MΕΡΟΣ
Β
|
Κατά τήν ὁμιλίαν μας εἰς τήν Θείαν Λειτουργίαν ἐν τῷ Ἱερῷ Ναῷ Ἁγίου
Παύλου Χανίων, τήν 26ην Ἰουνίου
2016, τελευταίαν ἡμέραν τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου, εἴπομεν τά ἑξῆς: «Αἱ
συνοδικαί ἀποφάσεις πρέπει
νά ἐνταχθοῦν εἰς τήν ζωήν τῶν
κατά τόπους Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, νά κοινοποιηθοῦν
εἰς τάς ἐνορίας, τάς Ἱεράς Ἀρχιεπισκοπάς καί Μητροπόλεις, εἰς τάς Ἱεράς Μονάς, νά συζητηθοῦν εἰς
τάς Θεολογικάς καί Ἐκκλησιαστικάς
Σχολάς, νά εἰσαχθοῦν εἰς τήν κατήχησιν καί τήν παιδείαν τῆς νεότητος, νά καρποφορήσουν εἰς τήν ποιμαντικήν διακονίαν καί
εἰς τάς ἐν τῷ κόσμῳ
δράσεις τῆς Ἐκκλησίας. |
ΣΧΟΛΙΑ. Η αξίωση να εισαχθούν οι αποφάσεις αυτές στις
ενορίες, τα μοναστήρια και τα σχολεία επιχειρεί να επιβάλει δια της βίας μια
οικουμενιστική νοοτροπία στον ορθόδοξο λαό. Αντί για «καρποφορία στην
ποιμαντική διακονία», η προσπάθεια αυτή επιφέρει διχασμό και πνευματική
σύγχυση, καθώς οι πιστοί καλούνται να ασπαστούν κείμενα που αποκλίνουν από την
πατερική παράδοση. Η απαιτούμενη «ένταξη στη ζωή της Εκκλησίας» δεν μπορεί να
γίνει αποδεκτή όταν αφορά αποφάσεις που θολώνουν τα δογματικά όρια και
υποτάσσονται στο πνεύμα της εκκοσμίκευσης. Συνεπώς, η προτροπή για διάχυση των
αποφάσεων στα σπλάχνα της Εκκλησίας αποτελεί προσπάθεια θεσμικής κατοχύρωσης
μιας πλάνης που το υγιές εκκλησιαστικό σώμα απορρίπτει συνειδητά.
|
Ἡ διαδικασία προσλήψεως καί ἐφαρμογῆς τῶν
θεσπισμάτων τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας
ἀποτελεῖ οὐσιαστικήν ἔκφρασιν
τῆς συνοδικῆς αὐτῆς
ταυτότητος, τρόπον τινά, “σύνοδον μετά τήν Σύνοδον”». Ποίαν ὄψιν εἶχε κατά τήν πρώτην δεκαετίαν μετά τήν Σύνοδον τῆς Κρήτης αὐτή ἡ διαδικασία προσλήψεως καί θεολογικῆς καί ποιμαντικῆς ἀξιοποιήσεως τῶν
συνοδικῶν ἀποφάσεων; Τά κείμενα τῆς Συνόδου μετεφράσθησαν εἰς διαφόρους γλώσσας ἀπό τάς Ἐκκλησίας, αἱ
ὁποῖαι συμμετέσχον καί ἀπό ἄλλους θεολογικούς καί ἐκκλησιαστικούς φορεῖς. Ὠργανώθησαν πολλά συνέδρια διά
τήν Σύνοδον τῆς Κρήτης,
μέ μεγαλύτερον ἐκεῖνο τῆς Θεσσαλονίκης ( 21-25 Μαΐου 2018). Εἰς τάς Θεολογικάς Σχολάς τῆς Ἑλλάδος ἐνετάχθησαν
εἰς τό Πρόγραμμα Σπουδῶν μαθήματα περί τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου. Τό αὐτό συνέβη καί εἰς τό ἡμέτερον Ἰνστιτοῦτον Μεταπτυχιακῶν Σπουδῶν Ὀρθοδόξου
Θεολογίας ἐν Chambésy
Γενεύης. Ἐγράφησαν εἰς τάς Θεολογικάς Σχολάς πολλαί
διπλωματικαί μεταπτυχιακαί ἐργασίαι
μέ θέμα τήν Σύνοδον τῆς
Κρήτης, καθώς καί διδακτορικαί διατριβαί. Ἐκυκλοφορήθησαν,
ἐπίσης, ἀξιόλογοι μονογραφίαι περί τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου. Τά συνέδρια,
αἱ ἡμερίδες, τά πολλά
δημοσιεύματα, τά ἀφιερωματικά
τεύχη ἐπιστημονικῶν περιοδικῶν καί αἱ σχετικαί συζητήσεις ἀνέδειξαν τάς θεολογικάς, τάς ἐκκλησιολογικάς καί τάς
άνθρωπολογικάς ἀρχάς ἐπί τῶν ὁποίων
ἐστηρίχθησαν τά κείμενα τῆς Συνόδου. Προεβλήθη ἡ θεοστήρικτος μαρτυρία τῆς Συνόδου καί ἡ ἀξία της ὡς
προτάσεως ζωῆς ἐν Χριστῷ καί κατά Χριστόν, ὡς
μηνύματος ἐκκλησιοτραφοῦς ἐλευθερίας. Αἱ ἀποφάσεις τῆς
Συνόδου τῆς Κρήτης ἐλειτούργησαν ὡς ἔμπνευσις διά τήν σύνταξιν τοῦ κειμένου τοῦ Οἰκουμενικοῦ
Πατριαρχείου «”Ὑπέρ τῆς τοῦ κόσμου ζωῆς”.
Τό κοινωνικόν ἦθος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας»,
συνταχθέντος ὑπό ὁρισθείσης ὑπό τῆς περί ἡμᾶς Ἁγίας καί Ἱερᾶς Συνόδου ἐπιτροπῆς Θεολόγων, μέ ἐπί
κεφαλῆς τόν καθηγητήν Ἱερολογιώτατον Ἀρχιδιάκονον τοῦ Οἰκουμενικοῦ
Θρόνου κ. Ἰωάννην Χρυσαυγῆν. Ὅπως γνωρίζετε, εἰς
τό παρόν Συνέδριον ἀφιερώνεται
εἰδική συνεδρία εἰς τό κείμενον αὐτό. |
ΣΧΟΛΙΑ: Η πραγματικότητα είναι ότι η προσπάθεια επιβολής και
«θεολογικής αξιοποίησης» των κειμένων αυτών συνάντησε τη σθεναρή και αδιάλλακτη
αντίσταση του υγιούς, παραδοσιακού εκκλησιαστικού σώματος. Ο πανεπιστημιακός
οδοστρωτήρας, τα συνέδρια, οι μεταπτυχιακές εργασίες και τα ειδικά μαθήματα
στις Θεολογικές Σχολές δεν αποδεικνύουν καμία «ζωτική έκφραση της
συνοδικότητας», αλλά φανερώνουν την αγωνία των εμπνευστών της Συνόδου να
επιβάλουν άνωθεν μια οικουμενιστική νοοτροπία και να θεσμοθετήσουν ακαδημαϊκά
μια εκκοσμικευμένη εκκλησιολογία.
Η δε επίκληση κειμένων όπως
«Υπέρ της του κόσμου ζωής» δεν συνιστά μαρτυρία πίστης, αλλά περαιτέρω
διολίσθηση σε ένα κοινωνικό ήθος αποκομμένο από τα αυστηρά ορθόδοξα δογματικά
όρια. Το κείμενο συντάχθηκε από μια επιτροπή θεολόγων με επικεφαλής τον
Χρυσαυγή και εγκρίθηκε από τη Σύνοδο του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Δηλαδή μια
τοπική Σύνοδος παρουσιάζει ως «το κοινωνικόν ήθος της Ορθοδόξου Εκκλησίας» ένα
κείμενο που δεν είδε καμία πανορθόδοξη διαδικασία, κανένα άλλο Πατριαρχείο,
κανένας δεν το ψήφισε, κανείς δεν το υπέγραψε. Είναι ακριβώς η λογική της
Κρήτης: μία Εκκλησία αυτοανακηρύσσεται φωνή όλων, και μετά ονομάζει
«σκανδαλοποιούς» όσους διαφωνούν. Διαβάζεις εκατό
σελίδες «κοινωνικού ήθους» και δεν βρίπτεις: αίρεση, σχίσμα, κόλαση, κρίση,
μετάνοια ως κρίσιμη προϋπόθεση. Η αμαρτία αναφέρεται σποραδικά, η κόλαση σχεδόν
ποτέ, η ανάγκη μετάνοιας εξαφανίζεται. Μια Ορθοδοξία χωρίς κόλαση και χωρίς
αίρεση δεν είναι ανανεωμένη Ορθοδοξία — είναι προτεσταντικός κοινωνικός
ευαγγελισμός με βυζαντινό ένδυμα. Το κείμενο περιγράφει πώς η Εκκλησία
«συμμετέχει στον διάλογο για το μέλλον του πλανήτη» — η γλώσσα των Ηνωμένων
Εθνών, όχι των Πατέρων. Στα θέματα της
σεξουαλικότητας το κείμενο είναι σκόπιμα θολό: «όσοι έχουν ομοφυλοφιλική έλξη
δεν πρέπει να απορρίπτονται» — κανείς ορθόδοξος δεν ζήτησε απόρριψη προσώπων· η
Εκκλησία απορρίπτει την πράξη και θεραπεύει το πάθος. Το κείμενο αποφεύγει να
πει καθαρά ότι η πράξη είναι αμαρτία, μιλά για «ταμπου» και «κοινωνικό
στιγματισμό». Η πατερική γλώσσα θα ήταν μία: θεραπεία μέσω μετανοίας και
ασκήσεως. Η γλώσσα του κειμένου είναι γλώσσα μη κυβερνητικής οργάνωσης που
ετοιμάζει έκθεση για τα ανθρώπινα δικαιώματα. Το κείμενο
αποδέχεται τους δυτικούς θεσμούς ως δεδομένους και αγαθούς, χωρίς να θέτει το
βασικό: ποια είναι η σχέση της βασιλείας του Θεού με τη δημοκρατία του κόσμου;
Οι Πατέρες απαντούσαν με σαφήνεια. Το κείμενο αρνείται να απαντήσει, γιατί η
απάντηση θα ενοχλούσε τους χρηματοδότες των συνεδρίων. Η αποδοχή της
παγκοσμιοποίησης είναι η σιωπηρή ομολογία πίστεως του κειμένου — και αυτή η
πίστη δεν είναι η ορθόδοξη. Μοναχισμός:
σχεδόν απουσία. Ασκητική ζωή: εξαφανισμένη. Νηστεία ως πνευματικός αγώνας:
καμία. Το κείμενο που υποτίθεται ότι περιγράφει το κοινωνικό ήθος της
Ορθοδοξίας παραλείπει ακριβώς εκείνο που έχτισε αυτό το ήθος — την άσκηση. Δεν
είναι τυχαίο: η άσκηση ενοχλεί τη σύγχρονη κουλτούρα, και το κείμενο προτιμά να
μην ενοχλεί κανέναν. Ο «διάλογος» έγινε είδωλο· το κήρυγμα θυσιάστηκε στη
«μάρτυρα».
Η Σύνοδος δεν κάνει «προτάσεις».
Οι σύνοδοι ορίζουν, δογματίζουν, αναθεματίζουν. Η γλώσσα του κειμένου —
«μήνυμα», «πρόταση ζωής», «εκκλησιοτραφής ελευθερία» — είναι γλώσσα ΜΚΟ και
ευρωπαϊκών προγραμμάτων. Η Εκκλησία δεν είναι πάροχος «προτάσεων ζωής»· είναι
το σώμα του Χριστού. Όταν συνοδικό κείμενο ομιλεί έτσι, έχει ήδη αλλάξει πίστη
χωρίς να το ομολογήσει.
|
Ἡ Μετριότης ἡμῶν, εἰς
ὅλας τάς Ἐγκυκλίους, τάς ἑορτίους Ἀποδείξεις καί τάς ἐπισήμους ὁμιλίας ἀνεφέρετο εἰς
τήν Σύνοδον τῆς Κρήτης
καί παρέπεμπεν εἰς
τά κείμενά της. Ἐξ ἄλλου, καί εἰς τήν ζωήν τῆς Ἁγίας τοῦ
Χριστοῦ Μεγάλης Ἐκκλησίας καί ἀνά τήν οἰκουμένην ὑπάρχει καθ᾿ ὅλην τήν δεκαετίαν 2016-2026 ἡ πνοή καί ἡ σφραγίς τῶν ἀποφάσεων τῆς
Ἁγίας καί Μεγάλης
Συνόδου, ὄντως ὡς «σύνοδος μετά τήν Σύνοδον».
Εὐχαριστοῦμεν καί εὐλογοῦμεν πάντας τούς συντελεστάς αὐτῆς τῆς
παρουσίας καί μαρτυρίας. Θά
συνεχίσωμεν νά ἐργαζώμεθα
διά τήν περαιτέρω πρόσληψιν, τήν συστηματικωτέραν θεολογικήν ἀνάλυσιν καί τήν εὐρυτέραν ποιμαντικήν ἀξιοποίησιν τῶν ἀποφάσεων τῆς
Συνόδου τῆς Κρήτης καί
διά τήν ἀποτίμησιν τοῦ συνολικοῦ ἔργου της. Εἰς
τήν προσπάθειαν αὐτήν θά
συνεισφέρῃ μεγάλως καί ἡ πρόσφατος ἔκδοσις τῶν Πρακτικῶν τῆς Ἁγίας
καί Μεγάλης Συνόδου, ἡ ὁποία καθιστᾷ τά συνοδικά κείμενα εὐχερῶς προσβάσιμα. Τά Πρακτικά
δίδουν εἰς κάθε ἐνδιαφερόμενον τήν δυνατότητα
καί τήν εὐκαιρίαν νά ἀνακαλύψῃ τό θεολογικόν βάθος καί τήν διαμόρφωσιν τῶν κειμένων καί νά ἐκτιμήσῃ τόν μόχθον τῶν
συμβαλόντων διά τήν προσφορωτέραν καί θεολογικῶς
ἀρτιωτέραν διατύπωσιν τοῦ περιεχομένου τοῦ κάθε κειμένου. |
ΣΧΟΛΙΑ: Η Σύνοδος της Κρήτης δεν είναι αληθινή Σύνοδος, αλλά
προωθεί τον οικουμενισμό και τον συγκρητισμό. Πίσω από τα ωραία λόγια για δήθεν
θεολογία και ποιμαντική, κρύβεται η προσπάθεια να νομιμοποιηθεί η αίρεση. Έτσι,
προδίδεται η ορθόδοξη πίστη και αλλοιώνεται η αλήθεια των Πατέρων για να αρέσει
στον σύγχρονο κόσμο.
|
Συνοδικότης εἶναι μία ἄλλη λέξις διά τήν λειτουργίαν
τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς μέ πιστότητα εἰς
τήν Παράδοσιν τῆς Ἀληθείας. Ἡ θεολογία ὁμιλεῖ περί τῆς
«συνοδικῆς φύσεως» τῆς Ἐκκλησίας, περί «συνοδικῆς ὀντολογίας
τῆς Ἐκκλησίας στήν ὁλότητα τῆς οὐσίας καί τῆς
ζωῆς της» (Ἀ. Σμέμαν, Ἡ ἀποστολή τῆς
Ἐκκλησίας στόν σύγχρονο
κόσμο, ἐκδ. Ἀκρίτας, Ἁθήνα 1983, σ. 200 καί 201). Ὅλη ἡ ζωή τῆς
Ἐκκλησίας εἶναι «συνοδική». Θεία λατρεία,
διδασκαλία καί κήρυγμα, ποιμαντική καί κοινωνική μαρτυρία ἐν τῷ κόσμῳ,
ἐκφράζουν τήν συνοδικήν ὑφήν τῆς Ἐκκλησίας.
Ἡ συνοδικότης εἶναι ὁ τρόπος ὑπάρξεως
καί λειτουργίας τῆς Ἐκκλησίας, εἶναι τό «ἦθος» της. Εἶναι δέ αὐτονόητον ὅτι ἡ συνοδικότης δέν ἐξαντλεῖται εἰς τήν σύγκλησιν καί λειτουργίαν τῶν Συνόδων. Ἡ ὁλοκλήρωσις τῆς
συνοδικῆς ἐργασίας ὡς ἐσωτερικῆς
θεσμικῆς διαδικασίας δέν
σημαίνει πλήρωσιν τοῦ
συνοδικοῦ ἔργου ὡς θεμελιώδους λειτουργίας τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ
ἐφαρμογή τῶν συνοδικῶν ἀποφάσεων εἰς
τόν ἐγκόσμιον βίον τοῦ λαοῦ τοῦ
Θεοῦ ἀποτελεῖ σημαντικήν πτυχήν τῆς συνοδικῆς
λειτουργίας καί ἀπαιτεῖ, ὁμοῦ
μετά τοῦ συνοδικοῦ φρονήματος, τήν ἐμπεριστατωμένην γνῶσιν τοῦ πεδίου ἐφαρμογῆς τῶν ἀποφάσεων
αὐτῶν. |
ΣΧΟΛΙΑ. Η αληθινή συνοδικότητα δεν είναι ένα γραφειοκρατικό
σύστημα ούτε μια προοδευτική ιδεολογία. Είναι ο παραδοσιακός τρόπος ζωής της
Εκκλησίας, που στηρίζεται αποκλειστικά στην ιερά Παράδοση και την αλήθεια των
Πατέρων. Κάθε προσπάθεια να χρησιμοποιηθεί ο όρος αυτός για να επιβληθούν
νεωτεριστικές αποφάσεις αποκόπτεται από το γνήσιο ορθόδοξο ήθος.
|
Ἐν τῇ ἐννοίᾳ ταύτῃ, ὅταν
ὁμιλῶμεν περί «Προοπτικῶν» τῆς Ἁγίας
καί Μεγάλης Συνόδου, μετά τήν συμπλήρωσιν τῆς
πρώτης δεκαετίας ἀπό τῆς συγκλήσεώς της, ἀναφερόμεθα εἰς τήν εὐρυτέραν λειτουργίαν τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς μέ πρόσληψιν καί ἐπικαιροποίησιν
κεντρικῶν διαστάσεων τῶν ἀποφάσεών της, ἐντός
συνόλου τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ἔργου, ἐν
ἀκλονήτῳ βεβαιότητι ὅτι ὁ φιλανθρώπως πάντα οἰκονομῶν
Θεός τῶν Πατέρων ἡμῶν, ὁ
ὁδηγήσας τά βήματα τῶν Ὀρθοδόξων εἰς
τήν Ἁγίαν καί Μεγάλην
Σύνοδον καί εὐλογήσας τήν
διεξαγωγήν αὐτῆς, θά στηρίξῃ καί τήν καρποφορίαν τοῦ συνοδικοῦ ἔργου καί θά ἐνισχύσῃ τήν συνεργασίαν τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν καί τήν κοινήν μαρτυρίαν αὐτῶν ἐν
τῷ συγχόνῳ κόσμῳ, ἐπ᾿ ἀγαθῷ
τοῦ λαοῦ Αὐτοῦ
καί πρός δόξαν τοῦ ὑπεραγίου ὀνόματός Του. Ἡ ζωτική μαρτυρία περί τῆς ἐν Χριστῷ
σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου, τῆς ἀνακαινίσεως τῶν
πάντων καί τῆς προσδοκίας
τῆς ἐσχατολογικῆς Βασιλείας τοῦ ἐν Τριάδι Θεοῦ
εἶναι ἀδύνατον νά δοθῇ ἀπό μίαν «κλειστήν» καί σκυθρωπήν Ὀρθοδοξίαν. Τό ἔργον τῆς Ἐκκλησίας
ἀπειλεῖται τόσον ἀπό τάς ἀκρότητας τῆς
ἐκκοσμικεύσεως, ὅσον καί ἀπό τήν ἄγονον ἐσωστρέφειαν.
Ὁ τοποθετηθείς «ὑπό τόν μόδιον» λύχνος δέν
φωτίζει. Ποτέ εἰς τήν πορείαν της ἐν τῷ κόσμῳ
ἡ κλειστότης δέν ἐξέφραζεν αὐθεντικῶς τήν Ἐκκλησίαν
καί ποτέ δέν τήν ὠφέλησεν,
ἀφοῦ ἡ ἐσωστρέφεια
δέν ἀποτελεῖ ὀρθήν κατανόησιν τοῦ
«οὐκ ἐκ τοῦ κόσμου» χαρακτῆρος
της. Ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ εἶναι
«τό θαῦμα τοῦ καινοῦ» ἐν
τῷ κόσμῳ, εἶναι ὁ
«ἐλευθερωτής» τῆς ἱστορίας καί ὄχι
ὁ «ἀντίπαλός» της. Προσφυέστατον εἶναι τό ρηθέν: «Ἡ Ὀρθοδοξία εἶναι
φῶς, καί μόνον ὅ,τι εἶναι φῶς
εἶναι Ὀρθοδοξίας». |
ΣΧΟΛΙΑ. Η προβαλλόμενη από τους
θιασώτες του οικουμενισμού «ανοικτότης» και η δήθεν υπέρβαση της «εσωστρεφείας»
συνιστούν ουσιαστικώς επιχείρηση αλλοιώσεως του σωτηριολογικού χαρακτήρος της
Εκκλησίας. Η Εκκλησία του Χριστού ούτε «κλειστή» ούτε «σκυθρωπή» είναι, αλλά
φύσει και θέσει η αμώμητος Νύμφη του Χριστού και αποκλειστική θεματοφύλαξ της
Μίας Αληθείας. Κάθε προσπάθεια να προσαρμοστεί η Εκκλησία στο πνεύμα της εποχής
μας, με το πρόσχημα της δήθεν προόδου, καταλήγει στην υποταγή της στα κοσμικά
σχέδια και στη σύνδεσή της με συγκρητιστικές θεωρίες. Η γνήσια Ορθοδοξία
διαφυλάττει ακέραιο το ευαγγελικό «δεν είμαι από αυτόν τον κόσμο», αρνούμενη
οποιαδήποτε έκπτωση από την πατερική ακρίβεια χάριν μιας ψεύτικης κοινωνικής
αποδοχής.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου