Άρθρο τοῦ μοναχοῦ Σεραφείμ Ζήση
Ὁ Ἅγιος Ἱλάριος Πικταβίου ὁ Ὁμολογητής τόν 4ο αἰ. διαπιστώνει, ὅτι ἡ πνευματική διάκριση τῶν ἁπλῶν Ὀρθοδόξων τούς καθιστᾷ ἐνίοτε θεολογικότερους ἀπό τούς Κληρικούς!
1. Ποιός εἶναι ὁ Ἅγιος Ἱλάριος Ἐπίσκοπος Πικταβίου (c. 310 – c. 367)
1α. Ἠ ἀποτελεσματική «οἰκονομία» καί διάκριση τοῦ Ἁγίου Ἱλαρίου
2. Τό θεολογικό διακύβευμα τῆς ἐποχῆς (351 – 361)
3. Σημαντικά ἀποσπάσματα τῆς ἐπιστολῆς κατά τοῦ Ἐπισκόπου Αὐξεντίου
3α. Ἡ θόλωση τῆς ἀκριβείας στά ἐκκλησιαστικά Δόγματα προετοιμάζει τήν αἵρεση, ἀλλά καί τήν εἴσοδο τοῦ Ἀντιχρίστου
3β. Ὁ Ἐπίσκοπος Αὐξέντιος εἶναι αἱρετικός καί ἀντίχριστος, μολονότι φαινομενικῶς ὁμιλεῖ ὀρθοδόξως
3γ. Τό Ὀρθόδοξο Ποίμνιο ἀντιλαμβάνεται ὀρθοδόξως ἐκεῖνα πού οἱ αἱρετίζοντες Ἐπίσκοποι διαστρέφουν πρός τήν αἵρεση
3δ. Ὁ κίνδυνος τῆς προσκολλήσεώς μας στά ἐκκλησιαστικά κτήρια· προτιμότερη ἡ Ὀρθοδοξία στίς ἐρημιές
1. Ποιός εἶναι ὁ Ἅγιος Ἱλάριος Ἐπίσκοπος Πικταβίου (c. 310 – c. 367)
Ἡ παροῦσα περιδιάβασή μας στίς ὁδούς τῆς πρώιμης ἐκκλησιαστικῆς ἱστορίας μᾶς ὁδηγεῖ στόν ἱερό Ἱλάριο, Ἐπίσκοπο Πικταβίου (τοῦ σημερινοῦ Πουατιέ, Poitiers, τῆς Δυτ. Γαλλίας), καί στίς ἔνδοξες ἐκκλησιαστικές σελίδες τῶν μαρτυρικῶν ἀγώνων τῶν Ὀρθοδόξων κατά τῆς αἱρέσεως τοῦ Ἀρειανισμοῦ τόν 4ο αἰῶνα [1].
Φοβερός ἐχθρός τῆς αἱρέσεως σέ λόγους καί ἔργα, ὁ Ἱλάριος ἀπεκλήθη «Ἀθανάσιος τῆς Δύσεως» καί «Σφύρα [κατά] τῶν Ἀρειανῶν» (“malleus Arianorum”)· τούς ὁποίους πράγματι σφυροκόπησε τόσον ἐπίμονα, ὥστε ἐπανειλημμένως νά ὑποστεῖ διωγμούς καί τετραετῆ ἐξορία χάριν τῆς Ὀρθοδοξίας. Καί αὐτῆς ἀνεδείχθη στήν Δύση στήριγμα, «Στῦλος Ὀρθοδοξίας» θά λέγαμε, ὅπως καί ὁ Μέγας Ἀθανάσιος στήν καθ’ ἡμᾶς Ἀνατολή. Λίγο μετά τόν θάνατό του ἤδη ἐθεωρεῖτο, ὅτι ὁ Ἅγιος Ἱλάριος, μαζί μέ τούς Ἁγίους Κυπριανό καί Ἀμβρόσιο, συναριθμεῖται στούς τρεῖς ἐπιφανεῖς τετελειωμένους «μάρτυρες καί Ὁμολογητές» τῆς Ἐκκλησίας τῆς Δύσεως [2]. Ἡ μνήμη του ἑορτάζεται στήν Δύση στίς 13 Ἰανουαρίου (ἀλλά πρό τῆς δεκαετίας τοῦ 1970, στίς 14 τοῦ μηνός). Στά παλαιότερα ἑλληνικά Συναξάρια (καί τίς Πατρολογίες καί Ἐγκυκλοπαιδεῖες κ.ἄ.), ὅσο καί ἄν ἐρευνήσαμε ἀρχικῶς, δέν εὑρήκαμε νά μνημονεύεται ἑορτασμός τῆς μνήμης του ἀπό τούς Ἀνατολικούς Ὀρθοδόξους· σέ ἀνάλογες νεότερες συναξαριστικές ἐκδόσεις, ὡστόσο, ἔντυπες καί ψηφιακές, οἱ ὁποῖες ἔχουν συμπεριλάβει ἀκόμη περισσοτέρους παλαιούς Ὀρθοδόξους Ἁγίους τῆς Δύσεως, ἔχει ἐνταχθεῖ καί ὁ Ἅγιος Ἱλάριος στίς 13 Ἰανουαρίου [3]. Ἅλλωστε ὁ Ἅγιος Ἱερώνυμος (c. 342-420) σέ δύο τοὐλάχιστον σημεῖα τῶν ἔργων του ὀνομάζει τόν Ἱλάριο «ἅγιο» καί πολλές φορές «Ὁμολογητή», τόν ἔχει δέ συμπεριλάβει στό ἔργο του De Viris Illustribus (Περί τῶν Ἐπιφανῶν Ἀνδρῶν), ἐνῷ καί ὁ δυτικός ἐκκλησιαστικός ἱστορικός καί θεολόγος Ρουφῖνος (345-411) ἐπίσης τόν χαρακτηρίζει ὡς «ἅγιο ἄνδρα» καί «Ὁμολογητή». [4] Ἀκόμηκαί στήν καθ’ ἡμᾶς Ἀνατολή ὁ ἱερός Θεοδώρητος Κύρου (c. 393 – c. 457) στόν Ἐρανιστή του παραθέτει ἐκτενῆ θεολογική γνώμη τοῦ «Ἁγίου Ἱλαρίου Ἐπισκόπου καί Ὁμολογητοῦ» [5].
Ὁ Ἅγιος, λοιπόν, Ἱλάριος, Γέροντας τοῦ Ἁγίου Μαρτίνου τῆς Τουρώνης, δηλ. τῆς Tours (316/336 – 397), ὑπῆρξε ὄχι μόνον ὁ πρῶτος ἐκκλησιαστικός ὑμνογράφος τῆς Δύσεως, ἀλλά κυρίως ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος μέ τά τριαδολογικά καί πολεμικά κατά τῶν Ἀρειανῶν ἔργα του κατέστησε κατανοητή στήν Δύση τήν θεολογία τῆς συγκρούσεως στήν Ἀνατολή μεταξύ Ὀρθοδόξων καί Ἀρειανῶν. Σέ αὐτό συνετέλεσε ἡ καλή γνώση του τῆς ἑλληνικῆς γλώσσης, ἡ ὁποία τοῦ κατέστησε προσιτή τήν γραμματεία τῶν δικῶν μας, Ἀνατολικῶν, ἑλληνοφώνων Ἁγίων Πατέρων.
Σέ μία ἐποχή κατά τήν ὁποία ὁ Ἀρειανισμός, ἀφοῦ εἶχε ἐπικρατήσει στήν Ἀνατολική Αὐτοκρατορία, δυστυχῶς ἐπέλαυνε ἀποφασιστικῶς καί στήν Δύση, μετά τόν θάνατο (τό 350) τοῦ Ὀρθοδόξου Αὐτοκράτορος τῆς Δύσεως Κώνσταντος, ὁ Ἱλάριος ἔσωσε τήν Ὀρθοδοξία στήν Δύση, ἀπέναντι στήν πυγμή τοῦ ἀρειανόφρονος (συν)Αὐτοκράτορος τῆς Ἀνατολῆς (καί Μονοκράτορος, τελικῶς) Κωνσταντίου Β΄ (337-361).
Τήν περίοδο ἐκείνη, οἱ περισσότεροι Ὀρθόδοξοι Ἐπίσκοποι τῆς Δύσεως, ἀκόμη καί οἱ πρωτοστάτες τῆς Ὀρθοδοξίας στήν Δύση Λιβέριος, Πάπας Ρώμης, καί Ὅσιος, Ἐπίσκοπος Κορδούης (Κόρδοβας), ἐξαναγκάσθηκαν ἀπό τόν αἱρετικό Αὐτοκράτορα Κώνσταντα σέ ὑπογραφή τοῦ ἀρειανίζοντος β΄ Συμβόλου τοῦ Σιρμίου (357) ὡς ὑποκαταστάτου τοῦ ὀρθοδόξου Συμβόλου τῆς Νικαίας· ὁ Λιβέριος μάλιστα συνυπέγραψε καί τήν συνοδική καταδίκη τοῦ Μ. Ἀθανασίου ἀπό τούς Ἀρειανούς. Τό β΄ σύμβολο τοῦ Σιρμίου μεταξύ ἄλλων καταδίκαζε τόν ὅρο «ὁμοούσιος» τῆς Νικαίας, τῶν Ὀρθοδόξων, ἀλλά καί τόν ὅρο «ὁμοιούσιος». Στήν δίδυμη «οἰκουμενική» Σύνοδο τῆς Ἀριμίνου (Rimini, Ἰουλ 359) καί τῆς Σελευκείας (Δεκ 359), μέ ἔξωθεν πίεση τοῦ Αὐτοκράτορος ἐπιβλήθηκε τό ἀρειανικό Σύμβολο τῆς Νίκης (τροποιημένο δ΄ Σύμβολο Σιρμίου) καί ἔτσι στερεώθηκε ἡ ἐπιβολή τῶν ἰσχυρῶν Ἀρειανῶν «Ὁμοίων» ἐπί τῶν μετριοπαθῶν Ἀρειανῶν «Ὁμοιουσιανῶν» (οἱ ὁποῖοι πλησίαζαν θεολογικῶς τούς Ὀρθοδόξους).
Ὅμως ὁ Ἱλάριος τοῦ Πικταβίου, ἤδη ἐξορισμένος στήν Φρυγία (356-360), διότι δέν εἶχε ὑπογράψει τήν καταδίκη τοῦ Μ. Ἀθανασίου, παρέμεινε ἀσάλευτος [6]. Συγκρότησε τό 361 στό Παρίσι Σύνοδο τῶν ἐναπομεινάντων (καί τῶν μεταμεληθέντων γιά τήν ὑπογραφή τους) Ὀρθοδόξων δυτικῶν Ἐπισκόπων, καί διέσωσε τήν Γαλατία (Γαλλία) ἀπό τόν Ἀρειανισμό [7]. Ἡ προσπάθειά του τό 364 νά ἀπομακρύνει μέ Σύνοδο καί ἀπό τά Μεδιόλανα (τό Μιλᾶνο τῆς Ἰταλίας) τόν Ἀρειανό Ἐπίσκοπο (343-374) Αὐξέντιο τόν Καππαδόκη ἀπέτυχε.
Ὁ Ἱλάριος «στόν διπλό του ἀγώνα, ἐναντίον τοῦ ἀρειανισμοῦ καί τοῦ καισαροπαπισμοῦ, ὑπῆρξε ὄχι μόνο σταθερός, ἀλλά καί ὀξύς καί τερτυλλιανικά σκληρός, ἐνῷ γιά τό ποίμνιο καί τούς φίλους του ἦταν ἤπιος, συνετός, ἐπιβλητικός καί ἀγαπητός» [8].
1a. Ἠ ἀποτελεσματική «οἰκονομία» καί διάκριση τοῦ Ἁγίου Ἱλαρίου
Ὁ δυτικός ἐκκλησιαστικός ἱστορικός Σουλπίκιος Σεβῆρος (c. 363 – c. 425) ἐξαίρει τήν ἀποτελεσματική ποιμαντική διάκριση καί «οἰκονομία» τοῦ Ἁγίου Ἱλαρίου (σέ ἀντιπαράθεση πρός τόν – ἐπίσης Ὀρθόδοξο, ὅμως ἄτεγκτο – Λουκίφερ, Ἐπίσκοπο Καλάρεως), διότι ὁ Ἱλάριος δέν καταδίκασε καί ἀπομόνωσε προχείρως ὅσους Ἐπισκόπους εἶχαν ὑπογράψει τό ἀρειανίζον Σύμβολο τῆς Νίκης μετά τήν Σύνοδο τῆς Ἀριμίνου (Rimini) τό 359, ἀλλά μαζί μέ αὐτούς καί μέ τούς ὀλιγοστούς ἄλλους Ὀρθοδόξους Ἐπισκόπους, ἀνασυγκρότησαν τήν ἐκκλησιαστική Ἱεραρχία καί καταδίκασαν τήν αἵρεση. Γράφει ὁ Σουλπίκιος: «Τελικῶς, ὁ Ἱλάριος διατάχθηκε νά ἐπιστρέψει στήν Γαλατία, ὡς “σπορεύς διχoνοίας” καί “ταραχοποιός τῆς Ἀνατολῆς” [9],χωρίς τήν ἀνάκληση τῆς ἐξορίας του. Ἀλλά, ὅταν εἶχε περιδιαβεῖ σχεδόν ὅλη τή γῆ, ἡ ὁποία εἶχε μολυνθεῖ μέ τό κακό τῆς ἀπιστίας, ὁ νοῦς του ἦταν γεμᾶτος ἀμφιβολία καί βαθειά ταραγμένος μέ τό πανίσχυρο φορτίο φροντίδων πού ἀσκοῦσαν ἐπάνω του πίεση. Συνειδητοποιώντας, ὅτι φαινόταν καλό σέ πολλούς νά μή ἔλθουν σέ κοινωνία μέ ἐκείνους πού εἶχαν ἀποδεχθεῖ τήν Σύνοδο τῆς Ἀριμίνου, σκέφθηκε, ὅτι τό καλύτερο πού θά μποροῦσε νά κάνει ἦταν νά τούς ἐπιστρέψει ὅλους σέ μετάνοια καί ἀναδιοργάνωση. Σέ συχνές Συνόδους ἐντός Γαλατίας, καί ἐνῷ σχεδόν ὅλοι οἱ Ἐπίσκοποι δημοσίως ἀνέλαβαν τήν εὐθύνη τοῦ σφάλματος πού εἶχε διαπραχθεῖ, καταδικάζει [ὁ Ἱλάριος] τίς διαδικασίες στήν Ἀρίμινο, καί προσδιορίζει ἐκ νέου τήν Πίστη τῶν Ἐκκλησιῶν, σύμφωνα μέ τήν ἀνόθευτη μορφή της […] Τοῦτο τό γεγονός εἶναι ἀπό ὅλους παραδεκτό, ὅτι οἱ ἐπαρχίες μας στήν Γαλατία ἀπελευθερώθηκαν ἀπό τήν ἐνοχή τῆς αἱρέσεως διά μέσου τῶν εὐγενῶν προσπαθειῶν τοῦ Ἱλαρίου καί μόνου».
«Ἀλλά ὁ Λουκίφερ [10], πού ἦταν τότε στήν Ἀντιόχεια, εἶχε μία ἐντελῶς διαφορετική γνώμη. Διότι καταδίκασε σέ τέτοιο βαθμό ἐκείνους πού συνάχθηκαν στήν Ἀρίμινο, ὥστε διεχώρισε τόν ἑαυτό του ἀπό τήν κοινωνία ἀκόμη καί ἐκείνων πού τούς εἶχαν δεχθεῖ ὡς φίλους [τούς “πεπτωκότες” στήν Ἀρίμινο], ἀκόμη καί ἀφοῦ εἶχαν προσφέρει ἱκανοποίηση ἤ εἶχαν δείξει μετάνοια. Ἐάν αὐτή ἡ ἀπόφασή του ἦταν ὀρθή ἤ ἐσφαλμένη, δέν θά λάβω τήν εὐθύνη νά τό πῶ» [11].
Ἡ Ἐπιστολή τοῦ Ἱλαρίου Κατά Αὐξεντίου (Contra Auxentium),πρός τούς Μιλανέζους, ἀποσπάσματα τῆς ὁποίας παρουσιάζουμε παρακάτω, ἐξηγεῖ τήν πονηρία τοῦ ἀρειανόφρονος Αὐξεντίου, Ἐπισκόπου Μεδιολάνων, ἐκ τῶν ἡγετῶν τῶν Ἀρειανῶν (τῆς μερίδος τῶν «Ὁμοίων») στήν Δύση, καί προτρέπει σέ ἀκοινωνησία (Ἀποτείχιση) τῶν Ὀρθοδόξων τῆς πόλεως τῶν Μεδιολάνων πρός αὐτόν.
Ὁ Ἅγιος Ἱερώνυμος ὀνομάζει τό κείμενο αὐτό τοῦ Ἱλαρίου «εὐφυέστατον λίβελλον κατά Αὐξεντίου» [12].
2. Τό θεολογικό διακύβευμα τῆς ἐποχῆς (351-361)
Ὑπενθυμίζουμε, ὅτι ἡ δράση τοῦ Ἱλαρίου τοῦ Ὁμολογητοῦ ἐκδιπλώνεται στήν κρίσιμη ἐποχή τῆς γ΄ φάσεως τῶν ἀρειανικῶν ἐρίδων (351-361). Ἀναπτύσσεται δηλαδή στό γενικό ἱστορικό πλαίσιο μετά τήν Α΄ Οἰκουμενική Σύνοδο καί πρίν τήν Β΄, δηλαδή τίς δύο Συνόδους ἐκεῖνες, οἱ ὁποῖες διεμόρφωσαν τό «Σύμβολο τῆς Πίστεως» (τό «Πιστεύω»), πού συμπυκνώνει ὅλη τήν δογματική Πίστη τῆς Ἐκκλησίας μας. Καί τό διακύβευμα ἦταν τεράστιο: ἡ ἄρνηση τῆς Θεότητος τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, τοῦ Θεανθρώπου (τελείου, πλήρους, Θεοῦ ἀλλά καί τελείου, ὁλοκλήρου, ἀνθρώπου), ἀπό μέρους τῶν αἱρετικῶν Ἀρειανῶν συνεπάγεται τήν ἀδυναμία σωτηρίας ἡμῶν τῶν ἀνθρώπων.
Μόνον ἐάν ἡ Θεότητα, δηλ. ἡ θεία φύση (ἤ οὐσία), τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἀληθής, δηλ. φύση ταυτόσημη μέ τήν φύση τοῦ Θεοῦ Πατρός, τότε – καί μόνον τότε – ἡ δική μας φύση μπορεῖ νά θεωθεῖ, δηλ. νά ἁγιασθεῖ (ἐπειδή ἐμεῖς γινόμαστε «μέλη τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ», τοῦ μυστικοῦ Σώματος τῆς Ἐκκλησίας [13], καί δι΄ Αὐτῆς «κοινωνοί θείας φύσεως», [14]). Ἡ ἄρνηση τῆς Θεότητος τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ συνιστᾷ, λοιπόν, ἄρνηση τῆς δυνατότητος σωτηρίας μας, καί ἐκεῖ ὁδηγεῖ ἡ αἵρεση τοῦ Ἀρείου, ὁ ὁποῖος εἶχε ἀρχικῶς ἀναδειχθεῖ ὡς πεπαιδευμένος Πρεσβύτερος στήν μεγαλούπολη Ἀλεξάνδρεια.
Ἡ μόνη λέξη πού μπορεῖ νά διασφαλίσει νοηματικά καί μαζί μονολεκτικά τήν ἀπόλυτη ταυτότητα τῆς φύσεως (οὐσίας) τοῦ Θεοῦ Πατρός καί τῆς φύσεως τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου, τοῦ Χριστοῦ (καί ἔτσι τήν ἀληθῆ Θεότητα τοῦ Χριστοῦ), εἶναι ἡ λέξη «ὁμοούσιος» [15] (ὁ Υἱός εἶναι ὁμοούσιος μέ τόν Πατέρα, «ὁμοούσιος τῷ Πατρί»), τήν ὁποία χρησιμοποίησαν καί καθιέρωσαν οἱ Ἅγιοι Πατέρες τῆς Α΄Οἰκουμενικῆς Συνόδου.
Τό «σημεῖον ἀντιλεγόμενον» τῆς ἐποχῆς εἶναι λοιπόν ἡ ὀρθόδοξη λέξη «ὁμοούσιος» τῆς Νικαίας (τοῦ Συμβόλου Πίστεως τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου στήν Νίκαια), ἡ μόνη πού δέν μπορεῖ νά ἔχει δύο ἔννοιες. Καί οἱ ἀμετανόητοι Ἀρειανοί ρίχνουν ὅλο τό βάρος τῶν ἐνεργειῶν τους στήν … ἐξαφάνιση της λέξεως αὐτῆς, ὥστε νά καταγάγουν τόν Υἱό καί Λόγο (τόν Χριστό), ἀπό τήν ἰσοτιμία μέ τόν Θεό Πατέρα στό ἐπίπεδο τῶν δημιουργημάτων, τῶν κτισμάτων. Παρομοίως, πρέπει νά «ἐξαφανίσουν» καί τόν Μέγα Ἀθανάσιο, τόν ἀκλόνητο καί κύριο ὑποστηρικτή τοῦ ὀρθοδόξου «ὁμοουσίου» καί τῆς Πίστεως τῆς Νικαίας.
Στή χρονική συνάφεια τῶν γεγονότων πού ἐδῶ βλέπουμε, μέ τήν πρόοδο τοῦ χρόνου, δεκαετιῶν ὁλοκλήρων, ὁ Ἀρειανισμός ἔχει λάβει πλέον καί ἠπιότερες θεολογικές – πάντοτε αἱρετικές λίγο ἤ πολύ – μορφές (μέ τήν διάκριση τῶν αἱρετικῶν κοινοτήτων σέ «Ἀνομοίους», «Ὁμοίους» καί «Ὁμοιουσιανούς»)[16], καί ἔχει προσλάβει καί ὁρολογία τέτοια, ἡ ὁποία νά μπορεῖ νά ἑρμηνεύεται καί ὀρθοδόξως καί αἱρετικῶς (ἀμφίσημα, μέ δύο διαφορετικές ἑρμηνεῖες). Οἱ «Ὁμοιουσιανοί», πού πρεσβεύουν ὅτι ὁ Υἱός καί Λόγος (ὁ Ἰησοῦς Χριστός) εἶναι κατά τήν οὐσίαν ὅμοιος, «ὁμοιούσιος» (ὁμοίας οὐσίας, ὁμοίας φύσεως), μέ τόν Θεό Πατέρα, ἔχουν οἱ περισσότεροι ὀρθόδοξο φρόνημα, δηλαδή πιστεύουν στήν πλήρη Θεότητα τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου, ὅπως εἶναι τέλειος, πλήρης, Θεός ὁ Θεός Πατήρ. Ἔχουν ἁπλῶς ἐπιφυλάξεις γιά τόν νεοφανῆ ὀρθόδοξο ὅρο «ὁμοούσιος» τῆς Νικαίας περί τοῦ Υἱοῦ (τοῦ Χριστοῦ).
Στίς δύο περίπου δεκάδες σημαντικῶν αἱρετικῶν ἤ μεικτῶν (ἀπό Ὀρθοδόξους καί αἱρετίζοντες) τοπικῶν Συνόδων πού παρεμβάλλονται στά 56 χρόνια μεταξύ τῆς Α΄ καί τῆς Β΄ Οἰκουμενικῶν Συνόδων (ἐτῶν 325 καί 381 ἀντιστοίχως), πολλές ἐναλλακτικές «φόρμουλες» χρησιμοποιοῦνται ἀπό τούς αἱρετικούς, μέ κυριότερο σκοπό νά παρακαμφθεῖ σιωπηλά ὁ ὅρος «ὁμοούσιος» τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου τῆς Νικαίας, ἀλλά καί οἱ ἰσοδύναμοί του. Ὑπό αὐτές τίς συνθῆκες κατανοεῖται καί ἡ πολεμική τοῦ Ἱλαρίου Πικταβίου κατά τοῦ ἀρειανοῦ Αὐξεντίου, Ἐπισκόπου τοῦ Μιλάνου· ὁ Αὐξέντιος δέν ἀρνεῖται πάντως μόνον τόν νικαϊκό ὅρο «ὁμοούσιος» περί τοῦ Χριστοῦ, ἀλλά καί τούς ἰσοδύναμους περιφραστικούς ὅρους «ἀληθινός Θεός» καί «ἐκ τῆς οὐσίας τοῦ Θεοῦ» (δηλ. «τῆς ἴδιας φύσεως μέ τόν Θεό Πατέρα»). Αὐτά βλέπουμε ἐδῶ νά καταγγέλλει ὁ Ἅγιος Ἱλάριος.
Βεβαίως, ὁ Αὐξέντιος, καθότι «Ἀνόμοιος» Ἀρειανός, ἔχει πρωτοστατήσει καί στήν ἀπόρριψη τοῦ ὅρου «ὁμοιούσιος», διότι μπορεῖ (καταχρηστικῶς) νά κατανοηθεῖ ὀρθοδόξως [17].
Ὁ Ἱλάριος συγκαταλέγεται μεταξύ ἐκείνων τῶν θεολόγων καί διδασκάλων πού ἰδιαιτέρως ἀγωνίστηκαν γιά τήν ἕνωση μεταξύ ἀφ’ ἑνός τῶν Ὀρθοδόξων ἀκολούθων τῆς Νικαίας, δηλαδή τῶν «Ὁμοουσιανῶν», καί ἀφ’ ἑτέρου ἐκείνων ἀπό τούς «Ὁμοιουσιανούς» πού φρονοῦσαν ὀρθόδοξα [18]. Βεβαίως, ὑπῆρχαν καί οἱ ἄλλοι «Ὁμοιουσιανοί», ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι πρέσβευαν, ὅτι ἡ οὐσία τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου εἶναι μόνον «ὅμοια» μέ τοῦ Πατρός, δηλαδή, «παρόμοια» καί ὄχι ἡ ἴδια, ταυτόσημη, ἀφοῦ καί ἐμεῖς ὡς λογικά πλάσματα εἴμαστε δημιουργήματα «καθ’ ὁμοίωσιν» τοῦ Θεοῦ [19]. Αὐτοί εἶναι κανονικοί αἱρετικοί, καθώς δέν πιστεύουν στήν πλήρη Θεότητα τοῦ Υἱοῦ.
Ἄς προσέξει ὁ ἀναγνώστης, ὅτι ἡ ἀκρίβεια τῆς δογματικῆς Πίστεως ἐν προκειμένῳ κρέμεται ἀπό ἕνα «ἰῶτα», Υἱός «ὁμοούσιος» (ἄρα φύσει Θεός) ἤ «ὁμοιούσιος» (ἐνδεχομένως «καθ’ ὁμοίωσιν» θεούμενο δημιούργημα, πλάσμα, κτίσμα).
3. Σημαντικά ἀποσπάσματα τῆς ἐπιστολῆς κατά τοῦ Ἐπισκόπου Αὐξεντίου
Ἀπό τά σπουδαῖα, λοιπόν, ἐκκλησιολογικά διδάγματα τῆς Ἐπιστολῆς τοῦ Ἁγίου Ἱλαρίου, Ἐπισκόπου Πικταβίου (Πουατιέ), ἐναντίον τοῦ ἀρειανόφρονος Αὐξεντίου, Ἐπισκόπου Μεδιολάνων (Μιλάνου), παρουσιάζουμε παρακάτω μεταφρασμένα ἀπό τά λατινικά μόνον μερικά ἀποσπάσματα. Μαρτυροῦν, νομίζουμε, ὄχι μόνον ταύτιση τῶν θεολογικῶν θέσεων τοῦ Ἁγίου Ἱλαρίου μέ ἐκεῖνες τοῦ Ἁγίου καί Μ. Ἀθανασίου καί τῶν ἄλλων Ἀνατολικῶν «Νικαϊκῶν» Ὀρθοδόξων, ἀκολούθων τῆς Πίστεως τῆς Νικαίας (τῶν ὁποίων τά κείμενα μᾶς εἶναι χάρις στήν ἑλληνική γλῶσσα πιό προσιτά), ἀλλά καί ταύτιση τῶν διαπιστώσεων γιά τήν πονηρία τῆς αἱρέσεως καί τήν χρήση «θολῆς», μή ἐπακριβοῦς, ὁρολογίας ἀπό τούς αἱρετικούς Ἀρειανούς [20].
Σέ πρακτικό ἐπίπεδο, ἰδιαιτέρως ἐπισημαίνουμε: (α) τήν προειδοποίηση τοῦ Ἱλαρίου νά μή προτιμήσουν οἱ Πιστοί τά μεγάλα ἐκκλησιαστικά οἰκοδομήματα, τούς Ναούς, ὅταν σέ αὐτά κηρύσσονται οἱ θεολογικές πλάνες τοῦ αἱρετικοῦ Ἐπισκόπου τους, ἀλλά νά ἀπομακρυνθοῦν ἀπό αὐτόν, δηλ. νά ἀποτειχισθοῦν· καί (β) τό ὅτι συμβαίνει ἐνίοτε ὁ ἁπλός λαός τοῦ Θεοῦ νά ἔχει πιό σταθερή καί ἐπεγνωσμένη θεολογική κατανόηση τῆς Πίστεως, ἀπό ὅσο κάποιοι Κληρικοί οἱ ὁποῖοι μπερδεύονται ἀπό τήν αἵρεση· δηλαδή: «Τά ὦτα [αὐτιά] τοῦ λαοῦ εἶναι ἁγιότερα ἀπό τίς καρδιές τῶν Ἱερωμένων» (“Sanctiores aures plebis, quam corda sunt sacerdotum”[21]).
Προφανῶς, ἐδῶ ἐπιβεβαιώνεται ἡ διαπίστωση τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου καί Εὐαγγελιστοῦ, ὅτι τό Χρῖσμα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, πού λαμβάνουν οἱ Πιστοί τῆς Ἐκκλησίας, τούς ὁδηγεῖ στήν Θεογνωσία καί σωτηρία: «Καί ὑμεῖς χρῖσμα ἔχετε ἀπό τοῦ Ἁγίου [Θεοῦ], καί οἴδατε [γνωρίζετε] πάντα» (Α΄ Ἰω. 2, 20.27 χωρίς βεβαίως νά παραβλέπουμε τὁν ἱεροκανονικό ὁρισμό, ὅτι ὑπό κανονικές συνθῆκες κῆρυξ καί φύλαξ τῆς Πίστεως εἶναι πρωταρχικῶς ὁ ἑκασταχοῦ Ἐπίσκοπος).
Μετά τήν εἰσαγωγή τῆς Ἐπιστολῆς, ὁ Ἐπίσκοπος καί Ὁμολογητής τοῦ Πικταβίου μέμφεται τήν καύχηση τῶν αἱρετικῶν, ὅτι ἔχουν μέ το μέρος τους ὡς προστάτες τίς ἀρχές τοῦ Κράτους· διότι κατά τόν Ἱλάριο ἡ ἐναπόθεση τῆς ἀσφαλείας τῆς Ἐκκλησίας στά χέρια τῶν ἰσχυρῶν πολιτικῶν ἀρχόντων μόνον, εἶναι ἀπόδειξη ἀποστασίας(παρ. §4) [22].
3α. Ἡ θόλωση τῆς ἀκριβείας στά ἐκκλησιαστικά Δόγματα προετοιμάζει τήν αἵρεση, ἀλλά καί τήν εἴσοδο τοῦ Ἀντιχρίστου (παρ. §5)
Ἐδῶ ὁ Ἱλάριος ὀνομάζει τούς Ἀρειανούς Ἐπισκόπους καί προμάχους τῆς αἱρέσεως, πού ἀρνοῦνται τήν Θεότητα τοῦ Χριστοῦ, φερέφωνα τοῦ διαβόλου καί προδρόμους τοῦ Ἀντιχρίστου. Εἶναι σημαντικό μάλιστα, καί τό τονίζουμε, ὅτι ἐδῶ πρόκειται περί Ἀρειανῶν οἱ ὁποῖοι δέν ὁμολογοῦν εὐθαρσῶς τήν αἵρεσή τους (ὅπως οἱ «Ἀνόμοιοι» Ἀρειανοί), ἀλλά ἐπιλέγουν θεολογική ὁρολογία πού μπορεῖ νά ἔχει καί ὀρθόδοξη καί αἱρετική ἑρμηνεία (εἶναι δίσημη, ἀμφίσημη), καί φροντίζουν νά καταργηθεῖ ἡ εὐκρινής καί ξεκάθαρη.
«… καί εἶναι ἀναπόφευκτο, τό ὅτι στήν ἴδια αὐτή [περιστολή τῶν χρόνων] ἡ ἐποχή τοῦ Ἀντιχρίστου ἔχει ἐπέλθει ἐπάνω μας· τοῦ ὁποίου οἱ ὑπηρέτες καθώς μετασχηματίζονται, σύμφωνα μέ τόν Ἀπόστολο [23], σέ ἄγγελο φωτός, ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ Χριστός ἀπορρίπτεται ἀπό τήν αἴσθηση καί συνείδηση σχεδόν ὅλων. Διότι μέ σκοπό νά καταστεῖ βέβαιη ἡ ἐπικύρωση τοῦ σφάλματος, προτιμᾶται μία ἀβέβαιη [σ.σ. διφορούμενη]γνώμη περί ἀληθείας·καί τώρα καθίσταται ἤδη στόν Ἀντίχριστο κατορθωτό, νά ἐξαπατήσει, ὅτι εἶναι ἐκεῖνος ὁ Χριστός, περί τοῦ Ὁποίου ἔχει μέχρι τώρα ὑπάρξει διαφωνία. Ἀπό ἐκεῖ [προέρχονται] οἱ διαφορετικές ἐκεῖνες γνῶμες, ἀπό ἐκεῖ – ὑπό τήν Πίστη τοῦ ἑνός Χριστοῦ [ὡς προκάλυμμα] – τό κήρυγμα πολλῶν [«Χριστῶν»],ἀπό ἐκεῖ τό πνεῦμα τοῦ Ἀρείου, τό προσφάτως μεταμορφωμένο ἀπό ἄγγελο διαβόλου σέ “ἄγγελο φωτός”[24]· τοῦ ὁποίου ὁλόκληρη ἡ κληρονομία πέρασε διαδοχικῶς καί μετοχετεύθηκε στόν Βαλεντῖνο, τόν Οὐρσάκιο, τόν Αὐξέντιο, τόν Γερμίνιο, τόν Γάιο.Διότι οἱ ἴδιοι τώρα ἔχουν εἰσαγάγει ἕνα νέο Χριστό, μέσῳ τοῦ ὁποίου θά παρεισφρήσει ὁ Ἀντίχριστος» [25].
3β. Ὁ Ἐπίσκοπος Αὐξέντιος εἶναι αἱρετικός καί ἀντίχριστος, μολονότι φαινομενικῶς ὁμιλεῖ ὀρθοδόξως (παρ. §6)
Στό σημεῖο τοῦτο ὁ Ἱλάριος ἐξηγεῖ τό πῶς ὁ Αὐξέντιος χρησιμοποιεῖ μόνον διφορούμενες ἐκφράσεις γιά τόν Χριστό, ἐκφράσεις πού θά μποροῦσαν νά σημαίνουν – ὀρθοδόξως – ὅτι ὁ Υἱός καί Λόγος (ὁ Χριστός) εἶναι καί ὁμότιμος καί ὁμοούσιος μέ τόν Θεό Πατέρα, τέλειος Θεός, ἀλλά θά μποροῦσαν νά σημαίνουν ἐπίσης, ὅτι εἶναι καί κτίσμα (δημιούργημα, πλάσμα), ἀνώτερο μέν ἀπό τά ἄλλα, ἀλλά ὄχι ἀληθινός Θεός, ὅπως δηλ. ὁ Θεός Πατήρ. Διότι οἱ ἴδιες αὐτές θεοπρεπεῖς ἐκφράσεις χρησιμοποιοῦνται ἐξ ἴσου καί γιά τόν Θεό καί γιά τά ἅγια δημιουργήματα, λ.χ. τούς ἁγίους ἀνθρώπους [26].
Ταυτόχρονα, ὁ ἀρειανόφρων Αὐξέντιος ἀπορρίπτει τήν (ἔγγραφη) χρήση θεολογικῶν ἐκφράσεων μονοσήμαντων, πού δέν μποροῦν νά εἶναι διφορούμενες (καί ἔτσι νά παρερμηνευθοῦν), πού ἐξασφαλίζουν ἐπακριβῶς τήν ὁμοουσιότητα (τό «ὁμοούσιον») τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου, τοῦ Χριστοῦ, πρός τόν Θεόν Πατέρα (λ.χ. τήν φράση «ἀληθής Θεός»). Ἐξηγεῖ ὁ Ἱλάριος:
«Διότι ἐπιθυμοῦν ὁ Χριστός τους αὐτός νά μή εἶναι τῆς Θεότητος ἐκείνης τῆς ὁποίας εἶναι ἐπίσης καί ὁ Πατήρ· ἀλλά νά εἶναι [ὁ Χριστός] ἕνα κτίσμα ἰσχυρό καί ὑπέρτερο ὅλων τῶν ἄλλων κτισμάτων, καί [δῆθεν] νά ἔχει ἔλθει σέ ὕπαρξη ἐκ τοῦ μηδενός μέ τήν θέληση τοῦ Θεοῦ [27]· καί πράγματι πρό πάντων τῶν αἰώνων καί ὁλοτελῶς πρό παντός τοῦ χρόνου νά εἶναι γεννημένος Θεός ἐκ Θεοῦ· ἀλλά νά μή εἶναι ἐκ τῆς οὐσίας τοῦ Θεοῦ [28], οὔτε ἐκ θείας ἐν Αὐτῷ Γεννήσεως καί τῆς Αὐτοῦ μεγαλειότητος, τά ὁποῖα πρέπει νά κατανοοῦνται ὡς ἡ ἀλήθεια τοῦ Θεοῦ [δηλ. τῆς Θεότητος]. Οὔτε ὅσο ἀληθής Θεός εἶναι ἐκεῖνος πού εἶναι Πατήρ, [νομίζουν ὅτι] τόσο ἀληθής Θεός εἶναι ἐκεῖνος πού εἶναι Υἱός· ὥστε ἐκεῖνο, τό ὁποῖο κηρύσσονται ὁ Πατήρ καί ὁ Υἱός στά Εὐαγγέλια ὅτι εἶναι ἕνα (Ἰω. 10, 30), νά εἶναι μόνο [καθώς νομίζουν οἱ Ἀρειανοί] στήν κοινωνία θελήσεως καί χάριτος, ὄχι στήν ἀλήθεια τῆς Θεότητος [29]».
«Ἡ ὁποία [Θεότης] ἄν δέν εἶναι στόν Υἱό ἐκείνη, πού αὐτή ἡ ἴδια εἶναι τοῦ Θεοῦ, ὥστε στήν ὁμολογία τῆς Πίστεως ὁ Θεός νά εἶναι ἕνας, [τότε] γιατί τό “Θεός Υἱός”, γιατί τά “πρό τῶν χρόνων καί τῶν αἰώνων” ὁμολογοῦνται [ἀπό τόν πονηρό Αὐξέντιο], παρά μόνον διότι τό ὄνομα τοῦ Θεοῦ ἔχει προορισθεῖ γιά τόν καθένα ἅγιο μέσῳ τῆς ἀπολαύσεως τῆς αἰωνιότητος; Ἤ μήπως ὅλοι οἱ ἀναγεννηθέντες δέν εἶναι κατ’ ἀλήθειαν “υἱοί Θεοῦ” ἤ ὅλοι οἱ ἄγγελοι, βεβαίως μέσῳ τοῦ Χριστοῦ παρηγμένοι, δέν δημιουργήθηκαν “πρό πάντων τῶν χρόνων” καί ἐντελῶς “πρό πάντων τῶν αἰώνων”;»[30].
«Ἀποδίδουν στόν Χριστό τό ὄνομα τοῦ Θεοῦ, γιά νά εἰσαγάγουν μέ μικρή [μόνο] δυσμένεια τόν ἀληθῆ Ἀντίχριστο, καί νά τόν κάνουν ἀξιόπιστο στούς ἀθλίους· ἐπειδή αὐτό [τό ὄνομα “υἱός Θεοῦ” ] ἀποδίδεται καί στούς ἀνθρώπους: τόν παραδέχονται [τόν Χριστό] ἀληθῶς Υἱόν Θεοῦ, ἐπειδή μέ τό Μυστήριο τοῦ Βαπτίσματος ὁ καθένας καθίσταται ἀληθῶς Θεοῦ υἱός [31]. Ὁμολογοῦνται τά “πρό τῶν χρόνων” καί “τῶν αἰώνων”, διότι αὐτό δέν μπορεῖ κανείς νά τό ἀρνηθεῖ οὔτε στούς ἀγγέλους ἤ τόν διάβολο [32]. Συνεπῶς, μόνα ἐκεῖνα ἀποδίδουν [οἱ Ἀρειανοί] στόν Χριστό τόν Θεό, τά ὁποῖα ἁρμόζουν εἴτε στούς ἀγγέλους εἴτε σέ ἐμᾶς [τούς ἀνθρώπους]. Ἐπιπλέον, αὐτό πού γιά τόν Χριστό τόν Θεό εἶναι νόμιμο καί ἀληθές – αὐτό εἶναι τό: “Χριστός ὁ ἀληθινός Θεός”: τό νά εἶναι ἡ Θεότητα τοῦ Υἱοῦ ἐκείνη ἡ ὁποία εἶναι καί τοῦ Πατρός – αὐτό ἀπορρίπτεται»[33].
Κατανοοῦμε, ὅτι ἡ φράση πού λέγουμε σήμερα στό «Πιστεύω» (στό Σύμβολο τῆς Πίστεως) «Θεόν ἀληθινόν ἐκ Θεοῦ ἀληθινοῦ», ἔχει εἰσαχθεῖ ἐκεῖ (ἤδη ἀπό τήν Α΄ Οἰκουμενική) γιά νά καταπολεμήσει ἀκριβῶς αὐτή τήν πονηρία τῶν Ἀρειανῶν. Ὁ Χριστός δέν ὀνομάζεται ἁπλᾶ «θεός», ὅπως οἱ Ἅγιοι ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι γίνονται μέ τήν χάρη τοῦ Θεοῦ «θέσει θεοί» (πρβλ. Ψαλμ. 49, 1. 81, 6), «θεοφόροι», ἐπειδή φέρουν πάνω τους τἠν Χάρη τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία ὀνομάζεται καί «θεός»· ὁ Χριστός ὀνομάζεται ὀρθοδόξως «ἀληθινός Θεός», δηλαδή Θεός ἐκ φύσεως, «φύσει Θεός», «κατά φύσιν Θεός» [34]. Τό ἴδιο καί στήν «ἀπόλυση» τῶν ἱ. Ἀκολουθιῶν τῆς Ἐκκλησίας μας («Χριστός, ὁ ἀληθινός Θεός ἡμῶν, ταῖς πρεσβείας τῆς παναχράντου καὶ παναμώμου ἁγίας αὐτοῦ Μητρός» κ.λπ.). Δηλαδή, οἱ Ἀρειανοί παραπλανητικῶς ὀνόμαζαν τόν Χριστό «θεό», ὅπως ὅμως ὀνομάζονται «θεοί» καί τά ἅγια δημιουργήματα, ἀλλά δέν τόν ὀνόμαζαν «Θεό ἀληθινό», ὅπως εἶναι ὁ Θεός Πατήρ· συνεπῶς, δέν τόν πίστευαν ὡς ἀληθινό Θεό, ἀλλά ὡς δημιούργημα, κτίσμα.
4. Τό Ὀρθόδοξο Ποίμνιο ἀντιλαμβάνεται ὀρθοδόξως ἐκεῖνα πού οἱ αἱρετίζοντες Ἐπίσκοποι διαστρέφουν πρός τήν αἵρεση (παρ. §6)
Ἐδῶ περιγράφει ὁ Ἅγιος Ἱλάριος τό πῶς ὁ ἁπλός ὀρθόδοξος λαός τοῦ Θεοῦ, παρά τήν αἱρετική προπαγάνδα καί ἀμφισημία, κατανοεῖ μέ ἁπλότητα τά χωρία τῆς Ἁγίας Γραφῆς, κατά τό ἐμφανές ὀρθόδοξο νόημά τους, τό ὁποῖο μαρτυρεῖ τήν ὁμοουσιότητα τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ (δηλ. τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ) μέ τόν Θεό Πατέρα, δηλ. τήν ἀληθῆ καί πλήρη Θεότητα τοῦ Χριστοῦ· ἀντιθέτως, τά ἴδια ἁγιογραφικά χωρία οἱ ἀρειανόφρονες κληρικοί τά κατανοοῦν αἱρετικά, μέσα ἀπό τό «φίλτρο» τῶν δικῶν τους αἱρετικῶν προϋποθέσεων. Καί ἔτσι τά αὐτιά τῶν πιστῶν ἐν προκειμένῳ ἀποδεικνύονται ἁγιότερα ἀπό τίς καρδιές τῶν πεπλανημένων κληρικῶν.
«Καί μέ τῆς ὁποίας ἀσεβείας τήν ἐξαπάτηση πράγματι μέχρι τώρα ἐπιτυγχάνεται, ὥστε τώρα κάτω ἀπό τούς ἱερεῖς τοῦ Ἀντιχρίστου νά μή ἀπολεσθεῖ ὁ λαός τοῦ Χριστοῦ, ἐνόσῳ πιστεύει τοῦτο, ὅτι γιά αὐτόν [γιά τόν λαό τοῦ Χριστοῦ] ὅ, τι εἶναι ἡ Πίστη, εἶναι καί ἡ ὁρολογία. Ἀκούουν “Χριστός ὁ Θεός”· σκέπτονται, ὅτι εἶναι ἐκεῖνο τό ὁποῖο λέγεται. Ἀκούουν “ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ”· σκέπτονται, ὅτι ἡ ἀληθής Θεότητα, εὑρίσκεται στήν Γέννηση τοῦ Θεοῦ. Ἀκούουν “πρό τῶν αἰώνων”· σκέπτονται, ὅτι τό “πρό τῶν αἰώνων” εἶναι τό ἴδιο μέ τό “ἀεί” [35]. Τά ὦτα τοῦ λαοῦ εἶναι ἁγιότερα ἀπό τίς καρδιές τῶν Ἱερωμένων. Ἄνοἱ Ἀρειανοί κηρύττουν τόν Χριστό Θεό ἀληθινό, ἔχουν ὁμολογήσει τόν Θεό χωρίς ἐξαπάτηση· ἀλλά, ἄν Τόν λέγουν “Θεό”, καί ἀρνοῦνται τό “ἀληθινός” [δηλ. τήν φράση “ἀληθινός Θεός”], τότε παραχωροῦν μέν τό ὄνομα [δηλ. τό “Θεός”], ἀλλά ἀφαιροῦν τήν ἀλήθεια [σ.σ. τήν ἀλήθεια τῆς θεότητος]» [36].
Στή Συνέχεια τῆς ἐπιστολῆς ὁ Ἱλάριος διηγεῖται στούς Ὀρθοδόξους των Μεδιολάνων (τοῦ Μιλάνου) τό πῶς ὁ Αὐτοκράτωρ ὅρισε ἀκρόαση στό Μιλᾶνο ἐνώπιον Ἐπισκόπων καί ἀξιωματούχων γιά τήν διευκρίνιση τῶν φρονημάτων τοῦ Αὐξεντίου (παρ. §7). Ὁ Αὐξέντιος προφορικῶς παρέδωσε ὀρθόδοξη ὁμολογία Πίστεως (ὅτι δηλ. ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ εἶναι «μιᾶς – μετά τοῦ Θεοῦ Πατρός – Θεότητος καί οὐσίας»), ἀλλά ὅταν ἀργότερα, μετά τήν ἀθώωσή του, τοῦ ζητήθηκε νά καταθέσει τά ἴδια καί ἐγγράφως, παρέδωσε ὁμολογία πίστεως μέ ὁρολογία διφορούμενη (παρ. §§ 8, 9, 10). Ὁ Ἱλάριος μάλιστα παραθέτει (παρ. §11) καί συγκεκριμένο παράδειγμα τῆς πονηρῶς διφορούμενης αὐτῆς ὁρολογίας, σύμφωνα μέ ὅσα περιγράψαμε παραπάνω [37].
5. Ὁ κίνδυνος τῆς προσκολλήσεώς μας στά ἐκκλησιαστικά κτήρια· προτιμότερη ἡ Ὀρθοδοξία στίς ἐρημιές (παρ. §12)
Ἀφοῦ ἔχει ἐκθέσει τούς λόγους γιά τούς ὁποίους ὁ Αὐξέντιος εἶναι πράγματι αἱρετικός, ἔστω καί ἄν καλύπτεται ἀπό τήν παραπλανητική, «θολή» ὁμολογία πίστεώς του, ὁ Ἅγιος Ἱλάριος προβαίνει σέ παρότρυνση πρός τούς Ὀρθοδόξους τῶν Μεδιολάνων νά ἐγκαταλείψουν τούς Ναούς, ὅπου τελεῖται ἡ συγκοινωνία μέ τόν αἱρετικό· ἰδού, τί τούς γράφει:
«Διά τοῦτο, ἀδελφοί, θά εἶχα προτιμήσει νά ἀποκαλύψω τό μυστικό ἑνός τόσο μολυσματικοῦ μυστηρίου ὁ ἴδιος, παρά μέσῳ γραμμάτων, καί νά ἐξηγήσω ὅλες τίς βλασφημίες τοῦ Αὐξεντίου μέ ἁπλᾶ λόγια. Ἀλλά ἀπό τήν στιγμή πού αὐτό δέν ἐπιτρέπεται [λόγῳ ἐξορίας μου], ὁ καθένας τοὐλάχιστον ἄς κατανοήσει ἐκεῖνο πού τοῦ ἐπιτρέπεται. Ἡ συστολή τῆς Ἐκκλησίας μέ ἐμποδίζει ἀπό τό νά ἀποκαλύψω πολλά ἄλλα πράγματα, καί φοβοῦμαι νά καταθέσω τό ὄνειδος τῶν βλασφημιῶν τῶν Ἀρειανῶν στήν ἐπιστολή μου».
«Σᾶς ὑπενθυμίζω ἕνα πρᾶγμα: προσέξτε τόν Ἀντίχριστο! Σᾶς ἔχει καταλάβει κακῶς ἡ ἀγάπη τῶν τοίχων, ἔχετε κακῶς προσκυνήσει τήν Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ ὑπό μορφήν ὀροφῶν καί κτηρίων, ἔχετε κακῶς σπρώξει κάτω ἀπό αὐτά τό ὄνομα τῆς εἰρήνης. Εἶναι μήπως ἀμφίβολο, ὅτι ὁ Ἀντίχριστος θά θρονιασθεῖ σέ αὐτά [38];».
«Τά βουνά, καί τά δάση καί οἱ λίμνες καί οἱ φυλακές καί οἱ ἄβυσσοι, εἶναι ἀσφαλέστερα γιά μένα· διότι σέ αὐτά οἱ προφῆτες εἴτε ἐπιβιώνοντας, εἴτε βυθιζόμενοι, προφήτευσαν μέσῳ τοῦ Πνεύματος τοῦ Θεοῦ».
«Διά τοῦτο, ἀπομακρυνθεῖτε ἀπό τόν Αὐξέντιο, τόν ἄγγελο τοῦ σατᾶν, τόν ἐχθρό τοῦ Χριστοῦ, τόν ἐρειπωμένο καταστροφέα, τόν ἀρνητή τῆς Πίστεως· τήν ὁποία [Πίστη] τήν ὁμολόγησε στόν Βασιλέα μέ τέτοιο τρόπο, ὥστε νά ἐξαπατήσει· καί ἐξαπάτησε μέ τέτοιο τρόπο, ὥστε νά βλασφημεῖ».
«Ἄς συναγάγει τώρα ὅποιες Συνόδους θέλει ἐναντίον μου, καί ἄς μέ ἀποκηρύξει δημοσίως ὡς αἱρετικό, ὅπως ἔχει συχνά πράξει, καί ἄς ἀνακινήσει ὅση ὀργή θέλει ἐκ μέρους τῶν ἰσχυρῶν ἐναντίον μου. Γιά μένα δέν θά εἶναι πάντοτε παρά ἕνας διάβολος, ἐπειδή εἶναι Ἀρειανός. Οὔτε ἡ εἰρήνη μέ τόν ὁποιοδήποτε θά εἶναι ποτέ ἐπιθυμητή, πλήν μέ ἐκείνους πού, σύμφωνα μέ τήν διατύπωση τῶν Πατέρων μας στήν Νίκαια, θά ἀναθεματίσουν τούς Ἀρειανούς καί θά κηρύξουν τόν Χριστό ὡς ἀληθινό Θεό»! [39].
Ἡ τελευταία αὐτή διαπίστωση τοῦ Ἁγίου Ἱλαρίου ταυτίζεται ἀπολύτως μέ ἀνάλογες θέσεις ἄλλων Ἁγίων Πατέρων, τῆς Ἀνατολῆς, ὡς τοῦ Ὁσίου Ἰσιδώρου τοῦ Πηλουσιώτου, περί τοῦ ὅτι ἡ Ἐκκλησία δέν ταυτίζεται μέ τά ἐκκλησιαστικά κτήρια καί τούς Ναούς, ἀλλά μέ τό ὀρθόδοξο, ἐκκλησιαστικό, θεολογικό φρόνημα[40].
Αὐτά τά ὀλίγα ἐκκλησιολογικά καί ψυχωφελῆ ἄνθη ἐρανισθήκαμε ἀπό τά γραπτά τοῦ μεγάλου, καί ἀγνώστου στούς πολλούς Ὀρθοδόξους, ἀγωνιστοῦ καί Ὁμολογητοῦ τῆς Πίστεως καί τῆς Ἐκκλησίας μας ἱεροῦ Ἱλαρίου, Ἐπισκόπου Πικταβίου. Χάρις σέ τέτοιους ἱερούς Πατέρες καί Κληρικούς, ὅπως ὁ Ἅγιος Ἱλάριος, μετά τήν «ἄνωθεν ροπήν», μετά ἀπό τήν ἐξ Ὕψους βοήθεια, εἴμαστε σήμερα αὐτό τό ὁποῖο ἀποτελεῖ τήν οὐσία τῆς ὑπάρξεως καί ζωῆς μας: ἐκκλησιαστικοί, ἄνθρωποι τῆς ἁγίας Ἐκκλησίας, καθολικοί, δηλαδή Ὀρθόδοξοι, ἔχοντες διαθέσιμη τήν ὁλότητα (καθολικότητα) τῆς Χάριτος καί τῆς Ἀληθείας, κεκλημένοι – καίτοι συχνά ἁμαρτωλοί – νά γίνουμε «κληρονόμοι μέν Θεοῦ, συγκληρονόμοι δέ Χριστοῦ», ὡς «ἠλεημένοι ὑπό Κυρίου πιστοί εἶναι».
Ἄς μᾶς ἀξιώσει ὁ Κύριος τοῦ ἐλέους Του, νά δοῦμε καί ἐπί γῆς καί ἐν Οὐρανοῖς τόν θρίαμβον τῆς σωζούσης Ἐκκλησίας Του καί τήν καταισχύνη τοῦ περιεκτικοῦ καί καταστροφικοῦ μισοχρίστου ψεύδους! Ἀμήν!
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
- [1] Εἶναι εὐνόητο, ὅτι δέν θέλουμε νά ἐμπλακοῦμε ἐδῶ σέ εἰδικότερες πτυχές τῆς Θεολογίας καί τοῦ ὕφους γραφῆς τοῦ ἱεροῦ Ἱλαρίου καί τῶν συναφῶν πρός αὐτές ἐπιστημονικῶν ἀποτιμήσεων. Συνοπτικές πληροφορίες περί τοῦ λαμπροῦ, ἁγίου, αὐτοῦ ἀνδρός μπορεῖ νά βρεῖ κάποιος στά ἑξῆς (ἐνδεικτικῶς): B. ALTANER – A. STUIBER, Patrologie, ἐκδ. Herder, Freiburg-Basel-Wien 1978, pp. 361-366. ΣΤ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ, Πατρολογία, τόμ. Β΄, Ἀθήνα 1990, σσ. 241-251. Ο ΑΥΤΟΣ, «Ἱλάριος. Ἐπίσκοπος Πικταβίου», ΘΗΕ 6, 861.862. Π. ΧΡΗΣΤΟΥ, Ἐκκλησιαστική Γραμματολογία, τόμ. Α΄, ἐκδ. Κυρομᾶνος, Θεσσαλονίκη 1991, σ. 244ἑ. Τό ἐκτενέστατο: E. WATSON,«Introduction. Chapter I -The Life and Writings of St. Hilary of Poitiers» καί «Introduction. Chapter II – The Theology of St. Hilary of Poitiers» in St. Hilary of Poitiers Select Works, trans. E. Watson & L. Pullan, ed. W. Sanday, in Nicene and Post-Nicene Fathers (ed. Ph. Schaff & H. Wace) 9 (Second Series), Hendrickson Publishers, Inc., Peabody MA 1995 (2nd ed.) pp. i – lvii καί lviii – xcvi. Ἀνάλυση τῆς Τριαδολογίας τοῦ Ἱλαρίου βλ. καί στό ΙΩ. ΚΑΛΟΓΗΡΟΥ, Ἱστορία τῶν Δογμάτων, ἐκδ. Π. Πουρναρᾶ, Θεσσαλονίκη 1993, τόμ. Α΄, σσ. 290-294.
- [2] PAULUS OROSIUS, Liber Apologeticus, 1, in Corpus Scriptorum Ecclesiasticorum Latinorum, vol. 5, ed. K. Zangemeister, Vindobonae (Βιέννη) 1882, p. 604: «Patres enim et qui iam quieverunt martyres et confessores, Cyprianus, Hilarius et Ambrosius». Ἡ πληροφορία αὐτή στήν ἐκτενῆ καί χρησιμότατη ἀγγλική εἰσαγωγή τοῦE. WATSON,«Introduction. Chapter I. …», ἔνθ’ ἀνωτ., p. xxxvii.
- [3] Τό ἔτος 1851 στήν Σύνοδο τοῦ Bordeaux ὁ Πάπας ἀνακήρυξε τόν Ἱλάριο καί «Διδάσκαλο τῆς Καθόλου Ἐκκλησίας» (δηλ. εἶναι “Universae Ecclesiae Doctor”). Βλ. https://en.wikisource.org
Τόν Ἱλάριο ἔχουν συμπεριλάβει ὡς Ἅγιο τῆς Ἐκκλησίας μας στήν Δύση ἐπ’ ἐσχάτων τῶν χρόνων καί ὁ Ἱερομ. ΜΑΚΑΡΙΟΣ ΣΙΜΩΝΟΠΕΤΡΙΤΗΣ, Νέος Συναξαριστής τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, διασκευή ἐκ τοῦ γαλλικοῦ: Σ. Γουνελᾶς, τόμ. Ε΄ (Ἰανουάριος), ἐκδ. Ἴνδικτος, Ἀθῆναι 2005, σσ. 150-152, καθώς καί ὁ Γ. Ἐ. ΠΙΠΕΡΑΚΗΣ, Πανάγιον, ἤτοι κατάλογος τῶν ὅπου γῆς Ὀρθοδόξων Ἁγίων, Μήλεσι 2006, μέ χρονολογίες κοιμήσεώς του ἀντιστοίχως τά ἔτη 368 ἤ 369. Παρομοίως ἔχει ἐνταχθεῖ καί στά online ἑορτολόγια ὀρθοδόξων δικαιοδοσιῶν, ὅπως τῆς OCA κ.ἄ. ἤ – πολύ χαρακτηρισιτκά- στό online ἐορτολόγιο τῆς «Ἀποστολικῆς Διακονίας» (https://apostoliki-diakonia.gr), πού περιλαμβάνει καί τόν Ἅγιο Ἱλάριο («Ἐπίσκοπο Πικτώνων») στίς 13 Ἰανουαρίου. Ἐπίσης, τοῦ Ἁγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς τό βιβλίο «Ὁ Πρόλογος τῆς Ἀχρίδος», τόσο στην ἔντυπη (ἐκδ. «Ἄθως», 2009), ὅσο καί στήν ψηφιακή (σερβική) ἔκδοσή του, περιλαμβάνει τόν Ἅγιο Ἱλάριο στίς 14 Ἰανουαρίου (τήν παλαιά παπική, ἐκ μεταθέσεως, ἡμερομηνία ἑορτασμοῦ του) ἀντί τῆς 13ης.
Εὐχαριστῶ θερμῶς τούς ἀδελφούς Χ.Ν., Ἐ.Κ. καί Ε.Μ. γιά τήν πολύτιμη ἐπισήμανση τῆς μαρτυρίας καί τῶν σχετικῶν λεπτομερειῶν στίς ὡς ἄνω πηγές. - [4] S. EUSEBIUS IERONYMUS, Epistola LV (Ad Amandum) 5, PL 22, 564: «Et miror te hoc a me quaerere voluisse, cum sanctus Hilarius Pictaviensis Episcopus, undecimum librum contra Arianos hac quaestione et solutione compleverit»· καί ἀκόμη Epistola LVIII (Ad Paulinum), 10, PL 22, 585: «Sanctus Hilarius Gallicano cothurno attollitur; et cum Craecie floribus adornetur». Ἐπίσης, βλ. τόν ἐπανειλημμένο χαρακτηρισμό αὐτοῦ ὡς Ὁμολογητοῦ στίς λοιπές ἐπιστολές τοῦ Ἁγίου Ἱερωνύμου (PL 22, 572.603.668.740). Βλ. Ο ΑΥΤΟΣ, De Viris Illustribus 100, PL 23, 700B· «Ἱλάριος, Πικταβίων Ἀκοιτανίας ἐπίσκοπος» ἤ (αὐτόθι PL 23, 699B) «Hilarious, urbis Pictavorum Aquitaniae episcopus» κ.λπ.
Βλ. καί ἐπιστολή τοῦ Ρουφίνου τοῦ ἔτους 397·TYRANNIUSRUFINUS, Epilogus in Apologeticum S. Pamphili Martyris ad Macarium, PG 17, 628A.B· «Hilarius Pictaviensis episcopus confessor Fidei Catholicae fuit […] tamen cum in manus inimicorum ipso ignorante venisset, ita ab eis corruptus est, illo sancto viro nihil penitus sentiente […] et ipse libelli sui fidem pro sui defensione flagitaret …». - [5] ΘΕΟΔΩΡΗΤΟΣ ΚΥΡΟΥ, Ἀσύγχυτος (Διάλογος Β΄- Ἐρανιστοῦ καί Ὀρθοδόξου) PG 83, 205B.
- [6] Βλ. ΣΤ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ, Ἑλληνική Πατρολογία, τόμ. Β΄, ἔνθ’ ἀνωτ., σσ. 244.246καί ΒΛ. ΦΕΙΔΑΣ, Ἐκκλησιαστική Ἱστορία, τόμ. Α΄, Ἀθήνα 1994 (β΄ ἐκδ.), σσ. 500ἑἑ.
- [7] ΣΤ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ, Ἑλληνική Πατρολογία, τόμ. Β΄, ἔνθ’ ἀνωτ., σσ. 203.246.
- [8] ΣΤ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ, Ἑλληνική Πατρολογία, τόμ. Β΄, ἔνθ’ ἀνωτ., σ. 246.
- [9] Κατά τό πρωτότυπο (βλ. κάτωθι), «discordiae seminarius et perturbator Orientis». Γιά τούς ὑπηρέτες τῆς αἱρέσεως, ἀλλά καί τούς ἀδιαφόρους φίλους τους, πάντοτε ὅσοι ἀγωνίζονται ὑπέρ τῆς Ὀρθοδοξίας εἶναι δῆθεν «διχαστικοί» καί «ταραχοποιοί» … Προφανῶς ἐπειδή κατά τό ἐπίσης λατινικό ρητό: «Ἡ ἀλήθεια γεννᾷ μῖσος· Veritas odium parit» (πρβλ. καί Ἰω. 8, 40).
- [10] Ὁ Λουκίφερ Ἐπίσκοπος Καλάρεως (Cagliari, 300-370) ὑπῆρξε ἀπό τούς ὑπερμάχους τῆς Ὀρθοδοξίας τῆς Νικαίας στήν Δύση καί τήν Ἀνατολή, ἀλλ’ ἡ ὑπέρ τό δέον αὐστηρή στάση του στερέωσε τό ἀντιοχειανό μεταξύ Ὀρθοδόξων σχίσμα (μεταξύ Ἁγίου Μελετίου Ἀντιοχείας καί τῶν «Εὐσταθιανῶν» ὑπό τόν Παυλῖνο), καί τήν ἀπομάκρυνση τοῦ ἰδίου ἀπό τούς λοιπούς Ὀρθοδόξους καί τόν Μ. Ἀθανάσιο.
- [11] SULPICIUS SEVERUS, Chronicorum Libri vel Historia Sacra 2, 45, PL 20, 155Α.B: «Postremo quasi discordiae seminarium et perturbator Orientis redire ad Gallias iubetur, absque exsilii indulgentia. Verum ubi permensus est orbem paene terrarum, male perfidiae infectum, dubius animi et magna curarum mole aestuans, cum plerisque videretur non ineundam cum his communionem, qui Ariminensem synodum recepissent, optimum factu arbitratus revocare cunctos ad emendationem et paenitentiam, frequentibus intra Gallias conciliis, atque omnibus fere episcopis de errore profitentibus, apud Ariminum gesta condemnat et in statum pristinum ecclesiarum fidem reformat. […] Illud apud omnes constitit unius Hilarii beneficio Gallias nostras piaculo haeresis liberatas. Ceterum Lucifer tum Antiochiae longe diversa sententia fuit. Nam in tantum eos, qui Arimini fuerant, condemnavit, ut se etiam ab eorum communione secreverit, qui eos vel sub satisfactione vel paenitentia recepissent. Id recte an perperam constituerit dicere non ausim».
Ἀγγλική μετάφραση τοῦ λατινικοῦ πρωτοτύπου στήν γνωστή σειρά Νικαϊκοί καί Μετα-νικαϊκοί Πατέρες: The Works of Sulpitius Severus, trans. Al. Roberts, in Nicene and Post-Nicene Fathers (ed. Ph. Schaff & H. Wace) 11 (Second Series), Hendrickson Publishers, Inc., Peabody MA 1995 (2nd ed.), p. 118f (ὅλη ἡ σειρά NPNF, καθώς καί ἡ ANF, διαθέσιμη καί στό διαδίκτυο, στήν Christian Classics Ethereal Library).
Τήν ἀποτελεσματική αὐτή οἰκονομία τοῦ Ἱλαρίου ἐπισημαίνει καί ὁ καθηγητής ΣΤ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ, ἔνθ’ ἀνωτ., σ. 246. - [12] S. EUSEBIUS IERONYMUS, De Viris Illustribus 100, PL 23, 702A.
- [13] Α΄ Κορ. 12, 27 καί Ἐφ. 1, 22.23. 4, 15.16.
- [14] Β΄ Πέτρ. 1, 4. Βεβαίως, ἐδῶ δέν σημαίνεται ὅτι ὁ ἄνθρωπος μετέχει τῆς φύσεως/οὐσίας τῆς Ἁγίας Τριάδος, δηλαδή τοῦ Θεοῦ κατ’ οὐσίαν (πρᾶγμα ἀντίθετο πρός ὅλη τήν Πίστη τῆς Ἐκκλησίας), ἀλλά ὅσον εἶναι δυνατόν, δηλαδή κατά τίς θεῖες ἐνέργειες, οἱ ὁποῖες εἶναι «ἀπαύγασμα» (ἀκτινοβολία) τὴς θείας οὐσίας. Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς θεοσόφως ἑρμηνεύει τοῦτο βάσει ὅλης τῆς διαχρονικῆς Πίστεως τῆς Ἐκκλησίας, τῆς Πίστεως τῶν Ἁγίων Πατέρων· ἐξηγεῖ μεταξύ ἄλλων (βάσει τῶν ἱερῶν ἀρεοπαγιτικῶν καί ἑτέρων πατερικῶν συγγραμμάτων), ὅτι ἐνίοτε καί οἱ θεῖες ἐνέργειες ὀνομάζονται «οὐσία» (ἤ «φύσις»), ὁπότε καί ἡ θεία οὐσία ὀνομάζεται – πρός διάκρισιν – «ὑπερούσιος οὐσία», καί καταλήγει: «Εὕροις δ’ ἄν παραπλησίως καί τήν τῆς φύσεως προσηγορίαν κἀπί τῶν φυσικῶς προσόντων τιθεμένην, ὡς καί ὁ τῶν Γρηγορίων θεολογικώτατός φησί που τῶν Ἐπῶν […] Λέγεται τοιγαροῦν καί τά φυσικά “φύσις”, ὡς καί αὐτός ὁ μέγας Διονύσιος ἀλλαχοῦ φησι […] Ἴδοι δ’ ἄν τις καί τούς ἔξωθεν σοφούς οὐσίαν οὐ τήν ἑκάστου μόνον φύσιν ὀνομάζοντας, ἀλλά καί τά φυσικά καί οὐσιώδη». ΑΓ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΠΑΛΑΜΑΣ, Θεοφάνης ἤ Περί Θεότητος 17, ἔκδ. Π. ΧΡΗΣΤΟΥ, Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ Συγγράμματα, τόμ. 2, σ. 243 (ΕΠΕ 3, 410.412).
- [15] Μ. ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ, Περί τῶν γενομένων ἐν τῇ Ἀριμίνῳ τῆς Ἰταλίας καί ἐν Σελευκείᾳ τῆς Ἰσαυρίας Συνόδων 45, PG 26, 773C-776A (ΕΠΕ 10, 276).
- [16] Βλ. λεπτομέρειες στό ΒΛ. ΦΕΙΔΑΣ, Ἐκκλησιαστική Ἱστορία, ἔνθ’ ἀνωτ., 497ἑἑ. Τήν καταπολέμηση τῆς θεολογίας τοῦ ἐπιδραστικοῦ Εὐνομίου, Ἐπισκόπου Κυζίκου, ἐκ τῶν ἡγετῶν τῶν «Ἀνομοίων», ἀναπτύσσειὁ Θ. ΖΗΣΗΣ, «Εἰσαγωγή» στό Βασιλείου τοῦ Μεγάλου Δογματικά ἔργα, Ἕλληνες Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας (ΕΠΕ), τόμ. 10, ἐκδ. «Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς», Θεσσαλονίκη 1974, σσ. 9-26.
- [17] Πρβλ. ἐνδεικτικῶς τήν ἀρειανική ἀπαρέσκεια πρός τόν ὅρο περί Χριστοῦ «Θεός ἀληθινός»: Μ. ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ, Πρός τούς Ἐπισκόπους Αἰγύπτου καί Λιβύης ἐπιστολή ἐγκύκλιος 12, PG 25b, 564 (ΕΠΕ 10, 52): «Λέγουσι γοῦν [οἱ Ἀρειανοί], ὅτι “Οὐδέ Θεός ἀληθινός ἐστιν ὁ Χριστός, ἀλλά μετοχῇ καί αὐτός, ὥσπερ καί οἱ ἄλλοι πάντες, λέγεται θεός”».
Ὁ ὅρος «ἐκ τῆς οὐσίας τοῦ Πατρός» ὑπῆρχε καί στό Σύμβολο Νικαίας (325), ἀλλά δέν παρέμεινε μετά τίς τροποποιήσεις-προσθῆκες τῆς Β΄Οἰκουμενικῆς Συνόδου (381).
Περί τῆς ταυτίσεως τοῦ ὅρου «ἐκ τῆς οὐσίας τοῦ Θεοῦ» μέ τόν ὅρο «ὁμοούσιος», καί τῆς διακρίσεώς του ἀπό τόν ἁπλούστερο (ὅθεν καί ἀσαφέστερο καί εὐανάτρεπτο ἀπό τούς Ἀρειανούς) ὅρο «ἐκ τοῦ Θεοῦ», βλ. Μ. ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ, Ὅτι ἡ ἐν Νικαίᾳ Σύνοδος ἑωρακυῖα τήν πανουργίαν τῶν περί Εὐσέβιον, 22.23, PG 25b, 456Β.C.D (ΕΠΕ 9, 90): «Ταὐτόν γάρ ἡγήσαντο τό λέγειν “ἐκ τοῦ Θεοῦ” καί τό λέγειν “ἐκ τῆς οὐσίας τοῦ Θεοῦ” εἶναι τόν Λόγον, ἐπεί καί τό “Θεός”, καθά προεῖπον, οὐδέν ἕτερον ἤ τήν οὐσίαν αὐτοῦ τοῦ ὄντος σημαίνει. Εἰ μέν οὖν μή “ἐκ τοῦ Θεοῦ” ἐστιν ὁ Λόγος, ὡς ἄν εἴη Υἱός φύσει γνήσιος ἐκ Πατρός, ἀλλ’ ὡς τά κτίσματα διά τό δεδημιουργῆσθαι λέγεται καί αὐτός, ὡς τά πάντα, “ἐκ τοῦ Θεοῦ”, οὔτε ἐκ τῆς οὐσίας ἐστί τοῦ Πατρός οὔτε αὐτός ὁ Υἱὸς κατ’ οὐσίαν ἐστίν Υἱός, ἀλλ’ ἐξ ἀρετῆς, ὡς ἡμεῖς οἱ κατά χάριν καλούμενοι υἱοί. Εἰ δέ “ἐκ τοῦ Θεοῦ” ἐστι μόνος ὡς Υἱός γνήσιος, ὥσπερ οὖν καί ἔστι, λεχθείη ἄν εἰκότως καί “ἐκ τῆς οὐσίας τοῦ Θεοῦ” ὁ Υἱός […] Οὕτω δή τοῦ λόγου φανέντος εὐσεβοῦς ἀκόλουθον ἄν εἴη μηδέ ἐπί τῷ “ὁμοουσίῳ” ξενίζεσθαι τούς χριστομάχους, ἐχούσης καί τῆς λέξεως ταύτης ὑγιῆ τήν διάνοιαν καί τήν ἀπόδειξιν […]». Παρομοίως καί Ο ΑΥΤΟΣ, Περί τῶν γενομένων ἐν τῇ Ἀριμίνῳ τῆς Ἰταλίας καί ἐν Σελευκείᾳ τῆς Ἰσαυρίας Συνόδων 45, PG 26, 773C.D (ΕΠΕ 10, 274.276): «Ἐπειδή δέ καί οἱ περί Εὐσέβιον καί Ἄρειον “πρό χρόνων” μέν “εἶναι τόν Υἱόν” ἔλεγον, πεποιῆσθαι μέντοι καί ἕνα τῶν κτισμάτων Αὐτόν ἐδίδασκον, καί τό “ἐκ τοῦ Θεοῦ” οὐχ ὡς Υἱόν ἐκ Πατρός γνήσιον ἐπίστευον, ἀλλ’ ὡς τά κτίσματα […] τούτου χάριν οἱ ἐν Νικαίᾳ συνελθόντες […] λευκότερον γράφοντες εἰρήκασι τό “ὁμοούσιον”, ἵνα καί τό γνήσιον ἀληθῶς ἐκ τούτου γνωσθῇ τοῦ Υἱοῦ, καί μηδέν κοινόν ἔχῃ πρός Τοῦτον τά γενητά [δηλ. τά κτίσματα]»· καί αὐτόθι 36, PG 26, 756C (ΕΠΕ 10, 250): «Ταῦτα καί ἡ Σύνοδος συνορῶσα καί εἰδυῖα [γνωρίζουσα] τήν ἐκ τῆς ὁμωνυμίας διαφορίαν, ὑπέρ τοῦ μή τινας ὑπονοεῖν κατά τήν κτίσιν οὕτω λέγεσθαι καί τόν Υἱόν “ἐκ τοῦ Θεοῦ”, λευκότερον ἔγραψαν “ἐκ τῆς οὐσίας” τόν Υἱόν. Ἐκ μέν γάρ τούτου τό γνήσιον ἀληθῶς Υἱοῦ πρός τόν Πατέρα γνωρίζεται, ἐκ δέ τοῦ λέγεσθαι ἁπλῶς “ἐκ τοῦ Θεοῦ” τό βούλημα τῆς δημιουργίας τοῦ κτίζοντος σημαίνεται».
Περί τῆς θεολογικῆς ἐπικινδυνότητος τοῦ ὅρου «ὁμοιούσιος» ἐν ἀντιθέσει πρός τόν διαυγέστατο καί ἀκριβέστατο «ὁμοούσιος», βλ. αὐτόθι, 53, PG 26, 788C-789A (ΕΠΕ 10, 296): «Τό ὅμοιον οὐκ ἐπί τῶν οὐσιῶν, ἀλλ’ ἐπί σχημάτων καί ποιοτήτων λέγεται ὅμοιον· ἐπί γάρ τῶν οὐσιῶν οὐχ ὁμοιότης, ἀλλά ταυτότης ἄν λεχθείη […] Διό καί ὁ λέγων “ὅμοιον κατ’ οὐσίαν” ἐκ μετουσίας τοῦτο λέγει ὅμοιον […] Τά γάρ ἐκ μετουσίας οὐκ ἀληθείᾳ, ἀλλ’ ὁμοιώσει τῆς ἀληθείας λέγεται ὅμοια, ὥστε καί μεταπίπτειν καί ἀφαιρεῖσθαι δύνασθαι ἀπό τῶν μετεχόντων τήν μετάληψιν. Τοῦτο δέ πάλιν ἴδιον τῶν κτισμάτων καί ποιημάτων ἐστιν […] Φύσει δέ ὤν καί οὐ μετοχή [Υἱός] οὐκ ἄν κυρίως λεχθείη ὁμοιούσιος [ὁ Υἱός καί Λόγος], ἀλλ’ ὁμοούσιος».
Περί τοῦ αὐτοῦ θέματος: Ο ΑΥΤΟΣ, Ὅτι ἡ ἐν Νικαίᾳ Σύνοδος ἑωρακυῖα τήν πανουργίαν τῶν περί Εὐσέβιον, 20, PG 25b, 452Β.D (ΕΠΕ 9, 82.84)· «Ἠναγκάσθησαν καί αὐτοί αὖθις συναγαγεῖν ἐκ τῶν Γραφῶν τήν διάνοιαν καί, ἅπερ πρότερον ἔλεγον, ταῦτα πάλιν λευκότερον εἰπεῖν καί γράψαι, ὁμοούσιον εἶναι τῷ Πατρί τόν Υἱόν, ἵνα μή μόνον ὅμοιον τόν Υἱόν, ἀλλά ταὐτόν τῇ ὁμοιώσει ἐκ τοῦ Πατρός εἶναι σημαίνωσι, καί ἄλλην οὖσαν τήν τοῦ Υἱοῦ ὁμοίωσιν καί ἀτρεψίαν δείξωσι παρά τήν ἐν ἡμῖν λεγομένην μίμησιν, ἥν ἐξ ἀρετῆς διά τήν τῶν ἐντολῶν τήρησιν ἡμεῖς προσλαμβάνομεν […] τό “ἐκ τῆς οὐσίας” καί τό “ὁμοούσιον” ἀναιρετικά τῶν τῆς ἀσεβείας λογαρίων εἰσίν».
Καί ἐπίσης: αὐτόθι, 23, PG 25b, 457A (ΕΠΕ 9, 92) «Οὐ γάρ ἑτεροειδές, ἵνα μή ξένον καί ἀνόμοιον τῇ οὐσίᾳ τοῦ Πατρός ἐπιμιγνύηται, οὐδέ ἔξωθεν ἁπλῶς ὅμοιος, ἵνα μή καθ’ ἕτερον ἤ ὅλως ἑτεροούσιος φαίνηται, ὥσπερ χαλκός στίλβων καί χρυσός καί ἄργυρος καί κασσίτερος. Ταῦτα γάρ ξένα καί ἑτεροφυῆ ἀλλήλων καί ἀπεσχοινισμένα τῇ φύσει καί τῇ δυνάμει τυγχάνουσι· καί οὔτε ὁ χαλκός ἴδιος τοῦ χρυσοῦ οὔτε ἡ φάσσα ἐκ τῆς περιστερᾶς, ἀλλά ὅμοια μέν νομίζεται εἶναι, ἑτεροούσια δέ ἀλλήλων ἐστίν». - [18] Βλ. B. ALTANER – A. STUIBER, ἔνθ’ ἀνωτ., p. 363: «In c. 66/91 wendet er sich an die homöusianischen Bischöfe des Orients. In entgegenkommender, weitherziger Darlegung sucht er zu zeigen, daß einerseits das ὁμοιούσιος orthodox, anderseits aber auch das ὁμοούσιος falsch verstanden werden könne; recht aufgefaßt, sei jedoch das ὁμοούσιος ungleich zutreffender als das ὁμοιούσιος […] Durch seine Stellungnahme hat Hilarius den Zusammenschluß der Nizäer und Homöusianer vorbereitet».
Γιά τήν ἐγγύτητα ἤ μᾶλλον ταυτότητα πίστεως τῶν Ὁμοιουσιανῶν πρός τούς «ὁμοουσιανούς» (Ὀρθοδόξους, Νικαϊκούς), βλ. Μ. ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ, Περί τῶν γενομένων ἐν τῇ Ἀριμίνῳ τῆς Ἰταλίας καί ἐν Σελευκείᾳ τῆς Ἰσαυρίας Συνόδων 41, PG 26, 764D-765A (ΕΠΕ 10, 262): «[…] πρός δέ τούς ἀποδεχομένους τά μέν ἄλλα πάντα τῶν ἐν Νικαίᾳ γραφέντων, περί δέ μόνον τό ὁμοούσιον ἀμφιβάλλοντας, χρή μή ὡς πρός ἐχθρούς διακεῖσθαι. Καί γάρ καί ἡμεῖς οὐχ ὡς πρός Ἀρειομανίτας οὐδ’ ὡς μαχομένους πρός τούς Πατέρας ἐνιστάμεθα, ἀλλ’ ὡς ἀδελφοί πρός ἀδελφούς διαλεγόμεθα τήν αὐτήν μέν ἡμῖν διάνοιαν ἔχοντας, περί δέ τό ὄνομα μόνον διστάζοντας. Καί γάρ ὁμολογοῦντες “ἐκ τῆς οὐσίας τοῦ Πατρός” εἶναι καί “μή ἐξ ἑτέρας ὑποστάσεως [=οὐσίας]” τόν Υἱόν, κτίσμα τε μή εἶναι μηδέ ποίημα Αὐτόν, ἀλλά γνήσιον καί φύσει γέννημα ἀϊδίως τε Αὐτόν συνεῖναι τῷ Πατρί, Λόγον ὄντα καί Σοφίαν, οὐ μακράν εἰσιν ἀποδέξασθαι καί τήν τοῦ ὁμοουσίου λέξιν» (ἐκεῖνο τόν καιρό ἀκόμη οἱ λέξεις «οὐσία» καί «ὑπόστασις» ταυτίζονταν). - [19] Βλ. τό τελευταῖο μέρος τῆς παραπάνω σημειώσεως 17.
- [20] Μ. ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ, Περί τῶν γενομένων ἐν τῇ Ἀριμίνῳ τῆς Ἰταλίας καί ἐν Σελευκείᾳ τῆς Ἰσαυρίας Συνόδων 9, PG 26, 693C (ΕΠΕ 10, 166):«Τούτων ἀναγνωσθέντων οὐ μακράν ἐγνώσθη τῶν γραψάντων ἡ πανουργία […] Καί λοιπόν κατεγνώσθησαν ὡς οὐ γνησίως, ἀλλ’ ἐπ’ ἀναιρέσει τῶν ἐν Νικαίᾳ πραχθέντων γράψαντες ταῦτα, ἵνα τήν δυσώνυμον αἵρεσιν ἀντεισάξωσι». Πρβλ. καί ΑΓ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΠΑΛΑΜΑΣ, Λόγος ἀντιρρητικός πρός Ἀκίνδυνον 6, 10(24), ἔκδ. Π. ΧΡΗΣΤΟΥ, Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ Συγγράμματα, τόμ. 3, σ. 40 (ΕΠΕ 6, 356.358) «Οὕτως ἀεί τά τῶν γεγραμμένων ἐπαμφοτερίζειν δοκοῦντα καί δυσνόητα καί ἀσαφῆ προσφιλές δοκεῖ καταφύγιον τοῖς κακοδόξοις, ἄλλοθεν πανταχόθεν ἐξαπορουμένοις».
- [21] HILARIUS PICTAVIENSIS,Contra Arianos vel Auxentium Mediolanensem 6, PL 10, 613B.
- [22] HILARIUS PICTAVIENSIS,Contra Arianos vel Auxentium Mediolanensem 4, PL 10, 611B· «Diligi se gloriatur a mundo, quae Christi esse non potuit, nisi eam mundus odisset» (δηλ. «Καυχᾶται ὅτι ἐκτιμᾶται ἀπό τόν κόσμο, ἐκείνη [ἡ Ἐκκλησία, δηλ.] ἡ ὁποία δέν θά μποροῦσε νά εἶναι τοῦ Χριστοῦ, ἄν δέν τήν μισοῦσε ὁ κόσμος»). Πρβλ. Γαλ. 1, 10.
- [23] Βλ. Β΄ Κορ. 11, 14. Πρβλ. καί Γαλ. 1, 8.
- [24] Β΄ Κορ. 11, 14.
- [25] HILARIUS PICTAVIENSIS,Contra Arianos vel Auxentium Mediolanensem 5, PL 10, 611C – 612A: «Circumscripta enim ratio eorum coelestibus libris docetur: ac necesse est in ipsam nos aetatem antichristi incidisse, cujus, secundum Apostolum (II Cor. XI, 14), ministris in lucis se angelum transformantibus, ab omnium fere sensu et conscientia is qui est Christus aboletur. Ut enim erroris affirmatio certa sit, incerta veri opinio antefertur: sitque antichristo jam pervium, Christum eum esse se fallere, de quo nunc usque dissensum sit. Hinc illae variae opiniones, hinc sub unius Christi fide praedicatio plurimorum, hinc nuper Arii spiritus ex angelo diaboli in lucis angelum transfiguratus: cujus haereditas omnis ad Valentem, Ursacium, Auxentium, Germinium, Gaium successit atque defluxit. Nam ipsi nunc Christum novum, per quem antichristus subreperet, intulerunt».
- [26] Καί ὁ Μ. Ἀθανάσιος ἐπισημαίνει θεοπρεπεῖς ἐκφράσεις τῆς Ἁγίας Γραφῆς πού θά μποροῦσαν νά ἀποδοθοῦν καί σέ κτίσματα (δημιουργήματα), καί συνεπῶς ἡ χρήση τους γιά τόν Χριστό δέν ἐξασφαλίζει τήν ὁμολογία τῆς Θεότητός Του (Ὅτι ἡ ἐν Νικαίᾳ Σύνοδος ἑωρακυῖα τήν πανουργίαν τῶν περί Εὐσέβιον, 20, PG 25b, 449C.452A [ΕΠΕ 9, 80.82]) .
- [27] Σημαντικό στοιχεῖο τῆς Ὀρθοδόξου Θεολογίας, εἶναι ὅτι τά δημιουργήματα (κτίσματα, πλάσματα) τοῦ Θεοῦ ἐρχόμαστε στήν ὕπαρξη χάρη στήν θέληση (βούληση) τοῦ Θεοῦ· ὄχι ὅμως ὁ Υἱός καί τό Ἅγιον Πνεῦμα, οἱ ὁποῖοι ἐκπηγάζουν «φύσει» ἀπό τόν Πατέρα· χαρακτηριστικό τό τοῦ Μ. Ἀθανασίου: «… εὐσεβῶς ἄν λεχθείη, ὅτι τά μέν γενητά εὐδοκίᾳ καί βουλήσει γέγονεν, ὁ δέ Υἱός οὐ θελήματός ἐστι δημιούργημα ἐπιγεγονώς, καθάπερ ἡ κτίσις, ἀλλά φύσει τῆς οὐσίας ἴδιον γέννημα» (Κατά Ἀρειανῶν 3, 63, PG 26, 456C. ΕΠΕ 3, 184).
- [28] Ὅτι εἶναι ἄλλο πρᾶγμα τό νά εἶναι κάποιος ἤ κάτι «ἐκ Θεοῦ», δηλ. «ἀπό τόν Θεό» (καθώς λέμε σήμερα: αὐτό τό ἐμπόδιο ἦταν «ἐκ Θεοῦ»), καί ἄλλο πρᾶγμα τό νά εἶναι «ἐκ τῆς οὐσίας τοῦ Θεοῦ», δηλαδή ὁ Υἱός καί τό Ἅγιον Πνεῦμα, οἱ ὁμοούσιοι τῷ Πατρί, τό ἐπισημαίνει καί ὁ Μ. ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ, Περί τῶν γενομένων ἐν τῇ Ἀριμίνῳ τῆς Ἰταλίας καί ἐν Σελευκείᾳ τῆς Ἰσαυρίας Συνόδων 36, PG 26, 756C (ΕΠΕ 10, 250): «… λευκότερον ἔγραψαν “ἐκ τῆς οὐσίας” τόν Υἱόν. Ἐκ μέν γάρ τούτου τό γνήσιον ἀληθῶς υἱοῦ πρός τόν πατέρα γνωρίζεται, ἐκ δέ τοῦ λέγεσθαι ἁπλῶς “ἐκ τοῦ Θεοῦ” τό βούλημα τῆς δημιουργίας τοῦ κτίζοντος σημαίνεται». Βλ. καί Δ. ΛΙΑΛΙΟΥ, Ἑρμηνεία τῶν δογματικῶν καί συμβολικῶν κειμένων τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, τόμ. Α΄, ἐκδ. Ἀφοί Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 1992, σ. 45.
- [29] Κοινωνία (μετοχή) τῆς θελήσεως καί χάριτος τοῦ Θεοῦ ἔχουν καί τά κτίσματα, ὅπως οἱ Ἅγγελοι καί οἱ ἄνθρωποι (πρβλ. Ψαλμ. 13, 2 καί Ἰω. 1, 16, Ἰακ. 4, 6), ἀλλά κοινωνία οὐσίας, δηλαδή φύσεως ἤ Θεότητος (ὡς οὐσίας), ἔχουν μόνον τά Τρία Πρόσωπα τῆς Ἁγίας Τριάδος, Πατήρ, Υἱός καί Ἅγιον Πνεῦμα.
Τό ὅτι τό χωρίο τοῦτο (Ἰω. 10, 30, «ἐγώ καί ὁ Πατήρ ἕν ἐσμεν») οἱ Ἀρειανοί τό διαστρέβλωναν ὡς δῆθεν «ὁμοφωνία» καί «συμφωνία τῶν δογμάτων» τοῦ Χριστοῦ πρός τόν Πατέρα, ἀλλά ὄχι ὡς ὁμοουσιότητα Πατρός καί Υἱοῦ (Χριστοῦ), ἐπισημαίνει καί ὁ Μ. ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ, Περί τῶν γενομένων ἐν τῇ Ἀριμίνῳ τῆς Ἰταλίας καί ἐν Σελευκείᾳ τῆς Ἰσαυρίας Συνόδων 48, PG 26, 780A (ΕΠΕ 10, 282). - [30] Ἐρωτᾷ ρητορικῶς ὁ Ἱλάριος γιατί ὁ Αὐξέντιος καί οἱ ὁμόφρονες χρησιμοποιοῦν τίς συγκεκριμένες θεοπρεπεῖς φράσεις περί τοῦ Χριστοῦ, καί ἀπαντᾷ: διότι αὐτές οἱ ἴδιες μποροῦν νά ἀποδοθοῦν καί σέ κτίσματα, καί συνεπῶς δέν ἐξασφαλίζουν τήν ὁμολογία στήν πλήρη, τέλεια, Θεότητα τοῦ Χριστοῦ.
- [31] Βλ. Γαλ. 3, 26.27.
- [32] Πράγματι, καί οἱ ἀγγελικές δυνάμεις (καί ὁ διάβολος, ὤν κατά φύσιν ἄγγελος) ὑπῆρχαν πρό τοῦ ὑλικοῦ κόσμου (λ.χ. κατά τόν Ἅγιο Ἰωάννη τόν Δαμασκηνό [PG 94, 873A.B] ), ὁπότε ὑπῆρχαν καί πρό τοῦ χρὀνου καί τῶν αἰώνων (ὑπό τήν στενή ἔννοιά τους), τά ὁποῖα ἄρχονται μέ τήν ὑλική κτίση (ἐξ οὗ καί τό πολύ σημαντικό ἐδάφιο Ἰώβ 38, 7).
- [33] HILARIUS PICTAVIENSIS,Contra Arianos vel Auxentium Mediolanensem 6, PL 10, 612B – 613A: «Volunt enim hunc suum Christum non ejus divinitatis esse cujus et Pater est; sed esse potentem et praestantem caeteris aliis creaturis creaturam, eumque per voluntatem Dei ex nihilo substitisse: et eum ante omnia quidem saecula, et ante omne omnino tempus natum ex Deo Deum esse; sed non ex substantia Dei esse, neque divinae in eo nativitatis, majestatisque ejus, quae Dei est intelligendam veritatem; ne quam verus sit Deus qui pater est, tam verus sit Deus qui filius est: ut id, quod unum esse Filius et Pater in Evangeliis praedicantur (Joan. X, 30), in voluntatis tantum sit et charitatis societate, non in divinitatis veritate. Quae si in Filio non eadem est ipsa illa quae Dei est, ut in confessione fidei Deus unus sit; cur Deum Filium, cur ante tempora et saecula confitentur, nisi quia Dei nomen sancto cuique per indulgentiam aeternitatis est destinatum? Aut regenerati omnes non vere Dei filii sunt, aut angeli omnes, per Christum utique conditi, non ante omnia tempora et ante omnia omnino saecula sunt creati? Verum ad antichristum minori invidia introducendum, miserisque credendum, tribuunt Christo Dei nomen; quia hoc et hominibus sit tributum: fatentur vere Dei filium; quia sacramento baptismi vere Dei filius unusquisque perficitur: ante tempora et saecula confitentur; quod de angelis atque diabolo est non negandum. Ita Domino Christo sola illa tribuuntur, quae sunt vel angelorum propria, vel nostra. Caeterum, quod Deo Christo legitimum et verum est, Christus Deus verus, id est, eadem esse Filii quae Patris divinitas denegatur».
- [34] Πρβλ. καί Δ. ΛΙΑΛΙΟΥ, Ἑρμηνεία …, ἔνθ’ ἀνωτ., σ. 52: «Ἐπίσης τόν αὐτό σκοπό [ὑπερασπίσεως τῆς ἀϊδίου γεννήσεως τοῦ Υἱοῦ ἀπό τόν Πατέρα] ἐξυπηρετεῖ καί ἡ φράση “Θεόν ἀληθινόν ἐκ Θεοῦ ἀληθινοῦ”, ἡ ὁποία σέ συνεπτυγμένη μορφή “Θεόν ἀληθινόν” ἀπαντᾷ στό Σύμβολο τῆς ἐκκλησίας τῶν Ἱεροσολύμων καί προφανῶς προέρχεται ἀπό τό Ἰω. 5, 20, ἐνῷ στήν ἀνεπτυγμένη μορφή ἀπαντᾶ στό Σύμβολο τῆς ἐκκλησίας τῆς Ἀντιοχείας. Ὁ ἅγ. Ἀθανάσιος ταυτίζει τήν ἀλήθεια περί τῆς θεότητος μέ τήν οὐσία τοῦ Πατρός, ὅταν γράφη “ἵνα γνῶσιν, ὅτι ὅν ἄν ἔξωθεν τῆς οὐσίας τοῦ Πατρός ἐπινοήσωσι Θεόν, οὗτος οὐκ ἔστιν ἀληθινός, οὐδέ τοῦ Μόνου καί Πρώτου Εἰκών καί Υἱός”» [βλ. PG 26, 337B.C].
- [35] «Ἀεί», δηλαδή «πάντοτε», ὑπάρχει μόνον ὁ Θεός, ἡ Ἁγία Τριάς («μόνος δέ ὁ Θεός ἀεί ὤν, μᾶλλον δέ καί ὑπέρ τό ἀεί», PG 94, 868B)· εἶναι δηλαδή «ἄναρχος», χωρίς χρονική ἀφετηρία, χωρίς χρονική ἀρχή (ἔναρξη) ὑπάρξεως· ὅλα τά ἄλλα ὄντα (Ἄγγελοι, ἄνθρωποι, κ.λπ.) εἶναι δημιουργήματα, καί συνεπῶς ἦλθαν σέ ὕπαρξη κάποια χρονική στιγμή, καί εἶναι δηλαδή χρονικῶς «ἀρκτά» καί ὄχι «ἄναρχα».
- [36] HILARIUS PICTAVIENSIS,Contra Arianos vel Auxentium Mediolanensem 6, PL 10, 613A.B: «Et hujus quidem usque adhuc impietatis fraude perficitur, ut jam sub antichristi sacerdotibus Christi populus non occidat, dum hoc putant illi fidei esse, quod vocis est. Audiunt Deum Christum; putant esse quod dicitur. Audiunt filium Dei; putant in Dei nativitate inesse Dei veritatem. Audiunt ante tempora; putant idipsum ante tempora esse, quod semper est. Sanctiores aures plebis, quam corda sunt sacerdotum. Si Deum verum Ariani praedicant Christum, Deum sine fraude confessi sunt: quod si Deum dicunt, et negant verum; tribuunt nomen, et adimunt veritatem.»
- [37] Οἱ παράγραφοι αὐτές (§§ 7-11) εὑρίσκονται στήν PL 10, 613B – 616B.
- [38] Ματθ. 24, 15 καί Β΄Θεσ. 2, 4.
- [39] HILARIUS PICTAVIENSIS,Contra Arianos vel Auxentium Mediolanensem 12, PL 10, 616B – 617A: «Arcanum igitur tam pestiferi mysterii optassem, Fratres, ipse potius quam per litteras revelare, et omnes blasphemias Auxentii verbis singulis explicare. Verum quia id non licet, saltem unusquisque quod sibi liceat intelligat. Multa alia proferre Ecclesiae me pudor inhibet, et committere epistolae Arianorum blasphemiarum dedecora pertimesco. Unum moneo: cavete antichristum: male enim vos parietum amor cepit, male Ecclesiam Dei in tectis aedificiisque veneramini, male sub his pacis nomen ingeritis (haec citat Facundus, Spicil. t. III, p. 118). Anne ambiguum est, in his antichristum esse sessurum? Montes mihi, et sylvae, et lacus, et carceres, et voragines sunt tutiores: in his enim prophetae, aut manentes, aut demersi, Dei spiritu prophetabant. Absistite itaque ab Auxentio satanae angelo, hoste Christi, vastatore perdito, fidei negatore: quam sic est regi professus, ut falleret; sic fefellit, ut blasphemaret. Congreget nunc ille quas volet in me synodos, et haereticum me, ut saepe jam fecit, publico titulo proscribat, et quantam volet iram in me potentium moliatur: mihi certe ille numquam aliud quam diabolus erit, quia Arianus est: neque pax aliquorum umquam optabitur, nisi eorum, qui secundum patrum nostrorum apud Nicaeam tractatum, anathematizatis Arianis, Christum Deum verum praedicabunt».
- [40] Ἐπιστολή σμς΄(246) Θεοδοσίῳ Ἐπισκόπῳ, PG 78, 685Α – ΕΠΕ 2, 354.356: «Ὅτι γάρ τό ἄθροισμα τῶν ἁγίων τό ἐξ ὀρθῆς Πίστεως καί πολιτείας ἀρίστης συγκεκροτημένον Ἐκκλησία ἐστί, δῆλόν ἐστι τοῖς σοφίας γευσαμένοις […] ἄλλο ἐστίν Ἐκκλησία καί ἄλλο ἐκκλησιαστήριον· ἡ μέν γάρ ἐξ ἀμώμων ψυχῶν συνέστηκε, τό δ’ ἀπό λίθων καί ξύλων οἰκοδομεῖται […] Οὐ γάρ τοίχων ἕνεκεν, ἀλλά ψυχῶν, δεῦρ’ ἐπεφοίτησεν ὁ τῶν οὐρανῶν Βασιλεύς»».
Βλ. καί τό δικό μας: «Τήν Όρθοδοξία ἤ τά Προσκυνήματα; Μία μικρή τρήση στόν ἑλληνικό ἐθνοφυλετισμό» (19 Ὀκτ 2020) katanixi.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου