Το εκκλησιολογικό έγκλημα του πατρ. Βαρθολομαίου στην Ουκρανία εξηγημένο σε 10 λεπτά (Βασίλειος Τουλουμτσής).

Εισήγηση στο Διεθνές Συνέδριο με θέμα: The Crucifixion of Orthodoxy in the 21st Century: Spiritual Wars, the Ecumenist Offensive, and Global Politics
«Θα ήθελα κι εγώ με την σειρά μου αρχικώς να συγχαρώ το Κέντρο Γεωστρατηγικών Μελετών στο Βελιγράδι για την διοργάνωση του παρόντος διεθνούς συνεδρίου και επίσης να τους ευχαριστήσω θερμά για την τιμητική πρόσκληση που μου απηύθυναν.
Στην σύντομη εισήγηση που θα ακολουθήσει θα αναφερθούμε στον τρόπο αποδοχής των λεγόμενων πρώην σχισματικών Ουκρανών από πλευράς του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως δίχως αναχειροτονία, αλλά και στην επιχειρηματολογία που προέβαλαν προκειμένου να δικαιολογηθεί η συγκεκριμένη αντιεκκλησιαστική πρακτική.
Εξαρχής είναι απαραίτητο να σημειωθεί ότι η εκκλησιαστική θεραπεία των σχισμάτων έχει χαρακτήρα όχι απλώς συμφιλιωτικό αλλά θεραπευτικό. Επί τη βάση της δογματικής διδασκαλίας της Εκκλησίας και της Κανονικής Παράδοσης. Καθώς συγκαλύπτοντας και όχι εξαλείφοντας τις αντιθέσεις, παραμένει πάντοτε ενεργός ο κίνδυνος της αλλοίωσης και της εκ νέου διαίρεσης του εκκλησιαστικού σώματος.
Κανένας εκκλησιαστικός θεσμός και κανένα Πατριαρχείο δεν βρίσκεται υπεράνω της εκκλησιαστικής Παράδοσης, ώστε να έχει το προνόμιο να μεταχειρίζεται κατά το δοκούν και αποσπασματικά στοιχεία της Παραδόσεως, προκειμένου να ικανοποιεί συμπλεγματικές ορέξεις και φιλοδοξίες παγκόσμας εξουσίας επί της Ορθόδοξης Καθολικής Εκκλησίας, διαιρώντας μάλιστα το εκκλησιαστικό σώμα χωρίς καμμία συστολή.
Η ουσία του προβλήματος, του ουκρανικού σχίσματος, δεν αποτελεί ο τόμος της αυτοκεφαλίας, είναι βεβαίως προβληματικός και ο τρόπος απόδοσης αλλά και οι απoδέκτες αυτού, αλλά ο τόμος έρχεται ως δευτερεύον πρόβλημα. Το κύριο και πρώτιστο πρόβλημα του ουκρανικού ζητήματος είναι η έλλειψη ιερωσύνης στους δεχθέντες τον τόμο, καθώς αυτοί ουδέποτε χειροτονήθηκαν εντός της Εκκλησίας, ενώ στο πλαίσιο της αυτοκεφαλίας δημιουργήθηκε, και έως και σήμερα υποστηρίζεται, μία διαδοχή φερομένων ως «ιερέων» που όσο περνάει ο καιρός τόσο δυσχεραίνεται έτι περαιτέρω η δυνατότητα θεραπείας.
Η ομάδα η οποία τον Ιανουάριο του 2019 έλαβε τον τόμο αυτοκεφαλίας από το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως συγκροτήθηκε από τριών ειδών «επισκόπους»:
α) από πρώην κανονικούς επισκόπους που αποσχίστηκαν από το Πατριαρχείο της Μόσχας
β) από δεχθέντες χειροτονία εντός του σχίσματος
γ) και από αυτο-τιτλοφορούμενους ως επισκόπους, οι οποίοι πολύ πιθανό να είναι και αβάπτιστοι
Εδώ να κάνουμε μία παρένθεση και να πούμε ότι η άσκηση εκκλήτου από πλευράς ειδικά του Μακαρίου Μαλέτιτς αποτελεί έναν τραγέλαφο, διότι ο χαρακτήρας της εκκλήτου προφυγής είναι η αναίρεση μίας καταδικαστικής και καθαιρετικής πράξης, η οποία στην περίπτωση του Μαλέτιτς δεν υφίσταται. Δεν υπάρχει, διότι δεν υπάρχει ιερωσύνη, δεν υπάρχει αρχική χειροτονία.

Και παρ’ ότι οι τρεις περιπτώσεις φέρουν διαφορετικά εκκλησιολογικά χαρακτηριστικά, εντούτοις όλοι ανεξαιρέτως έτυχαν της ίδιας μεταχείρισης. Με τον ίδιο ακριβώς τρόπο αναγνωρίστηκαν όλοι ανεξαιρέτως ως αρχιερείς της Εκκλησίας.
Με τον τρόπο αυτό και την δημιουργία του συγκεκριμένου εκκλησιαστικού συνονθυλεύματος, θεωρήθηκε ότι επήλθε η θεραπεία, την στιγμή που η ύπαρξη παράλληλης εκκλησιαστικής δομής στον ίδιο τόπο, με την αναίτια περιθωριοποίηση του κανονικού Μητροπολίτη Ονουφρίου στοιχειοθετεί και αποτελεί ντε φάκτο σχίσμα.
Μία Εκκλησία όμως για να γίνει αυτοκέφαλη θα πρέπει πρωτίστως και προηγουμένως να είναι Εκκλησία, εφόσον Εκκλησία σημαίνει και συνεπάγεται υποστατά μυστήρια, αγιαστική χάρη και ιερωσύνη. Κατά συνέπεια είναι άλλο το ζήτημα της αποκατάστασης στην ιερωσύνη και διαφορετικό το ζήτημα της αυτοκεφαλίας. Αυτό σημαίνει ότι η αυτοκεφαλία δεν έχει δική της αυτόνομη χαρισματική υπόσταση αλλά θεμελιώνεται πρωτογενώς στην εκκλησιαστική υπόσταση μίας κατά τόπον Εκκλησίας, η οποία δευτερογενώς καθίσταται αυτοκέφαλη. Δεν είναι δυνατόν μία κίνηση διοικητικού χαρακτήρα, όπως είναι η αυτοκεφαλία, να προσδώσει απροϋπόθετα και μαγικώ τω τρόπω αρχιερωσύνη σε ανθρώπους που ποτέ δεν την έλαβαν και ενδεχομένως δεν ανήκαν καν στο Σώμα της Εκκλησίας. Ειδάλλως δημιουργείται το πρωτοφανές παράδοξο να έχουμε μία ομάδα η οποία να κατέχει μεν τόμο αυτοκεφαλίας αλλά να μην είναι Εκκλησία.
Η «επιχειρηματολογία» του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως κατά βάση βασίστηκε, θεμελιώθηκε, πάνω στην αλλοίωση κειμένων, στην παρερμηνεία Ιερών Κανόνων και ιστορικών γεγονότων της εκκλησιαστικής ιστορίας. Μία τέτοια προσπάθεια υπήρξε η δικαιολόγηση της μη αναχειροτόνησης των σχισματικών Ουκρανών μέσω του τρόπου αποδοχής των πρώην εικονομάχων επισκόπων από την 7η Οικουμενική Σύνοδο χωρίς αναχειροτόνηση.
Το δεδομένο όμως που διαφοροποιεί ριζικά τις δύο περιπτώσεις είναι ότι οι εικονομάχοι έφεραν υποστατή ιερωσύνη εντός της Εκκλησίας προ της αιρετικής τους απόκλισης και ήταν ακριβώς αυτός ο λόγος που η Εκκλησία δεν τους χειροτόνησε εκ νέου. Οι σχισματικοί της Ουκρανίας όμως δεν έχουν αυτό το βασικό χαρακτηριστικό, με εξαίρεση ασφαλώς τους αρχιερείς που ανήκαν πριν στο Πατριαρχείο της Μόσχας από όπου και αποσχίστηκαν και ακολούθως καθαιρέθηκαν. Πράγμα που σημαίνει ότι άνευ χειροτονίας δεν είναι ιερείς και για αυτό δεν δύνανται να προσφέρουν την λατρεία της Εκκλησίας προς τον Θεό.
Σύμφωνα με την 7η Οικουμενική Σύνοδο και την διαχρονική συνείδηση και πράξη της Εκκλησίας, τα όρια της Εκκλησίας και οι θεμελιώδεις εκκλησιολογικές αρχές είναι εκείνες που προσδιορίζουν αρχικώς την δυνατότητα, διότι δεν οικονομούνται όλες οι περιπτώσεις, και δευτερευόντως τον τρόπο αποδοχής των εξαιρέσεων επιστρεφόντων, με το δεδομένο ότι δεν υφίστανται μυστήρια εκτός Εκκλησίας. Συνεπώς, η αποδοχή των πρώην εικονομάχων επισκόπων έλαβε χώρα κάτω από αυστηρό καθεστώς συγκεκριμένων εκκλησιολογικών προϋποθέσεων, με απαραίτητη προϋπόθεση η επισκοπική χειροτονία να είχε αρχικώς τελεστεί στους κόλπους της Εκκλησίας προ της αιρετικής απόκλισης.
Με άλλα λόγια. Η σημειούμενη πορεία εκκινά από την εκκλησιολογία και κατευθύνεται προς την εξέταση του τρόπου αποδοχής.

Σύμφωνα με την παρερμηνεία της 7ης Οικουμενικής Συνόδου, η οποία φιλοδοξεί να υποστηρίξει την μη αναχειροτονία, σημειώνεται η ακριβώς αντίθετη πορεία. Εκκινά από τον τρόπο αποδοχής και κατευθύνεται προς την διαμόρφωση μίας νεάς εκκλησιολογίας.

Θεωρείται παγιωμένος ο τρόπος της μή αναχειροτόνισης, ως δήθεν θεμελιωμένος στην διαχρονική συνείδηση της Εκκλησίας και εκ του τρόπου της απροϋπόθετης αναγνώρισης ιερωσύνης εκτός Εκκλησίας, διαμορφώνονται νέα, διευρυμένα μεν αδιευκρίνιστα δε, εκκλησιολογιικά όρια, εφόσον η μη αναχειροτόνιση δηλώνει την προ-ϋπαρξη υποστατής ιερωσύνης.
Όμως υπό την άποψη αυτή δεν υπάρχουν όρια της Εκκλησίας και επομένως δεν υπάρχουν κατ’ ουσίαν αιρετικοί και σχισματικοί. Γενόμενοι αυτοί a priori δεκτοί, τα μυστήρια της Εκκλησίας και των εκτός Αυτής διαφόρων ετερόδοξων και σχισματικών κοινοτήτων τίθενται επί ίσοις όροις. Ωσαν το πρόβλημα να αφορά σε διακοπή κοινωνίας και όχι σε έκπτωση εκ της Εκκλησίας.
Το εν λόγω εκκλησιολογικό σχήμα παραπέμπει ευθέως στην εκκλησιολογία του Κονγκάρ [Yves Congar], η οποία αργότερα έγινε και η εκκλησιολογία της δεύτερης Βατικανής συνόδου. Με κυρίαρχο στοιχείο αυτής να αποτελεί η έννοια της διαβαθμισμένης μετοχής όλων των «ιστορικών εκκλησιών» στην «μία εκκλησία» και την ύπαρξη ενός παγκόσμιου «πρώτου».

Στη νέα αυτήν περιεκτική εκκλησιολογία δεν υπάρχουν σχίσματα και αιρέσεις. Υπάρχουν απλώς χωρισμένοι αδελφοί με τους οποίους και επί τη βάση του θεωρούμενου ως ενός «χριστιανικού βαπτίσματος», υφίσταται κοινωνία ατελούς μορφής, η οποία καθίσταται ως τέλεια μέσω της εκκλησιαστικής κοινωνίας με τον παγκόσμιο «πρώτο». Αυτή η κοινωνία τελειοποιεί και αναπληρώνει το ατελές της κοινωνίας.
Γι’ αυτό και δεν υφίσταται επανάληψη τέλεσης μυστηρίων για τους λατίνους, δεδομένου ότι η Β’ Βατικανή ήρε την αποκλειστική εκκλησιολογία της Α’ Βατικανής συνόδου, αναγνωρίζοντας έγκυρα και υποστατά μυστήρια σε όλες τις ιστορικές «εκκλησίες».
[σ.σ. Σε αυτό το σημείο κατανοούμε, πώς η ψευδοσύνδος της Κρήτης που ονόμασε τις αιρέσεις «εκκλησίες», με την ιστορική τους έννοια όπως μας είπε ο Αθηνών Ιερώνυμος, μπήκε στην τροχιά της Β’ Βατικανής των παπικών για τα περαιτέρω.]
Συνοψίζοντας όλα τα ανωτέρω, η πρακτική που εφαρμόστηκε ως προς τον τρόπο αποδοχής και αναγνώρισης των σχισματικών και αχειροτόνητων ομάδων των Ουκρανών, δεν έχει καμμία απολύτως σχέση με την 7η Οικουμενική Σύνοδο και δεν εναρμονίζεται με την Ορθόδοξη εκκλησιολογία, για την οποία δεν υφίστανται μυστήρια, συνεπώς και ιερωσύνη, εκτός της Εκκλησίας.
Φέρει χαρακτηριστικά Βατικάνειας εκκλησιολογίας, σύμφωνα με την οποία το θεμέλιο ενότητας της Εκκλησίας δεν είναι πλέον η Πίστη και η Παράδοση της Εκκλησίας, αλλά το πρόσωπο του παγκόσμιου «πρώτου». Η κοινωνία με τον «πρώτο» είναι αυτή που αναπληρεί την ανάγκη της αναχειροτονίας, αποτελώντας παράλληλα και τον αναγκαίο όρο ενότητας της «Εκκλησίας» και κοινωνίας με την «Εκκλησία».
Προς την νεόκοπη στοιχειοθέτηση ενός παγκόσμιου πρωτείου άνευ ίσων, εργάστηκε συστηματικά ο Μητροπολίτης Περγάμου Ιωάννης Ζηζιούλας, μέσω της περσοναλιστικής παρερμηνείας του τριαδιολογικού δόγματος και της υποστήριξης της οντολογικής προτεραιότητας του Πατρός ει βάρος των Υποστάσεων Υιού και Πνεύματος. Με αποτέλεσμα, η αιρετική τριαδολογία να κατοπτρίζεται εικονικά σε μία αναλόγως προβληματική εκκλησιολογία, την «εκκλησιολογία του πρωτείου».

Στο επίπεδο της τριαδολογίας, ο Ζηζιούλας ταύτιζε τον Θεό μόνο με την υπόσταση του Πατρός και υποστήριζε ότι όπως ενδοτριαδικά υπάρχει ο Πατήρ ως πρώτος, κατ’ αντιστοιχία και στο επίπεδο της εκκλησιολογίας υπάρχει και πρέπει να υπάρχει ένας παγκόσμιος πρώτος, ο οποίος αποτελεί ταυτόχρονα και το σημείο ενότητας της «Εκκλησίας». Άνευ του πρώτου ή άνευ της κοινωνίας με τον πρώτο, δεν υφίσταται ενότητα.
Στην πραγματικότητα το ουκρανικό εκκλησιαστικό ζήτημα, πέραν από παραγγελία κέντρου γεωπολιτικής ισχύος, υπήρξε περαιτέρω και μία πολύ βολική περίπτωση προκειμένου να εκφραστεί στο πρακτικό επίπεδο της εκκλησιολογίας η αιρετική αρειανική τριαδολογία του αποθανόντος μητροπολίτη Περγάμου Ιωάννου Ζηζιούλα, ως «εκκλησιολογία του πρωτείου». Η οποία θέτει τις Τοπικές Εκκλησίες σε διαφορετικά και άνισα επίπεδα υπό έναν πρώτο, την εκκλησιαστική παράδοση απλώς ως αποθήκη επιχειρημάτων απ’ όπου λαμβάνεται μόνον ό,τι εξυπηρετεί την κάθε περίσταση, ενώ η απροϋπόθετη αναγνώριση ιερωσύνης, εκτός της Ορθόδοξης Εκκλησίας, αποτελεί ένα πολύ βολικό και εξυπηρετικό προηγούμενο προς την επιχειρούμενη πανχριστιανική ενότητα.
Σας ευχαριστώ πολύ για την προσοχή σας.»
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου