Κυριακή 20 Ιουνίου 2010













Α π ο κ λ ε ι σ τ ι κ ό

------------------


Η ΙΣΧΝΗ ΑΠΑΝΤΗΣΙ


ΤΟΥ


ΚΑΤΑΓΓΕΛΟΜΕΝΟΥ,


ΔΙΑΡΚΩΣ


ΚΑΙ ΜΟΝΙΜΩΣ


ΑΣΧΗΜΟΝΟΥΝΤΩΣ,


κ. ΣΑΒΒΑΤΟΥ



Μακαριώτατε Αγιε Πρόεδρε,

Αρχικά ζητώ συγγνώμη για την καθυστέρηση απαντήσεως στο από 1ης Ιουνίου ε.ε. γράμμα του Σεβ. Μητροπολίτου Κυθήρων κ. Σεραφείμ, λόγω απουσίας μου στο εξωτερικό, όπως καλώς γνωρίζει και η Δ.Ι.Σ.

Στή συνέχεια θα δώσω ορισμένες διευκρινίσεις, στις όποιες αμφιβολίες εκφράζει ο Σεβ. Κυθήρων, σχετικά με την ορθοφροσύνη μου και την ορθοδοξία μου.

Πιο συγκεκριμένα με τις τοποθετήσεις μου περί της Ενότητας και της Καθολικότητας της Ορθόδοξης Εκκλησίας, τις οποίες επικαλείται χρησιμοποιών αποσπασματικά σημεία της αναφοράς μου προς την Δ.Ι.Σ., την οποίαν και δημοσίευσα στο περιοδικό ΕΚΚΛΗΣΙΑ (Οκτώβριος 2009).


Αναφέρω λοιπόν τα κάτωθι:

1) Το ζήτημα του Διαλόγου μεταξύ Ορθοδόξων και Ρωμαιοκαθολικών συζητήθηκε σε δύο συνεδρίες (μία απογευματινή και μία πρωϊνή) κατά την Ι.Σ.Ι. του Οκτωβρίου 2009 και νομίζω εξηντλήθη κάθε παράμετρος και διελευκάνθη κάθε αμφιβολία, όσον αφορά το σχετικό θέμα, ενώ με την έκδοση του σχετικού ανακοινωθέντος διετυπώθη αφενός η βούληση του Συνοδικού Σώματος για τη συνέχιση της συμμετοχής της Εκκλησίας της Ελλάδος στο συγκεκριμένο Διάλογο και αφετέρου η εμπιστοσύνη της Ι.Σ.Ι. προς τους Αντιπροσώπους της Εκκλησίας σ' αυτόν (Σεβ. Μεσσηνίας και Σεβ. Αχαΐας). Κατά τις συγκεκριμένες συνεδρίες ουδεμία εξεφράσθη αμφισβήτηση για τις θέσεις τις οποίες διετύπωσα, ούτε κάποια επιφύλαξη εξεδηλώθη, για τις εκκλησιολογικές μου τοποθετήσεις, τις όποιες μάλιστα ανέπτυξα εξ αφορμής, σχετικής ερωτήσεως του Σεβ. Πειραιώς.


2) Ως μέλος του συγκεκριμένου Διαλόγου κατέθεσα την Έκθεση μου προς την αρμόδια Συνοδική Επιτροπή και προς την Δ.I.Σ., σχετικά με τα συζητηθέντα κατά την συνάντηση της Κύπρου (Οκτώβριος 2009) και επίσης ουδεμία επιφύλαξη εξεφράσθη για τις εκκλησιολογικές μου τοποθετήσεις, ούτε από την αρμόδια Συνοδική Επιτροπή, ούτε από την Δ.Ι.Σ., αντίθετα μάλιστα ο Σεβ. Πρεβέζης, Πρόεδρος της Επιτροπής, στο Εισηγητικό Σημείωμα προς την Δ.Ι.Σ. αναφέρει: «Ταύτα υποβάλλομεν ευλαβώς εις την Ιεράν Σύνοδον διά τα κατ' Αυτήν, με την πρότασιν-παράκλησιν, να εκφρασθούν θερμαί ευχαριστίαι της Ιεράς Συνόδου εις τον Μητροπολίτην Μεσσηνίας κ. Χρυσόστομον, και δια τας θέσεις που διατύπωσε κατά την συνάντησιν της Πάφου, αλλά και δια την σαφή και τεκμηριωμένη εκθεσίν του», γεγονός το οποίον υλοποιήθηκε και από μέρους της Δ.Ι.Σ.

Εάν εσείς Μακαριότατε θεωρείτε ότι το Σώμα της Ι.Σ.Ι. πρέπει να ανακαλέσει την προ ενός έτους απόφασή της, για συγκεκριμένο λόγο και κατηγορητήριο, και μάλιστα ως προς τις εκκλησιολογικές μου τοποθετήσεις στο συγκεκριμένο Διάλογο, δεν έχω κανένα λόγο να μην σεβαστώ και την νέαν απόφαση.


3) Έρχομαι τώρα στα όσα αναφέρει ο Σεβ Κυθήρων.


α) Την επιφύλαξη του Σεβ. Κυθήρων δεν την έχει εκφράσει μέχρι σήμερα ούτε προφορικά, ούτε γραπτά ο Ελλογιμ. Καθηγητής κ. Δημήτριος Τσελεγγίδης, ο όποιος έλαβε την επιστολή, την οποίαν επικαλείται ο Σεβ. Κυθήρων, και με τον οποίον κατ' αντίληψιν επικοινώνησα τόσο τηλεφωνικά όσο και διά ζώσης, εξ αφορμής πανεπιστημιακών θεμάτων και υποχρεώσεων.

Ένα τέτοιου είδους σοβαρό εκκλησιολογικό ατόπημα πέρασε απαρατήρητο από τον καταξιωμένο Καθηγητή της Δογματικής και Συμβολικής Θεολογίας και ασχολίαστο;


β) Εάν ο Σεβ. Κυθήρων είχε διαβάσει σωστά ο ίδιος, την Όρθόδοξον Εκκλησιολογίαν του καθηγητή Ιωάννου Καρμίρη και τα όσα αναφέρω εγώ στη συγκεκριμένη παράγραφο, περί Ενότητος και Καθολικότητας της 'Εκκλησίας και μάλιστα της Ορθόδοξης Εκκλησίας δεν θα τολμούσε να αναφέρει ως κατηγορητήρια τα όσα διαλαλεί.


Δυστυχώς, ο Σεβ. Κυθήρων μαθαίνει την Ορθόδοξη 'Εκκλησιολογία από δεύτερο χέρι, από την αυτοαποκαλούμενη «Φιλορθόδοξη Ένωση Κοσμάς Φλαμιάτος», την οποίαν κανένα επίσημο εκκλησιαστικό όργανο (συνοδικό) δε ν της έχει αναγνωρίσει την «φιλορθοδοξία» της, παρά μόνο το άλλο αυτοχαρακτηριζόμενο προπαγανδιστικό του όργανο «Ορθόδοξος Τύπος», πολλώ μάλλον όταν προεδρεύει αυτού του Σωματείου ένας πρώην ρωμαιοκαθολικός, προσήλυτος στην Ορθοδοξία, ο οποίος με την έκδοση δήθεν αντι-οικουμενιστικών βιβλίων αλλά και οικουμενιστικών (βλ. «Η θεολογία του Ιωάννου Ζηζιούλα») (!!!), προσπαθεί να εμφανιστεί ζηλωτής της Ορθοδοξίας και πολέμιος του παπισμού, από τα σπλάγχνα του οποίου βέβαια προέρχεται και που να συνεχίζει να επιχειρηματολογεί με όρους και προϋποθέσεις ρωμαιοκαθολικής εκκλησιολογίας, μάλιστα «αθροιστικού τύπου», αφού αυτήν την εκκλησιολογία, του ιθ' αιώνος, διδάχθηκε στα σεμινάρια της Δύσης


Τα επιχειρήματα αυτά δυστυχώς επαναλαμβάνει άκριτα και ο Σεβ. Κυθήρων, καθ' υπόδειξη και καθ' υπαγόρευση, όπως και πολλοί άλλοι, και οι οποίοι έχουν την εντύπωση ότι εκκλησιολογικά ορθοφρονούν.


Επαναλαμβάνω λοιπόν και εγώ το υμνογραφικό: «φρίξον ήλιε και στέναξον γη» για το αθεολόγητο του ανδρός!!!


Συστήνω λοιπόν στον Σεβ. Κυθήρων, ως Πανεπιστημιακόν πλέον Διδάσκαλον, να ξαναδιαβάσει την Ορθόδοξη Εκκλησιολογία του αειμνήστου Καθηγητού Ιωάν. Καρμίρη και την Εκκλησιαστική Ιστορία του Αειμνήστου Καθηγητού Αρχιμ. Βασιλείου Στεφανίδη, ώστε να αποκτήσει ο ίδιος το σωστό πλαίσιο της ορθόδοξης εκκλησιολογίας και να μη δέχεται να γίνεται φερέφωνο άλλων, όχι και τόσο εκκλησιολογικώς Αξιόπιστων «μαρτύρων».


4) Επειδή, ο Σεβ. Κυθήρων, μας βομβαρδίζει, συχνά- πυκνά με κείμενα, στα όποια εκφράζει την αγωνία του για ένα και μoναδικό θέμα, το όποιο φαίνεται ότι έχει θέσει ως σκοπό στην αρχιερατική του διακονία και συνοδική του συνείδηση, την αποκατάσταση του εν ακοινωνησία διατελούντος Μητροπολίτου Νικοδήμου Γκατζιρούλη, ενώ για τα λοιπά θέματα είναι πάντα επικριτικός και τα τοποθετεί σε δεύτερη αξιολογική τάξη.

Θα πρέπει να διαβάσει επίσης σωστά το Κανονικό Δίκαιο της Ορθόδοξης Εκκλησίας, όχι βέβαια με προτεσταντικού τύπου πρεσβειωπικά γυαλιά, αλλά με κριτήρια καθαρά ορθόδοξα ώστε να βρει τις κατάλληλες απαντήσεις, για το θέμα που τον απασχολεί τόσο έντονα, και να βοηθήσει τον εν ακοινωνησία διατελούντα Μητροπολίτη, αλλά και για να κατανοήσει ο ίδιος τον τρόπο λειτουργίας του συνοδικού συστήματος και τη θέση και το ρόλο πού έχει, κάθε Επίσκοπος εντός της Συνόδου.

Επαναλαμβάνω και πάλιν και πολλάκις, ότι βρίσκομαι στη διάθεση της Ιεράς Συνόδου για κάθε διευκρίνιση.

Ελάχιστος εν Χριστώ αδελφός


† Ο Μεσσηνίας Χρυσόστομος


Υ.Γ. Επισκέπτης του μπλόγκ αποτείχισι μας, ενημέρωσε ότι ο ΒΟΘΡΟΣ των ΠΑΤΡΩΝ, αναφέρεται σε μας και γράφει δύο χοντρά ΨΕΥΔΗ.

Τέτοιοι είναι όλοι οι Οικουμενιστές και οι Λατινόφρονες.

Ψεύτες και δόλιοι.

Γράφει, λοιπόν, στον ΒΟΘΡΟ του στον οποίο αναπαύονται όλοι οι γνωστοί "ομοερωτιάρηδες καλλιτέχνες ή καλλιτέχνησες", ότι ο μητροπολίτης Κυθήρων μας έδωσε ο ίδιος εμάς την επιστολή του και την δημοσιοποιήσαμε από την ιστοσελίδα μας.

Και έτσι το άλτερ έγκο του δεν κατάφερε να την λάβη πρίν από μάς, που καταφέραμε και λάβαμε και την απάντησι του Μεσσηνίας και την βάλαμε και αυτήν πρώτοι και ας μην το ομολογεί το άλτερ εγκο του.

Ουδέν τούτου αναληθέστερον Ψευδολόγε ....χορτοφάγε!!!

Ο σεμνός και αγωνιστής μητροπολίτης Κυθήρων, που δεν είσαι άξιος ούτε εσύ, αλλά ούτε και η παρέα σου να τον βάζετε στο βοθρόστομά σας, γιατί δεν είναι του φυράματός σας!!! αρνήθηκε να μας δώση την επιστολή του και έτσι την βρήκαμε από αλλού. Εστάλη σε εβδομήντα μητροπολίτες, το ξεχνάς;

Δεύτερον αναίσχυντε ψευδολόγε, εμείς δεν αποτειχισθήκαμε, αν και είμαστε υπέρ της Αποτειχίσεως.

Το πότε θα το πράξουμε είναι δικό μας ζήτημα και όχι δικό σου.

Οταν η Εκκλησία, όπως πάει, καταντήσει βόθρος και Χαβούζα, όπως κατάντησε το ιστολόγιό σου, τότε θα φύγουν, από αυτό το μαγαρισμένο κατασκεύασμα, ακόμα και ...τα θηρία του δρυμού!!!

Και θα μείνης εκεί, μόνον εσύ και οι όμοιοί σου.


Σάββατο 19 Ιουνίου 2010












Α π ο κ λ ε ι σ τ ι κ ό

-------------------------

Ο ΜΕΣΣΗΝΙΑΣ

ΔΕΝ ΟΡΘΟΤΟΜΕΙ

ΤΟΝ ΛΟΓΟΝ

ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ


Πελώρια εκκλησιολογική εκτροπή

Ο αγωνιστής μητροπολίτης Κυθήρων κ. Σεραφείμ απέστειλε πρός την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος ΚΑΤΑΓΓΕΛΤΙΚΗ ΕΠΙΣΤΟΛΗ στην οποία κατηγορεί τον μητροπολίτη Μεσσηνίας κ. Χρυσόστομο Σαββάτο ότι εκπίπτει σε πελώρια εκκλησιολογική εκτροπή.
Και καλείται ο μητροπολίτης κ. Σαββάτος ή να αποπτύση την εκκλησιολογική αίρεσι που γραπτά αποδέχεται ή να καθαιρεθή από το επισκοπικό του αξίωμα.
Ο μητροπολίτης Μεσσηνίας απάντησε στον εγκαλούντα αυτόν μητροπολίτη Κυθήρων κ. Σεραφείμ.
Την απάντησί του θα δημοσιεύσουμε στη συνέχεια.

Εν Κυθήροις τη 1η Ιουνίου 2010


Αριθ. Πρωτ.: 493

Προς Την lεράν Σύνοδον της Εκκλησίας της Ελλάδος
Ιωάννου Γενναδίον 14115 21 Αθήνας

Μακαριώτατε άγιε Πρόεδρε, Σεβασμιώτατοι άγιοι Συνοδικοί,

Εύχεσθε υπέρ της ελαχιστότητός μου και του φιλοχρίστου Ποιμνίου της θεοσώστου Επαρχίας μου.
Βαθυσεβάστως προάγομαι, εν όψει της κατά πληροφορίας επικειμένης κατ' αυτάς εκτάκτου συγκλήσεως της Σεπτής ημών Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, να καταθέσω ευλαβώς τον από οκταμήνου γεννηθέντα μοι ακόλουθον προβληματισμόν, απτόμενον δογματικού-εκκλησιολογικού θέματος προς εξέτασιν και διευθέτησιν εν Αγίω Πνεύματι υπό της Σεπτής Ανωτάτης ημών Εκκλησιαστικής Αρχής.

Πριν εκθέσω συνοπτικώς και εν αδραίς γραμμαίς το ανακύψαν σοβαρόν τούτο εκκλησιολογικόν πρόβλημα, επιθυμώ να χαιρετίσω εγκαρδίως το γεγονός της συγκλήσεως της Ι.Σ.Ι., πέραν της κατ' έτος κατα μήνα Οκτώβριον, τακτικής Συνελεύσεως Αυτης, και άλλας φοράς, εκτάκτως, ήδη η επικείμενη Σύνοδος Αυτής θα είναι η τετάρτη εντός του τρέχοντος Εκκλησιαστικού έτους.
Και ακολούθως να παρακαλέσω θερμώς και ταπεινώς, ίνα μη περιορίζωνται Αύται εις την αντιμετώπισιν οικονομικών, φορολογικών και εκλογικών μόνον θεμάτων, και δη εν περιόδοις Αγίων Τεσσαρακοστών και προθύροις των μεγίστων Δεσποτικών εορτών των Χριστουγέννων και του Αγίου Πάσχα αλλά πρωτίστως και κυρίως εις σύσκεψιν, θεώρησιν και επίλυσιν κανονικών εκκλησιαστικών ζητημάτων και χρονιζόντων, -ως το εκκρεμούν εισέτι κανονικόν θέμα της αδίκου, αναπολογήτου και αντικανονικής καταδίκης και εκπτώσεως 12 Μητροπολιτών εν έτει 1974, μη αποκατασταθείσης πώποτε της βιαίας, αντιευαγγελικής και αντικανονικής ταύτης πράξεως (περί ου ανεφέρθην προλαβόντως προς Υμάς διά των υπ' αριθ. 157/27-2-2009, 97/8-2-2010, 193/10-3-2010, 194/10-3-2010 και 397/7-5-2010 έγγραφων μου) και το συνημμένον τούτω ψυχρώς αντιμετωπισθέν προσφάτως χαίνον κανονικόν ζήτημα της Ιεράς Μητροπόλεως Αττικής, παρά πάσαν έννοιαν θείου τε, κανονικού και ανθρωπίνου δίκαιου -και ετέρων δογματικών και εκκλησιολογικών θεμάτων, ως το ευθύς αμέσως εκτιθέμενον τοιούτον.


Άπαντες ημείς, Μακαριώτατε άγιε Πρόεδρε και άγιοι Συνοδικοί Αδελφοί Ιεράρχαι, οί συγκροτούντες την Ιεράν Σύνοδον της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος εγενόμεθα κάτοχοι της κοινοποιηθείσης ημίν από 1ης Οκτώβριου 2009 επιστολής του Σεβ. Μητροπολίτου Μεσσηνίας κ. Χρυσοστόμου, απευθυνθείσης πρός τον Ελλογιμώτατον Καθηγητήν κ. Δημήτριον Τσελεγγίδην (Τμήμα Θεολογίας-Τομεύς Δογματικής Θεολογίας) του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.
Εξ αυτής ηντλήσαμεν χρησίμους πληροφορίας, τας όποιας ο Σεβασμιώτατος ως Αντιπρόσωπος της Εκκλησίας της Ελλάδος εις την Μικτήν θεολογικήν Επιτροπήν του Διαλόγου μεταξύ Ορθοδόξων και Ρωμαιοκαθολικών παρέσχε εις τον Ελλογιμώτατον κ. Καθηγητήν και εις ημάς τοις Ιεράρχαις περί του εν θέματι Διαλόγου και της προ αυτού και μετ' αυτόν τηρούμενης διαδικασίας, δια τας όποιας και τον ευχαριστούμεν.


Όμως, μεταξύ άλλων, ο Σεβ. Μεσσηνίας εις την σελ. 4, παρ. γ' γράφει και τα εξής:

«Στήν §13 του άρθρου σας δεν κατανοώ εις τί έγκειται η επιφύλαξή σας και το «εκκλησιολογικό απαράδεκτο και το αντιφατικό».

Η Εκκλησία του Χριστού, είναι Μία και Αδιαίρετη, πριν το σχίσμα, σήμερα είναι διηρημενη, αφού βρισκόμαστε σε σχίσμα, αυτό επιβεβαιώνει το περιεχόμενο της §41 του Κειμένου της Ραβέννας».

Και κατωτέρω, εις την επομένην υπ' αριθ. δ' παραγρ. προσθέτει ο Σεβ. Αδελφός :


«...Σας διαφεύγει: Ότι όταν δεν υφίσταται σχίσμα τότε δεν υπάρχει Μία αόρατη Εκκλησία, αλλά η Μία και Αδιαίρετη Εκκλησία, η όποια εκφράζεται σε κάθε τοπική Εκκλησία και δέν θεωρείται αθροιστικώς η Καθολικοτητά της».

Αυτά, συν τοις άλλοις, παρατηρεί ο Σεβ. Μητροπολίτης Μεσσηνίας κ. Χρυσοστομος, απαντών εις τον συνάδελφόν του Καθηγητήν κ. Τσελεγγίδην, Καθηγητής ων και ο ίδιος εις την θεολογικην Σχολήν του Παν/μίου Αθηνών (Τμήμα Θεολογίας, Τομεύς Πατερικών Σπουδών, Ιστορίας Δογμάτων και Συμβολικής).
Η πρώτη και άμεσος αντίδρασις του «άκρω δακτύλω» έχοντος γνώσιν και γεύσιν της Ορθοδόξου θεολογίας και Εκκλησιολογίας είναι η εν τη Εκκλησιαστική Υμνογραφία της Μεγ. Εβδομάδος φρασις: «φρίξον ήλιε, στέναξον η γή».


Μακαριώτατε, Σεβασμιώτατοι άγιοι Αδελφοί,

Άναυδος και εμβρόντητος εκ της τοιαύτης πελώριας εκκλησιολογικής εκτροπής του Σεβασμιωτάτου αγίου Αδελφού εσιώπησα επί 8μηνον προσευχόμενος και αναμένων την επισήμανσιν του δεινού αυτού εκκλησιολογικού ατοπήματος υπό αρχαιοτέρων εμού, κατά τα πρεσβεία της Αρχιερωσύνης, συνεπισκόπων μου, ίνα μη παραμένη επισήμως εκπεφρασμένη η άστοχος και βλάσφημος αύτη, υπό την ευρείαν της λέξεως σημασίαν, εκκλησιολογική τοποθετησις ου μόνον υπό τινος εν ενεργεία Σεβ. Μητροπολίτου, αλλ' εν ταυτώ και υπό του ενός εκ των δύο αντιπροσώπων Μητροπολιτών της Ελλαδικής ημών Εκκλησίας εις την Μικτήν θεολογικήν Επιτροπήν του Διαλόγου μεταξύ Ορθοδόξων και Ρωμαιοκαθολικών.
Παγία μου αρχή και τακτική εμπνευσθείσα και διδαχθείσα μοι υπό του αλήστου μνήμης μεγάλου και κατηξιωμένου εις την συνείδησιν σύμπαντος τον Ορθοδόξου Χριστεπωνύμου Πληρώματος λαμπρού Ιεράρχου των καιρών μας αοιδίμου Μητροπολίτου Ύδρας, Σπετσών και Αιγίνης κυρού Ιεροθέου, πολυσεβάστου και ανεκτιμήτου μοι Πνευματικού Πατρός και Γέροντος, είναι τόσον ως μέλος της ΔΙΣ, διακονήσας κατά την 149ην Συνοδικήν περίοδον, ευθύς αμέσως μετά την εκλογήν και χειροτονίαν μου ως Μητροπολίτου Κυθήρων, όσον και ως μέλος της ΙΣΙ να συμμετέχω επαγρυπνών εις τας Συνεδρίας, ακροώμενος πρωτίστως τους αρχαιοτέρους και εμπειροτέρους μου αγίους Συνέδρους, αλλά και τοποθετούμενος κυρίως επί κανονικών και δογματικών ζητημάτων, όταν μάλιστα έτεροι πρεσβύτεροι εμού κατά την Αρχιερωσύνην και την ηλικίαν δεν λαμβάνουν επ' αυτών σαφή θεσιν.

Διά τούτο, μετά πολύμηνον αναμονήν, απεφάσισα να θέσω επισήμως το φλέγον τούτο θέμα, εν όψει μάλιστα της επικειμένης συγκλήσεως της εν θέματι Μικτής Επιτροπής εις Βιέννην, αφού επισήμως, δημοσία και «γυμνή τη κεφαλή» υπεστηρίχθη υπό του Σεβ. Μεσσηνίας, αλλά και επισήμως κατηγγέλθη υπό Ορθοδόξων πιστών εις την Διαρκή Ιεράν Σύνοδον και συχνώς απασχολεί τον εκκλησιαστικόν τύπον.
Γνωρίζω, βεβαίως, ότι δια του τρόπου αυτού θα λυπήσω τον άγιον Αδελφόν και θα καταστώ δυσάρεστος εις ωρισμένους, αλλά πιστεύω ακραδάντως ότι εις τοιαύτα υψίστης σημασίας θεολογικά και εκκλησιολογικά θέματα πρέπει να ισχύη το απόφθεγμα της θύραθεν σοφίας: «φίλος ο Πλάτων, φιλτάτη η αλήθεια» και της θείας σοφίας: «ει ανθρώποις ήρεσκον, Χριστού φίλος ουκ αν ήμην»


1. Ποίον το προκαλούμενον πελώριαν θεολογικόν- εκκλησιολογικόν πρόβλημα;

Ο Σεβ. Μεσσηνίας διατείνεται ότι προ του σχίσματος των Ρωμαιοκαθολικών είχομεν την Μίαν Αγίαν Καθολικήν και Αποστολικήν Εκκλησίαν, την Μίαν και Αδιαίρετον Εκκλησίαν, όπως την αποκαλεί, η οποία, όμως, «σήμερα είναι διηρημένη, αφού βρισκόμαστε σε σχίσμα» και, προφανώς, δεν δυνάμεθα να ομιλώμεν και να πιστεύωμεν εις «Μίαν, Αγίαν, Καθολικήν και Αποστολικήν Εκκλησίαν» άχρις ου αρθή το σχίσμα και επιτευχθή η παρά πάντων επιπόθητος δογματική-εκκλησιολογική ένωσις, η οποία υφίστατο μεν κατά τους εννέα (9) πρώτους χριστιανικούς αιώνας, (οπότε οι μετέπειτα διαφοροποιηθέντες και αποστάντες της ενότητος της πίστεως και της ακαινοτομήτου εκκλησιαστικής παραδόσεως και αποσχισθεντες οριστικώς εν έτει 1054 μ.Χ. απεκόπησαν τελικώς εκ της Μιάς, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας), αλλ' έκτοτε διεσαλεύθη και δεν υπάρχει πλέον.
Κατά την άποψιν ταύτην του Σεβασμιωτάτου η Αγία του Χριστού Εκκλησία μας θα είναι διά πάντα διηρημένη, εφ' όσον υφίσταται το σχίσμα των Ρωμαιοκαθολικών, αλλά και κατά την ιδίαν λογικήν θα ίσχυε ότι, και εν η περιπτώσει επετυγχάνετο η ένωσις, πάλιν Αύτη, η Μία Εκκλησία θα είναι διηρημένη, λόγω υφισταμένων εσωτερικών σχισμάτων, αλλά και διότι εκ των Ρωμαιοκαθολικών έχουν απ' αιώνων αποσχισθή διαμαρτυρόμεναι αι προτεσταντικαί παραφυάδες.

Ως γνωστόν, διαχρονικώς, από του πρώτου μ.Χ. αιώνος και κατά τους εφεξής, αι αιρέσεις και τα σχίσματα δεν απέλειψαν. Αυτό όμως, εις ουδεμίαν περίπτωσιν σημαίνει ότι η Μία Αγία Καθολική και Αποστολική Εκκλησία ουδ' επί στιγμήν έπαυσε να υφίσταται ή υφίσταται πλέον ως διηρημένη.
Απεσχισμένοι χριστιανοί υπάρχουν, διηρημένη όμως Εκκλησία όχι, διότι, απλούστατα, δεν δύναται ούτω πως να είναι και να αποκαλήται Εκκλησία.
Η μόνη και αληθής Εκκλησία του Χριστού είναι η Ορθόδοξος Εκκλησία, η ακραιφνώς και αναλλοιώτως φυλάττουσα την αρχαιοκαθολικην παράδοσιν, την Ευαγγελικήν, Αποστολικήν και Αγιοπατερικήν πίστιν και κληρονομίαν, η Μία Αγία Καθολική και Αποστολική Εκκλησία.


Ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, ο οποίος παρεικάζει, καθώς αρχαιότερον και ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, την Εκκλησίαν του Χριστού με πλοίον, την ονομάζει νοητήν ναυν με Κυβερνήτην τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν, πλήρωμα τους Αγίους Αποστόλους και τους διαδόχους αυτών και τους λοιπούς Κληρικούς, επιβάτας όλους τους Ορθοδοξους Χριστιανούς και Ιερόν Πηδάλιον την βίβλον των Ιερών Κανόνων, δεν επιμερίζεται την άποψιν ωρισμένων περί "διϊσταμένων αδελφών και ισοτίμων Αδελφών Εκκλησιών", όταν μάλιστα ανάμεσά των υπάρχει αίρεσις ή σχίσμα.
Ομιλεί περί απεσχισμένων χριστιανών και ναυαγών, οι οποίοι εγκατέλειψαν το ιερόν σκάφος της Ορθοδόξου Εκκλησίας και πελαγοδρομούν τήδε κακείσε και η μόνη ελπίς σωτηρίας των είναι να επανέμβουν εν μετανοια εις το θεοκίνητον σκάφος της Αγιωτάτης μας Εκκλησίας, αποκηρύσσοντες το οιονδήποτε σχίσμα και την οποιαδήποτε αίρεσιν.


Ως Επίσκοποι της Εκκλησίας του Χριστού εδώκαμεν, ως γνωστόν, ενώπιον του Θεού και του Χριστωνύμου Λαού, κατά την φρικτήν ώραν της Ομολογίας της Πίστεως, ολίγον προ της εις Επίσκοπον χειροτονίας μας, φοβεράς υποσχέσεις ισοβίου εμμονής και προσηλώσεως εις την θεόσδοτον ορθόδοξον πίστιν και τας ιεράς παραδόσεις της Εκκλησίας μας.
Ωμολογήσαμεν την εσαεί αφοσίωσίν μας εις την Μίαν Αγίαν Καθολικήν και Αποστολικήν Εκκλησίαν, η οποία παρά το συγκεκριμένον σχίσμα των Ρωμαιοκαθολικών, (το οποίον, ως γνωστόν, κατά τους Αγίους Πατέρας της Εκκλησίας μας, και δη τους Αγίους Γρηγόριον τον Παλαμάν και Μάρκον τον Ευγενικόν, είναι μεμιγμένον με ποικιλωνύμους αιρέσεις και την αντικανονικήν κοσμικήν εξουσίαν του Πάπα, του άρχοντος του κράτους του Βατικανού), και όλα τα λοιπά σχίσματα και τας αιρέσεις, είναι και θα παραμένη η θεματοφύλαξ της ορθοδόξου πίστεως και παραδόσεως και η κιβωτός της σωτηρίας μας.


Απαραίτητος προϋπόθεσις της Επισκοπικής χειροτονίας μας ήτο η καθομολόγησις της Αγίας ημών και αμωμήτου Ορθοδόξου πίστεως.
Εδόθη η υπόσχεσις διά την αποδοχήν και τήρησιν πάντων «όσα η Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία των Ορθοδοξων (σ.σ. και ουχί των λοιπών άλλων) πρεσβεύουσα δογματίζει, (και η δήλωσις ότι) ταύτα πρεσβεύων καγώ και πιστεύων, μηδέν προστιθείς, μηδέν αφαιρών, μηδέν μεταβάλλων, μήτε των δογμάτων, μήτε των Παραδόσεων, αλλά τούτοις εμμένων και ταύτα μετά φόβου Θεού και αγαθής συνειδήσεως διδάσκων και κηρύττων, πάντα δε όσα Εκείνη κατακρίνουσα ως ετεροδιδασκαλίας αποδοκιμάζει ταύτα καγώ αποδοκιμάζων και αποδιοπομπούμενος διά παντός».


Κατόπιν όλων αυτών πας τις αντιλαμβάνεται ότι η Αγία ημών Ορθόδοξος Εκκλησία ουδέποτε έπαυσε να είναι η Μόνη Εκκλησία, η Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία, ουδ' επί στιγμήν ποτε απώλεσε την τοιαύτην αυτοσυνειδησίαν της και την αληθή ταυτότητα ταύτης ως της Μόνης Κιβωτού της Σωτηρίας, χωρίς ποτε να αποστρέφεται η να απεμπολή μετά λοιδορίας και βδελυγμίας τους εν πλάνη, σχίσματι και αίρέσει όντας συνανθρώπους μας, αλλά συμπαθώς και φιλευσπλάγχνως αεί προσευχομένη και εργαζομένη υπέρ της των πάντων ενώσεως εν Αγίω Πνεύματι. Προσέτι δε πας τις κατανοεί ότι η αυτή Αγιωτάτη ημών Εκκλησία είναι η πάντοτε Αδιαίρετος και Μία Εκκλησία, αφού είναι «ο Χριστός παρατεινόμενος εις τους αιώνας».
Όστις «ου μεμέρισται ποτέ», αλλά τυγχάνει πάντοτε «ο μελιζόμενος και μη διαιρούμενος, ο πάντοτε εσθιώμενος και μηδέποτε δαπανώμενος, αλλά τους μετέχοντας αγιάζων», όπως και η διηνεκώς Αδιαίρετος και τούς πιστούς αγιάζουσα Εκκλησία Του.


και 2. Ποία η ενδεδειγμένη αντιμιετώπισις και επίλυσις του σοβαροτάτου αυτού προβλήματος;

Δι' όλων των άνωτέρω παρατεθέντων, Μακαριώτατε Άγιε Πρόεδρε και Άγιοι Συνοδικοί, πιστεύω ότι καταδεικνύεται η ασφαλής οδός της διορθώσεως και επανορθώσεως της εσφαλμένης ταύτης καιρίας δογματικής αποκλίσεως και νενοθευμένης εκκλησιολογίας.
Η συγκεχυμένη εκκλησιολογία επιφέρει κλυδωνισμούς εις τα θέματα πίστεως και εκτροπήν εκ της ορθοδόξου πνευματικής τροχιάς. Ούτως εχόντων των πραγμάτων πας τις Επίσκοπος όχι μόνον δεν δύναται να εκπροσωπή την οικείαν Αυτοκέφαλον η Αυτόνομον Ορθόδοξον Εκκλησίαν εις Θεολογικής Επιτροπάς Διαλόγων, έστω και αν προ και μετά τας συναντήσεις μετά των ετεροδόξων αναφέρεται, όπως υπεγραμμίσθη εις την παρελθούσαν Τακτικήν σύγκλησιν της ΙΣΙ, κατά τον παρελθόντα Οκτώβριον, εις την οικείαν Ιεράν Σύνοδον, εν η περιπτώσει δεν εμφορείται υπό υγιούς ορθοδόξου φρονήματος, αλλ' ουδέ «εν καθέδρα πρεσβυτέρων» και «εκκλησία λαού» δύναται να ίσταται και προΐσταται.

Περαίνων την παρούσαν έπιστολήν μου, παράκλησιν θερμήν υποβάλλω όπως, ομού μετά της εγκρίσεως των διαφόρων Kαvovισμών κατά την προσεχή έκτακτον σύγκλησιν της Ιεραρχίας συζητηθή και το ως άνω θέμα.

Ο Σεβ. Μητροπολίτης Μεσσηνίας κ. Χρυσόστομος να κληθή εν Συνόδω προφορικώς τε και γραπτώς να ανακαλέση ευθέως και απεριφράστως την εκκλησιολογικήν του ταύτην εκτροπήν και εν τοις πράγμασιν αναίρεσιν του θεμελιώδους εκκλησιολογικού δόγματος του Ιερού Συμβόλου της πίστεως περί της Μιας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας, ήτις θα ήτο αντιφατικόν και εκκλησιολογικώς απαράδεκτον να αποκαλήται μεν Μία, αλλά συγχρόνως να είναι και διηρημένη, να αναγνωρίζωμεν ότι υφίσταται το σχίσμα των Ρωμαιοκαθολικών, και ενώ τούτο είναι παραδεκτόν να μη ομολογώμεν την Καθολικήν, Αποστολικήν και ακαινοτόμητον Εκκλησίαν των Ορθοδόξων ως την Μίαν, Αγίαν, άτμητον και Αδιαίρετον και εκ του σχίσματος αμίαντον.


Να ομολογήση ευθαρσώς και τιμίως ο Σεβ. Αδελφός ότι η Αγιωτάτη του Χριστού Ορθόδοξος Εκκλησία είναι κατά το Ιερόν Σύμβολον της Πίστεως και την Ομολογίαν Πίστεως, την οποίαν εδώκαμεν προ της εις Επίσκοπον χειροτονίας μας, ως προανέφερον, η Μια Αγία Καθολική και Αποστολική Εκκλησία, Αδιαίρετος απ' αρχής, και νυν και αεί, ως φορεύς της Κυριακής Διδαχής, της Αποστολικής και Αγιοπατερικής Παραδόσεως, των όρων, των δογμάτων και των Ιερών Κανόνων τών Αγίων Οικουμενικών και Τοπικών Συνόδων.

Εάν, παρ' ελπίδα, τούτο δεν συμβή, τότε βάσει αυτών τούτων των θείων και Ιερών Κανόνων και δογμάτων και της ιεράς Ορθοδόξου Παραδόσεως ου μόνον ως Αντιπρόσωπος της Ελλαδικής ημών Εκκλησίας εις τον εν θέματι θεολογικόν Διάλογον, ούδε ως Επίσκοπος δύναται του λοιπού να λογίζεται, ως μη ορθοτομών τον λόγον της Θείας Αληθείας.

Ειλικρινώς δηλώ ότι χαίρομαι και θεωρώ τιμητικήν την παρουσίαν εις το Σώμα της ΙΣΙ Αδελφών συνεπισκόπων Καθηγητών του Πανεπιστημίου και διδακτόρων.
Αι απαιτήσεις, όμως, όλων μας είναι ηυξημέναι εις τας περιπτώσεις αυτάς.


Εις την λίαν κρίσιμον εποχήν και περίοδον, την οποίαν διερχόμεθα ως Εκκλησία και Έθνος, αντιμετωπίζοντες το καταλυτικόν ρεύμα της παγκοσμιοποιήσεως της «νέας εποχής», είναι αναγκαίον και απαραίτητον να πορευθώμεν εις την Ευρώπην και τον υπόλοιπον κόσμον ου μόνον ως Έλληνες, κατά τον δόκιμον πολιτικόν αναλυτήν κ. Κων/νον Χολέβαν, αλλά και, κυρίως, ως Ορθόδοξοι.

Ευχόμενος από καρδίας ευλογημένην και πλουσιόκαρπον την αρξαμένην αγίαν περίοδον τής νηστείας των Αγίων Αποστόλων διατελώ.
Μετά βαθυτατου σεβασμού

Ο Μητροπολίτης


† Ο Κυθήρων Σεραφείμ


Κοινοποίησις: Σεβ. Μητροπολίτας της Εκκλησίας της Ελλάδος

ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΟΙ ΑΣΠΑΣΜΟΙ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΑΡΧΙΕΡΕΩΝ ΜΕ ΕΤΕΡΟΔΟΞΟΥΣ

Ο ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΑΥΣΤΡΑΛΙΑΣ κ. ΣΤΥΛΙΑΝΟΣ

ΕΠΙΚΡΙΝΕΙ ΤΟΥΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΟΥΣ ΑΣΠΑΣΜΟΥΣ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΑΡΧΙΕΡΕΩΝ ΜΕ ΕΤΕΡΟΔΟΞΟΥΣ.

-2

ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΑΥΣΤΡΑΛΙΑΣ κ. ΣΤΥΛΙΑΝΟΣ

Ἐπὶ 20ετία ἐπικεφαλῆς τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας στὸ «θεολογικὸ διάλογο» μὲ τοὺς Παπικούς.

«Πολλοί, ἀτυχῶς, ἱεράρχες… σπεύδουν νὰ ἀσπασθοῦν ἀλλήλους στὴν ἱερώτερη στιγμὴ τῆς Θείας Εὐχαριστίας, ὅταν λέμε “ἀγαπήσωμεν ἀλλήλους…”. Αὐτὴ εἶναι ἡ στιγμὴ κατὰ τὴν ὁποία ἐκφράζουμε τὴν ὑψίστη καὶ βαθυτάτη ἑνότητα μόνον τῶν συλλειτουργούντων. Οἱ λειτουργοὶ δὲν ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ ἀσπασθοῦν μήτε τοὺς ὁμοδόξους ἱεράρχες καὶ λοιποὺς κληρικοὺς ποὺ βρίσκονται στὸ ἱερὸ Βῆμα. Καὶ ὅμως ὑπάρχουν ὀρθόδοξοι ἱεράρχες –δὲν χρειάζεται νὰ ποῦμε ὀνόματα– οἱ ὁποῖοι καλοπροαίρετα, χωρὶς ὅμως νὰ ἔχουν συνείδηση τοῦ πόσο βαριὰ θεολογικὴ εὐθύνη φέρουν τὴν στιγμὴ ἐκείνη, ἀσπάζονται τοὺς ἑτεροδόξους κληρικούς, ἐνῶ δὲν ὑπάρχει ἀντίκρισμα, εἶναι ἀνανταπόδοτο, γιατί δὲν θὰ κοινωνήσουν ἀπὸ τὸ κοινὸ ποτήριο. Γιατί, λοιπόν, τοὺς ἀσπάζονται;»

CORRECTION-AUSTRALIA-GREECE
(Στυλιανοῦ, Ἀρχιεπ. Αὐστραλίας, «Ὁ μεταξὺ Ὀρθοδόξων καὶ Ρωμαιοκαθολικῶν Θεολογικὸς Διάλογος, Προβλήματα καὶ προοπτικές», Ἐπιστημονικὴ Ἐπετηρίδα Θεολογικῆς Σχολῆς Ἀριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, 29 (1986-1989), σέλ. 22-24.)
















«Τά τῆς Ἐκκλησίας

ἀποίμαντα» (ε)

του μητροπολίτου Αττικής και Μεγαρίδος κ. ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ

Στό βαρύ ζόφο τῶν κακῶν χειρισμῶν τῆς ἠθικῆς χωματερῆς Μπεζενίτη ἐκ μέρους τοῦ, «φίλου του», ἑλληνικοῦ Συνοδικοῦ κυκλώματος καί-ἰδιαζόντως-ἐκ μέρους τοῦ «ἰξευτοῦ» (κυνηγοῦ μέ ξόβεργες), ἀθεμελίωτων Ἱεροκανονικά, προνομίων, Πατριάρχη Βαρθολομαίου, γεγονότα, πού εὐτέλισαν τούς ἱερούς θεσμούς καί πλήγωσαν τίς συνειδήσεις τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ πληρώματος, ἀλλά σωριάστηκαν περιφρονητικά στό ἑρμάρι τῆς λήθης, ἐπιστρέφουν στίς μνῆμες τοῦ λαϊκοῦ πληρώματος καί δρομολογοῦν διάδοχες ἀντιδράσεις καί διογκωμένες ἀντιστάσεις.

Στή σειρά τῶν ἄρθρων, πού ξεδιπλώσαμε τήν ἱστορία τοῦ «ἐκκλήτου», προσφύγαμε στίς ἀναλύσεις τῶν μεγάλων Κανονολόγων τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας μας. Μελετήσαμε τό πλούσιο, παλαιό καί πρόσφατο, ἱστορικό ὑλικό. Καί διαπιστώσαμε, πώς ὅλα, «ἐν συμφωνίᾳ», ἐντοπίζουν καί περιορίζουν τό δικαίωμα τοῦ προκαθήμενου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κωνσταντινούπολης, νά δέχεται «ἔκκλητες» ἀναφορές καί νά ἀποφαίνεται ἁμετάκλητα, μόνο στίς περιπτώσεις Ἱεραρχῶν, πού διακονοῦν στά ὅρια τῆς Πατριαρχικῆς δικαιοδοσίας του. Σέ καμμιά ἄλλη περίπτωση δέν παραχωρεῖται στόν Πατριάρχη ἄδεια νά διεισδήσει σέ ξένη δικαιοδοσία καί νά λειτουργήσει ὡς ἀνώτατος δικαστής.

Ἡ ἀποδοχή ἐκ μέρους τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος τῆς Πατριαρχικῆς Συνοδικῆς Πράξης τοῦ 1928, πού ἐξασφαλίζει στόν Πατριάρχη τό δικαίωμα ἀποδοχῆς ἐκκλήτων προσφυγῶν ἐκ μέρους τῶν Μητροπολιτῶν τῶν Νέων Χωρῶν, ἦταν μιά ἀδελφική, τιμητική, παραχώρηση στή βαθειά τραυματισμένη Ἐκκλησία τοῦ Βοσπόρου καί τίποτα περισσότερο. Ἡ ἀδελφή, ὅμως, Ἐκκλησία τῆς ἄλλοτε βασιλεύουσας, θεώρησε τήν ἰσχνή, κυριολεκτικά συμβατική, αὐτή διασύνδεση, ὡς εὐκαιρία προβολῆς κυριαρχικῶν ἀξιώσεων καί ὡς δικαίωμα ἐπεμβάσεων-ὅποτε οἱ περιστάσεις ἀνοίγουν διαβάσεις-στά ἐσωτερικά τῆς Αὐτοκέφαλης ἑλληνικῆς Ἐκκλησίας. Μιά τέτοια ἀφορμή γιά ἐπίδειξη ὑπεροχῆς καί ἄσκηση προνομιακῆς ἐξουσίας-ὅπως εἴδαμε-ἦταν ἡ καταδίκη σέ ἔκπτωση τοῦ ἄλλοτε Μητροπολίτη Δράμας Φιλίππου. Ἀλλά τό ἐγχείρημα δέν τελεσφόρησε. Ἡ ὑπεροψία τοῦ Φαναρίου δέν ταπείνωσε τήν εὐθυκρισία καί τήν ἀκαμψία τοῦ ὑπέργηρου Ἀρχιεπισκόπου τῶν Ἀθηνῶν Χρυσοστόμου. Αὐτός, γενναῖος καί ἄφοβος καί ἐνισχυμένος ἀπό τή Συνοδική ὁμοφωνία, ἀρνήθηκε νά στείλει τό δικαστικό φάκελλο στήν Κωνσταντινούπολη. Καί, ἀπό τήν ἄλλη πλευρά, ὁ τότε δυναμικός καί διορατικός Πατριάρχης Ἀθηναγόρας, δέν κρέμασε τό μεγαλεῖο τοῦ Πατριαρχικοῦ του θρόνου ἀπό τόν τράχηλο τοῦ ἔκπτωτου Μητροπολίτη Φιλίππου καί δέ θυσίασε τήν κοινωνία τῆς ἀγάπης μέ τίς ὁμόδοξες, ἀδελφές Ἐκκλησίες, γιά νά ἀνεβάσει ἕνα πόντο ψηλότερα τό δικό του γόητρο.
***

Ἡ δεύτερη ἀφορμή προκλήθηκε ἀπό τήν Ἀθήνα. Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Σεραφείμ, ἀνέγγιχτος ἀπό τίς Θεολογικές-Πατερικές εὐαισθησίες, ἀντάρτης στούς σχεδιασμούς του καί τραχύς στίς συμπεριφορές του, γιά νά στεργιώσει τήν παραμονή του στόν ἀρχιεπισκοπικό θρόνο, πού τόν κατέλαβε μέ τή λόγχη τοῦ δικτάτορα Ἰωαννίδη, σοφίστηκε νά κηρύξει ἔκπτωτους δώδεκα Μητροπολίτες, γιά νά ἐγκαταστήσει στούς θρόνους τους δικά του πρόσωπα, ἀπόλυτα ἐξαρτημένα καί ἀνίκανα νά προβάλουν ἀντίσταση στά ἔνοχα τολμήματά του. Καί τούς ἀπομάκρυνε ὅλους αὐτούς τούς Ἱεράρχες, χωρίς νά ἀπαγγείλει σέ βάρος τους κατηγορίες, χωρίς νά διατάξει ἀνακρίσεις, χωρίς νά τούς παραχωρήσει τό δικαίωμα νά ἀπολογηθοῦν, χωρίς νά τούς δικάσει. Μέ μόνη τήν ἐπίκληση τῶν δυό Συντακτικῶν Πράξεων, 3 καί 7, πού τίς ἐξέδωσε, ἡ δικτατορική μαφία, ὕστερα ἀπό δική του παράκληση. Καί σέ χρόνο «μηδέν». Σφάγια νά ἦταν, θά δαπανοῦσε περισσότερο χρόνο, γιά νά τά ἐξοντώσει.
Καί-τό ἀκόμα πιό βάρβαρο-γιά νά ἀποκλείσει τό ἐνδεχόμενο προσφυγῆς τῶν καρατομηθέντων Ἱεραρχῶν στήν πολιτική΄Δικαιοσύνη, ζήτησε ἀπό τούς δικτάτορες καί ἐνσωμάτωσαν, στίς Συντακτικές Πράξεις, διατάξεις, πού ἀπαγόρευαν την προσφυγή στήν Ἀνώτατη Δικαιοσύνη τῆς πατρίδας μας, στό Συμβούλιο τῆς Ἐπικρατείας.

Τό ἄρθρο 5, τῆς Συντακτικῆς Πράξης 3, ὅριζε: «Πράξεις ἐκδιδόμεναι κατ᾿ ἐφαρμογήν τῶν διατάξεων τῆς παρούσης ἤ τοῦ κατ᾿ ἄρθρον 4 αὐτῆς ἐκδοθησομένου Νομοθετικοῦ Διατάγματος δέν ὑπόκεινται εἰς αἴτησιν ἀκυρώσεως ἤ προσφυγήν ἐνώπιον τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, καί ἐάν προβάλλεται λόγος ἀκυρώσεως ἀναφερόμενος εἰς τούς ὑπό τῆς παρούσης ἤ τοῦ ὡς ἄνω Νομοθετικοῦ Διατάγματος τιθεμένους ὅρους καί προϋποθέσεις». Καί στό ἄρθρο 2 τῆς 7ης Συντακτικῆς Πράξης έπαναλαμβάνεται καί ἐπεκτείνεται ἡ ἀπαγόρευση: «...Ἡ ἀπόφασις ἐκτελεῖται ἅμα τῇ δημοσιεύσει της διά τῆς ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως, μή ὑποκειμένη εἰς ἔνδικον μέσον ἤ προσφυγήν ἐνώπιον πάσης ἐκκλησιαστικῆς ἤ πολιτειακῆς ἀρχῆς ἤ δικαστηρίου». Οἱ διατάξεις αὐτές ἔβαλαν χειροπέδες στήν Ἐκκλησία καί στούς λειτουργούς Της. Καί ἄφησαν ἀνοιχτό τό γήπεδο τῆς παρανομίας καί τῆς ἀσυδοσίας στόν Ἀρχιεπίσκοπο Σεραφείμ καί στήν ὁμάδα του, πού μόνο ὅραμα καί μόνη ἐπιδίωξη εἶχε τήν ἐξασφάλιση τῆς ἀσυδοσίας καί τή μονοπώληση τοῦ ἡγετικοῦ, ἐκκλησιαστικοῦ λειτουργήματος.
***

Τό ἀνουσιούργημα καί ἡ βέβηλη καταπάτηση τῶν ἐκκλησιαστικῶν καί τῶν πολιτειακῶν θεσμῶν ἔγιναν σέ κλάσμα χρόνου. Καί ἡ περί τόν Σεραφείμ ὁμάδα, πού πρωτοστάτησε στήν ἀλλοτρίωση, πανηγύρισε τό ἐπίτευγμα. Ἀλλά δέν πρόλαβε νά κυλήσει ἕνας μήνας καί τό δικτατορικό καθεστώς ἀνατράπηκε. Οἱ διαφωνίες καί οἱ ἀντιμαχίες τῶν πρωτεργατῶν τοῦ Νοεμβριανοῦ κινήματος καί ἡ Τουρκική εἰσβολή στήν Κύπρο, συνετέλεσαν στήν ἀνατροπή τῶν πραξικοπηματιῶν καί στήν ἀποκατάσταση τῆς δημοκρατίας.
Τό κλίμα ἄλλαξε. Πολλές τυραννικές διατάξεις, πού εἶχαν θεσπιστεῖ καί εἶχαν περιορίσει καί ἁλυσοδέσει τήν ἐλευθερία καί τά ἀτομικά δικαιώματα παραγόντων τῆς διοίκησης ἤ ὁμάδων τοῦ λαοῦ, ἄρχισαν νά καταργοῦνται, ἡ μιά μετά τήν ἄλλη. Καί ἡ νομιμότητα νά μπαίνει, ὡς ἀποκλειστικός ρυθμιστής, στό τεραίν τῆς καθημερινότητας.
***

Ὅπως ἦταν ἀναμενόμενο καί οἱ ἐκκλησιαστικοί παράγοντες, πού ἔπεσαν θύματα τῆς μανίας τῶν συλλειτουργῶν τους, κινήθηκαν γιά νά ἀποσείσουν τίς ἁλυσίδες τῆς αἰχμαλωσίας καί νά μπορέσουν νά συνεχίσουν τήν ἰερή διακονία τους. Βαδίζοντας, μέ σεβασμό, στό μονοπάτι τῆς νομιμότητας, ἐπιδίωξαν νά ἐνημερώσουν τούς φορεῖς τοῦ δημοκρατικοῦ πνεύματος καί λειτουργούς τῆς νόμιμης, δημοκρατικῆς διοίκησης, ὅτι ἡ διατήρηση τῶν ἀπαγορεύσεων προσφυγῆς στήν ἑλληνική δικαιοσύνη, πού θέσπισαν οἱ Συντακτικές Πράξεις τῶν Ἰωαννίδη-Σεραφείμ, ἀποτελοῦσε καρκίνωμα, πού ἔπρεπε νά ἐκκαθαριστεῖ.
Ἡ πρωτοβουλία, γιά τήν ἀποκατάσταση τῆς δημοκρατικῆς τάξης καί στά ἐνδότερα τῆς Ἐκκλησίας, τάραξε τό κύκλωμα τῆς ἐκκλησιαστικῆς τυραννίας. Καί οἱ πρωταγωνιστές τοῦ Ἰωαννιδείου-Σεραφειμικοῦ ἐγχειρήματος, ἀναστατωμένοι, ἐνεργοποιήθηκαν νά ἀποτρέψουν τήν ἀνατροπή τῶν «τετελεσμένων» τους.

Οἱ ἐκπρόσωποι τῶν πολιτικῶν σχημάτων ἄκουγαν καί τούς Μητροπολίτες-θύματα τῶν Συντακτικῶν Πράξεων, ἄκουγαν καί τούς θῦτες, πού μέ θρασύτητα ἀπαιτοῦσαν νά μήν ἀνατραποῦν τά «κατορθώματά» τους. Ἀλλά, ὅσο περνοῦσε ὁ καιρός, ὅσο ὁ ἀέρας τῆς δημοκρατίας ἔσπρωχνε πρός τήν ἔξοδο τήν καταχνιά τῆς τυραννίας, ἡ διατήρηση τῶν ἁλυσίδων τοῦ Ἰωαννιδείου σχήματος, προδιδόταν ὡς ἀπαράδεκτη. Καί στόν κύκλο τῶν μελῶν τοῦ Κοινοβουλίου ὡρίμαζε ἡ ὑποχρέωση τῆς νομοθετικῆς ἀκύρωσης τῶν Συντακτικῶν Πράξεων, πού ἐξακολουθοῦσαν νά τό στηρίζουν καί τῆς ἀπόδοσης τῶν ἐλευθεριῶν στούς, ἐπί σειρά ἐτῶν, διωκόμενους Ἱεράρχες.

Στή φάση αὐτή τῶν ἱστορικῶν ἐξελίξεων, ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Σεραφείμ ἔχασε τήν αὐτοπεποίθηση τῆς ἀσφάλειας καί τή θωριά τοῦ νικητῆ. Μπῆκε στό κλίμα τῆς ἀγωνίας καί τοῦ φόβου. Ἄν ἡ δημοκρατική Κυβέρνηση καταργοῦσε τίς Συντακτικές Πράξεις τῆς Δικτατορίας καί τά ἀπαράδεκτα, πού ἐξασφάλιζαν τόν ἐκκλησιαστικό σφαγιασμό τῶν δώδεκα Ἱεραρχῶν, αὐτοί θά γύριζαν στίς ἐπάλξεις τους καί αὐτός θά ἔπεφτε, αὐθημερόν, ἀπό τόν ἀρχιεπισκοπικό θρόνο.

Καταφοβισμένος, ἀναζητοῦσε διέξοδο. Καί τή βρῆκε. Ἀποφάσισε νά κάνει ἀνάποδη χρήση τοῦ «ἐκκλήτου» καί νά στείλει αὐτός-ὁ δικαστής καί σφαγέας-τό φάκελλο τῶν δώδεκα στήν Κωνσταντινούπολη. Στίς 16 Μαρτίου τοῦ 1976 ἐξεμαίευσε μιά συνοδική ἀπόφαση, πού ἔλεγε, ὅτι τό θέμα τῶν δώδεκα Μητροπολιτῶν παραπέμπεται στό Πατριαρχεῖο Κωνσταντινουπόλεως. Ἡ παραπομπή ἦταν τέχνασμα. Ἔγινε γιά νά κερδηθεῖ χρόνος. Καί γιά νά ξεφύγει τό ἐκκλησιαστικό κατεστημένο ἀπό τήν Κυβερνητική πίεση. Ἀπό τήν ἀπαίτηση τοῦ Ὑπουργοῦ Παιδείας καί Θρησκευμάτων, πού ἐνημερωμένος ἀπό πολλούς παράγοντες τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ καί τοῦ κοινωνικοῦ χώρου, εἶχε υἱοθετήσει τήν ἄποψη, ὅτι ἔπρεπε νά καταργηθοῦν, σύντομα, τά «ἀπαράδεκτα» τῶν Συντακτικῶν Πράξεων 3 καί 7 καί νά ἀποδοθεῖ στούς δώδεκα Ἱεράρχες τό ἀναφαίρετο δικαίωμα προσφυγῆς στήν ἀνώτατη ἑλληνική Δικαιοσύνη.

Ἡ ἐφημερίδα «Ἐθνικός Κήρυξ», πού ἐκδιδόταν ἐκείνη τήν ἐποχή, μέ ἐκτενές ρεπορτάζ, στιγμάτισε τόν πονηρό ἑλιγμό τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Σεραφείμ. Πρός ἐνημέρωση, μεταφέρω ἕνα μικρό ἀπόσπασμα. «...Ἀπό τῆς παρελθούσης Τρίτης τό ἐκκλησιαστικόν εἰσῆλθεν εἰς νέαν κρίσιν. Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Σεραφείμ, χωρίς νά ἔχῃ ἐγγράψει τό θέμα εἰς τήν Ἡμερησίαν Διάταξιν καί μέ πρότασιν ὅλως αἰφνιδιαστικήν, ὑπέκλεψε τήν συγκατάθεσιν τῶν συνοδικῶν διά νά ἀποστείλῃ τήν ὑπόθεσιν τῶν 11 Μητροπολιτῶν (σημ. ὁ δωδέκατος εἶχε ἐκδημήσει) εἰς τό Οἰκουμενικόν Πατριαρχεῖον». Ἀφοῦ ἐπί μίαν ὁλόκληρον διετίαν ἐφρόντισεν αὐτός προσωπικῶς καί διά τῶν ὀργάνων του νά τούς κατασυκοφαντήσῃ ὅτι δέν ἐσεβάσθησαν τό Οἰκουμενικόν Πατριαρχεῖον καί ἀφοῦ προσεπάθησε μέ κάθε τρόπον νά κολακεύσῃ μερικούς ἀπό τούς ἐπισκεφθέντας τήν Ἑλλάδα ἐκπροσώπους τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, μέχρι τοῦ σημείου μάλιστα νά κατέλθῃ ὁ ἴδιος εἰς τό ἀεροδρόμιον κατά τήν πρό ὀλίγων μόλις ἡμερῶν ἀναχώρησιν ἑνός ἐξ αὐτῶν ἐξ Ἑλλάδος, ἐνεπνεύσθη τώρα τήν κομπίναν νά στείλῃ τήν ὑπόθεσιν πρός κρίσιν εἰς τόν πρῶτο θρόνον τῆς Ὀρθοδοξίας...».

Σειρά δημοσιευμάτων στόν ἡμερήσιο Τύπο ἀποκάλυπτε, ὅτι τήν ἀπόφαση τῆς παραπομπῆς τοῦ φακέλλου τῶν καταδικασθέντων χωρίς δίκη Μητροπολιτῶν τήν ὑπαγόρευσαν ταπεινά ἐλατήρια. Ἀλλά καί ἐκκλησιαστικοί παράγοντες, πού παρά τήν πίεση καί τόν ἐκφοβισμό, διέσωζαν τό θάρρος τῆς γνώμης τους καί τήν τόλμη νά ἐκφραστοῦν δημόσια, διαμαρτυρήθηκαν ἔντονα καί εἶπαν, ὅτι ἡ δόλια αὐτή πράξη ἐκθέτει ἀνεπανόρθωτα τήν ἡγεσία τῆς Ἐκκλησίας.

Ὁ Μητροπολίτης Ἐλευθερουπόλεως Ἀμβρόσιος, ἔκανε τούτη τή δήλωση: «Ἐκ δημοσιευμάτων τοῦ Ἀθηναϊκοῦ Τύπου ἐπληροφορήθην, ὅτι ἡ Διαρικής Ἱερά Σύνοδος τῆς καθ᾿ ἡμᾶς Ἐκκλησίας ἀπεφάσισε νά παραπέμψῃ τό ἀπό διετίας προκληθέν καί συνταράττον, ἔκτοτε, τήν Ἐκκλησίαν ἡμῶν ζήτημα, συνιστάμενον, ὡς γνωστόν, εἰς τόν ἄνευ δίκης κρημνισμόν ἀπό τόν θρόνον τῶν δώδεκα σεμνῶν, ἀδιαβλήτων, εὐλαβῶν καί κανονικωτάτων (ἀφοῦ εἶχον ἀναγνωρισθῆ ὑπό συμπάσης τῆς παλαιοτέρας Ἱεραρχίας) Ἱεραρχῶν, ἐνώπιον τοῦ Σεπτοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου, διά τήν ὑπ᾿ αὐτοῦ ρύθμισιν τοῦ ζητήματος. Τό Οἰκουμενικόν Πατριαρχεῖον, ὡς εἶναι γνωστόν, διαθέτει διακεκριμένους καί΄ σοφούς κανονολόγους, οἱ δέ συγκροτοῦντες τήν Πατριαρχικήν Σύνοδον ἀρχιερεῖς ἔχουν νοῦν καί σύνεσιν. Ἡ προσφυγή τῆς Ἑλλαδικῆς Ἐκκλησίας πρός τόν Οἰκουμενικόν Θρόνον διά τήν λύσιν τοῦ προβλήματος (καί μάλιστα ἀναφορικῶς πρός τούς ἐκθρονισθέντας Ἱεράρχας τῆς παλαιᾶς Ἑλλάδος) εἶναι καί ἀντικανονική καί ἀντισυνταγματική καί ἀκατανόητος. Προδίδει δέ ἀμηχανίαν, ἀπελπισίαν καί ἀπόγνωσιν τῶν πρωταιτίων τῆς ἀνωμαλίας, ὡς καί ἀδυναμίαν ἀντιμετωπίσεως καί συγκρατήσεως ὑπ᾿ αὐτῶν τῆς δυσφορίας καί δικαίας ἀγανακτήσεως τοῦ εὐσεβοῦς λαοῦ, καταδικάζοντος τήν ἀνήκουστον ἐνέργειαν καί ἀποδοκιμάζοντος τούς αὐτουργούς τῆς ἐγκληματικῆς πράξεως. Πιστεύομεν ὅτι τό Οἰκουμενικόν Πατριαρχεῖον θά σκεφθῇ σωφρόνως καί θ᾿ ἀποφασίσῃ μετά περισκέψεως καί δέν θά ἐμπέσῃ εἰς ἐπικίνδυνον δίνην. Οὔτω θ᾿ ἀποφύγῃ ν᾿ ἀναμιχθῇ εἰς τά ἐσωτερικά ξένης, δηλαδή Αὐτοκεφάλου Ἐκκλησίας, ὡς ἡ Ἑλλαδική διά νά μή προκαλέσῃ ἀντιπάθειαν καί ἀποστροφήν εἰς τόν θρησκεύοντα Ἑλληνικόν λαόν καί τήν σεβασμίαν Ἱεραρχίαν τῆς Ἑλλαδικῆς Ἐκκλησίας, τῆς ὁποίας ἡ πρός τόν Σεπτόν Οἰκουμενικόν Θρόνον ἀγάπη θά ψυγῇ, ὁ δ᾿ ἔναντι τούτου σεβασμός κλήρου καί λαοῦ θά ἐκλείψῃ!

Πιστεύομεν, ὅτι ὁ Οἰκουμενικός Θρόνος δέν θά ἐμπέσῃ εἰς τήν στηθεῖσαν παγίδα, ὅτι δέν θά συμπαρασταθῇ τοῖς ἁμαρτήμασι, δέν θά ἐπευλογήσῃ τό ἔγκλημα, δέν θά συντελέσῃ εἰς τήν διαιώνισιν τῆς ἐκκρεμότητος, τῆς ἐκκλησιαστικῆς δῆλον ὅτι ἀκαταστασίας καί τῆς συγχύσεως, δέν θά΄καλύψῃ προστατευτικῶς τούς ἐνόχους, δέν θά μηκύνῃ τό μαρτύριον ἀθώων, δέν θά συνευδοκήσῃ τῇ ἀναιρέσει συμπαθῶν ἀδελφῶν, δέν θ᾿ ἀμαυρώσῃ τήν τιμήν του καί δέν θά καταρρακώσῃ τό οἰκουμενικόν του κῦρος. Πιστεύομεν ὅτι τό Οἰκουμενικόν Πατριαρχεῖον θά κρατηθῇ εἰς ὕψη ἀξιοπρεπείας, διά δέ τῶν πατριαρχικῶν νουθεσιῶν καί σοφῶν παραινέσεων θά ἐπαναφέρῃ τούς πρωταιτίους καί δημιουργούς τῆς ἐκκλησιαστικῆς κρίσεως εἰς τήν ἐξ ἧς ἐκεῖνοι ἐξετράπησαν Κανονικήν πορείαν. Ἐν οὐδεμιᾶ ἐξ ἄλλου περιπτώσει θέλω νά πιστεύω εἰς τήν μετ᾿ ἐπιτάσεως παρά τῷ ἑλληνικῷ λαῷ κυκλοφοροῦσαν ἀνατριχιαστικήν φήμην, καθ᾿ ἥν δῆθεν ἡ Συνοδική ἀπόφασις ἐλήφθη κατόπιν προσυνεννοήσεως τοῦ Ἀρχιεπισκόπου κ. Σεραφείμ μετά΄τοῦ ἐξ Ἀθηνῶν πρότριτα διελθόντος Γέροντος Σεβ. ἁγίου Χαλκηδόνος, τοῦ τελευταίου, ὡς ἄδεται, ὑποσχεθέντος τήν ὑπό τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου ρύθμισιν τοῦ ζητήματος, συμφώνως ταῖς ἐνδομύχοις ἐπιθυμίαις τῶν τολμησάντων τό ἀποτρόπαιον Κανονικόν τοῦτο ἔγκλημα».
***

Τά γεγονότα, καθώς ἐξελίχτηκαν, ἀπέδειξαν, ὅτι ἡ συνεννόηση καί ὁ σχεδιασμός τῆς συναλλαγῆς δέν ἦταν ἁπλή φήμη, πού κυκλοφόρησε ἀπό ἀπύλωτα στόματα, ἀλλά σκοτεινή συναλλαγή, πού συμφωνήθηκε καί μεθοδεύτηκε ἀπό τά δυό συγκεκριμένα ἡγετικά στελέχη τῶν ἀδελφῶν Ἐκκλησιῶν, Κωνσταντινούπολης καί Ἀθηνῶν. Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Σεραφείμ ζήτησε νά γίνει ἀποδεκτή ἡ προσφυγή (ὄχι τῶν καταδικασμένων, χωρίς δίκην καί χωρίς ἀπολογία, ἀλλά τῆς ὁμάδας, πού λειτούργησαν ὡς δικαστές ἤ-ἀκριβέστερα-ὡς σφαγιαστές) καί νά ἀπαντηθεῖ κατά τέτοιο τρόπο, πού νά δικαιώνει τή Σεραφειμική ὁμάδα τῶν στυγνῶν καταπατητῶν τῶν Ἱερῶν Κανόνων καί νά στριμώχνει στή στενωπό τῆς ὑποταγῆς τούς ἀδικημένους Ἱεράρχες. Καί ὁ γνωστός παράγοντας-προύχοντας τοῦ Φαναρίου δήλωσε ὅτι θά ἐξυπηρετήσει τόν Ἀθηνῶν, ἐάν ἐκεῖνος δεχτεῖ νά συμπεριλάβει στό νέο Καταστατικό Χάρτη τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, πού βρισκόταν στό στάδιο τῆς ἐπεξεργασίας, εἰδική διάταξη, ἐπεκτατική τοῦ «ἐκκλήτου», πού κάλυπτε, ἴσαμε κείνη τή στιγμή, τούς Μητροπολίτες τῶν Νέων Χωρῶν καί στίς περιπτώσεις τῶν Μητροπολιτῶν τῆς Παλαιᾶς Ἑλλάδας, γιά νά περιέλθουν ὅλοι ὑπό τόν ἔλεγχο καί τήν ἐξουσία τοῦ Πατριαρχείου.

Ὁ Σεραφείμ, δίχως νά μετρήσει τό βάρος καί τίς συνέπειες τοῦ ἐγχειρήματος, εἶπε τό «Ναί». Ἔδωσε τή συγκατάθεση καί εἰσέπραξε τήν ὑπόσχεση. Και ὁ Φαναριώτης, ἀντί νά ὑποδείξει στόν Σεραφείμ τό χαοτικό ἄνοιγμα τῆς ἐκτροπῆς καί νά τοῦ ὑποδείξει τό χρέος τοῦ ἐπανεντροχιασμοῦ στό ἀπαράβατο ὁροθέσιο τῶν Ἱερῶν Κανόνων, δέχτηκε νά σύρει ὁλόκληρο τό Πατριαρχεῖο στήν ἀντικανονικότητα καί στή χλεύη, γιά νά κερδίσει πόντους δόξας, μέ τήν πιθανή ἐκδίκαση, ἀφ᾿ ὑψηλοῦ, ἀπό τήν καθέδρα ἑνός ἀνώτατου, Οἰκουμενικοῦ Δικαστηρίου, κάποιο ταλαίπωρο Ἕλληνα Ἱεράρχη, πού θά ἐμφανιζόταν μπροστά του, φορτωμένος μέ βαρειές κατηγορίες καί θά ζητοῦσε τό Πατριαρχικό ἔλεος. Συναλλαγές ὑπόγειες, σκοτεινές καί βρώμικες. Αὐτές συμφωνήθηκαν καί αὐτές δρομολογήθηκαν τό Μάρτιο τοῦ 1976. Ὁ Σεραφείμ, ὁ δικαστής, πού καταδίκασε σέ ποινή ἐξόντωσης τούς δώδεκα Μητροπολίτες, ἔστειλε τήν «ἔκκλητη» ἀναφορά του στήν ἀνώτατη(!!!) Πατριαρχική ἀρχή. Καί ἐκεῖνο, ἔμεινε νά περιμένει τήν κατάθεση τῆς ἀμοιβῆς. Τήν ἐπιψήφιση ἀπό τή Βουλή τῶν Ἐλλήνων τοῦ νέου Καταστατικοῦ Χάρτη, μέ τήν προσθήκη τῆς διάταξης, πού θά ἀναβάθμιζε, ἀντικανονικά καί θά διεύρυνε, πλασματικά, τήν ἐξουσία του.

Ὁ κενός χρόνος τῆς ἐπιφανειακῆς σιωπῆς καί τῆς ὑπόγειας διαπλοκῆς κράτησε δεκαπέντε ὁλόκληρους μῆνες. Στό διάστημα αὐτό, ἕνας κυβερνητικός ἀνασχηματισμός ἔσπρωξε μακρυά ἀπό τόν ὑπεύθυνο θῶκο τοῦ Ὑπουργείου Παιδείας καί Θρησκευμάτων, τόν ὑπουργό, πού σχεδίαζε τήν κατάργηση τῶν Συντακτικῶν Πράξεων τῆς Δικτατορίας καί προωθοῦσε τήν παροχή στούς Μητροπολίτες τοῦ δικαιώματος προσφυγῆς στήν Ἀνώτατη Δικαιοσύνη, στό Συμβούλιο τῆςἘπικρατείας. Ὁ ὑπουργός, πού κάθησε στήν κενή θέση τῆς ἐξουσίας, εὐθυγραμμίστηκε στά αἰτήματα τοῦ Σεραφείμ, καλύπτοντας τήν ἀντιδημοκρατική συμπεριφορά του μέ τή δικαιολογία, ὅτι ἄν συνέχιζε τήν τακτική τοῦ προκατόχου του, ὁ Σεραφείμ θά ἀντιδροῦσε ἐπιζήμια, γιατί δέ θά ἔδινε τή συγκατάθεσή του νά παραχωρηθεῖ στο Κράτος ἡ ἐκκλησιαστική περιουσία.

Στό τέλος, περίπου, τοῦ δεκαπεντάμηνου, στίς 31 Μαΐου τοῦ 1977, δημοσιεύτηκε στήν «Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως» ὁ νέος Καταστατικός Χάρτης τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος. Καί αὐτός, ἐκτός τῶν ἄλλων, ἐπισημοποιοῦσε καί νομιμοποιοῦσε τήν ὑπόγεια συμφωνία τῆς ἑκατέρωθεν (Ἀθηνῶν καί Κωνσταντινούπολης) διαφθορᾶς. Ἀμέσως μετά, τήν 1η Ἰουλίου τοῦ ἴδιου ἔτους, καθαρογράφτηκε καί στάλθηκε στήν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος ἡ ἀπάντηση τοῦ Πατριαρχείου. Ἕνα κείμενο, πού θά μείνει στήν ἱστορία, ὡς ντοκουμέντο παρακμῆς καί ὡς ἐκποίηση τῆς παλιᾶς, ἱστορικῆς δόξας, γιά τήν ἐξαγορά μιᾶς ψήφου ἀναγνώρισης ἀπό καταλεκιασμένα καί κατασπιλωμένα χέρια.

Μεταφέρω ἕνα ἀπόσπασμα ἀπό τόν πρόλογο, πού μαρτυρεῖ νοσηρή αὐτοδιαφήμιση καί ἐνήδονη ὑπογράμμιση αὐξημένων δικαιωμάτων καί ὑψηλῶν ἁρμοδιοτήτων στό πλαίσιο τῆς συνύπαρξης καί τῆς συνεργασίας τῶν Τοπικῶν, Ἁγιωτάτων, Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν: «...Ἐλάβομεν ἐν καιρῷ τό ἀπό 9 Ἀπριλίου 1976, ἀριθμ. Πρωτ. 1791, ἀδελφικόν γράμμα, δι᾿ οὗ ἡ Ὑμετέρα λίαν ἀγαπητή καί περισπούδαστος ἡμῖν Μακαριότης, ἀποφάσει τῆς Διαρκοῦς Ἱερᾶς Συνόδου, ἀνεφέρετο πρός τόν καθ᾿ ἡμᾶς Ἁγιώτατον Ἀποστολικόν καί Πατριαρχικόν Οἰκουμενικόν θρόνον, ὡς ἔχοντα ἀπό κανόνων καί σεπτῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων καί ἐκ τῆς μακραίωνος ἐκκλησιαστικῆς πράξεως τό δικαίωμα καί καθῆκον τοῦ μεριμνᾶν καί περί τῆς ἐν πίστει καί ἀγάπῃ ἑνότητος τῶν ἐν ἀνάγκαις ἁγίων τοῦ Θεοῦ Ἐκκλησιῶν, μετά τῆς καθ᾿ Ἑλλάδα δέ Ἁγιωτάτης Ἐκκλησίας συνδεόμενον καί δι᾿ ἰδιαιτέρων στενῶν δεσμῶν, ἐπικαλουμένη τήν παρέμβασιν καί συναντίληψιν αὐτοῦ, ὀφειλετικῶς ἄλλωστε κατά τά διαγορευόμενα τοῦ Πατριαρχικοῦ καί Συνοδικοῦ Τόμου τοῦ 1850 ἔτους, πρός ἀποκατάστασιν τῆς εἰρήνης καί τῆς ὁμαλῆς ζωῆς ἐν τῇ δοκιμαζομένῃ αὐτόθι Ἱεραρχίᾳ...».

Μεταφέρω καί ἕνα δεύτερο ἀπόσπασμα, πού ἀποκαλύπτει τήν ἐκ τῶν προτέρων εὐθυγράμμιση τῶν παραγόντων τοῦ Πατριαρχείου μέ τήν τακτική τοῦ Σεραφείμ. Δίχως νά γνωστοποιήσουν τό βαρύ κατηγορητήριο στούς ἐμπερίστατους Μητροπολίτες τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, δίχως νά τούς ἀκούσουν νά ἀπολογοῦνται, δίχως νά ὑπολογίσουν τήν ἀντικανονικότητα τῆς αὐθαίρετης ἐκδίωξής τους ἀπό τούς Μητροπολιτικούς τους θρόνους, τούς ἀντιμετώπισαν ὡς βαρύτατα ἐνεχόμενους γιά παραπτώματα, πού δέν ὑπῆρχαν, πού δέν τά ἀνέφεραν καί δέν τά περιέγραψαν καί φόρτωσαν σ᾿ αὐτούς ὅλη τήν εὐθύνη τῆς ἀνωμαλίας, πού ἔφερε τήν ἑλληνική Ἐκκλησία στό χεῖλος τοῦ γκρεμοῦ.

«...Ὅθεν, ἀπέχοντες πάσης εἰς τά ἐπί μέρους διεισδύσεως καί τήν βαθεῖαν λύπην τῆς καθ᾿ ἡμᾶς Μητρός Ἁγίας τοῦ Χριστοῦ Μεγάλης Ἐκκλησίας διά τά αὐτόθι, ἐπί ζημίᾳ τῶν ἱερῶν συμφερόντων καί τοῦ κύρους τῆς Ἐκκλησίας οὐ μήν δ᾿ ἀλλά καί ἐπί προφανεῖ σκανδαλισμῷ τοῦ εὐσεβοῦς Ἑλληνικοῦ λαοῦ, μεταξύ τῶν ἀδελφῶν ἀτάκτως ἐπισυμβαίνοντα, ἔκδηλον ποιούμενοι καί ἐκφράζοντες, ἐξ ὀνόματος αὐτῆς ἀπευθύνομεν πρός πάντας, συνοδικῇ ἀποφάσει, ἔνθερμον προτροπήν καί παράκλησιν, καλοῦντες εἰς συναίσθησιν τῆς βαρυνούσης τούς ποιμένας ἱερᾶς εὐθύνης, ἔναντι τοῦ Θεοῦ, ἔναντι τῆς Ἐκκλησίας, καί ἔναντι τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ, ὑπέρ οὗ λόγον ἀποδώσομεν πρό τοῦ ἀδεκάστου βήματος ἐν τῇ φρικτῇ τοῦ Χριστοῦ δευτέρᾳ παρουσίᾳ».
***

Πῶς νά ἐκτιμήσει ὁ μελετητής τῆς σύγχρονης ἐκκλησιαστικῆς μας ἰστορίας ἤ ὁ ἁπλός παρατηρητής τῆς γύρω του πραγματικότητας αὐτή τή θολή καί μικροσυμφεροντολογική παρέμβαση τοῦ σεπτοῦ Πατριαρχείου, τοῦ προκαθημένου του καί ὅλων τῶν ἄμεσων συμβούλων του καί συνεργατῶν του;
Ἡ διακεκριμένη(!!) πατριαρχική ὁμήγυρις ἐπεδίωξε νά ἐπεκτείνει τό δικαίωμα παρέμβασής της στήν Αὐτοκέφαλη (δηλαδή αὐτοδιοίκητη) Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, μέ τόν ἐξαναγκασμό γιά θέσπιση εἰδικῆς διάταξης Νόμου. Αὐτή ἡ ἐπιδίωξη, ἐκτός τῶν ἄλλων, ἐκθέτει καί τό σημερινό Πατριάρχη, πού ἀγνόησε τίς ἀπαγορεύσεις τῶν Ἱερῶν Κανόνων καί στηρίχτηκε στό νόθο προϊόν τῆς σκοτεινῆς διαπλοκῆς τοῦ 1977, γιά νά ἐξασφαλίσει τήν ὑπεροχική ἀνάμειξή του στήν ἐκδίκαση τῶν παραστρατημάτων τοῦ μοναχοῦ Μπεζενίτη.

2. Πῶς ἡ Πατριαρχική Σύνοδος δέν ἐνοχλήθηκε ἀπό τήν πρωτάκουστη τακτική, νά ὑποβληθεῖ τό αἴτημα ἐπανεκδίκασης τῆς ὑποθεσης-σέ ἀνώτατο, τελευταῖο βαθμό-ἀπό τόν Σεραφείμ, πού καταδίκασε χωρίς δίκη καί ὄχι ἀπό τούς Μητροπολίτες, πού καταδικάστηκαν ἀναπολόγητοι; Ὅταν εἶδε νά ἐκδιπλώνεται μπροστά του αὐτή ἡ ἀπρέπεια καί αὐτή ἡ βάρβαρη καταπάτηση τῶν στοιχειωδῶν ἀνθρώπινων δικαιωμάτων, γιατί δέν ἔστειλε τό «ἔκκλητο» τοῦ Σεραφείμ πίσω, μέ τή ἔνδειξη καί τή σύσταση, ὅτι αἴτηση «ἐκκλήτου» ἔχουν τό δικαίωμα νά ὑποβάλλουν αὐτοί, πού δικάζονται καί καταδικάζονται καί ὄχι ἐκεῖνοι, πού δικάζουν τούς ἀπόντες καί καταδικάζουν τούς ἀναπολόγητους;

3. Ἡ Πατριαρχική αὐλή, μέ τήν ἀπάντηση, πού ἔστειλε τότε στόν Ἀρχιεπίσκοπο Σεραφείμ, καταλόγίζει εὐθῦνες στούς Μητροπολίτες, πού καταδικάστηκαν ἀναπολογητοι, χωρίς καί αὐτή νά ἀσχοληθεῖ «ἐν Δικαστηρίῳ» μέ τή διερεύνηση καί τήν ἐκτίμηση τῶν περιστατικῶν καί μέ τή διακριτική ἐπιμέτρηση τῶν εὐθυνῶν στούς πραγματικά ἔνοχους; Ἀπό ποῦ ἄντλησε αὐτό τό δικαίωμα; Ποιός Ἱερός Κανόνας ἐπέτρεψε νά διατυπώσει ψόγο ἐναντίον Μητροπολιτῶν, πού δέ δικάστηκαν καί δέν ἀπολογήθηκαν, ὡς ἐνεργοῦντας «ἐπί ζημίᾳ τῶν ἱερῶν συμφερόντων καί τοῦ κύρους τῆς Ἐκκλησίας οὐ μήν δ᾿ ἀλλά καί ἐπί προφανεῖ σκανδαλισμῷ τοῦ εὐσεβοῦς Ἑλληνικοῦ λαοῦ»;

4. Ὁ σημερινός Πατριάρχης Βαρθολομαῖος, πού κόπτεται κυριολεκτικά, νά ἀσκήσει λειτούργημα ἀνώτατου δικαστή στήν περίπτωση Μπεζενίτη, γιατί δέν ἀνέσυρε, ἴσαμε σήμερα, τό φάκελλο τῆς περιπέτειας τῶν δώδεκα ἀδελφῶν του, τῶν Μητροπολιτῶν τῆς Ἑλλαδικῆς Ἐκκλησίας, πού μέ διαδικασίες τῆς «Ἱερῆς ἐξέτασης», τούς ἔστειλαν καί οἱ ἑλλαδίτες καί οἱ πατριαρχικοί κακοδιαχειριστές ὑψηλῶν λειτουργημάτων καί προνομίων στό πῦρ τό ἐξώτερο; Γιατί δέ συνέστησε στή Σύνοδο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος καί στήν τριάδα τῶν προκαθημένων της, μέ τούς ὁποίους ἀντάλλαξε, ὄχι μιά, ἀλλά πολλές φορές, ἀδελφικό ἀσπασμό, νά ἀποκαταστήσουν τήν Κανονική Τάξη; Γιατί δέν ἀγωνίστηκε, μέ εὐσυνειδησία καί μέ ἀγάπη, νά φέρει τήν εἰρήνη καί τήν ἀδελφοσύνη στήν ἀδελφή Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος;

Ὁ Πατριάρχης τῆς Κωνσταντινούπολης, ὁ διάδοχος τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου καί τοῦ ἁγίου Ἰωάννη τοῦ Χρυσοστόμου καί τοῦ ἁγίου Φωτίου τοῦ μεγάλου καί ὅλων τῶν ἄλλων ἁγίων πατριαρχῶν, ἐνδιαφέρεται μόνο γιά τή χωματερή Μπεζενίτη; Σύμφωνα μέ τά ἐπίσημα ἀνακοινωθέντα καί μέ τήν ἐπίκαιρη δημοσιογραφική πληροφόρηση, ὁ Μπεζενίτης θά συμπληρώσει-θετικά ἤ ἀρνητικά, αὐτό παραμένει συζητήσιμο-τό κασέ τῆς οἰκουμενικῆς προβολῆς καί διαφήμισης(!!), Καί ὁ Πατριάρχης θά κρατήσει, γιά πολύ, στήν ἐξέδρα τῆς δημοσιογραφικῆς ἀνάδειξης τό εἴδωλο τοῦ καθηρημένου ἱεράρχη, μέ σκοπιμότητα τήν ὑπογράμιση πρωτείων του καί δικαιωμάτων του.

Κατά τίς ἐκτιμήσεις σοβαρῶν παραγόντων τοῦ κοινωνικοῦ καί τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ μας βίου, ἡ διολίσθηση σ᾿ αὐτό τό ρεῦμα τῆς ἐκτροπῆς θά ἐγγράψει μιά μαύρη, ἀφόρητα προβληματική καί ἀπωθητική σελίδα στήν ἱστορία τῆς ἑλληνικῆς Ἐκκλησίας καί θά χαράξει ἀπαξιωτική καί ἀπορριπτική κρίση γιά τούς ἐκποιητές τῆς λαμπρῆς, μακραίωνης παράδοσης τῆς Ἐκκλησίας τῆς «Δεύτερης Ρώμης».
***

Τό κατάντημα τοῦ Συνοδικοῦ σχήματος διοίκησης τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος-εἶναι ὁμολογημένο-κατά τίς τελευταῖες δεκαετίες ἀποδείχτηκε ἀσυγκράτητο. Ἀλλά, ἐξελίχτηκε ἀκόμα ἐπικινδυνότερο, σύρθηκε σέ ἀπύθμενα βάθη, μέ τήν Πατριαρχική ἀνάμειξη στήν ὑπόθεση Μπεζενίτη. Ὁ σημερινός Πατριάρχης Βαρθολομαῖος, θεώρησε τήν εὐκαιρία πρόσφορη, γιά νά δείξει τήν «οἰκουμενικότητα» τῆς πυγμῆς του. Καί ἔσυρε, πάνω στήν Πατριαρχική, Συνοδική Τράπεζα, τίς πολλές καί ἀποκρουστικές παραβιάσεις τοῦ Εὐαγγελικοῦ πλαισίου καί τῶν Συνοδικῶν Ἱερῶν Κανόνων ἐκ μέρους τοῦ, ἄλλοτε, Ἐπισκόπου καί, ἐσχάτως, καθηρημένου Παντελεήμονα Μπεζενίτη. Πίστεψε, ὄτι μέ τήν ἰδιοποίηση τοῦ ρόλου τοῦ ἀνώτατου δικαστή, τήν ἀποδοχή τῆς ἔκκλητης ἀναφορᾶς Μπεζενίτη καί τήν ἔκδοση ἀμετάκλητης ἀπόφασης, θά κατακύρωνε τόν ἡγετικό του ρόλο στήν «κατά ἀνατολάς» Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία.

Τά ἀποτελέσματα αὐτῆς τῆς Πατριαρχικῆς πρωτοβουλίας σχολιάζονται εὐρύτατα, ὡς ἔκπτωση στήν περιθωριακή ἀσημότητα καί ὡς συντριβή.
«Ἔστιν ὁδός ἥ δοκεῖ ὀρθή εἶναι παρά ἀνθρώποις, τά δέ τελευταῖα αὐτῆς ἔρχεται εἰς πυθμένα ἅδου» (Παροιμ. ιδ~ 14). Ὁ Πατριάρχης, ὁ ἀχθοφόρος τῶν ἱστορικῶν τίτλων τῆς Πόλης τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου καί τοῦ Συναξαρίου τῶν ἁγίων Πατριαρχῶν, κατάντησε διαχειριστής τῶν ἀνομιῶν ἑνός καθηρημένου. Φόρτωσε, ὡς διακοσμητικά, στό ὠμοφόριό του, τίς ἀπαξιωτικές σφραγίδες τῆς πολλαπλῆς ἐνοχῆς τοῦ Μπεζενίτη. Καί, ἀντί νά λιτανεύει τή διδαχή καί τό βίωμα, τή φωτεινότητα τῆς ἀλήθειας καί τήν ἀκτινοβολία τῆς ἁγιότητας τῆς Ὀρθοδοξίας μας, φωτίζει καί διαφημίζει τό χαοτικό ἄνοιγμα τῆς ἐκτροπῆς καί τίς ἀπαξιωτικές συμπεριφορές τῶν ἐκμεταλλευτῶν τῆς ἀτίμητης πνευματικῆς κληρονομιᾶς μας.










«Τά τῆς Ἐκκλησίας

ἀποίμαντα» (δ)

του μητροπολίτου Αττικής και Μεγαρίδος κ. Νικοδήμου


Ραγδαία κατολίσθηση τοῦ Πατριαρχικοῦ κύρους προκαλεῖ ἡ ἀπαίτηση τοῦ σημερινοῦ Πατριάρχη Βαρθολομαίου νά δικάσει, ὡς τελικός, ἀνώτατος κριτής, τά εἰδεχθῆ σκάνδαλα τοῦ μοναχοῦ Παντελεήμονα Μπεζενίτη. Προσπαθεῖ, στρεβλώνοντας τούς σαφέστατους καί ἀνελαστικούς Ἱερούς Κανόνες καί παραχαράσσοντας τά ἱστορικά ντοκουμέντα, νά ἀναβαθμίσει τό πρωτεῖο τιμῆς τοῦ Πατριαρχικοῦ του θρόνου σέ πρωτεῖο ἀπόλυτης ἐξουσίας. Διεκδικεῖ ἁρμοδιότητα, πού δέν τοῦ ἀνήκει. Καί, γιά τήν ἐνεργοποίηση τοῦ ὁράματός του, τολμάει εἰσβολή σέ χῶρο, πού ἡ ἀνυπόφορη ἠθική δυσοσμία του δέν ἐπιτρέπει καί΄δέ δικαιολογεῖ τό ἀνασκάλεμα.
***

Γράφει ὁ Πατριάρχης Βαρθολομαῖος στό ἐπίσημο ἀνακοινωθέν του:
«Τό Οἰκουμενικόν Πατριαρχεῖον ἐκτιμᾶ τήν δήλωσιν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ὅτι ἀποδέχεται εἰς τό σύνολόν των τόν Πατριαρχικόν Τόμον τοῦ 1850 καί τήν Πατριαρχικήν καί Συνοδικήν Πράξιν τοῦ 1928, ἐκφράζει ὅμως τήν ἀπογοήτευσιν καί λύπην του, διότι, ἐν ἀντιθέσει πρός τήν δήλωσιν ταύτην, ἐπικαλουμένη σχετικόν νόμον τῆς Ἑλληνικῆς Πολιτείας, ἡ Ἱερά Σύνοδος παρακάμπτει καί ἐν τῇ οὐσίᾳ ἀκυρώνει τήν ὡς ἄνω ἀπόφασιν τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου. Ὑπενθυμίζεται ὅτι κατά τόν ἱδρυτικόν τῆς Αὐτοκεφάλου Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος Τόμον τοῦ1850, ἡ διοίκησις αὐτῆς ὀφείλει νά ἀσκῆται κατά τούς Ἱερούς Κανόνας ἀκωλύτως ἀπό πάσης κοσμικῆς ἐπεμβάσεως».

Ὡς πρῶτο-καί καθ᾿ ὑπόθεση ἰσχυρό-στήριγμα τῆς ἀπαίτησής του προβάλλει ὁ Πατριάρχης τούς δυό Ἱερούς Κανόνες τῆς Τέταρτης Οἰκουμενικῆς Συνόδου, τόν 9ο καί τόν 17ο. Ἀλλά, μέ τήν ἀναδρομή στίς ἑρμηνεῖες τῶν κορυφαίων Κανονολόγων, τῶν ἀναγνωρισμένων καί καθιερωμένων ἀπό ὁλόκληρη τήν Ὀρθόδοξη Οἰκογένεια, πού κάναμε σέ προηγούμενο ἄρθρο μας, ἔγινε σαφές, ὅτι οἱ Κανόνες αὐτοί δέν θεσμοθετοῦν πρωτεῖα ἐξουσίας γιά τόν προκαθήμενο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κωνσταντινούπολης. Ὡς δεύτερο στήριγμα ὑποδεικνύει ὁ Πατριάρχης, στή Συνοδική ὁμήγυρη τῆς ἑλληνικῆς Ἐκκλησίας, τήν Πατριαρχική Συνοδική Πράξη τοῦ 1928, πού μέ τή διάταξη τῆς παραγράφου 6, θεσπίζει τό «ἔκκλητο», γιά τούς Ἱεράρχες τῶν «Νέων Χωρῶν», δηλαδή τῶν περιοχῶν, πού ἐλευθερώθηκαν ἀπό τήν Τουρκική τυραννία κατά τό 1912.

Οἱ συνθῆκες, πού ὁδήγησαν στήν καθιέρωση τοῦ «ἐκκλήτου», εἶναι γνωστές καί στήν Ἱεραρχία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κωνσταντινούπολης καί στήν Ἱεραρχία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος.
Τό 1912 ἐλευθερώθηκαν οἱ βόρειες περιοχές τῆς ἑλληνικῆς μας πατρίδας. Ὁλόκληρη ἡ ἀνατολική καί ἡ δυτική Μακεδονία, ἡ δυτική Θράκη καί τά νησιά τοῦ ἀνατολικοῦ Αἰγαίου. Φυσικό ἐπακόλουθο ἦταν ἡ προσάρτηση τῶν ἐκκλησιαστικῶν διοικήσεων αὐτῶν τῶν περιοχῶν, στήν Αὐτοκέφαλη Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος. Πρίν, ὅμως, ὡριμάσει τό αἴτημα καί δρομολογηθοῦν οἱ διαδικασίες, ἦρθε ἡ μεγάλη καταιγίδα τῆς Μικρασιατικῆς καταστροφῆς. Τό Ὀρθόδοξο πλήρωμα ἐκδιώχτηκε, στό σύνολό του, μέ ἀσυγκράτητη μανία. Πολλοί σφαγιάστηκαν. Καί οἱ ὑπόλοιποι ἐξαναγκάστηκαν νά ἐγκαταλείψουν καί τίς οἰκογενειακές τους ἑστίες καί τίς περιουσίες τους καί νά φτάσουν, πρόσφυγες, πεινασμένοι καί ρακένδυτοι, στήν ἐλεύθερη Ἑλλάδα. Ἔκλεισαν οἱ ἐκκλησιές σ᾿ ὁλόκληρη τή Μικρά Ἀσία. Ἐξορίστηκαν οἱ Μητροπολίτες. Ἀφανίστηκε ἡ Εὐχαριστιακή δοξολογία καί τό παρήγορο μήνυμα τῆς Ἀνάστασης. Καί τό Πατριαρχεῖο, πού ἴσαμε κείνη τήν ὥρα τροφοδοτοῦσε μέ τό λόγο τῆς διδαχῆς καί μέ τήν Ἁγιαστική Χάρη τά πλήθη τῶν πιστῶν, ἔμεινε ἔρημο. Ἔχασε τίς ζωντανές ἐπαρχίες τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, πού ἦταν γεννήματα καί θρέμματα τῶν ἁγίων Ἀποστόλων καί τῶν καταξιωμένων ἁγίων τῶν μεταποστολικῶν χρόνων καί συρρικνώθηκε στά περιορισμένα γεωγραφικά ὅρια τῆς ἀνατολικῆς Θράκης.

Ὡς πνοή ἀγάπης καί ὡς ἔνδειξη ἀδελφικῆς συμπαράστασης στή σταυρωμένη καί πονεμένη Ἐκκλησία τῆς Κωνσταντινούπολης, ἔγινε δεκτό τό δικαίωμα τοῦ Πατριαρχείου νά κρίνει, σέ τελικό βαθμό, τίς πιθανές δικαστικές ἀποφάσεις, πού θά ἔκριναν ἔνοχο κάποιο ἀπό τούς μητροπολίτες τῶν περιοχῶν, πού ἐνσωματώθηκαν καί αὐτές κατά τό 1928 στήν Αὐτοκέφαλη Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος καί, πού ἔμειναν, ἀπό τότε, μέ τό χαρακτηρισμό ὡς Μητροπόλεις τῶν «Νέων Χωρῶν».

Ἡ παράγραφος 6 τῆς «Πατριαρχικῆς καί Συνοδικῆς Πράξεως» τῆς 4ης Σεπτεμβρίου τοῦ 1928 ὁρίζει: «Ὑπαγόμενοι ἐφεξῆς ἐν πᾶσιν ὑπό τούς νόμους τῆς ἐν Ἑλλάδι Ὀρθοδόξου Αὐτοκεφάλου Ἐκκλησίας οἱ ἐν Ἑλλάδι ἀρχιερεῖς τοῦ Πατριαρχικοῦ Θρόνου, δικάζονται καθ᾿ ὅν τρόπον καί οἱ ἀρχιερεῖς τῆς Ὀρθοδόξου Αὐτοκεφάλου Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, κεκτημένοι μόνον τό δικαίωμα τοῦ ἐκκλήτου ἐνώπιον τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου ἐν περιπτώσει ποινῶν ἀργίας ἤ καθαιρέσεως ἤ τινος τοιούτου». Ὑπ᾿ αὐτές τίς συνθῆκες θεσπίστηκε τό «ἔκκλητο» καί αὐτό εἶναι τό περιεχόμενό του.
***

Ἐνδιαφέρει νά δοῦμε πῶς λειτούργησε τό «ἔκκλητο» στή μακρά διαδρομή τῶν ὀγδονταδυό χρόνων, πού κύλησαν ἀπό τό 1928-ἡμερομηνία θέσπισής του-ἴσαμε τό 2010, πού προβάλλεται καί διαφημίζεται, ὡς ὑπεροχικό προνόμιο τοῦ Πατριάρχη Βαρθολομαίου καί ὡς μανδύας ἐπικάλυψης τῶν ἀθλιοτήτων τοῦ μοναχοῦ Μπεζενίτη.
Στό μακρότατο αὐτό χρονικό διάστημα, δυό΄ μόνο Μητροπολίτες ὑπέβαλαν αἴτηση προσφυγῆς στό Πατριαρχεῖο, γιά ἀναψηλάφηση τῆς καταδίκης, πού τούς ἐπέβαλε τό Συνοδικό Δικαστήριο.
Ὁ πρῶτος εἶναι ὁ ἄλλοτε Μητροπολίτης Δράμας Φίλιππος, ὁ ὁποῖος δικάστηκε ἀπό τό Συνοδικό γιά τούς Ἀρχιερεῖς Δικαστήριο, γιά σοβαρά παραπτώματα, κατά τό ἔτος 1964 καί κηρύχτηκε ἔκπτωτος ἀπό τόν Μητροπολιτικό του θρόνο.

Ὁ δεύτερος εἶναι ὁ πολυδιαφημισμένος καί πολυσχολιασμένος, ἄλλοτε Μητροπολίτης καί νῦν μοναχός, Παντελεήμων Μπεζενίτης, πού μέ τίς συμπεριφορές του ἐξελίχτηκε σέ σύμβολο τῆς διαφθορᾶς καί σέ πρόσωπο, πού καταπρόδωσε τήν ἱερή ἀποστολή του καί καταλέρωσε τό ἁγιότατο Θυσιαστήριο. Ἀνάμεσα στά δυό αὐτά πρόσωπα, ὑπάρχει ἕνας ἰδιότυπος δεσμός. Εἶναι πνευματικά ἀναστήματα τοῦ ἄλλοτε Μητροπολίτη Χίου Παντελεήμονα Φωστίνη καί μέλη τοῦ τάγματος, πού ὁ Φωστίνης ἵδρυσε καί πού ἔμεινε γνωστό γιά τίς ἰδιαιτερότητές του καί γιά τά δύσοσμα ἴχνη, πού ἄφησε πίσω του. Ὅταν δικάστηκε καί κηρύχτηκε ἔκπτωτος ὁ πρώην Δράμας Φίλιππος, Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν ἦταν ὁ, ἀπό Καβάλας, γηραιός Χρυσόστομος. Διωγμένος ὁ ἴδιος ἀπό τή Μικρά Ἀσία, εἶχε εἰσπνεύσει τήν ἀτμόσφαιρα τῆς πατριαρχικῆς αὐλῆς. Καί γνώριζε, πολύ΄καλά, τή δεοντολογία, πού ἐπιβάλλουν οἱ Ἱεροί Κανόνες καί τά ἀποστασιοποιημένα ἀπό τό Κανονικό Δίκαιο ὁράματα ἐπικυριαρχίας, πού ἐκτρέφονταν στήν αὐλή τοῦ Φαναρίου.

Ὁ καταδικασμένος σέ ἔκπτωση Μητροπολίτης Δράμας Φίλιππος, κατέθεσε στήν Ἱερά Σύνοδο τήν ἔκκλησή του καί ζήτησε-τηρώντας τήν κατεστημένη ἐκκλησιαστική τάξη-νά τή διαβιβάσει ἡ Σύνοδος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος στόν Πατριάρχη καί στήν, περί αὐτόν, Ἱερά Πατριαρχική Σύνοδο. Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος, ὅμως, δέν ἔσπευσε νά στείλει τήν αἴτηση στό Πατριαρχεῖο. Τή διεβίβασε στήν ἁρμόδια Συνοδική Ἐπιτροπή, μέ τό ἐρώτημα, ἄν πρέπει νά σταλεῖ. Καί ἡ Ἐπιτροπή ἀπάντησε ἀρνητικά. Ἔκρινε, ὅτι δέν πρέπει νά σταλεῖ, ἐπειδή ὁ σχετικός Νόμος τοῦ 1928, πού ρύθμιζε τό καθεστώς τῶν Μητροπόλεων τῶν Νέων Χωρῶν, δέ θέσπιζε τή διαδικασία τοῦ ἐκκλήτου.

Στό Πρακτικό τῆς Συνεδρίας τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς 23-2-1965, διαβάζουμε: «Ἡ Ἱερά Σύνοδος ἀποδεχθεῖσα τήν εἰσήγησιν τῆς ὡς ἄνω Ἐπιτροπῆς ἔχουσαν οὕτω "...Ἡ Ἐπιτροπή λαβοῦσα ὑπ᾿ ὄψιν τάς οἰκείας ἐπί τοῦ ζητήματος διατάξεις ἀπεφάνθη ὁμοφώνως ὅτι τοιαύτη ἔκκλησις δέν χωρεῖ διότι, οὔτε ὀ Νόμος 3615)28 "Περί Ἐκκλησιατικῆς διοικήσεως τῶν ἐν ταῖς νέαις χώραις τῆς Ἑλλάδος Μητροπόλεων τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου", οὔτε ἡ διά τόν νόμον τοῦτον εἰσηγητική ἔκθεσις ὁρίζει τοῦτο. Τοὐναντίον τά ὑπ᾿ ἀριθ. 1 καί 2 ἄρθρα σαφῶς ὁρίζουσιν ὅτι, οἱ Μητροπολῖται τῶν Νέων Χωρῶν τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ἐπεκτεινομένου γενικῶς καί ἐπ᾿ αὐτῶν τοῦ Καταστατικοῦ Νόμου τῆς αὐτοκεφάλου Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, αἱ δέ ἀνωτέρω Ἱεραί Μητροπόλεις τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου ἀναγνωρίζουσιν ὡς διοικητικήν αὐτῶν ἀρχήν τήν ἐν Ἀθήναις Ἱεράν Σύνοδον τῆς Ὀρθοδόξου αὐτοκεφάλου Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος. Πλήν τούτου ἐν ἰδίᾳ παραγράφῳ τοῦ ἄρθρου 2 ὁρίζεται ρητῶς ὅτι οἱ Μητροπολῖται τῶν χωρῶν τούτων δικάζονται καθ᾿ ὅν τρόπον καί οἱ Ἀρχιερεῖς τῆς αὐτοκεφάλου Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ἐν δέ΄τῇ εἰσηγητικῇ ἐκθέσει διασαφηνίζεται ὅτι τά ἐν τῷ Νόμῳ ἀναφερόμενα κανονικά δικαιώματα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου ἐπί τῶν Μητροπολιτῶν τῶν νέων χωρῶν εἶναι μόνον τό Μνημόσυνον Αὐτοῦ ὑπό τῶν Ἀρχιερέων τῶν Νέων χωρῶν καί ἡ λῆψις τῆς ἐπευλογίας τοῦ Οἰκουμενικοῦ θρόνου ὑπό τῶν ἑκάστοτε καθισταμένων Ἀρχιερέων τῶν Νέων Χωρῶν.

Ἡ Ἐπιτροπή τέλος ἔλαβεν ὑπ᾿ ὄψιν καί ὅτι οὐδείς λόγος ἐκκλήτου γίνεται καί ἐν τῷ περί Ἐκκλησιαστικῶν Δικαστηρίων Νόμῳ 5383)32, τοῦ ὁποίου τά ἄρθρα 151 καί 152 "περί διαδικασίας τῶν κατηγορουμένων Ἀρχιερέων ἔχουσιν ὡς ἑξῆς: Ἄρθρον 151: "Αἱ καταδικαστικαί ἀποφάσεις τῶν Ἐκκλησιαστικῶν Δικαστηρίων καθίστανται ἐκτελεσταί ἅμα καταστῶσι τελεσίδικοι, τοιαῦται δέ εἶναι ἐκεῖναι καθ᾿ ὧν δέν χωρεῖ ἀνακοπή ἤ ἔφεσις" καί ἄρθρον 152: "Ἡ ἐκτέλεσις καταδικαστικῆς κατά Ἀρχιερέως ἀποφάσεως ἐνεργεῖται διά Β. Δ)τος προτάσει τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας καί Θρησκευμάτων ἐκδιδομένου"... ἀπεφάσισεν ὅπως ἡ ἔφεσις τοῦ Σεβ. πρώην Δράμας πρός τήν Α. Θ. Παναγιότητα τόν Οἰκουμενικόν Πατριάρχην ἀποσταλεῖσα τῇ Ἱερᾷ Συνόδῳ ἵνα διαβιβασθῇ ὑπ᾿ Αὐτῆς, κατατεθῇ εἰς τό Ἀρχεῖον».
***

Ἡ αἴτηση τοῦ πρώην Δράμας προωθήθηκε στό ἀρχεῖο τῆς Ἱερᾶς Συνόδου. Δέ στάλθηκε στή Σύνοδο τοῦ Πατριαρχείου. Δέ λειτούργησε ὡς ταπεινή συμμόρφωση στή διάταξη τῆς Πατριαρχικῆς Πράξης τοῦ 1928, πού ὑποχρεώνει τήν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος νά καταξιώνει(!!!) τήν ὑπεροχή καί τήν οἰκουμενικότητα τοῦ Πατριαρχείου, στέλλοντας, γιά τελική κρίση, τούς δικαστικούς φακέλλους τῶν ἐπίορκων καί τῶν ἠθικά ἀλλοτριωμένων φορέων τοῦ ἐπισκοπικοῦ ἀξιώματος.
Ὁ χειρισμός αὐτός ἀποτελοῦσε μείωση τοῦ Πατριαρχικοῦ γοήτρου; Ἦταν καταπάτηση τῶν «συμπεφωνημένων»; Ἤ ἦταν θαρρετή πρωτοβουλία σωφροσύνης, πού δέν ἄφηνε τό σκάνδαλο νά κυλάει ἀσταμάτητα στά αὐλάκια τῆς δημοσιογραφίας, νά τρέφει τή λαϊκή πικρία καί νά διογκώνει τήν καταφορά ἐνάντια στούς διαστροφεῖς τῆς ἀποστολικῆς μας Παράδοσης καί τοῦ καταξιωμένου ἐπισκοπικοῦ ἤθους;

Αἰσθάνομαι τήν ἀνάγκη νά καταθέσω μιά ἐπισήμανση, πού αὐτή καί μόνη, ἀναδεικνύει τό μεγαλεῖο καί τήν ὑπεροχική συμπεριφορά τοῦ τιμημένου πρώτου θρόνου τῆς Ὀρθοδοξίας κατά τίς κρίσιμες ἐκεῖνες φάσεις τῆς Ἐκκλησιαστικῆς μας ἱστορίας. Πατριάρχης, τότε, ἦταν ὁ Ἀθηναγόρας. Ὁ ἡγέτης μέ τό φόρτο τῆς σοφίας, μέ τό μειλίχιο ὕφος καί μέ τήν ὀξύτατη διορατικότητα. Ὁ λειτουργός τῆς ἀγάπης καί τῆς ἐνότητας, πού δέ σπαταλοῦσε τό κύρος του καί τό δαναμισμό του στό ἄχαρο ἔργο τῆς ἀνάξεσης παλιῶν πληγῶν, ἀλλά ἅπλωνε τό Πατριαρχικό του χέρι, γιά νά περιπτυχθεῖ τούς ἀδελφούς καί συλλειτουργούς καί νά καλέσει σέ συμπορεία πρός τό Γολγοθά τῆς Θυσίας καί πρός τό «ἀνώγαιο» τῆς Πεντηκοστῆς.

Ἡ ἄρνηση τοῦ Αρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν νά διαβιβάσει τό δικαστικό φάκελλο τοῦ πρώην Δράμας στή Σύνοδο του Φαναρίου, δέν ἐνόχλησε καί δέν προβλημάτισε τόν Πατριάρχη Ἀθηναγόρα. Ἄφησε τήν ὑπόθεση νά κυλήσει στή σιωπή καί συνέχισε νά ἀξιοποιεῖ τό δυναμισμό του στήν καλλιέργεια καί στήν ἀνάδειξη τῆς Πανορθόδοξης Ἑνότητας.
Περιττό νά ὑπογραμμίσω, ὅτι τό κύρος τοῦ Πατριάρχη Ἀθηναγόρα δέν τρώθηκε καί δέ μειώθηκε μέ τή συμπεριφορά του αὐτή. Ἀντίθετα, πρόβαλε, περισσότερο γνήσιο καί γνησιότερα Πατερικό.
***

Τό σκοτείνιασμα τοῦ ὁρίζοντα ἄρχισε, ὅταν ὁ Πατριάρχης Ἀθηναγόρας πέρασε στήν αἰωνιότητα καί τό ἔργο του-σοβαρό καί ἐπιβλητικό-ἀποτυπώθηκε στή βίβλο τῆς ἰστορίας.
Οἱ συγκυρίες τῆς περιόδου ἐκείνης ἔφεραν στό θρόνο τῆς ἄλλοτε βασιλεύουσας τόν Πατριάρχη Δημήτριο, ἄνδρα χαμηλῶν τόνων καί μέτριων ὁραματισμῶν. Καί στό θρόνο τῶν Ἀθηνῶν προώθησαν τόν ἐκλεκτό τοῦ δικτάτορα Ἰωαννίδη, τόν ἄγευστο Θεολογικῆς καί Ἱεροκανονικῆς παιδείας καί ἀκράτητο στούς βίαιους σχεδιασμούς του, ἀπό Ἰωαννίνων, Σεραφείμ.

Ὅλοι γνωρίζουν, ὅτι γιά νά ἐπιβληθεῖ ὁ Σεραφείμ ὡς προκαθήμενος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος καί γιά νά ἱκανοποιήσει τά ἐμπαθῆ αἰτήματα τῶν φίλων του, πού μέ ΄τήν ψῆφο τους τόν προώθησαν στόν ἀρχιεπισκοπικό θρόνο, κινήθηκε «ὡς ταῦρος ἐν ὑαλοπωλείῳ» καί καταδίκασε σέ ἔκπτωση ἀπό τούς Μητροπολιτικούς τους θρόνους, δώδεκα Ἱεράρχες, δίχως νά διατυπώσει κατηγορητήριο ἐναντίον τους, δίχως νά τούς ἐπιτρέψει νά ἀπολογηθοῦν, δίχως νά τούς καλέσει σέ δίκη, δίχως νά ἀναφερθεῖ σέ Ἱερούς Κανόνες, τούς ὁποίους ὑποτίθεται, ὅτι περιφρόνησαν ἤ καταπάτησαν οἱ δώδεκα Μητροπολῖτες.

Ἡ θύελλα, πού ἀκολούθησε, ἔχει πολλές καί τραγικές φάσεις. Ἐπιφυλάσσομαι, νά τήν ἱστορήσω σέ αὐτοτελές κείμενο. Ἐδῶ, ἱστορώντας τήν ἐξέλιξη τῆς ὑπόθεσης τοῦ πρώην Δράμας Φιλίππου, πληροφορῶ τούς ἀγαπητούς ἀναγνῶστες μου, ὅτι γιά νά ἀποκτήσει ὁ Σεραφείμ τήν εὔνοια, τή συμπαράσταση καί τό «σύμψηφο» τοῦ Πατριαρχείου στά ἀνατρεπτικά του τολμήματα, ἔκανε «τράμπα» μέ τούς τότε προύχοντες τοῦ Φαναρίου. Ἐκεῖνοι ὑποσχέθηκαν ὅτι θά τόν καλύψουν στούς τραμπουκισμούς του. Καί ἐκεῖνος δέχτηκε νά συμπεριλάβει στό Νέο Καταστατικό Χάρτη τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, πού βρισκόταν στό στάδιο τῆς μελέτης καί τῆς ὁριστικῆς διατύπωσης, διάταξη, πού νά ἐπικυρώνει τήν Πατριαρχική Πράξη του 1928 καί νά ἐπεκτείνει τό δικαίωμα τοῦ ἐκκλήτου, πού τό εἶχαν-ἴσαμε τότε-μόνο οἱ Μητροπολῖτες τῶν Νέων Χωρῶν καί στούς Μητροπολῖτες τῆς Παλαιᾶς Ἑλλάδας.
***

Ἔκανα αὐτή τήν παρέκβαση, γιά νά ἐξηγήσω, πῶς ἡ ὑπόθεση τοῦ πρώην Δράμας Φιλίππου ξαναγύρισε στήν ἐπικαιρότητα. Μετά τήν ψήφιση τοῦ νέου Καταστατικοῦ Χάρτη (26 Μαΐου 1977), ὁ ἔκπτωτος Μητροπολίτης Φίλιππος, στενός φίλος τοῦ νέου Ἀρχιεπισκόπου Σεραφείμ, ὑπέβαλε, γιά δεύτερη φορά, στήν Ἱερά Σύνοδο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, τό αἴτημά του, νά ἀνασυρθεῖ ἀπό τό Συνοδικό ἀρχεῖο ἡ ἔκκλητη προσφυγή του καί νά διαβιβασθῇ στήν Ἱερά Σύνοδο τοῦ Πατριαρχείου τῆς Κωνσταντινούπολης, σέ ἐφαρμογή τῆς σχετικῆς διάταξης τῆς παραγράφου 2, τοῦ ἄρθρου 44, τοῦ νέου Καταστατικοῦ Χάρτη. Ὁ Σεραφείμ, ἄν καί γνώριζε τά σοβαρά παραπτώματα τοῦ φίλου του Φιλίππου, δέ θέλησε ἤ δέν τόλμησε νά στήσει ἀνάχωμα ἄρνησης στό αἴτημά του. Ἔστειλε τό φάκελλο στό Φανάρι. Καί ἡ Σύνοδος τοῦ Φαναρίου, μέ πρόεδρο τόν «καθοδηγούμενο» καί «συρόμενο» Δημήτριο, ἔσπευσε νά ἀξιοποιήσει τήν εὐκαιρία, γιά νά ἀναβαθμίσει τό ρόλο της. Νά λειτουργήσει, ὡς ἀνώτατο, ἀναθεωρητικό Δικαστήριο, ὄ-χι-φυσικά-στά πλαίσια τῆς Οἰκουμενικῆς Ὀρθοδοξίας, ἀλλά στά ὅρια τοῦ ἑλληνικοῦ χώρου, πού τόν συγκινεῖ καί τόν συνεγείρει ἡ παλιά δόξα τῆς Βασιλεύουσας. Μέ ἀπαντητικό ἔγγραφο στόν Ἀρχιεπίσκοπο Σεραφείμ, ὁ Πατριάρχης Δημήτρτιος ζήτησε τήν ἀναψηλάφηση τῆς δίκης τοῦ πρώην Δράμας Φιλίππου: «...Ἐπί τῶν ὑπό τῆς Συνοδικῆς Κανονικῆς Ἐπιτροπῆς εἰσηγητικῶς ὑποβληθέντων Συνοδικῶς ἐγκύψαντες καί διασκεψάμενοι, ἐκρίναμεν ἀναγκαίαν καί ἐπιβαλλομένην τήν ἀναψηλάφησιν τῆς δίκης ἥν καί ἀνατίθεμεν τῇ αὐτόθι Ἁγιωτάτῃ Ἐκκλησίᾳ. Τά οὕτω ὑφ᾿ ἡμῶν Συνοδικῶς δόξαντα καί κριθέντα γνωρίζοντες διά τοῦ παρόντος τῇ ὑμετέρᾳ σεβασμιοποθήτῳ ἡμῖν Μακαριότητι, περιπτυσσόμεθα Αὐτήν καί αὖθις ἐν φιλήματι ἁγίῳ καί διατελοῦμεν μετ᾿ ἀγάπης ἀδελφικῆς καί ἐξιδιασμένης τιμῆς». Στή σύσταση αὐτή τοῦ Φαναρίου δέν ἀνταποκρίθηκε ὁ Σεραφείμ.
Ἔκανε μιά πρώτη ὑποχώρηση στό αἴτημα τοῦ φίλου τοῦ Φιλίππου καί ἔστειλε τό φάκελλο στήν Κωνσταντινούπολη. Ἴσως γιατί περίμενε, πώς τό Πατριαρχεῖο θά εὐθυγραμμιζόταν μέ τίς ἀποφάσεις τῶν Ἀθηνῶν καί θά ἔβαζε τελεία καί παῦλα στή σκανδαλοποιό συμπεριφορά τοῦ πρώην Δράμας. Ἀλλά τό νά ξαναφέρει τήν ὑπόθεση σέ νέα δικαστική διερεύνηση, σήμαινε, ἄνοιγμα τῶν ἀσκῶν τοῦ Αἰόλου καί παρακίνηση τοῦ δημοσιογραφικοῦ δαιμονίου σέ νέες ἐξορμήσεις ψόγου ἐναντίον τῶν ἡγετικῶν στελεχῶν τῆς ἑλληνικῆς Ἐκκλησίας. 1$1$1

Αὐτή εἶναι ἡ ἱστορία τοῦ «ἐκκλήτου» ἀπό τό 1928, πού θεσπίστηκε μόνο γιά τούς Ἀρχιερεῖς τῶν Νέων Χωρῶν, ἴσαμε τό 1977, πού διευρύνθηκε καί περιέλαβε-ὑποτίθεται εὐεργετικά-καί τούς Ἀρχιερεῖς τῆς Παλαιᾶς Ἑλλάδας καί ἴσαμε τό 2010, ὅταν ἐμφανίστηκε στό πάλκο τῆς σκανδαλοποιοῦ προβολῆς ἡ δεύτερη αἴτηση «ἐκκλήτου», πού ὑποβλήθηκε ἀπό τόν τελευταῖο γόνο τοῦ Τάγματος Φωστίνη, τόν Παντελεήμονα Μπεζενίτη. Τή δεύτερη αὐτή αἴτηση σοφίστηκε νά τήν ἐκμεταλλευτεῖ, στό ἔπακρο, ὁ σημερινός Πατριάρχης Βαρθολομαῖος. Ὁραματίστηκε νά καθήσει στό θρόνο τῆς ὑπεροχῆς του καί νά ἐπανακρίνει τό μοναχό Μπεζενίτη. Νά τόν δικάσει ex kathedra, τελεσίδικα καί ἀμετάκλητα. Νά ἐπιβάλει τήν κρίση του καί τήν ἀπόφασή του στήν ἑλληνική Ἱεραρχία, πού ἀντιμετώπισε, μέ σκληρότητα, τόν πολυκέφαλο σκανδαλισμό τοῦ Μπεζενίτη καί πού τοῦ στέρησε τό χάρισμα καί τήν ὑπευθυνότητα τοῦ Ἐπισκόπου. Ἡ διακίνηση τοῦ Πατριάρχη Βαρθολομαίου στό ἄθλημα τῆς ὑπερεξουσίας, περνάει ἀπό Ἱεροκανονικές ἀναταράξεις καί ἀπό Ἐκκλησιολογικές ἐπινοήσεις, πού τίς σκοτίζει ἡ σκοπιμότητα.

1) Στήν πρώτη παράγραφό του, τό ἐπίσημο ἀνακοινωθέν τοῦ Πατριαρχείου τῆς Κωνσταντινούπολης, δηλώνεται ἐπίσημα: «Τό Οἰκουμενικόν Πατριαρχεῖον δέχεται ἐκκλήτους προσφυγάς καταδικασθέντων ἀρχιερέων βάσει τῶν ἱερῶν κανόνων, ὡς οἱ 9ος καί 17ος τῆς Δ~ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, καί ὄχι ἁπλῶς καί μόνον ἐπί τῇ βάσει νόμων οἱουδήποτε κράτους».

2) Ἁπλή ἀναδρομή στίς ἑρμηνεῖες τῶν δυό αὐτῶν Ἱερῶν Κανόνων πιστοποιεῖ, ὅτι οἱ διατάξεις τους δέν ἐξυπηρετοῦν τά ὁράματα καί τούς σχεδιασμούς τῶν σημερινῶν ἐκπροσώπων τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Οἱ παράγοντες τοῦ Πατριαρχείου, πρίν ἐπικαλεσθοῦν αὐτούς τούς δυό Ἱερούς Κανόνες, ὡς καθοριστικούς τῆς ἀνώτατης δικαστικῆς ἐξουσίας τους, ὄφειλαν νά μελετήσουν τά ἑρμηνευτικά σχόλια τῶν καταξιωμένων Κανονολόγων, καί νά ἀποφύγουν τίς προχειρότητες καί τήν κατάφωρη παρερμηνεία τοῦ νοήματός τους καί τῆς λειτουργικότητάς τους. Ἡ ἐπίκληση τῶν δυό αὐτῶν Ἱερῶν Κανόνων, τούς ἐκθέτει ἤ ὡς ἀγράμματους, ἤ ὡς στρεβλωτές τῶν Κανονικῶν διατάξεων, γιά τήν ἐξυπηρέτηση τῶν σκοτεινῶν σχεδιασμῶν τους.

3) Μέ τή δήλωσή τους, ὅτι δέν ἀναμιγνύονται στήν ὑπόθεση Μπεζενίτη, «ἁπλῶς καί μόνον ἐπί τῇ βάσει νόμων οἱουδήποτε κράτους», δεσμεύονται στήν ἀποφυγή κάθε ἀναφορᾶς σέ Νομικές Διατάξεις. Ὡστόσο, στήν ἑλληνική μας ἐπικράτεια, οἱ πάντες γνωρίζουν, ὅτι κατά τήν περίοδο, πού τήν ἐκκλησιαστική μας διοίκηση τήν πλημμύριζαν οἱ αὐθαίρετες ἐπινοήσεις καί ἐπεμβάσεις τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Σεραφείμ, οἱ ἀδελφοί(!!!) τῆς διακριτῆς «ἐπί τιμῇ» Ἐκκλησίας τοῦ Βοσπόρου, δραστηριοποιήθηκαν μέ πάθος καί πεῖσμα, γιά νά πετύχουν τήν κάλυψη τῆς Πατριαρχικῆς Πράξης τοῦ 1928, πού τούς ἐξασφάλιζε τό δικαίωμα ἐκδίκασης ἐκκλήτων προσφυγῶν Ἀρχιερέων τῶν Νέων Χωρῶν, ἀπό τό Σύνταγμα τῆς ἑλληνικῆς Πολιτείας καί ἀπό τόν Καταστατικό Χάρτη τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἐλλάδος. Καί δέν ἀρκέστηκαν σ᾿ αὐτό. Ἡ ἀπαίτησή τους εἶχε καί «κρόσσια». Ζήτησαν «τό δικαίωμα ἐκκλήτου ἐνώπιον τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου, κατά τελεσιδίκων ἀποφάσεων ἐπιβαλλουσῶν ποινήν ἀργίας, ἐκπτώσεως ἀπό τοῦ θρόνου ἤ καθαιρέσεως, τό ὁποῖον παρέχεται διά τοῦ ΣΤ~ ὅρου τῆς ἀπό 4.9.1928 Πατριαρχικῆς Πράξεως εἰς τούς Μητροπολίτας τῶν Νέων Χωρῶν, νά τό ἔχουν καί οἱ Μητροπολῖται τῆς Αὐτοκεφάλου Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος». Καί ὁ Σεραφείμ ἔκαμψε τό κεφάλι καί προσκύνησε τή Φαναριώτικη ἔπαρση καί τό πεισματικό αἴτημα.

4) Εἶμαι ἀναγκασμένος νά παρουσιάσω καί νά ὑπογραμμίσω τίς κραυγαλέες ἀσυνέπειες, πού ἀκυρώνουν τήν ἀξιοπρέπεια τοῦ Πατριαρχικοῦ ὀργανογράμματος. Ἡ Πατριαρχική πράξη τοῦ 1928, πού θεσπίζει τό ἔκκλητο, γιά τούς Ἀρχιερεῖς τῶν Νέων Χωρῶν, δέν εἶναι ἰσόκυρη μέ τούς Ἱερούς Κανόνες τῶν Οἰκουμενικῶν μας Συνόδων. Εἶναι ἁπλή σύμβαση μεταξύ τῶν δυό ἀδελφῶν Ἐκκλησιῶν, Κωνσταντινουπόλεως καί Ἑλλάδος. Ἄν οἱ Φαναριῶτες ἀποδίδουν στή σύμβαση αὐτή τό δεσμευτικό κύρος τῶν Ἱερῶν Κανόνων, ἐκτρέπονται σέ ἀλλοίωση τῆς Κανονικῆς Τάξης. Ἡ ἀπαίτησή τους νά ἐπικυρωθεῖ ἡ Πράξη καί ἀπό τό Νόμο τῆς ἑλληνικῆς Πολιτείας καί νά ἐπεκταθεῖ, ὥστε νά καλύψει καί τούς Μητροπολίτες τῆς Παλαιᾶς Ἑλλάδος, προδίδει, ὅτι συναισθάνονται τό ἔλλειμμα τοῦ αἰτήματός τους καί τήν ἀνεπάρκεια τῆς κάλυψής του μέ τήν ἐπίκληση τῶν δυό-διαφορετικοῦ νοήματος-Ἱερῶν Κανόνων καί ἐπιζητοῦν τήν ἰσχυροποίηση τῆς Σύμβασης μέ τή διάταξη τοῦ Πολιτικοῦ Νόμου.

5) Στό, ὄχι μακρό, κείμενο τοῦ Πατριαρχικοῦ ἀνακοινωθέντος, συναντᾶμε δυό ἀντιφατικές καί ἀλληλοσυγκρουόμενες διατυπώσεις. Στήν πρώτη παράγραφο δηλώνεται, ὅτι τό Πατριαρχεῖο δέχεται ἐκκλήτους προσφυγάς...«ὄχι ἁπλῶς καί μόνον ἐπί τῇ βάσει νόμων οἱουδήποτε κράτους». Καί στήν ἀμέσως ἑπόμενη παράγραφο γράφεται, ὅτι τό Πατριαρχεῖο «ἤσκησε τό δικαίωμα τοῦτο καί εἰς τήν περίπτωσιν τῆς ὡς ἄνω προσφυγῆς, ἡ ὁποία, ἐκτός τῶν μνημονευθέντων ἱερῶν κανόνων, ἐστηρίζετο καί εἰς σχετικόν νόμον τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους».

6) Ἡ περίπτωση τῆς προσφυγῆς Μπεζενίτη δέν καλύπτεται μέ τή σχετική διάταξη τῆς Πράξης τοῦ 1928. Γιατί δέν ἀσκοῦσε Μητροπολιτικά καθήκοντα στίς Νέες Χῶρες. Ἡ προσφυγή του καί ἡ ἀντίστοιχη ἀποδοχή τοῦ αἰτήματός του ἀπό τή Σύνοδο τοῦ Φαναρίου, πραγματοποιήθηκε-ἀποκλειστικά καί μόνο-κατ᾿ ἐφαρμογή τοῦ ἑλληνικοῦ Νόμου. Τό γεγονός αὐτό ἀφήνει ἔκθετο τόν Πατριάρχη, πού δηλώνει, ὅτι κινεῖται, μέ προσοχή καί ἀποκλειστικότητα, στίς προδιαγραφές τῶν Ἱερῶν Κανόνων.

7) Μέ τά ἀναγραφόμενα στήν παράγραφο 3 τοῦ ἀνακοινωθέντος, ψέγει ὁ Πατριάρχης Βαρθολομαῖος τή διοίκηση τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος καί ἐκφράζει τήν ἀπογοήτευσή του καί τή λύπη του, γιά τό ὅτι ἡ Ἱερά Σύνοδος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, «ἐπικαλουμένη σχετικόν νόμον τῆς Ἑλληνικῆς Πολιτείας, (προφανῶς ἐννοεῖ τή διάταξη τῆς παραγράφου 160 τοῦ Νόμου «Περί τῶν Ἐκκλησιαστικῶν Δικαστηρίων καί τῆς πρό αὐτῶν διαδικασίας», πού στήν περίπτωση ἀμετάκλητης ποινικῆς καταδίκης Ἀρχιερέα ἤ ὁποιουδήποτε ἄλλου κληρικοῦ, ὑποχρεοῦται ἡ Σύνοδος, χωρίς ἄλλη διαδικασία, νά καθαιρέσει τόν ἔνοχο), παρακάμπτει καί ἐν τῇ οὐσίᾳ ἀκυρώνει τήν ὡς ἄνω ἀπόφασιν τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου». Ἡ ἐπισήμανση αὐτή τοῦ Πατριάρχη, ἐκτός ἀπό τή μομφή, πού προσάπτει στή διοίκηση τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, δεσμεύει καί τό ἴδιο τό Πατριαρχεῖο νά μήν ἐπιδιώξει-ἔστω καί ἐπικουρική-ἐπίκληση διατάξεων Νόμων, γιά τή στερέωση τῶν δικαιωμάτων ἤ τῶν ὑποχρεώσεών του. Ἀλλά-ὅπως εἴδαμε-δέν ἀπέφυγε τήν προσφυγή στό Νόμο τοῦ ἑλληνικοῦ Κράτους, γιά νά δικαιώσει τήν ὑπερόρια ἐπέμβασή του στά τῆς Αὐτοκεφάλου Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος.

Ἀπό ὅ,τι βλέπετε, στό ἴδιο ἐπίσημο Πατριαρχικό Ἀνακοινωθέν, ψέγεται ἡ Σύνοδος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος γιατί ἐφάρμοσε ἑλληνικό Νόμο καί, ταυτόχρονα, στηλώνει τό Πατριαρχεῖο τό ἀδικαίωτο καί ἀστήρικτο ἀπό τούς Ἱερούς Κανόνες δικαίωμα ἀποδοχῆς ἐκκλήτων προσφυγῶν, στή διάταξη τοῦ ἑλληνικοῦ Νόμου. Ἡ ἐκτίμηση καί ἡ κρίση, δική σας. 1$1$1 Τά γεγονότα κραυγάζουν καί ἡ κοινή γνώμη καταθέτει, μέ παρρησία, τήν ἐκτίμησή της, ὅτι καί ἡ πρώτη καί ἡ δεύτερη ἀνάμιξη τοῦ Πατριαρχείου στά ἑλληνικά, δεσποτικά, σκάνδαλα, μείωσε, δραματικά, τό κύρος του καί περιθωριοποίησε τό ρόλο του στήν εὐρύτατη παρεμβολή τῆς Ὀρθόδοξης Οἰκογένειας. Ὅσοι ἀγαποῦμε τό Πατριαρχεῖο και μᾶς συνέχει ἡ λαχτάρα τοῦ ἐπανεντροχιασμοῦ του στή δυναμική ἀποστολική Παράδοση, ἔχουμε χρέος νά συνεχίσουμε τήν ἀκοίμητη ἱκεσία, νά ἁπλώσει ὁ Κύριος τήν εὔσπλαγχνη Δεξιά Του καί νά χειραγωγήσει τούς ἐνοίκους τοῦ Πατριαρχικοῦ Δώματος εἰς ὁδούς ἀληθείας καί εἰρήνης καί θυσιαστικῆς προσφορᾶς ἀγάπης, εἰς ἀλλήλους καί εἰς πάντας.

Δημοφιλείς αναρτήσεις

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου