Τετάρτη 21 Απριλίου 2010























Η ΓΙΟΡΤΗ ΤΟΥ ΦΩΤΙΟΥ,


ΠΑΤΡΙΑΡΧΟΥ


ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ


Από το γραφείο τύπου της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος ανακοινώθηκε πώς διεξήχθη η γιορτή του Ιερού Φωτίου πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως, προστάτου της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος, η όλη δε περιγραφή μαρτυρεί ότι και φέτος διεξήχθη με λαμπρότητα. Μετά τη θεία λειτουργία στο διορθόδοξο κέντρο της εκκλησίας της Ελλάδος που βρίσκεται στο χώρο της ιεράς μονής Πεντέλης πραγματοποιήθηκε η καθιερωμένη σύσκεψη των μελών της Ιεράς Συνόδου με τους καθηγητάς των θεολογικών σχολών. Το θέμα της φετινής συσκέψεως ήταν «Ο Ιερός Φώτιος και το πρωτείον του επισκόπου Ρώμης», εισηγητής δε ο καθηγητής επίσκοπος Αβύδου κ. Κύριλλος Κατερέλος.


Ο εισηγητής καλώς μνημόνευσε την σύνοδο (879-880) η οποία, όπως τόνισε, «μετά από μια πολυτάραχη και οδυνηρή για την Ανατολή εκκλησιαστική περίοδο, αναγνώρισε το Φώτιο ως οικουμενικό πατριάρχη, απηγόρευσε οποιαδήποτε προσθήκη στο Σύμβολο της πίστεως και μεταξύ των άλλων όρισε ότι έκαστος θρόνος μπορεί να διατηρεί τα αρχαία έθη και τις παραδόσεις του… Ο πατριάρχης Φώτιος και ο πάπας Νικόλαος, ακόμα και μέσα στην περίοδο της κοινής παραδόσεως της α΄ χιλιετίας, εμφανίζονται να εκπροσωπούν διαφορετικές μεταξύ τους εκκλησιολογίες… Απέναντι σ’ αυτές τις εκκλησιολογικές θεωρήσεις ίστανται στη Δύση πολιτικές και πολιτιστικές εξελίξεις κατά τον 9ο αιώνα, που δεν αφήνουν αδιάφορη τη θεολογική σκέψη και την εκκλησιαστική ζωή, που ήδη είχε αρχίσει να πορεύεται το δικό της δρόμο».


Τέλος ο θεοφιλέστατος ομλητής συμπλήρωσε: «Η ρωμαλέα και γεραρά στάση του Ι. Φωτίου απέναντι στους πάπες Νικόλαο Ανδριανό και Ιωάννη καταδεικνύει ότι η ποικιλομορφία γίνεται δεκτή σε δευτερευούσης σημασίας θέματα, ποτέ όμως σε θέματα πού εγγίζουν και αφορούν τη δογματική διδασκαλία του filioque, ενώ η όλη πολιτεία του Ι. Φωτίου καταδεικνύει επίσης ότι ο 34 Αποστολικός κανών (σ.σ. ο οποίος κατά τον Νικόδημο Αγιορείτη διορίζει ότι «Καθώς οι επίσκοποι δεν πρέπει να πράττωσι κανένα πράγμα κοινόν χωρίς την γνώμην του Μητροπολίτου, έτσι παρομοίως και ο Μητροπολίτης δεν πρέπει να κάμνει κανένα τοιούτον κοινόν πράγμα μόνος του καθ’ εαυτόν, χωρίς την γνώμην όλων των επισκόπων») ίσχυσε κατά την α΄ χιλιετία όχι μόνο στο επαρχιακό επίπεδο αλλά και στο παγκόσμιο. Το πρωτείο σε οποιοδήποτε επίπεδο δεν νοείται και δεν ασκείται έξω από τη συνοδικότητα. Η θέση του επισκόπου Ρώμης δεν μπορεί να νοηθεί έξω ή υπεράνω της Πενταρχίας των Πατριαρχών, έξω και υπεράνω της οικουμενικής συνόδου».


Ας επιτραπεί να πούμε ότι καλώς έθεσε το θέμα της θέσεως του επισκόπου Ρώμης στην α΄ χιλιετία ο εισηγητής, αλλά ίσως θα μπορούσε να είναι το ύφος των λεγομένων του περισσότερο εύτονο και τα στοιχεία του λεπτομερέστερα, πράγμα που αδίκησε τη σύνοδο του 879-880 και τον Ι. Φώτιο που τη συνεκάλεσε. Κατά τη γνώμη μας ήταν σοβαρή παράλειψη το ότι ο εισηγητής δεν την ονόμασε Η΄ οικουμενική σύνοδο, ενώ ο Φώτιος την ονομάζει και την ταξινομεί ως τέτοια, αφού με αυτήν αναγνωρίζει ως προηγουμένη την Ζ΄, που συνήλθε μόλις 93-94 χρόνια πριν. Τόνισε βέβαια ο ομιλητής ότι «είναι εντυπωσιακό και ενδιαφέρον ότι γίνεται η αναγωγή σε μια σύνοδο (εννοεί την Κωνσταντινουπόλεως του 879-880) που συνιστά την τελευταία συναγωγή Ανατολής και Δύσης πριν από την οριστική τους ρήξη το 1054», αλλ’ ήταν υποβαθμισμένη και υποτονική η παρουσίαση του κύρους της συνόδου, μιας συνόδου οικουμενικής, που υπήρξε καταπέλτης των τάσεων του παπισμού, αφού καταδικάζει το filioque και κάθε προσθήκη στο Σύμβολο της Πίστεως καθώς και το πρωτείο και το έκκλητο του πάπα Ρώμης και τις εγκόσμιες και ιμπεριαλιστικές βλέψεις του στη Βαλκανική (Βουλγαρία). Σημειωτέον ότι, για όσους δεν γνωρίζουν, «έκκλητο» είναι η απαίτηση του πάπα να αναγνωριστεί το πρωτείο του και το δικαίωμα να προσφεύγει σ’ αυτόν όλη η εκκλησία της οικουμένης τόσο για τα πνευματικά όσο και για τα διοικητικά θέματα σαν σε ανώτατη και μοναδική πάνω στη γη και από το Χριστό και το μέγα Κωνσταντίνο χορηγημένη αρχή και εξουσία!


Προκειμένου να εξαρθούν οι κυριαρχικές τάσεις του πάπα Ιωάννου, ο οποίος δεν έλαβε μεν μέρος αυτοπροσώπως στη σύνοδο του 879-880, αλλ’ έστειλε αντιπροσώπους του με συγκεκριμένες γραπτές θέσεις του, τις επιστολές του προς τον αυτοκράτορα Βασίλειο και τον πρόεδρο της συνόδου Φώτιο, θα έπρεπε ο ομιλητής να αναφερθεί σε χαρακτηριστικές λεπτομέρειες της διεξαγωγής των εργασιών της Η΄ οικουμενικής συνόδου, όπου φαίνονται σαφώς οι διαμορφωμένες επεκτατικές και ιμπεριαλιστικές και εξουσιαστικές τάσεις του παπισμού, φαίνονται οι τάσεις του για πρωτείο, δεδομένου ότι σώζονται και κυκλοφορούν τα πρακτικά της συνόδου αυτής. Στις επιστολές του αυτές ο πάπας εμφανίζει σαφείς τάσεις να θέλει να διαφευντεύσει στην Ανατολή και να μιλάει σαν κυρίαρχος και εξουσιαστής. Θα μπορούσαν να προσφερθούν στους ακροατάς της συσκέψεως αποσπάσματα από τις επιστολές του, στις οποίες εμφανίζεται να χρησιμοποιεί σε πρώτο πρόσωπο τα ρήματα «κελεύω», «ακυρώνω», «αναθεματίζω», ενώ υποτίθεται ότι τα ζητήματα αυτά αποφάσισε η εν Ρώμη προπαρασκευαστική σύνοδος. Σε κάποιο μνημόνιο επιστολής του ο πάπας δίνει μεταξύ άλλων και την εξής οδηγία σ’ αυτούς που θα τον εκπροσωπήσουν στη σύνοδο της Κωνσταντινουπόλεως· «Αναστάντες είπατε αυτώ (σ.σ. τω Φωτίω. Απαξιοί ν’ αναφέρει το όνομά του)· Κελεύει ο Κύριος ημών, ο αγιώτατος πάπας ίνα πάντες… γένωνται εν μεθ’ ημών». Ιδού το εξουσιαστικό και κυριαρχικό και άκρως αυταρχικό και απεχθές ύφος του πάπα. Φτάνει στο σημείο να ονομάζει ο ίδιος τον εαυτό του «αγιότατο» και «κύριο των ανθρώπων»!, ενώ στην αρχή της επιστολής ο υποκριτής αυτοαποκαλείται «Ιωάννης δούλος των δούλων του Θεού»!


΄Ηταν απαραίτητη μια τουλάχιστον τέτοια αναφορά από τις πολλές στο ύφος του πάπα, για να φανεί πόσο και με τι τρόπο επιδίωκε ο πάπας την αναγνώριση του πρωτείου του 174 χρόνια πριν από το 1054, ότι δηλαδή οι δογματικές και διοικητικές διαφορές εκ μέρους των παπών δεν εμφανίστηκαν το 1054, αλλά πολύ νωρίτερα.


Τέτοιο είναι το ύφος και του σημερινού πάπα, όπως αυτό το έχει εκδηλώσει σε κάποιες αμετροεπείς και ακριτόμυθες εκφράσεις του, όπως: Είναι δύσκολο να επιτευχθεί ενότητα με τους Ορθοδόξους, διότι υπάρχει ισχυρή μερίδα που δεν αναγνωρίζει το παπικό πρωτείο. Επίσης «Ο διάλογος δεν μπορεί να είναι μία αφορμή για να προσαρμόσει ή να μαλακώσει (το Βατικανό) αυτό που πιστεύει ότι είναι».


Η Ιερά Σύνοδος, η οποία έχει για προστάτη της τον Ι. Φώτιο, οφείλει τα πορίσματα της εισηγήσεως του επισκόπου Κυρίλλου να τα αναγνωρίσει και ενισχύσει συνοδικώς, ώστε να μπορεί να έχει εκπεφρασμένη άποψη για το ρόλο του πάπα στην πρώτη χιλιετία, ένα θέμα που θα συζητηθεί από τα μέλη του διαλόγου προσεχώς.

Ας ακολουθήσει τη στάση του προστάτου της Φωτίου. Δεν είναι τυχαίο ότι Ιερά Σύνοδος του παρελθόντος επέλεξε το Φώτιο ως προστάτη της.


Η θέση που πήρε η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος πρόσφατα πάνω στο θέμα της ομολογίας πίστεως, αλλά και το θέμα της ομιλίας κατά την γιορτή του Φωτίου, που είναι μια καλή προεργασία, ενθαρρύνουν το λογικό ποίμνιο της ελλαδικής εκκλησίας ότι θα ασκεί ανασχετικό ρόλο στις ελαφρότητες και υπερζηλωτικές τάσεις κάποιων που εμφανίζονται ως ιδιοκτήτες της Ορθοδοξίας, και δη του κ. Βαρθολομαίου και του κ. Ζηζιούλια.


Aπό το περιοδικό ΙΕΡΑ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΗ 1ης Απριλίου 2010

1 σχόλιο:

  1. Από πολλούς αναφέρεται, ότι ο Πάπας Ιωάννης Η΄ ήταν ορθοδοξώτατος (ακόμη και από τον Μ. Φώτιο). Δεν είναι όμως έτσι:

    Θεωρείται, ότι ο Ιωάννης Η΄ αναγνώρισε τον Φώτιο, για τρεις λόγους: α/ για να προλάβει την οριστική ρήξη Ρώμης και Κων/πόλεως, β/ είχε ανάγκη του αυτοκράτορα Βασίλειου στον αγώνα κατά των Φράγκων, γ/ ήλπιζε στην κατοχύρωση της δικαιοδοσίας του στη Βουλγαρία.

    Να μη μας διαφεύγει, ότι ο πάπας Ιωάννης Η΄ δεν έχανε την ευκαιρία να τονίσει το πρωτείο του και αυτό το βλέπουμε στην επιστολή του στον αυτοκράτορα Βασίλειο Α΄: «Καθάπερ γαρ ο αποστολικός θρόνος ούτος λαβών τας κλεις της βασιλείας των ουρανών παρά του πρώτου και μεγάλου αρχιερέως Ιησού Χριστού δια του κορυφαίου των αποστόλων Πέτρου, ειπόντος προς αυτόν: σοι δώσω τας κλεις της βασιλείας των ουρανών και ον αν λύσης επί της γης….. Πάντα δι’ ημών των ελαχίστων εν ταις χερσί του κορυφαίου τέθειται, και δι’ αυτού εν τοις ώμοις Ιησού Χριστού…..».

    Ο ίδιος αυτός ο πάπας σε επιστολή του, στον τότε Αρχιεπίσκοπο Σιρμίου Μεθόδιο, αναφέρει: «Ακούσαμε ότι δε διδάσκεις όσα η ρωμαϊκή Εκκλησία έχει διδαχτεί από τον ίδιο τον Πέτρο, τον κορυφαίο των αποστόλων, και όσα κηρύττει καθημερινά και ότι οδηγείς το λαό σε πλάνη. Γι' αυτό με αυτήν την επιστολή σε διατάζουμε να παρουσιαστείς μπροστά μας χωρίς καθυστέρηση, για να σε ακούσουμε και να γνωρίσουμε ακριβώς τη διδασκαλία σου. Έχουμε επίσης πληροφορηθεί ότι τελείς τη λειτουργία σε βάρβαρη γλώσσα, δηλαδή στη σλαβική, ενώ με επιστολή που μετέφερε ο επίσκοπος της Αγκώνας, ο Παύλος, σου απαγορεύσαμε να τελείς την ιερή ακολουθία της λειτουργίας σε αυτήν τη γλώσσα. Δεν μπορείς να την τελείς παρά μόνο στη λατινική και στην ελληνική γλώσσα, όπως κάνει η Εκκλησία του Θεού που είναι διασκορπισμένη σε όλη τη γη, ανάμεσα σε όλα τα έθνη. Φυσικά μπορείς να κηρύττεις και να μιλάς στο λαό σε αυτήν τη γλώσσα».

    Όσον αφορά δε την υποχώρησή του στο θέμα του Φιλιόκβε, αυτό έγινε για πολιτικούς λόγους και όχι για δογματικούς. Ο Πάπας θεωρούσε, ότι η προσθήκη ήταν δογματικά ορθή (Ράνσιμαν. Δύση και Ανατολή σε Σχίσμα, σελ. 52).

    Παρ’ όλα αυτά, ο Φώτιος πλέκει το εγκώμιο του ορθοδοξώτατου και αγιώτατου πάπα Ιωάννη Η΄, μετά το θάνατό του τελευταίου, σε επιστολή του προς τον Πατριάρχη της Ακηλίας (αγίου Νεκταρίου. Τα αίτια του Σχίσματος, τ. Α΄, σελ. 292).

    ΙΚ

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Δημοφιλείς αναρτήσεις

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου