Ομάδα Βουλγάρων κληρικών και λαϊκών απέστειλαν στο
Πατριάρχη Βαρθολομαίο «Ανοικτή επιστολή οδύνης» με αφορμή την επίσκεψή του τον
Οκτώβριο στην Μονή Αγίου Ιωάννη της Ρίλας. Ολόκληρο το κείμενο δημοσιεύεται στο
link.
https://orthodoxostypos.gr/%E1%BC%80%CE%BD%CE%BF%CE%B9%CE%BA%CF%84%E1%BD%B4-%E1%BC%90%CF%80%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%BF%CE%BB%E1%BD%B4-%E1%BD%80%CE%B4%CF%8D%CE%BD%CE%B7%CF%82-%CE%B2%CE%BF%CF%8D%CE%BB%CE%B3%CE%B1%CF%81%CF%89%CE%BD/
Βασικά
σημεία του περιεχομένου της επιστολής.
Οι συντάκτες της
επιστολής διατυπώνουν τρεις βασικές
κατηγορίες:
- Κατηγορούν
τον Πατριάρχη για συστηματική κήρυξη της καταδικασμένης «θεωρίας των
κλάδων», μνημονεύοντας ρητώς πρόσφατες ομιλίες του στο Βίλνιους (8 Ιουνίου
2026) και τη Βουδαπέστη (4 Σεπτεμβρίου 2026) περί «αγωνίας του διηρημένου
Χριστιανισμού». Του καταλογίζουν ότι διαστρέφει το ορθόδοξο βίωμα
απορρίπτοντας τον δογματικό ζήλο ως «στεῖραν ὁμολογιακὴν περιχαράκωσιν»,
ενώ παράλληλα εισάγει έναν «νομικὸν οἰκουμενισμόν»
που αναγνωρίζει το πρωτείο του Βατικανού χωρίς προηγούμενη δογματική
μετάνοια της Ρώμης.
- Στηλιτεύουν
δημόσια τοποθέτησή του στην Κωνσταντινούπολη (29 Ιουλίου 2025),
διατείνοντες ότι εξίσωσε τη Θεία Αποκάλυψη με αλλότριες θρησκευτικές
παραδόσεις μέσω της αναφοράς ότι το Ἱερόν εκφράζεται εξίσου δια του «Θεοῦ, τοῦ Ἀλλάχ, τοῦ Μπράχμαν ἢ τῆς Φωτεινῆς Κενότητος»,
ενέργεια την οποία χαρακτηρίζουν ως «βαρεῖα βλασφημία κατὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος».
- Αποδίδουν
στον Οικουμενικό Θρόνο «ἀντικανονικὴν εἰσβολὴν εἰς ἀλλοτρίαν
δικαιοδοσίαν» κατά το έτος 2019, υποστηρίζοντας
ότι η χορήγηση της Αυτοκεφαλίας αποτέλεσε το υπόβαθρο για βίαιους
διωγμούς, φυλακίσεις ιεραρχών και αρπαγές ναών σε βάρος της υπό τον
Μητροπολίτη Ονούφριο κανονικής Ουκρανικής Ορθόδοξης Εκκλησίας.
4. Οι συντάκτες θεμελιώνουν την άρνησή τους για ευχαριστιακή κοινωνία στην πατερική ρήση που επιστρατεύει ο Μητροπολίτης Φιλάρετος: «Ἀγάπη ἡ ὁποία δὲν εἶναι ἡνωμένη μὲ τὴν Ἀλήθειαν δὲν εἶναι ἀγάπη Χριστοῦ. Τὸ νὰ ἀποσιωπᾶται ἡ Ἀλήθεια χάριν μιᾶς ψευδοῦς εἰρήνης σημαίνει προδοσίαν τοῦ ἰδίου τοῦ Θεοῦ». Οι συντάκτες του κειμένου ζητούν με αγωνία από τον Πατριάρχη να μην κάνει τη γιορτή αφορμή για διχασμό (σχίσμα) στην Εκκλησία και να προστατεύσει το ποίμνιό του από κακοτεχνίες και εντάσεις.
Η επιστολή τονίζει σωστά ότι η Θεία Λειτουργία απαιτεί
απόλυτη ομονοία και αγάπη μεταξύ των πιστών. Ωστόσο, χρησιμοποιούν οι συντάκτες
αυτή τη θέση για να δικαιολογήσουν την άρνησή τους να συμπροσευχηθούν ,
στηριζόμενη σε απόφαση της Βουλγαρικής Εκκλησίας του 2016 (η οποία είχε
απορρίψει τη Σύνοδο της Κρήτης και είχε δηλώσει ότι εκτός της Ορθόδοξης
Εκκλησίας δεν υπάρχουν άλλες «εκκλησίες»).
Με βάση αυτή τη γραμμή, οι συντάκτες υποστηρίζουν ότι
υπάρχει αγεφύρωτη διαφωνία ανάμεσα στις φιλικές σχέσεις του Οικουμενικού
Πατριάρχη με άλλες ομολογίες (οικουμενισμός) και στη γραμμή της Βουλγαρικής
Εκκλησίας. Γι' αυτόν τον λόγο, θεωρούν ότι η παρουσία του Πατριάρχη στη Ρίλα
προσβάλλει τη συνείδηση των Βουλγάρων πιστών.
ΣΧΟΛΙΑ
Η αντικειμενική
επιστημονική προσέγγιση της «Επιστολής Οδύνης» επιβάλλει μια σταθμισμένη
ανάγνωση, η οποία συνεκτιμά την έκδηλη ποιμαντική αγωνία του λαϊκού και
μοναστικού πληρώματος έναντι των ατοπημάτων κανονικής τάξεως.Η επιστολή
αντικατοπτρίζει την υπαρκτή ποιμαντική αγωνία του πληρώματος απέναντι σε θεολογικές διατυπώσεις που προκαλούν
σύγχυση στην ορθόδοξη πίστη.
- Οι
συντάκτες θεμελιώνουν την θέση τους στην επίσημη στάση της Εκκλησίας της
Βουλγαρίας. Ειδικότερη Παρατήρηση: Η Εκκλησία της Βουλγαρίας δεν
συμμετείχε στην Αγία και Μεγάλη Σύνοδο της Κρήτης (2016), χωρίς ωστόσο
να προχωρήσει σε επίσημη αποκήρυξη ή δογματική καταδίκη της ως «αιρετικής»
, αλλά τήρησε στάση επιφυλακτικότητας και απόρριψης των κειμένων της ως μη
αντιπροσωπευτικών Πανορθοδόξως. Με βάση αυτή την πραγματικότητα, οι
συντάκτες της επιστολής επιχειρούν να πιέσουν την τοπική τους Ιεραρχία,
αξιοποιώντας την απουσία και την κριτική στάση του Πατριαρχείου Βουλγαρίας
για να προσδώσουν κύρος στις δικές τους ενστάσεις.
|
Η στάση της
Εκκλησίας της Βουλγαρίας για την Σύνοδο της Κρήτης Η Εκκλησία της Βουλγαρίας βασίστηκε σε
συγκεκριμένες δογματικές και κανονικές θεολογικές ενστάσεις για να
δικαιολογήσει την αποχή της από τη Σύνοδο της Κρήτης και την πλήρη απόρριψη
των κειμένων της, εστιάζοντας κυρίως στην εκκλησιολογία και τις σχέσεις με
τους ετερόδοξους. Η μεγαλύτερη
θεολογική διαφωνία αφορούσε το κείμενο σχετικά με τις σχέσεις της Ορθοδόξου
Εκκλησίας προς τον υπόλοιπο χριστιανικό κόσμο, με την Ιερά Σύνοδο της
Βουλγαρίας να υποστηρίζει ότι δεν μπορεί να αποδοθεί ο όρος «Εκκλησία» σε
καμία άλλη χριστιανική ομολογία, καθώς για αυτήν μόνο η Ορθόδοξη Εκκλησία
είναι η Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία, ενώ κάθε άλλη ομάδα
θεωρείται αίρεση ή σχίσμα. Η Βουλγαρική
Εκκλησία αντιτάχθηκε σθεναρά στη φράση των προσυνοδικών κειμένων περί
αναζήτησης της χαμένης ενότητας των Χριστιανών, υποστηρίζοντας θεολογικά ότι
η ενότητα της Εκκλησίας ως Σώματος Χριστού είναι αδιαίρετη, άρα δεν νοείται
επανένωση μέσω συμβιβασμών αλλά μόνο επιστροφή των ετεροδόξων στην Ορθοδοξία. Υπήρξε έντονη
κριτική για τον τρόπο με τον οποίο η Σύνοδος της Κρήτης νομιμοποιούσε τη
συμμετοχή των Ορθοδόξων στο Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών και στους διμερείς
θεολογικούς διαλόγους, τους οποίους η Βουλγαρική Εκκλησία θεωρεί επικίνδυνους
για δογματικό μινιμαλισμό και συγκρητισμό. Η Βουλγαρική
Εκκλησία τόνισε ότι τα κείμενα της Συνόδου έπρεπε να εκφράζουν την απόλυτη
ομοφωνία όλων των Ορθοδόξων Εκκλησιών προτού ψηφιστούν, κρίνοντας ότι η
άρνηση της Κρήτης να αναβάλει τη Σύνοδο παραβίαζε την πανορθόδοξη ενότητα. Το Οικουμενικό
Πατριαρχείο απέρριψε τα επιχειρήματα της Βουλγαρικής Εκκλησίας,
υπενθυμίζοντας ότι όλα τα κείμενα είχαν ήδη συνδιαμορφωθεί και συνυπογραφεί
από όλες τις Εκκλησίες (και την εκκλησία της Βουλγαρίας) κατά τις
προσυνοδικές φάσεις. Το Πατριαρχείο
υποστήριξε ότι η απουσία ορισμένων Εκκλησιών δεν ακυρώνει τη Σύνοδο, ενώ
σχετικά με τον όρο «Εκκλησία» διευκρινίστηκε ότι αναγνωρίστηκε απλώς η
ιστορική ονομασία των άλλων ομολογιών, με την Ορθόδοξη Εκκλησία να διατηρεί
ακέραιη την ταυτότητά της ως η Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία. |
2. Η χρήση χαρακτηρισμών όπως «θρασύτητα», «βαρεία βλασφημία» και «πονηρὸς λύκος» έρχεται σε αντίθεση με το ευαγγελικό ήθος και την πατερική σύνεση.
2Υπογραμμίζεται ορθά ότι η Θεία Ευχαριστία προϋποθέτει πλήρη δογματική ομοφροσύνη και δεν μπορεί να εργαλειοποιείται διπλωματικά.
4. Το κυριότερο εκκλησιαστικό σφάλμα όσων έγραψαν την επιστολή είναι ότι έστειλαν ένα κείμενο-τελεσίγραφο απευθείας στον προκαθήμενο μιας άλλης Εκκλησίας (τον Οικουμενικό Πατριάρχη), παρακάμπτοντας εντελώς την επίσημη ηγεσία της δικής τους Εκκλησίας (τη1ν Ιερά Σύνοδο της Βουλγαρίας).
5.
Το ζήτημα της κοινωνίας με
«ακατακριτούς αιρετικούς» (Ο κανόνας «ὁ κοινωνῶν ἀκοινωνήτῳ»):
Οι συντάκτες επικαλούνται εμμέσως την αρχή ότι
όποιος κοινωνεί με κάποιον που θεωρούν αιρετικό καθίσταται και ο ίδιος κοινωνός
της ακοινωνησίας (βάσει των κανόνων που προβλέπουν κυρώσεις για όσους
συμπροσεύχονται ή κοινωνούν με καθαιρεμένους ή εκτός Εκκλησίας).
Οι συντάκτες που θεωρούν τον Οικουμενικό Πατριάρχη
«αιρετικό» (ή αιρετίζοντα ) και επικαλούνται την αυστηρότητα των κανόνων περί
αποχής από την κοινωνία, πέφτουν σε σοβαρή εκκλησιολογική αντίφαση. Συνεχίζουν
να μνημονεύουν και να βρίσκονται σε πλήρη ευχαριστιακή κοινωνία με τη δική τους
Ιερά Σύνοδο και τον Πατριάρχη Βουλγαρίας, οι οποίοι με τη σειρά τους
διατηρούν κανονική κοινωνία με το Οικουμενικό Πατριαρχείο.
Κατά την αυστηρή ερμηνεία του κανόνα που οι ίδιοι
επικαλούνται, εφόσον η τοπική τους Εκκλησία συνεχίζει να κοινωνεί με τον
Οικουμενικό Πατριάρχη, θα έπρεπε –για να είναι συνεπείς προς τη λογική της
αποτείχισης– να έχουν διακόψει την κοινωνία και με τους οικείους τους Ιεράρχες.
Η παράλειψη αυτή αποκαλύπτει μια ημιτελή και προβληματική κανονικά στάση
(«επιλεκτική αποτείχιση»).
ΠΗΓΗ.ΨΗΦΙΔΕΣ ΟΡΘΟΔΟΞΗΣ ΟΜΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ.

Η επιστολή δεν φανερώνει τίποτα άλλο παρά την απροκάλυπτη επίδραση της Μόσχας. Μη γελιομαστε...
ΑπάντησηΔιαγραφήΜιλούν οι Βούλγαροι που γεννήθηκαν και ανδρώθηκαν μέσα στο σχίσμα, στον εθνοφυλετισμο και την υπονόμευση της χώρας μας.
ΑπάντησηΔιαγραφήΕ, όχι και τιμητές της Ορθοδοξίας.
Θα έπρεπε να σιωπούν και να ζητούν συγνώμη.
Αυτους υποδέχθηκε το πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως χωρίς μετάνοια, χωρίς τίποτα και τους ανύψωσε σε πατριαρχική τιμή.