Με πλήρη επίγνωση της ευθύνης μας ενώπιον του Θεού και της ιστορικής
μαρτυρίας της Ορθοδόξου Εκκλησίας, και διαφυλάσσοντας την ιερά παρακαταθήκη των
Αγίων Πατέρων, προβαίνουμε στην παρούσα Ομολογία Πίστεως . Η πίστη μας δεν
είναι προϊόν ανθρώπινης συμβατικότητας, πολιτικής σκοπιμότητας ή διπλωματικού
συμβιβασμού, αλλά η ζωντανή αποκάλυψη της Αληθείας, την οποία οφείλουμε να
κρατήσουμε ανόθευτη και απαραχάρακτη
·
Α.
Η Δογματική Θεμελίωση της Μιας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας
- Ομολογούμε με όλη μας την ψυχή, την καρδιά και τη διάνοια την
πίστη μας «εις Μίαν, Αγίαν, Καθολικήν και Αποστολικήν Εκκλησίαν», όπως
ακριβώς ορίζει και διαφυλάσσει το Ιερό Σύμβολο της Πίστεως . Πιστεύουμε
και διακηρύσσουμε ότι η Εκκλησία του Χριστού είναι οντολογικά Μία, μοναδική,
αδιαίρετη και αλώβητη . Δεν υπάρχουν πολλές εκκλησίες, ούτε επιδέχεται
κατακερματισμό το Σώμα του Χριστού. Η ενότητα της Εκκλησίας είναι δεδομένη
και απόλυτη, καθότι ένας είναι η Κεφαλή αυτής, ο Κύριος ημών Ιησούς
Χριστός, και ένα το ζωοποιό Σώμα Του, το Οποίο συγκροτείται και ζωογονείται
υπό του Αγίου Πνεύματος .
- Ακολουθούμε πιστά και απαρασάλευτα τις Άγιες Οικουμενικές και
Τοπικές Συνόδους, τις διδασκαλίες των θεοφόρων Πατέρων και την Ιερά
Παράδοση
- Ακολουθούμε τη διαχρονική μαρτυρία του Αγίου Κυπριανού, ο οποίος
διακήρυξε με κανονική σαφήνεια ότι «έξω από την Εκκλησία δεν υπάρχει
σωτηρία» (extra Ecclesiam nulla salus) και ότι «αυτός που δεν έχει την Εκκλησία για
μητέρα, δεν μπορεί να έχει τον Θεό για πατέρα» . Η Εκκλησία είναι η Μία
και Μοναδική Μητέρα και δεν υφίστανται πνευματικά υποκατάστατα ή
παράλληλες «εκκλησιαστικές» πραγματικότητες .
- Ακολουθούμε τη διδασκαλία του Αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού, ο
οποίος ορίζει την αίρεση ως εκούσια «αποκοπή από την Εκκλησία» . Όπως ένα
κλαδί που κόβεται από το δέντρο παύει να λαμβάνει τη ζωοποιό χάρη,
ξεραίνεται και οδηγείται σε θάνατο, έτσι και η αίρεση δεν αποτελεί σε
καμία περίπτωση «άλλη εκκλησία», αλλά οντολογική αποκοπή και πνευματικό
θάνατο .
- Ακολουθούμε τον Άγιο Ιγνάτιο τον Θεοφόρο, ο οποίος υπογράμμισε
τον αδιάσπαστο σύνδεσμο της εκκλησιαστικής κοινωνίας γράφοντας: «Όπου
είναι ο επίσκοπος, εκεί να είναι και ο Λαός», υπενθυμίζοντας ότι ο
επίσκοπος δεν υφίσταται αποκομμένος από το ποίμνιό του, αλλά αποτελεί
οργανικό μέλος της τοπικής εκκλησιαστικής κοινότητας .
- Ακολουθούμε τη διδασκαλία του Αγίου Αυγουστίνου στη διαμάχη του
με τους Δονατιστές, όπου υπερασπίστηκε με πάθος τη μοναδικότητα και την
ενότητα της Εκκλησίας, απορρίπτοντας κάθε ιδέα ότι οι σχισματικοί και οι
αιρετικοί δύνανται να κατέχουν έγκυρα Μυστήρια ή να αποτελούν παράλληλες
εκκλησιαστικές δομές
- Ακολουθούμε τη διαθήκη του Αγίου Μάρκου του Ευγενικού για το απαρασάλευτο του
Συμβόλου, το οποίο διατυπώθηκε στην Πρώτη και Δευτέρα Οικουμενική Σύνοδο
και στις υπόλοιπες επικυρώθηκε, δεχόμενοι αυτό με όλη μας την ψυχή: «Αυτό το ιερό της πίστεως μάθημα και Σύμβολο... δεν δέχεται προσθήκη,
δεν δέχεται μείωση. Είναι κλειστό και σφραγισμένο από τους Πατέρες. Και
όσοι τολμούν να κάνουν σ' αυτό καινοτομίες διώχνονται μακριά, και όσοι
κάνουν διαφορετικό θα φέρουν ευθύνη.»
- Ακολουθούμε την Η΄ Οικουμενική Σύνοδο επί του ευσεβούς βασιλέως Βασιλείου και του
Αγιωτάτου Πατριάρχου Φωτίου, η οποία, παρευρισκομένων των τοποτηρητών του
Πάπα Ιωάννου, ενέκρινε την Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδο, αποκατέστησε τον Άγιο
Φώτιο και:
a. «...κατέκρινε και ανεθεμάτισε, όπως ακριβώς
και οι προηγούμενες Σύνοδοι, αυτούς που τολμούν να καινοτομήσουν είτε με
προσθήκη είτε με αφαίρεση ή γενικώς κάποια αλλαγή στο προαναφερθέν Σύμβολο.»
·
Β.
Η Αποκήρυξη της Συνόδου της Κρήτης και η Ακύρωση της Συνοδικότητας
1.
Αποκηρύσσουμε
τη λεγόμενη «Αγία και Μεγάλη Σύνοδο» της Κρήτης (2016) ως σύναξη στερούμενη
πανορθόδοξης εγκυρότητας, κανονικής νομιμότητας και συνοδικού πνεύματος . Η
Σύνοδος αυτή είναι αντί-εκκλησιαστική στην ίδια της τη σύλληψη, αποτελεί σφαγή
του συνοδικού πνεύματος και εξέγερση κατά του πληρώματος της Εκκλησίας .
- Η Σύνοδος δεν υπήρξε πανορθόδοξη, καθότι απουσίαζαν
τέσσερις ιστορικές Αυτοκέφαλες Εκκλησίες: το Πατριαρχείο Αντιοχείας, η
Εκκλησία της Γεωργίας, η Εκκλησία της Βουλγαρίας και η Εκκλησία της Ρωσίας
.
3.
Μια
σύνοδος που διεξάγεται χωρίς τη συμμετοχή τόσο μεγάλου μέρους της Ορθοδοξίας
στερείται της καθολικής εκπροσώπησης και, κατά συνέπεια, της εξουσίας να
εκφράζει και να δεσμεύει το σώμα της Εκκλησίας . Η συνοδικότητα προϋποθέτει
πανορθόδοξη συναίνεση για να παράγει δεσμευτικές αποφάσεις .
- Η μεθοδολογία της Συνόδου παραβίασε το πνεύμα του
34ου Αποστολικού Κανόνα περί συλλογικής διακυβέρνησης, ο οποίος ορίζει ότι
οι επίσκοποι οφείλουν να αναγνωρίζουν τον πρώτο εξ αυτών και να μην
πράττουν τίποτα ερήμην του, αλλά και ο πρώτος να μην πράττει ερήμην της
γνώμης των πολλών . Η Σύνοδος της Κρήτης αντικατέστησε τη συλλογικότητα με
έναν συγκεντρωτικό μηχανισμό, όπου οι φωνές των διαφωνούντων επισκόπων
πνίγηκαν και οι αποφάσεις επιβλήθηκαν ex cathedra [.
- Ένας επίσκοπος δεν εκπροσωπεί την Εκκλησία ως
ανεξάρτητη κοσμική προσωπικότητα, αλλά ως μέλος της, σε αδιάσπαστη κοινωνία
με το ποίμνιό του . Όταν ο επίσκοπος αγνοεί τις φωνές των πρεσβυτέρων, των
μοναχών και των πιστών του, παύει να εκπροσωπεί την Εκκλησία του και
εκπροσωπεί αποκλειστικά τον εαυτό του . Στην Κρήτη είδαμε επισκόπους να
υπογράφουν έγγραφα που δεν είχαν διαβάσει οι Εκκλησίες τους, σε αποφάσεις
που ελήφθησαν σε κλειστές συνεδριάσεις, ερήμην της ζωντανής συνείδησης του
πληρώματος .
- Ακολουθούμε τη διδασκαλία του Αγίου Ιωάννη του
Χρυσοστόμου, ο οποίος ομολογεί με παρρησία ότι «οι επίσκοποι δεν είναι
κύριοι της πίστεως, αλλά φύλακες» . Ο επίσκοπος είναι ποιμένας, όχι
ιδιοκτήτης της Εκκλησίας, και η μονομερής επιβολή αποφάσεων ερήμην του
σώματος συνιστά εκτροπή από την ορθόδοξη εκκλησιολογία . Όταν οι ποιμένες
απομακρύνονται από τον πνευματικό διάλογο με το ποίμνιό τους, η
εμπιστοσύνη δοκιμάζεται, και πολλοί πιστοί θεωρούν ότι η Σύνοδος της
Κρήτης αντικατρόπτρισε αυτή την κρίση στην ποιμαντική ευθύνη της Ιεραρχίας.
- Διακηρύσσουμε με ακλόνητο θάρρος, συντασσόμενοι με την ομολογία του Αγίου Μάρκου του
Ευγενικού, ότι: «Κανένας δεν εξουσιάζει την πίστη μας, ούτε βασιλεύς, ούτε
αρχιερεύς, ούτε ψευδοσύνοδος, ούτε κανένας άλλος, διότι μόνον ο Θεός είναι
αυτός που μας την παρέδωσε, ο ίδιος και οι μαθητές Του.»
- Η Σύνοδος υιοθέτησε ένα παπικό πρότυπο, όπου οι
ιεράρχες έδρασαν ως "μικροί πάπες" που θεώρησαν ότι γνωρίζουν
καλύτερα από την παράδοση και τη ζωντανή μνήμη του Λαού, επιβάλλοντας τις
αποφάσεις τους με αυταρχικό τρόπο και οργώνοντας έναν μηχανισμό που θύμιζε
πολιτικό κόμμα παρά Εκκλησία .
·
Γ.
Η Καταδίκη των Εκκλησιολογικών Καινοτομιών και της Αιρετικής Διδασκαλίας
1.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΟΥΜΕ απερίφραστα τις εκκλησιολογικές
καινοτομίες που εισήχθησαν μέσω των επίσημων κειμένων της Συνόδου της Κρήτης,
και συγκεκριμένα μέσω του εγγράφου «Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον
λοιπόν χριστιανικόν κόσμον» .
2.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΟΥΜΕ την
ορολογική και δογματική αναγνώριση των ετεροδόξων ομολογιών ως «εκκλησιών» . Η αίρεση δεν αποτελεί άλλη εκκλησία, αλλά πλάνη, αποκοπή
από την Αλήθεια και πνευματικό θάνατο .
Ο Παπισμός (με το filioque, το παπικό πρωτείο, το αλάθητο, τη μετατροπή του σε
θρησκευτικό κράτος και την αλλοίωση των Μυστηρίων) .
Ο Προτεσταντισμός (με την άρνηση των Μυστηρίων, της Ιεροσύνης, της
Θεοτόκου, των Αγίων και της βαπτισματικής αναγέννησης).
Ο Μονοφυσιτισμός (με την άρνηση της πραγματικής ανθρώπινης φύσης του
Χριστού, η οποία καταστρέφει τη σωτηρία) , συνιστούν δογματικές πλάνες που
αλλοιώνουν την αποστολική πίστη και στερούνται παντελώς εκκλησιαστικής
υπόστασης. Η αναγνώριση αυτών ως «εκκλησιών» αποτελεί βλασφημία εναντίον του
Αγίου Πνεύματος, καθώς υπονοεί ότι το Άγιο Πνεύμα κατοικεί στις αιρέσεις .
·
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΟΥΜΕ τη θεωρία των κλάδων, η οποία
επιχειρεί να παρουσιάσει τις διάφορες χριστιανικές ομολογίες ως ισότιμους
κλάδους ενός ενιαίου δέντρου της Εκκλησίας και να σχετικοποιήσει την ταυτότητα
της Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας.
·
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΟΥΜΕ τον δογματικό μινιμαλισμό, ο οποίος
υποβαθμίζει το σωτηριολογικό περιεχόμενο της πίστης και της ιεράς Παράδοσης σε
ελάχιστα ή ευέλικτα στοιχεία προς χάριν μιας επιφανούς και νοθευμένης
«ενότητας».
·
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΟΥΜΕ τη λεγόμενη «βαπτισματική θεολογία»,
μια σύγχρονη οικουμενιστική επινόηση που επιχειρεί να θεμελιώσει εκκλησιαστική
ενότητα έξω από τα κανονικά όρια της Ορθοδοξίας, με το πρόσχημα της κοινής
επίκλησης της Αγίας Τριάδος [6, 26, 32].
·
ΑΚΟΛΟΥΘΟΥΜΕ τον 1ο Κανόνα του Μεγάλου Βασιλείου, ο οποίος ορίζει ότι το βάπτισμα των αιρετικών στερείται
εγκυρότητας .
·
ΑΚΟΛΟΥΘΟΥΜΕ τον Άγιο Κυπριανό, ο οποίος διεκήρυξε ότι οι αιρετικοί εκτός Εκκλησίας βαπτίζονται με λάσπη
και όχι με νερό .
·
ΑΚΟΛΟΥΘΟΥΜΕ τον Άγιο Αθανάσιο τον Μέγα, ο οποίος χαρακτήρισε το βάπτισμα των αιρετικών «κενό»
και ανύπαρκτο. Η αναγνώριση του βαπτίσματος των ετεροδόξων αποτελεί άρνηση του
«ενός βαπτίσματος» που ομολογούμε στο Σύμβολο της Πίστεως.
·
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΟΥΜΕ την έμμεση αναίρεση των αποφάσεων
και των αναθεμάτων των Αγίων Οικουμενικών Συνόδων (από την Α΄ έως τη Ζ΄) . Οι
Σύνοδοι αυτές δεν αναθεμάτισαν αφηρημένες ιδέες, αλλά συγκεκριμένους
αιρεσιάρχες (τον Άρειο, τους Μακεδονιανούς, τον Νεστόριο, τον Ευτυχή, τον
Διόσκουρο, τον Ωριγένη, τους Μονοθελητές, τους Εικονομάχους) και τις κοινότητές
τους, θέτοντάς τους εκτός Εκκλησίας . Η αναγνώριση των κοινοτήτων αυτών ως
«εκκλησιών» αποτελεί ακύρωση του έργου των Αγίων Πατέρων, υπονομεύει τη
δογματική ακρίβεια και αποτελεί ύβρη που παρουσιάζει τους Πατέρες ως στυγνούς ή
ακραίους .
- ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΟΥΜΕ τον Οικουμενισμό ως θεωρία και πράξη συγκρητισμού, η
οποία, με το πρόσχημα του θεολογικού διαλόγου «επί ίσοις όροις»,
υπονομεύει τη μοναδικότητα της Ορθοδόξου Εκκλησίας, εξισώνει την Αλήθεια
με την πλάνη, αμβλύνει την ανάγκη για επιστροφή και μετάνοια των
πλανωμένων και ανοίγει τις πύλες της Εκκλησίας στον Αντίχριστο .
·
Δ.
Η Κανονική και Πατερική Στάση του Χριστεπωνύμου Πληρώματος σε Περιόδους Αίρεσης
·
Διακηρύσσουμε ότι το χριστεπώνυμο πλήρωμα της Εκκλησίας –κλήρος, μοναχοί και λαϊκοί– δεν
αποτελεί παθητικό δέκτη αποφάσεων, αλλά τον ίδιο τον ζωντανό θεματοφύλακα της
Ορθοδόξου Παραδόσεως, με αυξημένη δογματική συνείδηση που αισθάνεται και
διακρίνει την αλήθεια από την πλάνη . Το Άγιο Πνεύμα δεν κατοικεί αποκλειστικά
σε κτίρια συνεδρίων ή σε γραφειοκρατικές δομές, αλλά κατοικεί στο Πλήρωμα της
Εκκλησίας .Όταν η ιεραρχία ή μέρος αυτής διολισθαίνει στην αίρεση ή εισάγει
εκκλησιολογικές καινοτομίες, οι πιστοί οφείλουν να αντιδράσουν δυναμικά και με
πνευματική εγρήγορση, ακολουθώντας την πατερική παράδοση :
·
Ακολουθούμε τη διδασκαλία του Μεγάλου Βασιλείου, ο οποίος τονίζει ότι η πίστη
διασώζεται και μέσω της «άγραφης παράδοσης των Πατέρων» που ζει μέσα στον λαό,
καθιστώντας τον Ορθόδοξο Λαό ενεργό συμμέτοχο στη διαφύλαξη του δόγματος .
·
Ακολουθούμε τους Αγίους Μάξιμο τον Ομολογητή και Γρηγόριο Παλαμά οι οποίοι υπερασπίστηκαν
τη δογματική αλήθεια στηριζόμενοι στη συνείδηση του ορθόδοξου λαού και των
μοναχών, όταν η επίσημη εκκλησιαστική εξουσία είχε συμβιβαστεί με την πλάνη της
εποχής τους .
·
Ακολουθούμε τη θεολογική του παρακαταθήκη του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου , ο οποίος
αναγνώριζε την «κοινή γνώμη» και το «φρόνημα της Εκκλησίας» ως ουσιώδη κριτήρια
της εκκλησιαστικής αλήθειας, τα οποία δεν μπορούν να παρακαμφθούν από καμία
υπογραφή σε συνοδικό πρωτόκολλο.
·
Ακολουθούμε την πράξη των Αγίων Πατέρων που προβλέπει ότι έναντι της αλλοίωσης της
Πίστεως, το πλήρωμα εκφράζει τη διαφωνία του με κάθε εκκλησιαστικό μέσο: με
δημόσιες διαμαρτυρίες, εγκυκλίους, προσευχές, αλλά και με την άρνηση εκκλησιαστικής κοινωνίας με όσους κηρύττουν ή αποδέχονται τις αιρετικές
καινοτομίες της Συνόδου της Κρήτης.
·
Διακηρύσσουμε ότι η κοινωνία με τους αποδεχομένους την ψευδοσύνοδο αυτή συνιστά κοινωνία
με την ίδια την πλάνη . Όταν οι ποιμένες μετατρέπονται σε λύκους, το ποίμνιο
οφείλει να προστατεύσει την Πίστη του απέχοντας από την κοινωνία μαζί τους,
διαφυλάσσοντας έτσι την καθαρότητα της Μιας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής
Εκκλησίας .
·
Στεκόμαστε
σταθεροί στην Ορθόδοξη Πίστη και την Παρακαταθήκη των Πατέρων, διακηρύσσοντας
ότι οι αποφάσεις της Συνόδου της Κρήτης που αλλοιώνουν την ορθόδοξη
εκκλησιολογία είναι άκυρες, κενές περιεχομένου και στερούμενες πάσης
θεολογικής ισχύος .
Ακολουθούμε πιστά
τη θεολογική και κανονική στάση του Αγίου Μάρκου του Ευγενικού, Μητροπολίτου
Εφέσου, ο οποίος υπήρξε ο ακλόνητος πρόμαχος της Ορθοδοξίας έναντι των Λατίνων
κατά τη Σύνοδο Φερράρας-Φλωρεντίας, καθώς απέρριψε κατηγορηματικά τις λατινικές
καινοτομίες—ιδίως το δόγμα του Filioque και τη χρήση των αζύμων—και αρνήθηκε να υπογράψει την
ψευδώς ονομαζόμενη «ένωση», θεωρώντας ότι οι Λατίνοι βρίσκονται σε κατάσταση
αιρέσεως και σχίσματος. Ο Άγιος Μάρκος διατήρησε αδιάπτωτη την πατερική
παράδοση, διδάσκοντας ότι η εκκλησιαστική ενότητα δεν νοείται με καμία έκπτωση
στην αλήθεια της πίστεως και προβάλλοντας ως μοναδικό κριτήριο της γνησιότητας
της Εκκλησίας τη συμφωνία με τις αποφάσεις των Οικουμενικών Συνόδων και τη
διδασκαλία των Αγίων Πατέρων, μακριά από συμβιβασμούς και σκοπιμότητες.
ΔΙΑΚΗΡΥΣΣΟΥΜΕ ότι η
αληθινή ενότητα της Εκκλησίας δεν είναι
μια αφηρημένη ιδέα, ούτε οικοδομείται με διπλωματικές ασάφειες, αλλά
προϋποθέτει απόλυτη δογματική συμφωνία και ακρίβεια . ΈΝΑ σώμα, ένα πνεύμα»,
όπως διακηρύσσει ο Απόστολος Παύλος, και επί της πέτρας της αληθινής ομολογίας
ο Χριστός οικοδόμησε την Εκκλησία Του, την οποία «πύλαι άδου ου κατισχύσουσιν» .
Καδικάζουμε κάθε απόπειρα
ψευδούς ενώσεως, ακολουθώντας τον Άγιο Μάρκο τον Ευγενικό ο οποίος διακήρυξε: «Όλοι
οι διδάσκαλοι της Εκκλησίας, όλες οι Σύνοδοι και όλες οι θείες Γραφές
προτρέπουν να αποφεύγουμε τους ετεροδόξους και να απέχουμε από τη συγκοινωνία
μαζί τους. Εμείς θα καταφρονήσουμε όλα αυτά και θα ακολουθήσουμε εκείνους που
διατάσσουν να ενωθούμε κάτω από το πρόσχημα μίας ψεύτικης και πλαστής ειρήνης;
Αυτούς που νόθευσαν το θείο Σύμβολο της Πίστεως και εισάγουν τον Υιόν ως
δεύτερο αίτιο του Αγίου Πνεύματος;»
Διακηρύσσουμε
μαζί με τον Άγιο Μάρκο τον Ευγενικό:
«Διότι
μέχρι τώρα ούτε λειψή πίστη έχουμε, ούτε ανάγκη από Σύνοδο και Όρο να μάθουμε
κάτι καινούριο εμείς που είμαστε υιοί και μαθητές των Πατέρων... Αυτό ακριβώς
είναι το καύχημά μας, η πίστη μας, η καλή κληρονομιά των Πατέρων μας. Και με
αυτήν ελπίζουμε να σταθούμε μπροστά στο Θεό και να λάβουμε την άφεση των
αμαρτημάτων μας.»
«Ένα
σώμα, ένα πνεύμα», όπως διακηρύσσει ο Απόστολος Παύλος, και επί της πέτρας της
αληθινής ομολογίας ο Χριστός οικοδόμησε την Εκκλησία Του, την οποία «πύλαι άδου
ου κατισχύσουσιν».
Η ομολογία αυτή δεν πηγάζει από διάθεση αντιπαράθεσης ή υπερηφάνειας, αλλά από αγάπη για την Αλήθεια και τη διαφύλαξη της δογματικής ακρίβειας. Η αληθινή χριστιανική ενότητα δεν οικοδομείται με διπλωματικές ασάφειες ή με την εξίσωση της αλήθειας με την πλάνη, αλλά με την πλήρη δογματική συμφωνία εντός της Ορθοδόξου Παραδόσεως .
Καλούμε το πλήρωμα της Εκκλησίας σε εγρήγορση και εμμονή στην πίστη των Αγίων Πατέρων, διακηρύσσοντας ότι κάθε απόφαση που απομειώνει τη μοναδικότητα της Ορθοδόξου Εκκλησίας είναι κενή ισχύος και ξένη προς την Ορθόδοξη Εκκλησιολογία .
.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου