαίρεσε αιρετικούς δηλ.τους έκρινε.Αυτό αποτελεί ΣΟΒΑΡΟΤΑΤΟ ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΚΟ ΑΛΜΑ.Εξ άλλου ο πρώην Φλωρίνης Χρυσόστομος Καβουρίδης χρησιμοποίησε τις έννοιες ΕΝ ΔΥΝΑΜΕΙ και ΕΝ ΕΝΡΓΕΙΑ. Οι ΨΕΥΔΟΕΠΙΣΚΟΠΟΙ είναι ΕΝ ΔΥΝΑΜΕΙ ΑΙΡΕΤΙΚΟΙ και γίνονται ΕΝ ΕΝΕΡΓΕΙΑ μετά τη καταδικαστική απόφαση ΠΑΝΟΡΘΟΔΟΞΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ.Μέχρι την καθαίρεσή τους διατηρούν τα δικαιώμτα του ΕΠΙΣΚΟΠΙΚΟΥ ΘΡΟΝΟΥ Που ΔΕΝ ΤΟΥΣ ΑΦΑΙΡΕΙ Ο ΙΕ ΚΑΝΟΝΑΣ. Δεν τους ονομάζει ΨΕΥΔΟΙΕΡΕΙΣ αλλά μ΄νο ΨΕΥΔΟΕΠΙΣΚΟΠΟΥΣ ΚΑΙ ΨΕΥΤΟΔΙΔΑΣΚΑΛΟΥΣ.
      Η θεωρία περί «αυτομάτου απωλείας της Χάριτος» αποτελεί δόγμα της παπικής/φραγκικής εκκλησιολογίας (διαμορφωμένο τον 13ο αιώνα) και έχει απορριφθεί ρητά από την Ορθόδοξη παράδοση και τον Άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη.
      Στον 15ο Κανόνα της ΑΒ' Συνόδου, ο όρος «ψευδεπίσκοπος» δεν σημαίνει ότι ο επίσκοπος έχασε αυτόματα την ιερωσύνη του προ καθαιρέσεως, αλλά εκφράζει τον ηθικό και δογματικό του εκπεσμό.
      Υποστηρίζετε ότι σε καιρό αίρεσης οι κανόνες περί δικαιοδοσίας (14ος Αποστολικός, 8ος Α' Οικ., 16ος ΑΒ') μπορούν να «παραβιάζονται» αυθαίρετα για την αντικατάσταση της αιρετικής ιεραρχίας.
      Ο 15ος Κανόνας θεσπίζει την αποτείχιση ως διακοπή μνημοσύνου και εκκλησιαστικής κοινωνίας από τον οικείο επίσκοπο προς προστασία από τον πνευματικό συμμολυσμό.
      Η αποτείχιση δεν παρέχει το δικαίωμα σε μεμονωμένους κληρικούς ή ομάδες να αναγάγουν τον εαυτό τους σε Σύνοδο, να καθαιρούν επισκόπους, να καταργούν τα κανονικά όρια των επαρχιών ή να ιδρύουν παράλληλες δικαιοδοσίες.
      Η εισπήδηση σε ξένη επαρχία, η ίδρυση παράλληλων θυσιαστηρίων και η άσκηση ποιμαντικού έργου χωρίς συνοδική εξουσιοδότηση συνιστούν «θρασύτητα, κανονικὴ παράβαση και παράνομη αντιποίηση των δικαιωμάτων της Οικουμενικής Συνόδου», μετατρέποντας την ορθόδοξη ένσταση σε αναρχία και παρασυναγωγή.
      Η επίσημη διάγνωση, η δίκη, η καθαίρεση και η αντικατάσταση επισκόπων ανήκει αποκλειστικά και μόνο σε αρμόδια ζώσα Σύνοδο (consensus consiliorum).
      Ο μολυσμός δεν συνίσταται στην «αυτόματη ακύρωση» των μυστηρίων, αλλά στη συμμετοχή στην ασέβεια, στο σχίσμα και στην κατάκριση του αιρετίζοντος επισκόπου διά της διαμνημονεύσεως ή της εκκλησιαστικής κοινωνίας («ἀρχὴ τῶν συγκοινωνούντων δοχείων»).
      Όπως διδάσκει ο Όσιος Θεόδωρος ο Στουδίτης, ο αποτειχισμένος ιερέας οφείλει να τηρεί αυστηρά τα όριά του (όχι μνημόνευση, όχι συλλειτουργία, όχι κοινωνία σε αμετανόητους). Η υπέρβαση των ορίων αυτών προς αυθαίρετες «χειροτονίες» ή παράλληλες δικαιοδοσίες συνιστά εκτροπή «ἐν παρανομίᾳ καὶ ψεύδει τὸ καθόλου».

      Διαγραφή
    2. ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟ.Ο σκοπός των Ιερών Κανόνων είναι πράγματι σωτηριολογικός. Διασφαλίζουν την ακεραιότητα του μυστηρίου της Εκκλησίας και προστατεύουν το ποίμνιο από την κακοδοξία και τον πνευματικό συμμολυσμό.
      Οι Κανόνες δεν θεσπίστηκαν για να παρέχουν «ασυλία» στους ακατάκριτους αιρετικούς επισκόπους, αλλά για να διαφυλάξουν την εκκλησιαστική τάξη και να εμποδίσουν μεμονωμένα πρόσωπα ή ομάδες να σφετερίζονται τη συνοδική εξουσία. Η αυθαίρετη κατάργηση των κανονικών ορίων και η υποκατάσταση των Συνόδων από αυτόκλητους «δικαστές» συνιστά κανονική παράβαση και αντιποίηση των δικαιωμάτων της Οικουμενικής Συνόδου.
      Σύμφωνα με τα Πρακτικά της Ζ' Οικουμενικής Συνόδου (787 μ.Χ.) και τη διδασκαλία των Πατέρων, το ζήτημα της αποδοχής των χειροτονιών που προέρχονταν από αιρετικούς (συγκεκριμένα από τους Εικονομάχους) εξετάστηκε διεξοδικά κατά την Πρώτη Πράξη της Συνόδου.
      Η Σύνοδος καθόρισε τα εξής θεμελιώδη σημεία:
      1. Αποδοχή των Χειροτονιών χωρίς Αναχειροτονία. Η Ζ' Οικουμενική Σύνοδος όρισε ότι οι χειροτονίες που τελέστηκαν από αιρετικούς επισκόπους —οι οποίοι δεν είχαν ακόμη καθηρηθεί συνοδικά— δεν αποδοκιμάζονται και δεν ακυρώνονται. Οι Εικονομάχοι επίσκοποι (όπως ο Βασίλειος Αγκύρας, ο Θεόδωρος Μύρων, ο Θεοδόσιος Αμορίου, ακόμη και ο έξαρχος της εικονομαχικής συνόδου της Ιέρειας Γρηγόριος Νεοκαισαρείας), μόλις προσήλθαν με ειλικρινή μετάνοια και ανέγνωσαν λίβελλο αποκήρυξης της αίρεσης, έγιναν δεκτοί και αποκαταστάθηκαν στους θρόνους και στο ιερατικό τους αcontext/λειτούργημα («εἰς τοὺς βαθμοὺς καὶ τὰς καθέδρας αὐτῶν» / «εἰς ἱερωσύνην»).

      Διαγραφή
    3. ΤΕΤΑΡΤΟ ΜΕΡΟΣ
      Οι Ιεροί Κανόνες δεν θεσπίστηκαν για να παρέχουν «ασυλία» στους αιρετικούς, αλλά για να διαφυλάξουν την εκκλησιαστική ευσχημοσύνη και να αποτρέψουν την αναρχία. Η θυσία της κανονικής ακρίβειας χάριν αυτόνομων πρωτοβουλιών δεν σώζει την Ορθοδοξία, αλλά την υπονομεύει, αντικαθιστώντας το consensus Patrum με την ατομική αυθαιρεσία. Η άποψή σας υποστηρίζει ότι οι Ιεροί Κανόνες δεν πρέπει να προστατεύουν τους «ψευδεπισκόπους» και ότι οι ακατάκριτοι αιρετικοί στερούνται αυτόματα την ιερωσύνη τους. Ωστόσο, η ταύτιση του πνευματικού μολυσμού με την αυτόματη ακυρότητα των μυστηρίων και την αυτοδίκαιη απώλεια της ιερωσύνης άνευ συνοδικής κρίσεως συμπίπτει με τη φραγκική/παπική θεωρία.
      Όπως αποδεικνύεται από τα Πρακτικά των Αγίων Οικουμενικών Συνόδων, ο όρος «ψευδεπίσκοπος» στον 15ο Κανόνα της ΑΒ' Συνόδου εκφράζει τον ηθικό και δογματικό εκπεσμό του επισκόπου, και δεν συνεπάγεται την αυτόματη αφαίρεση της ιερωσύνης.
      Η Γ' Οικουμενική Σύνοδος διακήρυξε ότι «ἐπαύσαμεν» (παύσαμε) τον Νεστόριο από την ιερωσύνη κατά την ημέρα της δίκης του, γεγονός που αποδεικνύει ότι η ιερωσύνη αφαιρείται αποκλειστικά διά της συνοδικής καθαιρέσεως.
      Ο πνευματικός μολυσμός από την εκκλησιαστική κοινωνία με ακατάκριτο αιρετικό σημαίνει συμμετοχή στην ασέβεια, στο σχίσμα και στην κατάκριση του αιρετίζοντος, ενώ τα μυστήριά του παραμένουν εγκύρως ενυπόστατα μέχρι την καθαίρεση.
      Η αμφισβήτηση των κανονικών ορίων χάριν των χειροτονιών του 1935 στηρίζεται στην εσφαλμένη παραδοχή ότι «οι θρόνοι ήταν κενοί» και οι επίσκοποι «αυτόματα καθαιρεμένοι». Ο 15ος Κανόνας της ΑΒ' Συνόδου επαινεί τη διακοπή του μνημοσύνου και της κοινωνίας (αποτείχιση) προς προστασία από τον πνευματικό συμμολυσμό. Δεν παρέχει όμως το δικαίωμα σε μεμονωμένους κληρικούς να αναγάγουν τον εαυτό τους σε Σύνοδο, να προβαίνουν σε αυτόνομες χειροτονίες ή να ιδρύουν παράλληλες δικαιοδοσίες. Όταν μια ομάδα υποκαθιστά τη Σύνοδο και αυτοπροβάλλεται ως "η μόνη Εκκλησία", ιδιοποιείται τα κυριαρχικά δικαιώματα της Οικουμενικής Συνόδου, διολισθαίνοντας σε προτεσταντικού τύπου αυτονομία, παρασυναγωγή και σχίσμα
      Ο χαρακτηρισμός του αειμνήστου π. Επιφανίου Θεοδωρόπουλου ως «αιρετικού» —καθώς και η στοχοποίηση των σύγχρονων πατερικών θεολόγων αποτελεί αθεμελίωτη συκοφαντία. Παρά τις επιμέρους ερμηνευτικές διαφοροποιήσεις τους ως προς την υποχρεωτικότητα της αποτείχισης, οι θεολόγοι αυτοί υπερασπίζονται τη διαχρονική διδασκαλία της Εκκλησίας: ότι η αποτείχιση είναι ομολογιακός προμαχώνας, ενώ η θεωρία περί «αυτομάτου καθαιρέσεως» καταλύει τη συνοδική υπόσταση της Ορθοδοξίας.

      Διαγραφή
  9. ΤΡΙΤΟ ΜΕΡΟΣ.3. Η Εκκλησιολογική Σημασία: Το «Ενυπόστατο της Ιερωσύνης»
    Η Ζ' Οικουμενική Σύνοδος επιβεβαίωσε ότι ο ακατάκριτος/ακαθαίρετος επίσκοπος, όσο δεν έχει δικαστεί και καθηρηθεί από αρμόδια Σύνοδο, διατηρεί το ενυπόστατο της ιερωσύνης του.
    Η φράση «δέχεσθαι» στα Πρακτικά της Συνόδου δεν αφορά την επανάληψη ή «νομιμοποίηση» της χειροτονίας, αλλά την άδεια να συνεχίσουν να ιερουργούν («εἰς ἱερωσύνην») οι μετανοημένοι κληρικοί.
    4. Προϋποθέσεις και Εξαιρέσεις
    Όπως εξήγησε ο Άγιος Ταράσιος (ερμηνεύοντας τον Μέγα Βασίλειο), αν κάποιος Ορθόδοξος επιλέξει εν γνώσει του και χωρίς βία/ανάγκη να χειροτονηθεί από αιρετικούς ενώ υπάρχουν διαθέσιμοι Ορθόδοξοι επίσκοποι, τότε η ενέργειά του είναι αντικανονική και υποπίπτει σε καθαίρεση.
    Όσοι ηγέτες της αιρέσεως παρέμειναν αμετανόητοι ή καταδικάστηκαν ονομαστικά, καθαιρέθηκαν και αναθεματίστηκαν, χάνοντας συνοδικά τη χάρη της ιερωσύνης
    Όλες οι Οικουμενικές Σύνοδοι (Γ', Δ', Ε', ΣΤ', Ζ', Θ') δέχθηκαν ότι οι πρωταίτιοι των αιρέσεων κατείχαν πραγματική ιερωσύνη μέχρι τη στιγμή που η Σύνοδος εξέδωσε την καθαιρετική απόφαση:
    Ο Νεστόριος είχε την ιερωσύνη και το αξίωμα του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως μέχρι τις 22 Ιουνίου 431, όταν η Γ' Οικουμενική Σύνοδος αποφάσισε: «ἐπαύσαμεν αὐτὸν τῆς ἱερωσύνης».
    Ο Διόσκορος Αλεξανδρειών κατείχε την ιερωσύνη μέχρι τις 13 Οκτωβρίου 451, όταν η Δ' Οικουμενική Σύνοδος του αφαιρέσε τη Χάρη της αρχιερωσύνης.
    Οι Μονοθελήτες Πατριάρχες και οι Εικονομάχοι Επίσκοποι θεωρούνταν από τις Συνόδους ως έχοντες ἐνυπόστατο ιερωσύνη και χειροτονίες μέχρι τη συνοδική τους καθαίρεση ή τη μετανοητική αποκατάστασή τους.
    Μετά την καθαίρεση, οι πρώην επίσκοποι απογυμνώνονται πλήρως από την ιερατική τάξη, αποκαλούνται από τις Συνόδους με το ψιλόν τους όνομα ως λαϊκοί και τυχόν μετέπειτα ιερουργίες τους λογίζονται ως μη γενόμενες.
    Όπως ερμηνεύει ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, οι Ιεροί Κανόνες δεν ενεργούν από μόνοι τους αυτομάτως, αλλά απαιτούν την κρίση και την πράξη της ζώσης Επισκοπικής Συνόδου. Το γεγονός ότι ο ακατάκριτος αιρετικός διατηρεί την ιερωσύνη του δεν σημαίνει ότι η κοινωνία μαζί του είναι ακίνδυνη. Η εκκλησιαστική κοινωνία με ακαθαίρετο αιρετικό επιφέρει πνευματικό συμμολυσμό, δηλαδή συμμετοχή στην ασέβεια και στην κατάκρισή του («ἀρχὴ τῶν συγκοινωνούντων δοχείων»), γι' αυτό και ο 15ος Κανόνας της ΑΒ' Συνόδου επιβάλλει τη διακοπή του μνημοσύνου προς αυτοπροστασία των πιστών.
    Το γεγονός ότι ο ακατάκριτος αιρετικός διατηρεί το «ενυπόστατο της ιερωσύνης» δεν σημαίνει ότι τα μυστήριά του αγιάζουν τους πιστούς. Όταν τελούνται μέσα στην αίρεση, λειτουργούν «προς κρίμα και κατάκριμα» για όσους κοινωνούν μαζί του «εν γνώσει».
    Η εκκλησιαστική κοινωνία με ακατάκριτο αιρετικό επιφέρει πνευματικό συμμολυσμό (συμμετοχή στην ασέβεια και στην κατάκρισή του). Για τον λόγο αυτό, ο 15ος Κανόνας της ΑΒ' Συνόδου επιβάλλει τη διακοπή του μνημοσύνου (αποτείχιση) προ συνοδικής διαγνώσεως, ώστε οι πιστοί να προστατευθούν από τον συμμολυσμό, χωρίς παράλληλα να θεωρούν αυθαίρετα τα μυστήρια ως «ανυπόστατα» προ της συνοδικής καθαιρέσεως.

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Δημοφιλείς αναρτήσεις

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου