Πέμπτη 8 Οκτωβρίου 2026

Απόψεις και σχόλια στην ομιλία του Οικουμενικού Πατριάρχη για τα δέκα χρόνια από την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο της Κρήτης (Γ).

 


MEΡΟΣ-Γ-ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ

Ἐν τῷ πνεύματι τῆς Συνόδου τῆς Κρήτης, ἡ μαρτυρία τῆς Ἐκκλησίας ὀφείλει νά εἶναι μαρτυρία ἐλευθερίας. Ὁ Χριστός εἶναι ἐλευθερωτής καί ἡ Ἐκκλησία Του εἶναι κίνημα καί τόπος «βιωμένης ἐλευθερίας». Ὅλη ἡ ἀλήθεια περί τῆς ἐλευθερίας συμπυκνώνεται εἰς τήν ἀξονικήν φράσιν τοῦ Ἀποστόλου Παύλου: «Τῇ ἐλευθερίᾳ […] Χριστός ἡμᾶς ἠλευθέρωσε» (Γαλ. ε’, 1).

Αὐτή βιοῦται ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ ὡς συνελευθερία, ὡς κοινωνία τῶν προσώπων καί ὡς «ἀληθεύειν ἐν ἀγάπῃ». Καί ὁ Εὐαγγελιστής Ἰωάννης δίδει ἰδιαιτέραν ἔμφασιν εἰς τήν ἀλήθειαν ὡς ἐλευθερίαν καί εἰς τήν ἐλευθερίαν ὡς ἀλήθειαν, ἡ ὁποία εἶναι ὁ Χριστός. «Ἐάν ὑμεῖς μείνητε ἐν τῷ λόγῳ τῷ ἐμῷ, ἀληθῶς μαθηταί μού ἐστε, καί γνώσεσθε τήν ἀλήθειαν, καί ἡ ἀλήθεια ἐλευθερώσει ὑμᾶς» (Ἰωάν. η’, 31-32). 

Εἰς τήν ζωήν τῆς Ἐκκλησίας τό μυστήριον τῆς ἐλευθερίας ἀποκαλύπτεται εἰς ὅλον του τό ὑπαρξιακόν καί κοινωνικόν βάθος. Ἡ ὑψίστη ἐλευθερία τοῦ Χριστιανοῦ εἶναι τό «τέλος τοῦ δικαιώματος», ἐφ᾿ ὅσον αὐτό ταυτίζεται μέ τό «ζητεῖν τά ἑαυτοῦ». Ἡ ἐν Χριστῷ ἐλευθερία εἶναι, ὅπως ἔχει γραφῆ, «ὄχι μόνον θυσία τοῦ ἔχειν, ἀλλά προπαντός τοῦ εἶναι μας». Ὁ Χριστός ἀπορρίπτει τό «θησαυρίζειν ἐν ἑαυτῷ» τοῦ ἄφρονος πλουσίου (Λουκ. ιβ’, 16-21), ἀλλά καί τήν αὐτοδικαιωτικήν κενοδοξίαν τοῦ Φαρισαίου (Λουκ. ιη’, 9-14). Ἡ χριστοδώρητος ἐλευθερία εἶναι ὁ «νέος οἶνος», ὁ ὁποῖος διαρρηγνύει τούς «παλαιούς ἀσκούς» (Ματθ. θ’, 17). Εἰς τήν ἐποχήν μας, ἐποχήν τῶν πολλῶν ἐλευθεριῶν, ἡ Ἐκκλησία εἶναι φανέρωσις ἐκείνης τῆς ἐλευθερίας, ἡ ὁποία δέν εἶναι ἀνθρώπινον κατόρθωμα, ἀλλά δωρεά τῆς Θείας Χάριτος, gratia gratis data, εἶναι ὄχι «κτῆσις, ἀλλά σχέσις». Μιᾶς ἐλευθερίας, ἡ ὁποία ἀναπτερώνει τάς δημιουργικάς δυνάμεις τοῦ ἀνθρώπου, διευρύνει καί ἐνισχύει τήν καλήν μαρτυρίαν του ἐν τῷ κόσμῳ, ἀπαλλάσσει τήν ζωήν καί τά ἔργα του ἀπό τό στίγμα τῆς ματαιότητος.  

 

 

ΣΧΟΛΙΑ. Η επίκληση της «ελευθερίας» από τους οικουμενιστές, σύμφωνα με το πνεύμα της Συνόδου της Κρήτης, συχνά χρησιμοποιείται ως πρόσχημα για να αλλοιωθεί η Ορθόδοξη Πίστη. Παρουσιάζουν την Εκκλησία σαν ένα χαλαρό «κίνημα» που προσαρμόζεται στα μέτρα του σύγχρονου κόσμου, χάνοντας τον χαρακτήρα της ως αποκλειστικού θεματοφύλακα της Αλήθειας. Η αληθινή εν Χριστώ ελευθερία δεν είναι μια κοσμική «ελευθερία» ούτε μια θεωρία χωρίς δεσμεύσεις. Είναι απόλυτα συνδεδεμένη με την τήρηση της Παράδοσης και την ακέραια ομολογία της Ορθόδοξης Αλήθειας. Όταν οι οικουμενιστές μιλούν για «σχέσεις» και «διάλογο» χωρίς δογματικά όρια, καταργούν τα όρια της Εκκλησίας και μετατρέπουν τη θεία χάρη σε μια κοσμική ιδεολογία. Η εν Χριστώ ελευθερία δεν σημαίνει άρνηση των δογμάτων ούτε συμβιβασμό με τις αιρέσεις χάριν μιας ψεύτικης αγάπης. Αντιθέτως, η γνήσια ελευθερία του Πνεύματος προστατεύει το «σώμα» της Εκκλησίας από τον συγκρητισμό και δεν υποτάσσεται στα σχέδια εκείνων που θέλουν να διαλύσουν την ιερή Παράδοση.

Εἰς τό κέντρον τῆς παρακαταθήκης τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου ἀνήκει ἡ μέριμνα διά τήν νεότητα. Οἱ νέοι καί αἱ νέαι καλοῦνται νά ἐνταχθοῦν ἐνεργῶς εἰς τήν ζωήν της, μέ πυρῆνα τήν πίστιν εἰς τόν Θεόν καί τήν ἀγάπην πρός τόν πλησίον, τόν συνάνθρωπον, τόν ἀδελφόν. Τό εἶναι ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ εἶναι συνεῖναι, κοινωνία σχέσεων. Τό «καινόν» εἶναι τό «κοινόν», «κοινή ἐλευθερία», κοινή ἐλπίς τῆς «κοινῆς βασιλείας». Εἶναι συμπόρευσις μετά τῶν ἀδελφῶν καί συνοδοιπορία μετά τοῦ Κυρίου, κατά τόν λόγον Αὐτοῦ: «οὗ γάρ εἰσι δύο ἤ τρεῖς συνηγμένοι εἰς τό ἐμόν ὄνομα, ἐκεῖ εἰμι ἐν μέσῳ αὐτῶν» (Ματθ. ιη’, 20). Ὁ Χριστός, ὅπως γράφει ὁ Ἅγιος Νικόλαος Καβάσιλας, ἔδειξε «πρῶτος καί μόνος […] τόν ἀληθινόν ἄνθρωπον καί τέλειον καί τρόπων καί ζωῆς καί τῶν ἄλλων ἕνεκα πάντων» (Νικολάου Καβάσιλα, Περί τῆς ἐν Χριστῷ ζωῇς, ΣΤ΄, PG 150, 680). Ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ, ἡ νέα γενεά ἀποκτᾷ τήν ὀρθήν ὀπτικήν διά τά κοινωνικά δρώμενα καί τάς πολιτισμικάς ἐξελίξεις, διά τό νόημα τῆς ἐπιστημονικῆς καί τεχνολογικῆς προόδου, καί δύναται νά κτίσῃ ἐπί σταθερόν θεμέλιον τό μέλλον της. Ὁ ἐνθουσιασμός τῶν νέων, ὁ δυναμισμός καί ἡ ροπή των πρός δρᾶσιν ἐμπλουτίζονται μέ νέα κίνητρα διά τῆς συμμετοχῆς των εἰς τήν ἐκκλησιαστικήν ζωήν καί ἀποκτοῦν νέαν κατεύθυνσιν καί προοπτικήν. Ἡ Ἐκκλησία προσφέρει εἰς τούς νέους «ὄχι ἁπλῶς “βοήθειαν”, ἀλλά τήν “ἀλήθειαν” τῆς θεανθρωπίνης καινῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς». Οἱ συνοδικοί Πατέρες τῆς Κρήτης καλοῦν τούς νέους «νά συνειδητοποιήσουν ὅτι εἶναι φορεῖς τῆς μακραίωνος καί εὐλογημένης παραδόσεως τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ταὐτοχρόνως δέ καί συνεχισταί αὐτῆς», «νά διαφυλάσσουν θαρραλέως νά καλλιεργοῦν μέ δυναμισμόν τάς αἰωνίους ἀξίας τῆς Ὀρθοδοξίας» ὡς «ἡ ἐνεργός ἔκφρασις τῆς φιλοθέου καί φιλανθρώπου ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας ἐν τῷ παρόντι» (Ἐγκύκλιος, § 8). 

 

ΣΧΟΛΙΑ. Η αναφορά των οικουμενιστών στη νεότητα και στον δήθεν «δυναμισμό» της, σύμφωνα με το πνεύμα της Συνόδου της Κρήτης, συχνά χρησιμοποιείται για να αποσπάσει τους νέους από την πατερική παράδοση και να τους εντάξει σε μια χαλαρή, κοσμική αντίληψη της Εκκλησίας. Παρουσιάζουν την εκκλησιαστική ζωή σαν μια κοινωνική ομάδα ή ένα απλό «κίνημα» σχέσεων, παραλείποντας την αποκλειστική αλήθεια της πίστης. Η αληθινή ένταξη των νέων στην Εκκλησία δεν γίνεται με βάση τα σύγχρονα κοσμικά πρότυπα ούτε με συμβιβασμούς με το πνεύμα του αιώνα τούτου. Η Παράδοση της Ορθοδοξίας δεν είναι ένα τυπικό στοιχείο που απλώς το κληρονομούμε για να το προσαρμόζουμε στις απαιτήσεις της εποχής, αλλά η αμετάθετη αλήθεια που φυλάσσεται ακέραια. Όταν οι οικουμενιστές καλούν τους νέους σε μια «κοινή πορεία» με ετεροδόξους υπό το πρόσχημα της δήθεν αγάπης, τους απομακρύνουν από τη σωτηρία. Η γνήσια διαφύλαξη των αιώνιων αξιών της Ορθοδοξίας δεν επιτυγχάνεται με τη νεωτεριστική προσαρμογή, αλλά με τη γενναία ομολογία και την άρνηση κάθε συγκρητιστικού συμβιβασμού. Η Εκκλησία δεν προσφέρει στους νέους μια κοινωνική ιδεολογία, αλλά την αποκλειστική οδό της εν Χριστώ ζωής, η οποία μένει σταθερή στους αιώνες.

Πολύτιμον παρακαταθήκην τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἀποτελεῖ ἡ ἔμπρακτος ἀναγνώρισις τοῦ ρόλου τῆς θεολογίας εἰς τήν κατάρτισιν τῶν κειμένων, εἰς τήν λειτουργίαν τῆς Συνόδου καί εὐρύτερον εἰς τήν ζωήν τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος ἀπεκάλυψε τήν δύναμιν τῆς θεολογίας ὡς τοῦ σιδηροῦ βραχίονος τῆς Ἐκκλησίας, μιᾶς «διαλεγομένης θεολογίας», ἡ ὁποία ἑρμηνεύει τό Εὐαγγέλιον τῆς Ἀληθείας ἐνώπιον τῶν σημείων τῶν καιρῶν καί δίδει τήν χριστιανικήν μαρτυρίαν ἐντός ἑνός συνεχῶς ἐξελισσομένου, σήμερον δέ ταχύτατα μεταβαλλομένου κόσμου. Θεολογία ἐν διαλόγῳ μέ τόν πολιτισμόν οὐδόλως σημαίνει προσαρμογήν εἰς τό πνεῦμα τῆς ἐποχῆς καί συσχηματισμόν μέ τόν κόσμον. Ἐν τῆ ἐννοίᾳ ταύτῃ, ἡ ἄποψις, μέ κριτικήν διάθεσιν, ὅτι τό ἄνοιγμα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρός τόν σύγχρονον κόσμον, ὅπως διαφαίνεται διά τῶν κειμένων τῆς Συνόδου τῆς Κρήτης, εἶναι ἕν «ἐλεγχόμενον ἄνοιγμα», ἐκφράζει σαφέστατα τάς προθέσεις τῶν Συνοδικῶν Πατέρων περί τῆς ὄχι ἀπροϋποθέτου στάσεως τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἀπέναντι εἰς τόν σύγχρονον πολιτισμόν. Ἡ συνάντησις μέ τόν κόσμον, πάντοτε ἐν ἀμετακινήτῳ πιστότητι πρός τήν παράδοσιν τῆς Ἀληθείας, περιλαμβάνει τήν μελέτην τοῦ πνεύματος, ἐπίγνωσιν τῶν ἀδιεξόδων καί τῶν θετικῶν προοπτικῶν τῆς ἐποχῆς, γνῶσιν τοῦ πολιτισμικοῦ πλαισίου, ἐντός τοῦ ὁποίου ἡ Ἐκκλησία ἐξαγγέλλει τό Εὐαγγέλιον καί ἡ θεολογία της ἑρμηνεύει ἐπικαίρως τήν ἀλήθειαν τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως. 

 

ΣΧΟΛΙΑ. Η αναφορά σε μια «διαλεγόμενη θεολογία» και σε ένα δήθεν «ελεγχόμενο άνοιγμα» προς τον σύγχρονο κόσμο, σύμφωνα με το πνεύμα της Συνόδου της Κρήτης, συχνά συγκαλύπτει τη σταδιακή υποχώρηση της Ορθόδοξης δογματικής ακρίβειας. Παρουσιάζουν τη θεολογία όχι ως φύλακα της αμετάθετης Αλήθειας, αλλά ως ένα ευέλικτο εργαλείο προσαρμογής στα αιτήματα της εποχής. Η αληθινή θεολογία της Εκκλησίας δεν βρίσκεται σε συνεχή «διάλογο» με τις κοσμικές ιδεολογίες ούτε επιδιώκει συμβιβασμούς με το πνεύμα του αιώνα τούτου. Η συνάντηση με τον πολιτισμό, όταν επιχειρείται από τους οικουμενιστές χωρίς δογματικά σύνορα, καταλήγει σε συγκρητιστικές θεωρίες και σε αλλοίωση του ευαγγελικού μηνύματος. Η Παράδοση δεν ερμηνεύεται με βάση τις μεταβαλλόμενες ανάγκες του κόσμου, αλλά μένει σταθερή και ανέπαφη. Η γνήσια θεολογική  ομολογία δεν αποδέχεται τα «ανοίγματα» εκείνα που υποτάσσουν την Εκκλησία στις κοσμικές μεθοδεύσεις. Η Ορθόδοξα θεολογία φυλάττει την ακεραιότητα της Πίστης, απορρίπτοντας κάθε προσπάθεια εκκοσμίκευσης και κάθε ψεύτικη συνάντηση που θυσιάζει την πατερική ακρίβεια χάριν μιας κοσμικής αποδοχής.

 

Στοιχοῦσα εἰς τό πνεῦμα τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου, ἡ Ὀρθόδοξος θεολογία ὀφείλει νά ἀνθίσταται σθεναρῶς εἰς τόν φονταμενταλισμόν, αὐτήν τήν «ἔκφρασιν νοσηρᾶς θρησκευτικότητος» (Ἐγκύκλιος, § 17), ἡ ὁποία τροφοδοτεῖ τήν μισαλλοδοξίαν καί τήν βίαν «ἐν ὀνόματι τοῦ Θεοῦ» καί δίδει εὐπρόσδεκτα ἐπιχειρήματα εἰς τούς ἀρνητάς Του. Ἀπάντησιν εἰς τάς φονταμενταλιστικάς στάσεις δίδει ὁ νηφάλιος διαθρησκειακός διάλογος, ὁ ὁποῖος, ὅπως σημειώνεται εἰς τό Μήνυμα τῆς Ἁγίας καί Μεγάλη Συνόδου, «συμβάλλει σημαντικά στήν προώθηση τῆς ἀμοιβαίας ἐμπιστοσύνης, τῆς εἰρήνης καί τῆς καταλλαγῆς. Τό λάδι τοῦ θρησκευτικοῦ βιώματος πρέπει νά χρησιμοποιεῖται γιά νά ἐπουλώνει πληγές καί ὄχι γιά νά ἀναζωπυρώνει τή φωτιά τῶν πολεμικῶν συρράξεων» (§ 4). 

 

ΣΧΟΛΙΑ: Η καταδίκη του «φονταμενταλισμού» από τους οικουμενιστές, σύμφωνα με το πνεύμα της Συνόδου της Κρήτης, χρησιμοποιείται συχνά ως πρόσχημα για να χαρακτηριστεί ως «μισαλλοδοξία» η ακέραια ομολογία και η υπεράσπιση της Ορθόδοξης Αλήθειας. Εξομοιώνουν την πατερική ακρίβεια και την άρνηση του συγκρητισμού με τη θρησκευτική βία, ώστε να επιβάλουν έναν ανώδυνο, κοσμικό διαθρησκειακό διάλογο. Η αληθινή Ορθοδοξία δεν έχει καμία σχέση με τη θρησκευτική βία ή τον φανατισμό, αλλά ταυτόχρονα δεν αποδέχεται ούτε τον συγκρητισμό ούτε την ισοπέδωση των δογμάτων. Όταν οι οικουμενιστές προωθούν έναν διάλογο που εξισώνει την αλήθεια με την πλάνη, υποτάσσουν την ιερή Παράδοση στις κοσμικές απαιτήσεις της ειρήνης χωρίς Χριστό. Η γνήσια θεολογία δεν θυσιάζει την αποκλειστική αλήθεια του Ευαγγελίου στον βωμό ενός ψεύτικου θρησκευτικού συγκρητισμού. Η ειρήνη και η καταλλαγή δεν κερδίζονται με την αλλοίωση της πίστης και τη συγχώνευση των θρησκειών, αλλά με την ομολογία του Μόνου Αληθινού Θεού, χωρίς εκπτώσεις και συμβιβασμούς.

Η καταδίκη του «φονταμενταλισμού» από τους οικουμενιστές, σύμφωνα με το πνεύμα της Συνόδου της Κρήτης, χρησιμοποιείται συχνά ως πρόσχημα για να χαρακτηριστεί ως «μισαλλοδοξία» η ακέραια ομολογία και η υπεράσπιση της Ορθόδοξης Αλήθειας. Εξομοιώνουν την πατερική ακρίβεια και την άρνηση του συγκρητισμού με τη θρησκευτική βία, ώστε να επιβάλουν έναν ανώδυνο, κοσμικό διαθρησκειακό διάλογο. Η αληθινή Ορθοδοξία δεν έχει καμία σχέση με τη θρησκευτική βία ή τον φανατισμό, αλλά ταυτόχρονα δεν αποδέχεται ούτε τον συγκρητισμό ούτε την ισοπέδωση των δογμάτων. Όταν οι οικουμενιστές προωθούν έναν διάλογο που εξισώνει την αλήθεια με την πλάνη, υποτάσσουν την ιερή Παράδοση στις κοσμικές απαιτήσεις της ειρήνης χωρίς Χριστό. Η γνήσια θεολογία δεν θυσιάζει την αποκλειστική αλήθεια του Ευαγγελίου στον βωμό ενός ψεύτικου θρησκευτικού συγκρητισμού. Η ειρήνη και η καταλλαγή δεν κερδίζονται με την αλλοίωση της πίστης και τη συγχώνευση των θρησκειών, αλλά με την ομολογία του Μόνου Αληθινού Θεού, χωρίς εκπτώσεις και συμβιβασμούς.

 

ΣΧΟΛΙΑ. Η προσπάθεια των οικουμενιστικών κύκλων να ταυτίσουν την πατερική ακρίβεια και την αδιαπραγμάτευτη ομολογία της Πίστης με τον λεγόμενο «φονταμενταλισμό» αποτελεί μια μεθοδευμένη αλλοίωση του ορθόδοξου ήθους. 

Με το πρόσχημα της καταδίκης της νοσηρής θρησκευτικότητας και της βίας, επιχειρείται η αποδυνάμωση του δογματικού φρονήματος και η επιβολή μιας πνευματικής ουδετερότητας, η οποία ανοίγει την πόρτα στον θρησκευτικό συγκρητισμό. Η Ορθόδοξη Εκκλησία, ως η μοναδική κιβωτός της Σωτηρίας και φύλακας της Αλήθειας, ούτε ασπάζεται ούτε ανέχεται τη θρησκευτική βία, διότι ο Θεός μας «αγάπη εστί» και η αλήθεια μαρτυρείται δια του Σταυρού και της θυσίας, και όχι δια της επιβολής. Πλην όμως, η αληθινή αγάπη ποτέ δεν χωρίζεται από την Αλήθεια. Οι διαθρησκειακοί διάλογοι, καθώς διεξάγονται υπό την αιγίδα του σύγχρονου οικουμενισμού, τείνουν να εξισώσουν το φως με το σκοτάδι και την Αλήθεια με την πλάνη, υποτάσσοντας την ιερή Παράδοση στις κοσμικές σκοπιμότητες μιας ψεύτικης παγκόσμιας ειρήνης. Η γνήσια θεολογική μαρτυρία αρνείται να θυσιάσει τον δογματικό πλούτο και την αποκλειστικότητα της εν Χριστώ αποκαλύψεως στον βωμό ενός ανώδυνου συγκρητιστικού ανθρωπισμού. Η πραγματική ειρήνη και καταλλαγή του κόσμου δεν επιτυγχάνονται δια της αισθητικής ή διοικητικής συγχωνεύσεως των θρησκειών, αλλά δια της αδιαπραγμάτευτης κηρύξεως του Ιησού Χριστού ως της «μιιας οδού, της αληθείας και της ζωής», χωρίς εκπτώσεις, συμβιβασμούς και υποχωρήσεις στα πνεύματα του αιώνος τούτου.

 

Σημαντικήν ἔκκλησιν πρός τήν θεολογίαν ἐμπερικλείει καί τό κείμενον «Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρός τόν λοιπόν χριστιανικόν κόσμον». Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία δέν ὑπῆρξε μόνον σημαντικός παράγων τῆς Οἰκουμενικῆς Κινήσεως, ἀλλά ἕν ἐκ τῶν ἱδρυτικῶν μελῶν της. Ἠχεῖ καί σήμερον ὁ λόγος τοῦ μακαριστοῦ π. Γεωργίου Φλωρόφσκυ: «Ἡ τραγῳδία τῆς διαιρέσεως εἶναι τό μεγαλύτερο καί κρισιμώτερο πρόβλημα τῆς χριστιανικῆς ἱστορίας» (π. Γ. Φλωρόφσκυ, Ἁγία Γραφή, Ἐκκλησία, Παράδοση, ἐκδ. Ἀλτιντζῆ, Θεσσαλονίκη 2018, σ. 34). Παρά τάς άλλοτριώσεις καί τάς ἰδιομορφίας, χριστιανική Ἀνατολή καί Δύση ἀνήκουν ὀργανικά, μαζί, στήν ἑνότητα τῆς Χριστιανοσύνης» (ὅ.π., σ. 33). Ὅπως τονίζει καί ἡ Σύνοδος τῆς Κρήτης, ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία εἰς τό θέμα τῆς ἀποκαταστάσεως τῆς χριστιανικῆς ἑνότητος ἔχει ἰδιαιτέραν ἁρμοδιότητα καί ἀποστολήν, ὡς μία ζωντανή παρουσία μιᾶς ἀδιάσπαστης παραδόσεως στή θεολογική σκέψη καί στή λατρεία. Ἀντιπροσωπεύει, ὅπως προσθέτει ὁ π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ, «ὄχι μιά ὁρισμένη, “ἰδιαίτερη” παράδοση, ἀλλά τήν παράδοση τῶν αἰώνων, τήν παράδοση τῆς ἀδιαίρετης Ἐκκλησίας (ὅ.π. σ. 34).

 

ΣΧΟΛΙΑ. Το επίσημο κείμενο της Συνόδου της Κρήτης «Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον» συνιστά μια βαθύτατα προβληματική εκκλησιολογική υποχώρηση, η οποία επιχειρεί να νομιμοποιήσει συνοδικώς τον σύγχρονο οικουμενισμό. Ο χαρακτηρισμός των ετεροδόξων κοινοτήτων ως «εκκλησιών» μέσα από τα κείμενα αυτά καταργεί τα αμετάθετα δογματικά όρια που έθεσαν οι Άγιοι Πατέρες και οι Οικουμενικές Σύνοδοι. Η Ορθόδοξος Εκκλησία δεν μπορεί ποτέ να συναινέσει στον συγκρητιστικό αποχρωματισμό της Αλήθειας. Η αναγνώριση «ιστορικών ονομάτων» και η συμμετοχή σε διαλόγους χωρίς προϋπόθεση την επιστροφή των αιρετικών στη Μία Εκκλησία, μετατρέπει την αδιαπραγμάτευτη Ορθόδοξη Αυτοσυνειδησία σε μια απλή «συμβολική» παρουσία μέσα σε μια παν-χριστιανική ομοσπονδία. Η σκληρή και ασυμβίβαστη πατερική αλήθεια απαιτεί την απόρριψη κάθε τέτοιας συνοδικῆς κατοχυρώσεως του οικουμενισμού. Η Εκκλησία του Χριστού δεν διαπραγματεύεται την ενότητά Της, διότι η ενότητα είναι ιδιότητα της Αλήθειας και όχι προϊόν διοικητικών συμβιβασμών ή εκκλησιολογικών εκπτώσεων.

Ο π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ, τον οποίο επικαλούνται παραπλανητικά οι οικουμενιστές, υπήρξε ο σθεναρότερος πολέμιος της «θεωρίας των κλάδων» και ποτέ δεν εννόησε τη Δύση ως «οργανικό τμήμα» μιας διαιρεμένης χριστιανικότητας υπό την έννοια της ισοτιμίας των αιρέσεων. Η «τραγῳδία της διαιρέσεως» δεν αντιμετωπίζεται με τη δημιουργία μιας ψεύτικης υπερ-εκκλησίας ούτε με την υποχώρηση της δογματικής ακρίβειας στον βωμό μιας ασαφούς «κοινής συμπόρευσης». Η Ορθοδοξία δεν είναι απλώς ένας ιστοριστικός «παράγων» διαλόγων, αλλά η Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία, η οποία ποτέ δεν έχασε την ενότητά Της. Οποιαδήποτε απόπειρα να παρουσιαστεί η Εκκλησία ως συνιστώσα ενός ευρύτερου χριστιανικού κόσμου διαστρεβλώνει την πατερική παράδοση και οδηγεί κατευθείαν στον εκκλησιολογικό συγκρητισμό.

Καί εἰς τό θέμα τῶν διαχριστιανικῶν διαλόγων ἡ θεολογική ἐργασία ἀπαιτεῖ ἀκαταπόνητον πνευματικόν μόχθον, μελέτην, ἀλλά καί ἐσωτερικήν δέσμευσιν, ἐφ᾿ ὅσον ποτέ δέν εἶναι ἀμέτοχος πληροφόρησις περί τῆς Ὀρθοδόξου Παραδόσεως, ἡ ὁποία δέν περιέχει, ὅπως θά ἔλεγεν ὁ μακαριστός Μητροπολίτης Περγάμου Ἰωάννης Ζηζιούλας «ἀρχαιολογικούς θησαυρούς πού άνήκουν εἰς ἀρχεῖον ἤ μουσεῖον» (Ἰ. Ζηζιούλας, Μητροπολίτης Περγάμου, «Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία καί Τρίτη χιλιετία», εἰς τό ἔργον: Στ. Φωτίου (ἐπιμ.), Ἡ ὑποδοχή τοῦ ἄλλου. Ὀρθόδοξες πνευματικές ἀξίες καί Νεωτερικότητα, ἐκδ. Ἀρμός, Ἀθήνα 2009, σ. 121). Ὁ Μητροπολίτης Περγάμου προσθέτει ὅτι «δέν ὑπάρχει δόγμα τῆς Ἐκκλησίας μας πού νά μήν ἔχει κάτι νά πεῖ γιά τά πραγματικά προβλήματα τοῦ ἀνθρώπου» (ὅ.π.). 

 

ΣΧΟΛΙΑ: Η επίκληση της θεολογικής εργασίας και των θέσεων  Μητροπολίτου Περγάμου Ιωάννη Ζηζιούλα από τους υποστηρικτές των διαχριστιανικών διαλόγων, σύμφωνα με το πνεύμα της Συνόδου της Κρήτης, επιχειρεί να νομιμοποιήσει μια νεωτεριστική εκκλησιολογία.

Η  θεολογία του Μητροπολίτη Περγάμου Ιωάννη Ζηζιούλα εντοπίζεται σε τέσσερα βασικά προβληματικά σημεία: Η  ευχαριστιακή του εκκλησιολογία δημιουργεί σύγχυση για τα όρια της Εκκλησίας και διευκολύνει την αναγνώριση των μυστηρίων των ετεροδόξων.  Οι θέσεις του γύρω από το παπικό πρωτείο και τους διαλόγους θεωρούνται προετοιμασία για απαράδεκτους εκκλησιολογικούς συμβιβασμούς.

Η Ορθόδοξη Παράδοση δεν είναι απλώς μια «ζώσα πραγματικότητα» που προσαρμόζεται διαρκώς στα αιτήματα της εποχής, ούτε τα δόγματα της Εκκλησίας αποτελούν απλές απαντήσεις σε κοσμικά προβλήματα προς διαπραγμάτευση με τους ετεροδόξους. Ο ισχυρισμός ότι η Παράδοση δεν είναι «μουσειακός θησαυρός» χρησιμοποιείται συχνά από τους οικουμενιστές ως πρόσχημα για να υποβαθμιστεί η δογματική ακρίβεια και να εισαχθούν αλλοιώσεις στην πίστη, στο όνομα ενός δήθεν «ποιμαντικού ανοίγματος». Η αληθινή Παράδοση των Αγίων Πατέρων είναι φύλαξη απαραχάρακτη της Αλήθειας και όχι ένα ευέλικτο εργαλείο για την επίτευξη μιας ψεύτικης εκκλησιολογικής συνθέσεως με τους αιρετικούς. Η σκληρή πατερική πραγματικότητα απαιτεί την απόρριψη κάθε διαλόγου που αντιμετωπίζει τα δόγματα ως ανοιχτά ζητήματα προς συζήτηση. Η Ορθόδοξος Εκκλησία κατέχει την πλήρη και αναλλοίωτη Αλήθεια· δεν την αναζητά μέσα από τα σχήματα και τις συμβιβαστικές φόρμουλες του σύγχρονου οικουμενισμού.

Ἡ ὅλη πορεία πρός τήν Ἁγίαν καί Μεγάλην Σύνοδον τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἀπέδειξεν ὅτι ἡ ἑρμηνεία τῆς Παραδόσεώς μας θέτει μεγάλας ἀπαιτήσεις εἰς τήν θεολογίαν. Ὅσα ἐπετεύχθησαν εἰς σχεδόν ἕξ δεκαετίας προετοιμασίας τῆς Συνόδου καί ἔχουν καταγραφῆ εἰς τά Πρακτικά τῶν Προσυνοδικῶν Διασκέψεων, εἰς τά Πρακτικά τῆς Συνόδου τῆς Κρήτης καί εἰς τά Κείμενά της εἶναι ἀποτέλεσμα ὄχι μόνον συστηματικῆς καί κοπιώδους θεολογικῆς ἐργασίας, ἀλλά καί πιστότητος εἰς τήν παράδοσιν τῆς Ὀρθοδοξίας, εὐαισθησίας διά τόν ἄνθρωπον καί ἀκλονήτου βεβαιότητος περί τῆς σημασίας τῆς Ὀρθοδόξου μαρτυρίας διά τήν ἐπίγειον ζωήν καί τόν αἰώνιον προορισμόν του. Προσφυῶς ἔχει γραφῆ ὅτι «οὔτε ἡ Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἀρχεῖο ἕτοιμων ἀπαντήσεων, οὔτε ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος εἶναι εὔκολα προσβάσιμος». 

 

 

ΣΧΟΛΙΑ: Ο επίσημος επίλογος των κειμένων της Συνόδου της Κρήτης, με την αναφορά στις «έξι δεκαετίες προετοιμασίας» και την επίκληση μιας δήθεν «πιστότητος στην παράδοση» συνιστά την τελική κορύφωση μιας οικουμενιστικής μεθόδευσης. Η προσπάθεια να παρουσιαστεί η Σύνοδος ως συνέχεια της πατερικής παράδοσης, ενώ ταυτόχρονα καθιερώνει τη συνοδική νομιμοποίηση του διαχριστιανικού και διαθρησκειακού συγκρητισμού, αποκαλύπτει την αντίφαση και την εκκλησιολογική εκτροπή των κειμένων. Η φράση ότι «οὔτε ἡ Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἀρχεῖο ἕτοιμων ἀπαντήσεων» χρησιμοποιείται τεχνηέντως για να αποδυναμώσει το αμετάθετο και αναλλοίωτο κύρος των δογμάτων των Οικουμενικών Συνόδων. Για την Ορθόδοξη Παράδοση, οι θείες αλήθειες δεν είναι διαπραγματεύσιμες «προσαρμογές» στις ανάγκες του σύγχρονου ανθρώπου, αλλά αιώνιοι και αμετακίνητοι φάροι σωτηρίας. Η Εκκλησία δεν «αναζητά» την αλήθεια μέσα από τα αδιέξοδα των σύγχρονων οικουμενιστικών διαλόγων, διότι την κατέχει ακέραια και απαραχάρακτη εν Χριστῷ. Η αυστηρή πατερική συνείδηση απορρίπτει συλλήβδην τα συμπεράσματα και τα κείμενα της Κρήτης ως καρπούς ενός ξένου προς την Ορθοδοξία πνεύματος, το οποίο υποτάσσει την αποκλειστικότητα της Σωτηρίας στις κοσμικές απαιτήσεις της παν-χριστιανικής και παγκοσμιοποιημένης «ενότητας».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Δημοφιλείς αναρτήσεις

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου