|
Το πλήρες
κείμενο του άρθρου του Μητροπολίτη Πειραιώς βρίσκεται στο link. https://www.romfea.gr/epikairotita-xronika/78949-peiraios-serafeim-einai-antikanonikoi-oi-voithoi-episkopoi
|
ΣΧΟΛΙΑ.
Ο Μητροπολίτης Πειραιώς έγραψε:
|
Οἱ
ἐπικαλούμενοι τό ὑφιστάμενο
κανονικό πλαίσιο διά τή δῆθεν ἀντικανονικότητα
τῶν Βοηθῶν Ἐπισκόπων,
ἀναφέρονται εἰς ἀσχέτους
Ἱερούς Κανόνας, ὡς ὁ
ΣΤ΄ Κανών τῆς Ἁγίας Δ΄ Οἰκουμενικῆς
Συνόδου, πού ἀφορᾷ ἀποκλειστικῶς
καί μόνον εἰς Πρεσβυτέρους καί Διακόνους καί ὄχι
εἰς Ἐπισκόπους ……» |
ΣΧΟΛΙΑ.
Παραθέτουμε αρχικά το κείμενο του έκτου κανόνα της Δ
Οικουμενικής Συνόδου.
|
ΚΕΙΜΕΝΟ ΕΚΤΟΥ
ΚΑΝΟΝΑ ΤΗΣ Δ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ |
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ |
|
«Μηδένα ἀπολελυμένως
χειροτονεῖσθαι, μήτε πρεσβύτερον, μήτε διάκονον,
μήτε ὅλως τινὰ
τῶν ἐκκλησιαστικῶν
βαθμῶν, εἰ
μὴ ἐμφανῶς
ἐν ἐκκλησίᾳ
πόλεως, ἢ κώμης, ἢ
μαρτυρίου, ἢ μοναστηρίου, ὁ
χειροτονούμενος ἀνακηρύσσοιτο. Τοὺς
δὲ ἀπολελυμένως
χειροτονουμένους, ὥρισεν ἡ
ἁγία σύνοδος, ἄνευ
ἐξουσίας ἔχειν
τὴν χειροθεσίαν, ἐφ᾿
ᾧ μηδαμοῦ
ἐνεργεῖν,
ἐπὶ ὕβρει
τοῦ χειροτονήσαντος.» |
Κανένας να μη
χειροτονείται «απολελυμένως» (δηλαδή «αορίστως», χωρίς συγκεκριμένη οργανική
θέση), ούτε Πρεσβύτερος, ούτε Διάκονος, ούτε γενικά κανείς από τους
εκκλησιαστικούς βαθμούς, εκτός αν εκείνος που χειροτονείται ανακηρύσσεται
(διορίζεται/φανερώνεται) δημόσια στην εκκλησία μιας πόλης, ή χωριού, ή
αγιάσματος/μαρτυρίου, ή μοναστηριού. Για δε τους κληρικούς που χειροτονούνται
«απολελυμένως» (χωρίς οργανική θέση), η αγία Σύνοδος όρισε ότι η χειροτονία
τους είναι άκυρη (χωρίς εξουσία και ισχύ) και ότι δεν επιτρέπεται να ενεργούν
πουθενά, προς ατιμία και προσβολή εκείνου που τους χειροτόνησε |
Ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης ισχυρίζεται ότι η εν
λόγω κανονική διάταξη αφορά αποκλειστικώς και μόνον τους πρεσβυτέρους και τους
διακόνους. Πλην όμως, εντελώς συνειδητά παραθεωρεί τη βασική ερμηνευτική αρχή
της Εκκλησίας μας, κατά την οποία οι ιεροί κανόνες ουδέποτε ερμηνεύονται
αποσπασματικά ή μεμονωμένα, αλλά μόνον εντός του όλου
πνεύματος, της συνοδικής συνειδήσεως και του σωτηρίου φρονήματος της ιεράς
Παραδόσεως.
«Οὐδεὶς ἐπίσκοπος χειροτονείσθω ἀπολελυμένως...»
Η φράση «Οὐδεὶς ἐπίσκοπος χειροτονείσθω ἀπολελυμένως...»
συναντάται συχνά στα συγγράμματα των Κανονολόγων (όπως του Ιωάννη
Ζωναρά, του Θεοδώρου Βαλσαμώνος ή στο Πηδάλιο του Αγίου Νικοδήμου του
Αγιορείτου). Οι κανονολόγοι, αναλύοντας τον 6ο κανόνα της Χαλκηδόνας,
ξεκαθαρίζουν ότι η φράση «μήτε ὅλως τινὰ τῶν ἐν τῷ ἐκκλησιαστικῷ τάγματι»
περιλαμβάνει κατ' εξοχήν και τον Επίσκοπο, αφού δεν νοείται κεφαλή
(Επίσκοπος) χωρίς σώμα (τοπική Εκκλησία/επαρχία).
Ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης στο Πηδάλιο αναλύει
εκτενώς τον 6ο Κανόνα της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου και επεκτείνει
τεκμηριωμένα την καθολική απαγόρευση της απολελυμένης χειροτονίας και στο
αξίωμα του Επισκόπου.
Η
θεολογική και κανονική ερμηνεία του Αγίου Νικοδήμου επικεντρώνεται στα εξής
βασικά σημεία:
1. Η οργανική σύνδεση Επισκόπου και
Εκκλησίας. Ο Άγιος Νικόδημος τονίζει ότι η
χειροτονία ενός Επισκόπου χωρίς συγκεκριμένο ποίμνιο και γεωγραφική επαρχία
αντιβαίνει στην ίδια τη φύση της Εκκλησίας. Χρησιμοποιώντας την πατερική
παράδοση, εξηγεί ότι ο Επίσκοπος είναι η κεφαλή και η τοπική Εκκλησία το
σώμα. Όπως δεν μπορεί να υπάρξει κεφαλή χωρίς σώμα στη φύση, έτσι
δεν νοείται και «απολελυμένος» Επίσκοπος (δηλαδή Επίσκοπος «στα χαμένα» ή «ψιλώ
ονόματι»), χωρίς οργανική και ευχαριστιακή σύνδεση με μία συγκεκριμένη
κοινότητα πιστών.
2. Η καθολικότητα της φράσης «τῶν ἐν τῷ ἐκκλησιαστικῷ τάγματι». Αν
και ο 6ος κανόνας αναφέρει ρητά τους πρεσβυτέρους και τους διακόνους, ο Άγιος
Νικόδημος επισημαίνει με έμφαση τη γενική φράση του κανόνα: «μήτε ὅλως τινὰ τῶν ἐν τῷ ἐκκλησιαστικῷ τάγματι».
Σημειώνει ότι ο Επίσκοπος, ως ο
ανώτατος βαθμός της ιεροσύνης και η πηγή των υπόλοιπων μυστηρίων, περιλαμβάνεται
αυστηρά και πρώτος από όλους σε αυτή τη διάταξη. Αν απαγορεύεται για έναν
απλό διάκονο να χειροτονηθεί χωρίς να διοριστεί σε ναό, είναι ακόμη πιο
αντικανονικό και παράδοξο να συμβεί αυτό για έναν Επίσκοπο.
3. Η ακυρότητα της χειροτονίας και η
«ύβρις» .Ο Άγιος
Νικόδημος υπογραμμίζει τη σοβαρότητα της ποινής που επιβάλλει ο κανόνας. Κάθε
απολελυμένη χειροτονία είναι αυτοδικαίως άκυρη (ανυπόστατη).Ο
χειροτονηθείς στερείται κάθε δικαιώματος να ενεργεί τα της ιερωσύνης. Η
πράξη αυτή χαρακτηρίζεται ως «ἐφ’ ὕβρει τοῦ χειροτονήσαντος».
Ο Άγιος εξηγεί ότι αποτελεί ντροπή, προσβολή και εμπαιγμό του ίδιου του
μυστηρίου της Ιεροσύνης από την πλευρά του Αρχιιερέα που τέλεσε τη χειροτονία,
καθώς δημιούργησε έναν «αξιωματούχο» χωρίς ουσιαστικό πνευματικό έργο
Η
συσχέτιση του 6ου της Χαλκηδόνας με άλλους Ιερούς Κανόνες στο Πηδάλιο
Ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, προκειμένου να
στηρίξει την ερμηνεία του, συνδέει τον 6ο Κανόνα της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου με
μια σειρά άλλων θεμελιωδών κανόνων, δημιουργώντας ένα ενιαίο κανονικό πλαίσιο:
- 15ος
και 16ος Κανόνας των Αγίων Αποστόλων: Οι κανόνες
αυτοί απαγορεύουν αυστηρά σε οποιονδήποτε κληρικό (συμπεριλαμβανομένων των
Επισκόπων) να εγκαταλείπει την επαρχία του και να πηγαίνει σε άλλη χωρίς
την άδεια του οικείου Επισκόπου ή της Συνόδου. Ο Άγιος Νικόδημος σημειώνει
ότι η «απολελυμένη» χειροτονία ουσιαστικά παράγει εξαρχής
«περιπλανώμενους» κληρικούς, οι οποίοι, μη έχοντας σταθερή εκκλησιαστική
στέγη, γίνονται τυχοδιώκτες, πράγμα που οι Αποστολικοί Κανόνες
καταδικάζουν ρητά.
- 15ος
Κανόνας της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου: Απαγορεύει
τη μετακίνηση Επισκόπων και κληρικών από πόλη σε πόλη. Στο Πηδάλιο
τονίζεται ότι η σκοπιμότητα του κανόνα αυτού είναι κοινή με τον 6ο της
Χαλκηδόνας: η διατήρηση του αδιάλυτου πνευματικού «γάμου» μεταξύ του
Επισκόπου και της τοπικής του Εκκλησίας.
- 21ος
Κανόνας της Συνόδου της Αντιοχείας: Ορίζει ρητά ότι
ένας Επίσκοπος δεν μπορεί να μετατεθεί σε άλλη επισκοπή, ακόμη κι αν τον
πιέζει ο λαός ή οι άλλοι Επίσκοποι, αλλά πρέπει να παραμείνει στην
Εκκλησία που του δόθηκε από τον Θεό εξαρχής.
Μέσα από αυτές τις συσχετίσεις, ο Άγιος Νικόδημος
αποδεικνύει ότι η Εκκλησία ιστορικά δεν αναγνωρίζει «γενικούς» ή
«αφηρημένους» Επισκόπους, αλλά μόνο Επισκόπους συγκεκριμένων τοπικών
Εκκλησιών.
---------------------------------------------------------------------------------
Επίσης ο Σεβασμιότατος έγραψε στην συνέχεια και τα εξής:
|
«….ὁ
Η΄ Κανών τῆς Ἁγίας Α΄ Οἰκουμενικῆς
Συνόδου, ὁ ὁποῖος
ρυθμίζων τήν ἐπιστροφήν τῶν λεγομένων
«καθαρῶν-Ναυατιανῶν» εἰς
τήν Ἁγίαν Καθολικήν Ἐκκλησίαν,
διαλαμβάνει ὅτι δέν θά ἔπρεπε καί ὁ
Ὀρθόδοξος Ἐπίσκοπος καί ὁ
ἐκ τῶν «καθαρῶν-Ναυατιανῶν»
μετανοήσας νά διαποιμαίνουν τήν ἰδίαν Ἐπισκοπήν
(Μητρόπολιν) «ἵνα μή ἐν τῇ
πόλει δύο Ἐπίσκοποι ὦσιν», ὡς
καί ὁ ΙΣΤ΄ τῆς ΑΒ΄ Συνόδου,
ὁ ὁποῖος
ἀφορᾷ εἰς
τήν ἐκλογήν καί χειροτονίαν Ἐπισκόπου
εἰς Ἐπισκοπήν εἰς
τήν ὁποίαν ζεῖ, χωρίς νά ἔχει
παραιτηθῇ ἤ νά ἔχει
κανονικῶς ἀπομακρυνθῇ
ὁ προκάτοχός του. Προδήλως οἱ
Κανόνες ἀναφέρονται εἰς Κανονικῶς
διαποιμαίνοντας Ἱεράρχας. |
ΣΧΟΛΙΑ:
Ωστόσο, μια αυστηρή εκκλησιολογική και κανονική ανάλυση αποκαλύπτει σοβαρά
μεθοδολογικά σφάλματα, αποσπασματική ανάγνωση της Παράδοσης και μια επικίνδυνη
παρερμηνεία του μυστηρίου της Εκκλησίας.
Η
Ανάλυση των Κανόνων και το Ιστορικό τους Πλαίσιο
Α. Ο Η΄ Κανόνας της Α΄ Οικουμενικής
Συνόδου (Ναυατιανοί)
Ο
Ναυατιανισμός ήταν ένα αυστηρό σχισματικό κίνημα (οι αυτοαποκαλούμενοι
«Καθαροί») που αρνιόταν να συγχωρήσει όσους είχαν λυγίσει κατά τους διωγμούς
(πεσοῦνες). Όταν επέστρεφαν στην Καθολική
Εκκλησία, οι Ναυατιανοί κληρικοί ζητούσαν να διατηρήσουν τον βαθμό τους. Η
Σύνοδος επέτρεψε να ενταχθούν στον κλήρο με χειροθεσία (κατ' οικονομίαν), υπό
τον όρο όμως ότι δεν θα υπήρχαν δύο επίσκοποι στην ίδια πόλη. Αν στην
πόλη υπήρχε ήδη Ορθόδοξος Επίσκοπος, ο επιστρέφων Ναυατιανός Επίσκοπος έπρεπε
είτε να λάβει τον βαθμό του πρεσβυτέρου είτε, αν ο επίσκοπος ήθελε να τιμήσει
το αξίωμά του, να του αποδώσει τιμητικά τον τίτλο, χωρίς όμως διοικητική
δικαιοδοσία («ἵνα
μή ἐν τῇ
πόλει δύο Ἐπίσκοποι
ὦσιν»).
Ο
κανόνας αυτός αφορά μια ειδική ποιμαντική οικονομία επανένωσης σχισματικών,
όπου η Εκκλησία, για να αποτρέψει τη σύγχυση και τη διχοτόμηση του ποιμνίου,
έθετε όρια στην αποδοχή των προσώπων.
Β. Ο ΙΣΤ΄ Κανόνας της Συνόδου
Πρωτοδευτέρας (ΑΒ΄, 861 μ.Χ.)
Ο κανόνας αυτός καταδικάζει την αυθαίρετη χειροτονία
επισκόπου σε μια επαρχία ενόσω ζει ο κανονικός της επίσκοπος και δεν έχει
καθαιρεθεί, παραιτηθεί ή απομακρυνθεί με συνοδική κρίση. Αποσκοπεί στην
αποτροπή της «αρπαγής» μητροπόλεων, των αντικανονικών εισπηδήσεων και της
δημιουργίας φατριών που διαλύουν το συνοδικό σύστημα.
Η προϋπόθεση του κανόνα είναι σαφής. Ο προκάτοχος πρέπει να είναι «κανονικός» όχι
απλώς με την τυπική έννοια ότι κάθεται σε έναν θρόνο, αλλά ότι παραμένει εντός
της αλήθειας της πίστης και της εκκλησιαστικής κοινωνίας.
Γράφει ο Μητροπολίτης.
|
Ὅσον ἀφορᾷ
τώρα εἰς τήν διαδικασίαν τῆς ὑποβολῆς «τριπροσώπου» ὑπό τοῦ αἰτοῦντος
Μητροπολίτου διά τήν ἐκλογήν Βοηθοῦ του Ἐπισκόπου καί τήν δῆθεν ἀντικανονικότητα
τῆς διαδικασίας, ἡ Ἁγία Α΄ Οἰκουμενική Σύνοδος μέ τόν ΣΤ΄ Κανόνα της
διαλαμβάνει «εἴ τις χωρὶς γνώμης τοῦ μητροπολίτου γένοιτο ἐπίσκοπος, τὸν τοιοῦτον
ἡ μεγάλη σύνοδος ὥρισε μὴ δεῖν εἶναι ἐπίσκοπον» καί ὁ θεοφώτιστος Ἅγιος
Νικόδημος ἑρμηνεύει: «διότι ἐάν καί τό πλῆθος τῶν Ἐπισκόπων ἐψήφιζεν τόν Ἐπίσκοπον,
ἡ ἐπικύρωσις ὅμως τῆς ψήφου ἔπρεπε νά γένῃ ἀπό τόν Μητροπολίτην καί ὅποιον ἐκεῖνος
ἐδοκίμαζεν νά γένῃ Ἐπίσκοπος» (Πηδάλιον, Ἐκδ. Ρηγοπούλου σελ. 131), καί οὐσιαστικά
ὁρίζει τήν σήμερον τηρουμένην διαδικασίαν διά τήν ἐκλογήν Βοηθοῦ Ἐπισκόπου,
διότι εὐλόγως οἱ Θεοφόροι Πατέρες ἔκριναν ὅτι δέν μπορεῖς ἕναν ἄγνωστο νά τόν
ἐπιβάλῃς ὡς ἄμεσον συνεργόν καί νόμιμον ἐκπρόσωπον ἑνός ἑτέρου, διότι αὐτό ἀντίκειται
στούς ἀπλούς κανόνες τῆς λογικῆς καί τῆς ὁμαλῆς λειτουργίας τῶν θεσμῶν. |
ΣΧΟΛΙΑ. Ο
ΣΤ κανόνας της Α Οικουμενικής Συνόδου θεσπίστηκε τον 4ο αιώνα για να αποτρέψει την
αυθαίρετη εισδοχή ή χειροτονία Επαρχιούχων Επισκόπων σε μια ξένη μητρόπολη
ερήμην του οικείου ποιμενάρχη. Η χρήση του σήμερα για να νομιμοποιηθεί η
απόλυτη ηγεμονία ενός Μητροπολίτη επί των Βοηθών του αποτελεί προφανή
καταστρατήγηση του γράμματος και του πνεύματος των Πατέρων. Το
επιχείρημα ότι «δέν μπορεῖς ἕναν ἄγνωστο νά τόν ἐπιβάλῃς ὡς ἄμεσον συνεργόν»
αποπνέει μια αντίληψη ιδιοκτησιακού χαρακτήρα (σαν ο Μητροπολίτης να είναι
«ιδιοκτήτης» της επαρχίας και ο Βοηθός Επίσκοπος ο προσωπικός του υπάλληλος ή
αυλικός). Στην Ορθόδοξη Εκκλησιολογία, οι επίσκοποι δεν είναι «άγνωστοι» μεταξύ
τους. Είναι μέλη του ίδιου Επισκοπικού Συλλόγου (της Ιεραρχίας), εκλεγόμενοι
από τη Σύνοδο με κριτήρια την πνευματικότητα και την εκκλησιαστική επάρκεια,
και όχι τα «πιστοποιητικά προσωπικής φεουδαρχικής αφοσίωσης» σε έναν
συγκεκριμένο Δεσπότη. Το σύστημα του «τριπροσώπου» που
καταρτίζει μονομερώς ο Μητροπολίτης μετατρέπει τη Σύνοδο των Επισκόπων σε ένα διακοσμητικό
όργανο. Αν η Σύνοδος δεσμεύεται εκ
των προτέρων να επιλέξει ανάμεσα σε τρία πρόσωπα που ορέγεται ή υποδεικνύει ο
Μητροπολίτης, τότε καταργείται η συνοδική ελευθερία, η οποία αποτελεί τον
ακρογωνιαίο λίθο του συνοδικού πολιτεύματος της Εκκλησίας. Η εκλογή παύει να
είναι προϊόν πνευματικής διάκρισης του Σώματος της Ιεραρχίας και καταντάει απλή
τυπική επικύρωση προσωπικών επιλογών. Η Εκκλησία δεν διοικείται με τα κριτήρια μιας
ιδιωτικής επιχείρησης όπου το «αφεντικό» διορίζει αποκλειστικά τους
υποτακτικούς του, αλλά με το πνεύμα της συνοδικής ισότητας και της κοινής
ευθύνης.
Η επίκληση αρχαίων κανόνων (όπως ο ΣΤ΄ της Α΄ Οικουμενικής) έξω από το ιστορικό τους πλαίσιο αποτελεί μια προσπάθεια νομιμοποίησης του σύγχρονου αυταρχισμού με «θεϊκή» ή «πατερική» αυθεντία. Οι κανόνας μιλούσε για την προστασία μιας επαρχίας από την εισπήδηση ξένων επισκόπων, και όχι για τη δημιουργία προσωπικών αυλών και μονοπωλίων εξουσίας από τους Μητροπολίτες επί των τιτουλαρίων βοηθών τους.
Εκκλησιολογικές
Ενστάσεις και Κριτική Θεώρηση στην Ορθόδοξη Ανατολή
Στον χώρο της Ορθόδοξης Ανατολής, διαπρεπείς κανονολόγοι και ιεράρχες έχουν διατυπώσει
αυστηρή κριτική απέναντι στον θεσμό των βοηθών και τιτουλάριων επισκόπων,
θεωρώντας τον ως αλλοίωση της ανατολικής εκκλησιολογίας και ανεδαφική μεταφορά δυτικών
προτύπων.
•
Υποστηρίζουν ότι ο Επίσκοπος δεν είναι
ένας απλός «δημόσιος υπάλληλος» ή «αξιωματούχος» της Εκκλησίας που λαμβάνει
έναν βαθμό για να φέρει εις πέρας διοικητικό έργο. Είναι η κεφαλή της τοπικής
Ευχαριστιακής Σύναξης.
·
Όταν χειροτονείται κάποιος χωρίς
πραγματικό ποίμνιο και αυτόνομη τοπική Εκκλησία, το μυστήριο της αρχιερωσύνης
αλλοιώνεται. Το μυστήριο μετατρέπεται από εκκλησιαστικό γεγονός σε ατομικό
τίτλο τιμής. Αυτό εισάγει μια
δυτική/σχολαστική αντίληψη για την ιεροσύνη, ξένη προς την Ορθόδοξη παράδοση.
·
Οι τιτουλάριοι επίσκοποι φέρουν τον τίτλο μιας ιστορικής επισκοπής
(π.χ. Περγάμου, Εφέσου, Μυρέων), αλλά δεν έχουν πάει ποτέ εκεί, δεν λειτουργούν
εκεί και δεν έχουν πνευματική σχέση με τον τοπικό λαό. Πώς
μπορεί να υφίσταται «γάμος» και πνευματική πατρότητα με μια Εκκλησία που
υπάρχει μόνο στα χαρτιά, τη στιγμή που ο Επίσκοπος ζει και εργάζεται σε μια
τελείως διαφορετική χώρα ή πόλη.
·
Οι ιεροί κανόνες ορίζουν αυστηρά ότι δεν
μπορούν να υπάρχουν δύο επίσκοποι στην ίδια πόλη (για την αποφυγή
σχισμάτων). Οι επικριτές του θεσμού τονίζουν ότι η παρουσία Βοηθών Επισκόπων
μέσα στην ίδια Μητρόπολη θολώνει αυτή την κανονική αρχή, δημιουργώντας μια
άτυπη «συγκατοίκηση» αρχιερέων στην ίδια γεωγραφική περιφέρεια.
·
Σύγχρονες
αναλύσεις κανονολόγων επισημαίνουν ότι ο τρόπος επιλογής των βοηθών (όπου ο
οικείος Μητροπολίτης προτείνει τον εκλεκτό του στην Ιεραρχία) ενέχει τον
κίνδυνο να εισαγάγει έναν ιδιότυπο ευνοιοκρατισμό, δημιουργώντας «προσωπικούς
επισκόπους». Τονίζουν ότι οι αρχαίοι Χωρεπίσκοποι είχαν πραγματικό
ποίμνιο στα χωριά τους, ενώ οι σύγχρονοι Βοηθοί φέρουν τίτλους ανύπαρκτων ή
κατεστραμμένων ιστορικών πόλεων, κάτι που τους καθιστά ουσιαστικά απολελυμένους.
·
Παράλληλα, επισημαίνουν ότι βυζαντινοί
ερμηνευτές, όπως ο Ιωάννης Ζωναράς, ο Θεόδωρος Βαλσαμών και ο Αλέξιος
Αριστηνός, σχολιάζοντας τη σταδιακή αντικατάσταση των Χωρεπισκόπων από τους
Περιοδευτές (Σύνοδος Λαοδικείας, Κανών 57) ή τους εκπεσόντες σε «πρωτοπαπάδες»,
υπογράμμιζαν ότι η Εκκλησία επεδίωκε πάντοτε την αποφυγή της υποτιμήσεως του
επισκοπικού αξιώματος και της αποσυνδέσεώς του από την τοπική δικαιοδοσία.
·
Αν ένας Μητροπολίτης χρειάζεται βοήθεια
επειδή η επαρχία του είναι μεγάλη, η κανονική λύση δεν είναι να χειροτονήσει
«υπο-επισκόπους» (Βοηθούς). Η αρχαία πράξη όριζε ότι ο Επίσκοπος αναθέτει στους
Πρεσβυτέρους (ιερείς) να διοικούν τις ενορίες και να τελούν τη Θεία
Λειτουργία στο όνομά του. Η υπερπαραγωγή Βοηθών Επισκόπων για καθαρά πρακτικούς
ή εθιμοτυπικούς λόγους (π.χ. για να χοροστατούν σε πανηγύρεις) ουσιαστικά
υποβαθμίζει τον ρόλο των πρεσβυτέρων και δημιουργεί μια περιττή εκκλησιαστική
κάστα «ενδιάμεσων» αρχιερέων.
Ο Θεσμός στην Εκκλησία της Ελλάδος (20ός
αιώνας - σήμερα):
1923: Επί Αρχιεπισκόπου Μελετίου Μεταξάκη και
Μητροπολίτου (μετέπειτα Αρχιεπισκόπου) Χρυσοστόμου Παπαδόπουλου θεσμοθετήθηκε
επίσημα ο θεσμός των βοηθών επισκόπων στην Αυτοκέφαλη Εκκλησία της Ελλάδος.
Μετά την
τροποποίηση του Καταστατικού Χάρτη το 1925 επί δικτατορίας Θεοδώρου Παγκάλου,
ακολούθησε μια περίοδος έντονων αμφισβητήσεων. Κατά την περίοδο 1930 έως 1945,
η Εκκλησία της Ελλάδος απέφυγε συστηματικά κάθε εκλογή νέων βοηθών
επισκόπων.
Μετά το 1945
ο θεσμός επανενεργοποιήθηκε, ενώ ο Καταστατικός Χάρτης του 1977 παρείχε πλήρη
νομική και κανονική κατοχύρωση. Το 1991, η Ιερά Σύνοδος επανέφερε 13 οργανικές
θέσεις βοηθών επισκόπων για την επικράτεια.
Στην Εκκλησία της Ελλάδος υπηρετούν σήμερα 23
Βοηθοί Επίσκοποι, ενώ παράλληλα υπάρχουν και 8 Τιτουλάριοι Μητροπολίτες.
Ο αριθμός αυτός έχει αυξηθεί αισθητά τα τελευταία
χρόνια, καθώς οι Ιερές Σύνοδοι προχωρούν τακτικά σε νέες εκλογές για την κάλυψη
των διοικητικών και ποιμαντικών αναγκών της Αρχιεπισκοπής Αθηνών και των κατά
τόπους Ιερών Μητροπόλεων. Ενδεικτικά, η Ιεραρχία εξέλεξε 10 νέους βοηθούς
επισκόπους το φθινόπωρο του 2023 και 5 ακόμη τον Οκτώβριο του 2025.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου