|
Διεθνές
Επιστημονικό Συνέδριο με θέμα «Η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος της Ορθοδόξου
Εκκλησίας (2016–2026): Αποτίμησις καί Προοπτικαί» οργανώθηκε με πρωτοβουλία του Οικουμενικού Πατριαρχείου
από Δευτέρα, 5 Οκτωβρίου, μέχρι και
την Πέμπτη, 8 Οκτωβρίου, στην πόλη Chantilly, στα περίχωρα του Παρισίου. Την
έναρξη του Διεθνούς Συνεδρίου κήρυξε ο Οικουμενικός Πατριάρχης κ.κ. Βαρθολομαίος.
Ολόκληρο το κείμενο της ομιλίας βρίσκεται στο link. https://www.romfea.gr/oikoumeniko-patriarxeio/79054-parisi-omilia-oikoumenikoy-patriarxi-sto-epeteiako-synedrio. Σε πλαίσιο
υπάρχουν τα αποσπάσματα που σχολιάζονται. |
ΜΕΡΟΣ-Α
|
Ἡ Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος ὠργανώθη κοινῇ
συμβολῇ τῶν Ὀρθοδόξων Αὐτοκεφάλων
Ἐκκλησιῶν ὑπό τήν προεδρίαν, τήν συντονιστικήν εὐθύνην καί τήν ἀνύστακτον φροντίδα τοῦ Οἰκουμενικοῦ
Πατριαρχείου. Αὐτό τοῦτο τό γεγονός τῆς
Συνόδου τῆς Κρήτης καί αἱ ἀποφάσεις αὐτῆς ἀποτελοῦν
σημαντικόν κεφάλαιον τῆς
συνοδικῆς ταυτότητος καί ἱστορίας τῆς Μιᾶς, Ἁγίας,
Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας, βεβαίαν δέ καί τιμαλφεστάτην
παρακαταθήκην διά τάς ἐπερχομένας
γενεάς τῶν Ὀρθοδόξων. |
ΣΧΟΛΙΑ. Είναι ανακριβές να χαρακτηρίζεται η Σύνοδος της Κρήτης ως
«τιμαλφεστάτη παρακαταθήκη» της Εκκλησίας. Η εν λόγω Σύνοδος στερούταν
πανορθόδοξης νομιμοποίησης λόγω των κρίσιμων απουσιών. Αντί για κορυφαίο
κεφάλαιο, υπήρξε μια σύνοδος εκκοσμίκευσης. Νομιμοποίησε τον οικουμενισμό και
αναγνώρισε «ετεροδόξες εκκλησίες». Έτσι, θόλωσε τα σωτήρια όρια της Ορθοδοξίας.
Οι διαδικασίες της αποξένωσαν τον πιστό λαό από τη συνοδική συνείδηση.
Επομένως, οι αποφάσεις της συνιστούν πνευματικό ναυάγιο. Η μόνη γνήσια
παρακαταθήκη για το μέλλον είναι η ακράδαντη τήρηση της Ορθόδοξης Πίστεως.
|
Κατά τήν
μακράν πορείαν πρός τήν Σύνοδον, αἱ
Πανορθόδοξοι Διασκέψεις, αἱ
Εἰδικαί
Προπαρασκευαστικαί Ἐπιτροπαί,
αἱ Προσυνοδικαί
Πανορθόδοξοι Διασκέψεις, ἀλλά
καί αἱ Συνάξεις τῶν Ὀρθοδόξων Προκαθημένων, τάς ὁποίας ἐνεκαινίασεν ἡ
ἡμετέρα Μετριότης ἅμα τῇ ἀναρρήσει
αὐτῆς εἰς τόν Οἰκουμενικόν
Θρόνον, ἀπετέλεσαν
ζωτικήν ἔκφρασιν τῆς ἐκκλησιαστικῆς
αὐτοσυνειδησίας καί ζωῆς τῆς Ὀρθοδοξίας
εἰς τήν ἐποχήν μας, τό κάτοπτρον τῆς συνεργασίας καί τῶν ἐντάσεων εἰς
τάς διορθοδόξους σχέσεις, τῶν
θεολογικῶν συζητήσεων καί
ἀντιπαραθέσεων, ὡς καί τῶν περιπετειῶν
τῆς Οἰκουμενικῆς Κινήσεως. |
ΣΧΟΛΙΑ. Οι Πανορθόδοξες Διασκέψεις και οι Συνάξεις των
Προκαθημένων λειτούργησαν ως μηχανισμοί επιβολής μιας συγκρητιστικής γραμμής.
Αντί για γνήσιο κάτοπτρο της Ορθοδοξίας, αποτέλεσαν πεδία υποχώρησης στην
Οικουμενιστική Κίνηση. Οι «εντάσεις» και οι «αντιπαραθέσεις» που αποσιωπώνται
αποκαλύπτουν την τεχνητή προώθηση του οικουμενισμού. Οι διαδικασίες αυτές
αγνόησαν επιδεικτικά τη φωνή της πατερικής παράδοσης. Έτσι, η προετοιμασία της
Συνόδου οδήγησε σε προγραμματισμένη απομάκρυνση από την αλήθεια. Συνεπώς, η
πορεία αυτή δεν εκφράζει την Ορθοδοξία, αλλά τη σταδιακή υποταγή της στις
πιέσεις των ετεροδόξων.
|
Οἱ Ὀρθόδοξοι πιστοί καί ὁ λοιπός χριστιανικός κόσμος δικαίως ἔτρεφον προσδοκίας, ὅτι ἡ ἀναμενομένη
Σύνοδος δέν θά ἦτο μία ἐσωστρεφής σύναξις, ἀλλά μία πειστική μαρτυρία περί
τῆς ζώσης χριστιανικῆς παρουσίας ἐν τῷ συγχρόνῳ
κόσμῳ. |
ΣΧΟΛΙΑ. Οι Ορθόδοξοι πιστοί περίμεναν την ακράδαντη ομολογία
της αληθινής πίστης και όχι έναν συμβιβασμό με τον σύγχρονο κόσμο. Η προσδοκία
για μια ανοιχτή σύναξη μετατράπηκε σε απογοήτευση λόγω της οικουμενιστικής
στροφής. Αντί για μαρτυρία Ορθοδοξίας, η Σύνοδος πρόσφερε άνοιγμα προς τον
υπόλοιπο χριστιανικό κόσμο. Έτσι, οι ελπίδες του λαού προδόθηκαν από τις
αποφάσεις της εκκοσμίκευσης. Συνεπώς, η επιθυμία για σύγχρονη παρουσία κατέληξε
σε υποχώρηση έναντι των πιέσεων της εποχής.
|
Ἡ ληφθεῖσα ἐπί
τῇ βάσει ἐξωεκκλησιαστικῶν κριτηρίων καί ἀνακοινωθεῖσα τήν δωδεκάτην ὥραν ἀπόφασις τεσσάρων Ὀρθοδόξων
Αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν, ἤτοι
τῶν Πατριαρχείων Ἀντιοχείας, Ρωσσίας, Βουλγαρίας
καί Γεωργίας, νά μή συμμετάσχουν εἰς
τάς ἐργασίας τῆς Συνόδου προεκάλεσε θλῖψιν πολλήν, ἐδοκίμασε τήν λειτουργίαν τῆς συνοδικότητος εἰς τήν Ὀρθοδοξίαν, οὐδόλως
ὅμως ἔθιξε τήν συνοδικήν ταυτότητά
της. |
ΣΧΟΛΙΑ. Η Σύνοδος
στερήθηκε κάθε πανορθόδοξης νομιμοποίησης. Ο ισχυρισμός ότι οι απουσίες
αυτές «οὐδόλως ἔθιξαν τήν συνοδικήν ταυτότητα»
αποτελεί εμπαιγμό. Μια σύναξη που ΔΕΝ ΣΥΜΜΕΤΕΙΧΑΝ ολόκληρες τοπικές Εκκλησίες
δεν μπορεί να ομιλεί εξ ονόματος της Ορθοδοξίας. Συνεπώς, το πλήγμα στη
συνοδικότητα υπήρξε ανεπανόρθωτο και βαθύτατο.
|
Ὄντως, οὐδείς θεολογικός ἤ
ἐκκλησιολογικός λόγος ὑφίστατο διά τήν μή
πραγματοποίησιν τῆς
Συνόδου. Εἶναι βέβαιον ὅτι ἀναβολή τῆς
συγκλήσεώς της θά ἐσήμαινεν
ὁριστικήν ματαίωσίν της
-καί ἴσως αὐτό ἐπεθύμουν καί ἐπεδίωκόν
τινες. |
|
ΣΧΟΛΙΑ. Το Πατριαρχείο Μόσχας και άλλες Εκκλησίες ζήτησαν
επανειλημμένα την αναβολή της Συνόδου, υποστηρίζοντας ότι υπήρχαν ακόμη πολλά
ανοιχτά ζητήματα, ότι τα κείμενα δεν είχαν τύχει ευρείας αποδοχής από το σύνολο
του πληρώματος και ότι μια πανορθόδοξα αποδεκτή Σύνοδος απαιτεί 100% ομοφωνία
και συναίνεση όλων των τοπικών Εκκλησιών σε κάθε στάδιο.
Υπήρξαν διαφωνίες σχετικά με τον κανονισμό λειτουργίας της
Συνόδου, τον τρόπο λήψης των αποφάσεων και τη διαδικασία τυχόν τροποποίησης των
κειμένων επί τόπου, καθώς και ζητήματα σχετικά με το ποιος θα προήδρευε και πώς
θα κάθονταν οι αντιπροσωπείες.
Το Πατριαρχείο Αντιοχείας απείχε κυρίως λόγω της ανεπίλυτης
κανονικής του διαφοράς με το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων σχετικά με τη δικαιοδοσία
στο Κατάρ (το λεγόμενο "ζήτημα του Κατάρ"), καθώς το Οικουμενικό
Πατριαρχείο δεν έκανε δεκτό το αίτημα να συζητηθεί και να λυθεί προηγουμένως
αυτή η διαφορά. Αναλυτές επισημαίνουν ότι υπερίσχυσαν και ευρύτεροι
γεωπολιτικοί ή διπλωματικοί προσανατολισμοί (ιδίως γύρω από τον σφαίρα επιρροής
και τις σχέσεις μεταξύ των Πατριαρχείων Μόσχας και Κωνσταντινουπόλεως), οι
οποίοι λειτούργησαν αποτρεπτικά για την τελική κάθοδο των αντιπροσωπειών.
Επομένως υπήρχαν σοβαροί θεολογικοί και εκκλησιολογικοί λόγοι.
|
Ἡ Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος τῆς Ὀρθοδόξου
Ἐκκλησίας συνῆλθε καί ἐπραγματοποίησε τό ἔργον της ἐν ἀδελφικῇ
συνεργασίᾳ. Τά κείμενα τῆς Συνόδου ἐκφράζουν αὐθεντικῶς καί μετά θεολογικῆς
ἀρτιότητος τήν πιστότητα
τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας εἰς τήν ἀδιαλείπτως βιωθεῖσαν
καί βιουμένην ἐν αὐτῇ Παράδοσιν τῆς
Ἀληθείας καί ἀποτελοῦν πολύτιμον πνευματικόν θησαυρόν διά τήν ἀνά τήν οἰκουμένην Ὀρθοδοξίαν. |
ΣΧΟΛΙΑ: Είναι ανακριβές να ισχυρίζεται κανείς ότι η Σύνοδος
πραγματοποιήθηκε σε «αδελφική συνεργασία» και ότι τα κείμενά της διαθέτουν
«θεολογική αρτιότητα». Η πραγματικότητα είναι ότι η εν λόγω σύναξη, απαλλαγμένη
από την παρουσία ολόκληρων τοπικών Εκκλησιών, αγνόησε επιδεικτικά τη φωνή της
πατερικής παράδοσης. Τα κείμενα που παρήγαγε δεν αποτελούν κανέναν «πολύτιμο
θησαυρό», αλλά αντίθετα εισάγουν αμφίβολες οικουμενιστικές διατυπώσεις που
θολώνουν τα καθαρά όρια της πίστης. Η επίκληση μιας δήθεν «αδιάλειπτης
Παράδοσης» πέφτει στο κενό, καθώς οι αποφάσεις αυτές απομακρύνονται από το
πνεύμα των Οικουμενικών Συνόδων και υποτάσσονται στο πνεύμα της εκκοσμίκευσης.
Συνεπώς, η παρουσίαση της Συνόδου ως επιτυχίας επιχειρεί να συγκαλυφθεί η βαθιά
εσωτερική κρίση και η απομάκρυνση από την αληθινή ορθόδοξη αυτοσυνειδησία.
|
Ὑπόδειγμα καί πηγή ἐμπνεύσεως εἰς τό συνοδικόν ἔργον καί εἰς τήν ἀξιολόγησιν τῶν
κειμένων ἦτο ἡ θεολογία τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας. Μία θεολογία ὑπαρξιακή εἰς
ὅλας τάς ἐκφάνσεις της, πάντοτε ἐμπειρική καί συγκεκριμένη,
ποτέ ἄσαρκος καί ἀφῃρημένη. Θεολογία ἡ ὁποία συνέδεε τήν πίστιν μέ τήν ζωήν, τήν θεωρίαν
μέ τήν πρᾶξιν, ἀπόκρισις τῆς Ἐκκλησίας εἰς
τάς ἀγωνίας, τούς φόβους,
τάς ἀπορίας τῆς ἐλευθερίας καί τάς ἐλπίδας
τοῦ ἀνθρώπου. Ἐν τῇ ἐννοίᾳ ταύτῃ, τά κείμενα τῆς
Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου
εἶναι ἐπίκαιρος διατύπωσις τῆς «βιωμένης παραδόσεως» τῆς Ἐκκλησίας, ἡ
ὁποία παραμένει ἀναλλοίωτος εἰς τούς αἰῶνας. Ἡ Ὀρθόδοξος
Ἐκκλησία παρουσιάζεται
διά τῶν ἀποφάσεών της εἰς τήν Σύνοδον τῆς Κρήτης ὡς Ἐκκλησία ἀκλονήτου
πιστότητος εἰς τήν
παράδοσιν τῆς
συνοδικότητος, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ
ἁπτήν ἔκφρασιν τῆς καθολικότητός της καί πηγήν
τῆς ἐγκοσμίου μαρτυρίας της. |
ΣΧΟΛΙΑ: Ο ισχυρισμός ότι τα κείμενα αυτά αποτελούν «επίκαιρη
διατύπωση της βιωμένης παραδόσεως» αποτελεί ωμή αντιστροφή της πραγματικότητας,
καθώς η προσαρμογή στο πνεύμα της εποχής και η αναγνώριση των ετεροδόξων
συνιστούν ρήξη και όχι συνέχεια της παράδοσης των Αγίων. Η επίκληση της
«συνοδικότητας» πέφτει στο κενό όταν πραγματοποιείται μια σύναξη χωρίς
πανορθόδοξη συναίνεση και ερήμην του πληρώματος της Εκκλησίας. Συνεπώς, η
απόπειρα να παρουσιαστεί η Σύνοδος ως πηγή «εγκοσμίου μαρτυρίας» αποκαλύπτει
την αγωνία των εμπνευστών της να νομιμοποιήσουν μια εκκοσμικευμένη
εκκλησιολογία που απομακρύνεται από την αληθινή ορθόδοξη αυτοσυνειδησία. Η
πατερική θεολογία ήταν πάντοτε ομολογιακή, αδιάλλακτη απέναντι στην πλάνη και
απολύτως ξεκάθαρη στα δογματικά όρια, στοιχεία που απουσιάζουν από τις
αμφίσημες και οικουμενιστικές διατυπώσεις της Συνόδου.
Διακηρύσσεται η συνοδικότης ως «ἁπτή ἔκφρασις καθολικότητος», αλλά η Σύνοδος συνεκλήθη με προγεγραμμένα κείμενα, με χρηματοδότηση κρατών, με χρονοδιάγραμμα τύπου διεθνούς συνεδρίου, με διαγραφή θεμάτων επειδή «δεν προλαβαίνουμε». Αυτό δεν είναι συνοδικότης· είναι διοικητικό συνέδριο. Οι Πατέρες συνήρχοντο ελεύθερα για να κρίνουν· στην Κρήτη κλήθηκαν να επικυρώσουν.
|
Τά κείμενα αὐτά ἀναφέρονται εἰς
τήν ὀργάνωσιν, τήν
κανονικήν δομήν, τήν λειτουργικήν ζωήν τῆς
Ἐκκλησίας καί τήν Ὀρθόδοξον πνευματικότητα, εἰδικώτερον εἰς τήν Ὀρθόδοξον Διασποράν, τό Αὐτόνομον, τό μυστήριον τοῦ Γάμου καί τήν σπουδαιότητα τῆς νηστείας -εἰς τά τοῦ οἴκου
τῆς Ἐκκλησίας δηλονότι-, ὡς καί εἰς τάς σχέσεις της μέ τόν λοιπόν χριστιανικόν
κόσμον καί εἰς τήν ἀποστολήν καί τήν ποιμαντικήν
μαρτυρίαν αὐτῆς σήμερον. Προβάλλουν
τήν αὐτοσυνειδησίαν τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας
ὡς τῆς Μιᾶς, Ἁγίας,
Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας, τήν εὐαισθησίαν
καί τήν θεάρεστον μέριμναν αὐτῆς διά τόν ἄνθρωπον καί τήν ἐν Χριστῷ καί κατά Χριστόν βιοτήν αὐτοῦ,
ὑπογραμμίζουν τό ἐνδιαφέρον τῆς Ὀρθοδοξίας διά τήν κτίσιν, διά τήν κοινωνίαν καί
τόν πολιτισμόν. Δίδουν τοιουτοτρόπως, ἐπί
τῇ βάσει τῶν κεντρικῶν θεολογικῶν παραδοχῶν τῆς πίστεώς μας, ἀπάντησιν
εἰς ὅλους ἐκείνους, οἱ
ὁποῖοι ἐπιρρίπτουν εἰς
τήν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν ἀδιαφορίαν διά τόν κόσμον καί
τήν ἱστορίαν ἐν ὀνόματι τοῦ
οὐρανοῦ καί τῆς αἰωνιότητος. Τά συνοδικά
κείμενα λειτουργοῦν ὡς πηγή ἐμπνεύσεως καί ἀξιακοῦ προσανατολισμοῦ διά τούς Ὀρθοδόξους πιστούς, οἱ ὁποῖοι
ἀγωνίζονται νά συνδυάσουν
εἰς τήν ζωήν των τήν
πιστότητα εἰς τάς πατρῴας παραδόσεις καί τήν ἰδιότητα τοῦ συγχρόνου ἀνθρώπου. Τά θεολογικῶς ἀρτιότατα συνοδικά κείμενα ἀκυρώνουν ἐκ
τῶν προτέρων καί τούς
θορυβώδεις αὐτοκλήτους
κριτάς τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου, οἱ ὁποῖοι,
μέ τόν οὐ κατ᾽ ἐπίγνωσιν ζῆλον
των, ἀμφισβητοῦν τήν κανονικότητα αὐτῆς, ἀκόμη
καί πρό τῆς συγκλήσεώς
της, καί τήν Ὀρθοδοξίαν τῶν ἀποφάσεών της, σκανδαλίζοντες οὕτω καί διχάζοντες τόν λαόν τοῦ Θεοῦ. |
ΣΧΟΛΙΑ:
Ο ισχυρισμός ότι τα κείμενα αυτά αποτελούν «πηγή αξιακού
προσανατολισμού» συνιστά ωμή παραχάραξη της πραγματικότητας, καθώς η προσαρμογή
στο πνεύμα της εποχής και η υποχώρηση έναντι των πιέσεων της κοσμικής
πραγματικότητας δεν συνιστούν μαρτυρία, αλλά έκπτωση από το ορθόδοξο ήθος. Η
Σύνοδος δεν κρίνεται από όσα έγραψε, αλλά από όσα απέφυγε να γράψει. Ενώ για
ζητήματα όπως ο γάμος και η νηστεία δεν υπήρξε κάτι επίμαχο, για τα μεγάλα
προβλήματα της εποχής μας —όπως η ομοφυλοφιλία, οι αμβλώσεις, τα διαζύγια και ο
αποχριστιανισμός της Ευρώπης— κράτησε απόλυτη σιωπή. Επέλεξε τα ακίνδυνα θέματα
και απέφυγε τα δύσκολα, παρουσιάζοντας τελικά αυτή την υπεκφυγή της σαν
«πλήρωμα της παράδοσης», χωρίς καμία ουσιαστική ομολογία πίστης στα φλέγοντα
ζητήματα.
Η απόπειρα να χαρακτηριστούν οι συνειδητοποιημένοι
ομολογητές και παραδοσιακοί κριτικοί ως «θόρυβοι αὐτόκλητοι κριταί» αποκαλύπτει τον πανικό των
εμπνευστών της Συνόδου μπροστά στην τεκμηριωμένη και αγωνιώδη αντίσταση του
πληρώματος της Εκκλησίας. Οι πιστοί που αντιστέκονται στην οικουμενιστική
εκτροπή δεν «διχάζουν τόν λαόν τοῦ
Θεοῦ», αλλά προστατεύουν
την ιερή παρακαταθήκη των Πατέρων από την επιβολή μιας νοσηρής και
εκκοσμικευμένης εκκλησιολογίας. Συνεπώς, η παρουσίαση της Συνόδου ως δήθεν
απάντησης στην «αδιαφορία για τον κόσμο» αποτελεί πρόφαση για τη νομιμοποίηση
του συγκρητισμού και την απομάκρυνση από την αποκλειστική αλήθεια της Μίας,
Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας.
ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ...

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου