Δευτέρα 9 Φεβρουαρίου 2026

Λόγος Πρώτος του Μάρκου Εφέσου περί του καθαρτηρίου πυρός


Νεοελληνική απόδοση

Λογος του Μονογιγαντα Αγιου Μαρκου του Ευγενικου ενωπιον της συνοδου Φερραρας Φλωρεντιας.


Επειδή, όπως θεωρούμε, οφείλουμε να απαντήσουμε σε όσα από εσάς έχουν λεχθεί,κινούμενοι από τη μεταξύ μας ευσέβεια και τις πατροπαράδοτες εκκλησιαστικές δογματικές παραδόσεις, προτείνουμε συνοπτικά κεφάλαια, το καθένα αντίστοιχο προς τις από εσάς συνταχθείσες θέσεις και μαρτυρίες, ώστε να είναι εύληπτη και σαφής η απάντηση και η λύση για καθεμία από αυτές.

Λέγεται λοιπόν στην αρχή του συγγράμματός σας το εξής: ότι, αν όσοι πράγματι μετανοούν, πριν προλάβουν να αποδώσουν επαρκώς τους καρπούς της μετανοίας για τα αμαρτήματα που διέπραξαν ή αμέλησαν, αποβιώσουν, τότε οι ψυχές τους καθαίρονται μετά θάνατον με τιμωρίες· και εάν έτσι έχουν τα πράγματα, τι ωφελούν οι υπέρ αυτών προσευχές των ζώντων, οι ιερουργίες, οι ελεημοσύνες και τα λοιπά έργα της ευσεβείας;Προς αυτά εμείς απαντούμε ως εξής. Τούτο μαρτυρεί η ίδια η πράξη της Εκκλησίας, η οποία από παλαιότατα τελεί θυσίες της Θείας Λειτουργίας, προσευχές και ελεημοσύνες υπέρ των κεκοιμημένων πιστών. Το ίδιο βεβαιώνουν και πολλά και ποικίλα κείμενα διδασκάλων, τόσο Λατίνων όσο και Ελλήνων, τα οποία εκφωνήθηκαν και καταγράφηκαν σε διαφορετικούς χρόνους και τόπους.

Ότι δηλαδή οι ψυχές εκείνων που κοιμήθηκαν με πίστη ωφελούνται από τις υπέρ αυτών τελούμενες λειτουργίες, προσευχές και ελεημοσύνες, το αποδεικνύει τόσο η καθιερωμένη εκκλησιαστική πράξη όσο και τα συγγράμματα πολλών και μεγάλων διδασκάλων, Λατίνων και Ελλήνων, που το διακήρυξαν και το κατέγραψαν. Ότι όμως οι ψυχές απαλλάσσονται μέσω τέτοιων βοηθημάτων από καθαρτικές τιμωρίες κάποιου είδους, επιβληθείσες ως ικετευτικές και πρόσκαιρες, που έχουν τέτοια δύναμη ώστε να ελευθερώνουν ολοκληρωτικά, δεν βρίσκουμε πουθενά μέχρι σήμερα να έχει διατυπωθεί ρητώς· ούτε στις προσευχές και τους ύμνους που τελούνται γι’ αυτές, ούτε στα συγγράμματα των διδασκάλων.

Αντιθέτως, εκείνες που κρατούνται στον Άδη και έχουν ήδη παραδοθεί σε αιώνια βάσανα, τα οποία είτε υφίστανται ήδη στην πράξη και εμπειρία είτε τα αναμένουν με βεβαιότητα, αυτές πράγματι λαμβάνουν κάποια ανακούφιση και μετριασμό της οδύνης, όχι όμως πλήρη απαλλαγή από την τιμωρία, ούτε διατηρούν κάποια ελπίδα ότι θα ελευθερωθούν πλήρως στο μέλλον.

Τούτο αποδεικνύεται επαρκώς τόσο από όσα διηγούνται για τον μέγα ασκητή Μακάριο τον Αιγύπτιο, ο οποίος, όταν βρήκε ένα κρανίο στην έρημο και το ρώτησε, έμαθε με θεία δύναμη την αλήθεια από αυτό· όσο και από όσα ο Μέγας Βασίλειος γράφει αυτολεξεί στις ευχές του που κατά συνήθεια αναγιγνώσκονται κατά την εορτή της Πεντηκοστής: «Εσύ, που σε αυτή την πανσεβάσμια και σωτήρια εορτή καταδέχθηκες να δεχθείς ικεσίες και δεήσεις υπέρ εκείνων που κρατούνται στον Άδη, και μας παρέχεις μεγάλες ελπίδες ότι θα δοθεί από Εσένα άνεση από τις θλίψεις με τις οποίες βασανίζονται και αναψυχή».

Αν όμως οι ψυχές αναχωρήσουν από αυτή τη ζωή με πίστη και αγάπη, αλλά φέρουν ακόμη κηλίδες από ορισμένα αμαρτήματα —είτε ελαφρότερα, για τα οποία δεν μετανόησαν πλήρως, είτε και βαρύτερα, για τα οποία δεν επέδειξαν καρπούς άξιους της μετανοίας πιστεύουμε ότι αυτές καθαρίζονται πλήρως εξαιτίας αυτών των σφαλμάτων, όχι όμως μέσω πυρός.

Αλλά σύμφωνα με τον λόγο περί αυτών των αμαρτημάτων, όχι με κάποιο καθαρτήριο πυρ ούτε με απομόνωση σε κάποιον τόπο καθάρσεως (διότι κάτι τέτοιο, όπως είπαμε, δεν παραδίδεται από πουθενά), αλλά άλλοι μεν καθαρίζονται ήδη κατά την έξοδο της ψυχής από το σώμα, με πόνο, φόβο και αγωνία, όπως σαφώς διδάσκει ο άγιος Γρηγόριος ο Διάλογος· άλλοι δε και μετά την έξοδο, παραμένοντες σε κατάσταση λύπης και θλίψεως, αξιώνονται της θείας επισκέψεως και απαλλάσσονται από την πνευματική βάσανο. Και ακόμη, όσοι κρατούνται στον Άδη, όχι μέσα σε πυρ και κοινή κόλαση, αλλά σαν σε δεσμωτήριο και φυλακή, εάν οι αμαρτίες τους ήταν μικρότερες και άξιες συγχωρήσεως, σε αυτούς ωφελούν οι υπέρ αυτών τελούμενες δεήσεις, προσευχές και λειτουργίες, οι οποίες τους προσφέρονται χάρη στη θεία αγαθότητα και φιλανθρωπία.

Και τα μεν ελαφρά από αυτά τα αμαρτήματα αμέσως παραβλέπονται και συγχωρούνται, επειδή διαπράχθηκαν από ανθρώπινη ασθένεια, όπως διδάσκει ο μέγας Διονύσιος στη θεολογία του περί του ιερού μυστηρίου των κεκοιμημένων· τα δε βαρύτερα, ίσως, μετά από κάποιο χρόνο, σύμφωνα με τη δικαιοσύνη και την ευσπλαχνία, και με την τέλεια αποκατάσταση όσων τους αφορούν, παραπέμπονται μέχρι την έσχατη εκείνη κρίση. Και γι’ αυτά δεν δεχόμαστε καμία ανάγκη άλλης τιμωρίας ή καθάρσεως μέσω πυρός. Διότι, αν η μεν φωτιά καθαρίζει τον χρυσό, η δε βάσανος της συνειδήσεως, που είναι ισχυρότερη από κάθε φωτιά, καίει και κατατρώγει τον άνθρωπο, ενώ η ίδια και μόνη η στέρηση της θείας δόξης και η συναίσθηση των μελλόντων αγαθών, από τα οποία στερούνται, τους βασανίζει περισσότερο από κάθε άλλη τιμωρία.

Ότι δε αυτά τα βασανιστικά και κολαστικά είναι ανώτερα από κάθε άλλη τιμωρία, το μαρτυρεί και η ίδια η εμπειρία, αλλά και ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος σε πολλά από τα θεολογικά και ηθικά του κηρύγματα, καθώς και ο θείος ασκητής Δωρόθεος στα διδάγματά του· και ακόμη περισσότερο κατά τον μέλλοντα αιώνα, αυτά θα βασανίζουν περισσότερο από την ίδια την κόλαση.

Αυτούς που βασανίζονται, όπως λέγουν οι διδάσκαλοι, το μαρτυρεί και ο μέγας Γρηγόριος ο Θεολόγος στον λόγο του Περί της πληγής της ψυχής, λέγοντας τα εξής: «Τους μεν καθαρίζει το φως της θείας και βασιλικής θεωρίας της Αγίας Τριάδος· τους δε βασανίζει περισσότερο από κάθε άλλο βάσανο το να απορρίπτονται από τον Θεό και η ντροπή της συνειδήσεως, η οποία δεν έχει τέλος».

Από αυτά λοιπόν ζητούμε να απαλλαγούν όσοι έχουν κοιμηθεί, παρακαλώντας και πιστεύοντας στον Θεό, όχι με κάποια άλλη τιμωρία ή με άλλο πυρ, γενικό και αιώνιο.

Και ότι επιπλέον και οι ψυχές που βρίσκονται στον Άδη, σαν σε κάποιο δεσμωτήριο, ανακουφίζονται μέσω των αγίων ευχών, το μαρτυρούν μαζί με πολλούς άλλους και ο άγιος Θεοφύλακτος, ο επονομαζόμενος Βουλγαρίας, ο οποίος σφράγισε με μαρτυρία τους λόγους του, γράφοντας περί της εικόνος του Χριστού. Αυτός λοιπόν, σε έναν από τους κανόνες για τους κεκοιμημένους, προσεύχεται ως εξής: «Δάκρυα και στεναγμούς των εν Άδη δούλων Σου δέξου, και ελευθέρωσέ τους».

Ακούς; λέγει «δάκρυα και στεναγμούς», όχι κάποια τιμωρία ή καθαρτήριο πυρ. Και αν πουθενά γίνεται μνεία πυρός σε τέτοιες προσευχές και δεήσεις, δεν εννοείται κάποιο πρόσκαιρο και καθαρτικό πυρ με τέτοια δύναμη, αλλά το ίδιο το αιώνιο πυρ και την υπερβολική κόλαση, από τα οποία οι άγιοι παρακαλούν τον Θεό να λυτρώσει όσους κοιμήθηκαν με πίστη, κινούμενοι από φιλανθρωπία και συμπόνια προς τους ομοίους τους, και έχοντας επίγνωση των φοβερών και ανυπόφορων βασάνων.

Διότι λέγει ο άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης, ομολογητής και μάρτυρας της αληθείας, στον ίδιο τον κανόνα υπέρ των κεκοιμημένων, τα εξής: «Όλοι σήμερα μνημονεύουμε τον Χριστό, τελώντας μνήμη των από αιώνος νεκρών, για να λυτρωθούν από το αιώνιο πυρ εκείνοι που κοιμήθηκαν με πίστη και με ελπίδα ζωής αιωνίου.

Από το πυρ το φλεγόμενο και το εξώτερο σκότος, από τον τριγμό των οδόντων και το άσβεστο βάσανο, και από κάθε τιμωρία, λύτρωσε, Σωτήρα μας, όλους εκείνους που πέθαναν με πίστη».

Πού λοιπόν εδώ βρίσκεται το καθαρτήριο πυρ; Και αν πράγματι υπήρχε, γιατί να μην το ανέφερε καθαρά ο άγιος εδώ; Και αν πράγματι οι άγιοι εισακούονται από τον Θεό όταν ζητούν τέτοια πράγματα, δεν είναι δικό μας να εξετάζουμε το πώς, αλλά δικό τους να το γνωρίζουν, και του Αγίου Πνεύματος που είναι μέσα τους, το οποίο τους κινεί και μιλά και ενεργεί· όπως και την εντολή του ίδιου του Δεσπότη Χριστού να προσευχόμαστε υπέρ των εχθρών και υπέρ εκείνων που μας καταδιώκουν, και όπως και ο πρωτομάρτυρας Στέφανος, όταν λιθοβολούνταν, κινήθηκε προς αυτήν την κατεύθυνση.

Διότι δεν είναι βέβαιο ότι όσοι προσεύχονται υπέρ όλων εισακούονται πάντοτε. Αλλά εμείς εκπληρώνουμε το δικό μας καθήκον· και ήδη γνωρίζουμε ότι μερικοί από τους αγίους εισακούστηκαν, όχι μόνο προσευχόμενοι υπέρ πιστών, αλλά και υπέρ ασεβών, και τους απάλλαξαν από την αιώνια κόλαση· όπως η πρωτομάρτυς Θέκλα τη Φαλκονίλλα, και ο θείος Γρηγόριος ο Διάλογος, όπως διηγείται, για τον βασιλιά Τραϊανό.

Έτσι λοιπόν γίνονται όλα αυτά: οι τελετές των ευχών και των λειτουργιών υπέρ των κεκοιμημένων τελούνται από την Εκκλησία και από εμάς. Και ότι εκείνοι που έχουν ήδη μεταβεί προς την από τον Θεό μακαριότητα ωφελούνται από αυτές τις ευχές, και μάλιστα ότι η δύναμη της αναιμάκτου θυσίας φθάνει μέχρι αυτούς, είναι φανερό από όσα λέγονται στις ευχές της Θείας Λειτουργίας, τις οποίες συνέθεσε ο μέγας Ιωάννης ο Χρυσόστομος: «Ακόμη προσφέρουμε σε Σένα αυτήν τη λογική λατρεία υπέρ εκείνων που αναπαύθηκαν εν πίστει, προπατόρων, πατέρων, πατριαρχών, προφητών, αποστόλων, μαρτύρων, ομολογητών, εγκρατευτών, και κάθε δικαίου πνεύματος που τελειώθηκε εν πίστει».

Έπειτα από αυτά, αφού κάνετε μια μικρή παρέκβαση, θελήσατε να στηρίξετε το λεγόμενο δόγμα του καθαρτηρίου πυρός, πρώτον μεν από το βιβλίο των Μακκαβαίων, όπου λέγεται· «Είναι καλό και σωτήριο να προσεύχεται κανείς υπέρ των νεκρών, ώστε να λυτρωθούν απο τις αμαρτίες», δεύτερον δε από το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο, όπου λέγει ο Σωτήρας ότι «Όποιος βλασφημήσει κατά του Αγίου Πνεύματος δεν θα συγχωρηθεί ούτε σε αυτόν τον αιώνα ούτε στον μέλλοντα», ως εάν να υπονοείται ότι υπάρχει συγχώρηση και στον μέλλοντα βίο. Αυτά όμως σε καμία περίπτωση δεν αποδεικνύουν το καθαρτήριο πυρ, αλλά μάλλον το αντίθετο. Διότι, εάν μεν η άφεση γίνεται είτε μέσω ευχών είτε από μόνη τη θεία φιλανθρωπία, τότε δεν υπάρχει πλέον λόγος ούτε για τιμωρία ούτε για κάθαρση· εάν δε ορίζονται τιμωρία και κάθαρση, τότε οι προσευχές, όπως φαίνεται, καθίστανται μάταιες και αναιρείται η θεία φιλανθρωπία. Πώς λοιπόν εισάγεται το καθαρτήριο πυρ μέσω τέτοιων χωρίων; Μάλλον αναιρείται. Διότι εδώ συγχώρηση αμαρτιών παρέχεται ως από διπλή εξουσία, και από δικαιοσύνη και από φιλανθρωπία, όχι όμως ως απαλλαγή μέσω τιμωρίας ή καθάρσεως.

Το δε τρίτο επιχείρημα, το οποίο προβάλλεται από την Πρώτη προς Κορινθίους επιστολή του μακαρίου Παύλου, όπου, μιλώντας για εκείνον που οικοδομεί επάνω στο θεμέλιο, πουωείναι ο Χριστός, «χρυσό, άργυρο, πολύτιμους λίθους, ξύλα, χόρτο, καλάμι», προσθέτει· «Διότι η ημέρα του Κυρίου θα το φανερώσει, επειδή αποκαλύπτεται με φωτιά· και το έργο του καθενός, ποιο είναι, η φωτιά θα το δοκιμάσει. Αν το έργο κάποιου μείνει, αυτός που το οικοδόμησε θα λάβει μισθό· αν το έργο κάποιου κατακαεί, θα ζημιωθεί· αυτός όμως θα σωθεί, όμως έτσι σαν διά πυρός».

Αυτό φαίνεται μεν να εισάγει περισσότερο από κάθε άλλο χωρίο το καθαρτήριο πυρ, όμως στην πραγματικότητα το αναιρεί περισσότερο από όλα. Διότι πρώτον, ο θείος Απόστολος το ονόμασε δοκιμαστικό πυρ και όχι καθαρτικό. Έπειτα είπε ότι τα αγαθά έργα και τα τιμιότατα διέρχονται δια μέσου αυτού αβλαβή, πράγμα που είναι φανερό ότι δεν χρειάζονται καμία κάθαρση. Στη συνέχεια λέγει ότι όσοι φέρουν επάνω τους τα πονηρά έργα, όταν αυτά καούν, θα υποστούν ζημία, ενώ εκείνοι που καθαίρονται, αντίθετα, δεν θα υφίσταντο καμία απώλεια αλλά θα κέρδιζαν μεγάλα αγαθά.

Έπειτα προσδιορίζει ότι αυτό θα γίνει «κατά την ημέρα εκείνη», δηλαδή κατά την ημέρα της κρίσεως. Πώς λοιπόν μπορεί να τεθεί καθαρτήριο πυρ μετά την ένδοξη εκείνη παρουσία του Χριστού και την τελική απόφαση; Διότι ο ίδιος ο Κύριος δεν γνωρίζει τίποτε τέτοιο, αλλά λέγει· «καὶ ἀπελεύσονται οὗτοι εἰς κόλασιν αἰώνιον, οἱ δὲ δίκαιοι εἰς ζωὴν αἰώνιον». Και πάλι· «Θα εξέλθουν όσοι έπραξαν τα αγαθά εις ανάστασιν ζωής, όσοι δε έπραξαν τα φαύλα εις ανάστασιν κρίσεως».

Κανέναν δε ενδιάμεσο τόπο δεν άφησε, αλλά αφού διαίρεσε όλους σε δύο μέρη, τους μεν έστησε στα δεξιά, τους δε στα αριστερά, και τους μεν ονόμασε πρόβατα, τους δε ερίφια, χωρίς να υποδείξει πουθενά τρίτους, οι οποίοι θα έπρεπε να καθαριστούν με πυρ.

Φαίνεται λοιπόν ότι εκείνο το πυρ, για το οποίο μιλά ο Απόστολος, είναι το ίδιο για το οποίολέγει ο προφήτης Δαβίδ· «Πυρ ἐναντίον αὐτοῦ προπορεύσεται, καὶ κύκλῳ αὐτοῦ καταιγὶς σφοδρά». Και αλλού· «Πυρ ἐναντίον αὐτοῦ προπορεύεται, καὶ καταφλέξει κύκλῳ τους ἐχθροὺς αὐτοῦ». Και πάλι ο Δανιήλ· «Ποταμὸς πυρὸς ἐξεπορεύετο ἐνώπιον αὐτοῦ».

Αυτό το πυρ, τους μεν αγίους θα τους καταστήσει λαμπρότερους, ενώ τους δε αμαρτωλούς θα τους κατακαύσει, αφανίζοντας την κακία τους, χωρίς όμως να τους εξαφανίζει μαζί της, ώστε να παραμένουν αιωνίως υπό κρίση. Διότι το ίδιο πυρ, το οποίο κατά την παρουσία του Κυρίου θα αποκαλύψει και θα δοκιμάσει τα έργα όλων, δεν έχει χαρακτήρα καθαρτικό, αλλά κριτικό και αποκαλυπτικό. Και όπως ο ήλιος με το ίδιο φως σκληραίνει τον πηλό και μαλακώνει το κερί, έτσι και το πυρ εκείνο, στους μεν δικαίους γίνεται φως και δόξα, στους δε αδίκους γίνεται καύση και κόλαση. Όχι όμως για να καθαρίσει, αλλά για να φανερώσει αυτό που ήδη είναι. Και αν ακόμη λέγεται ότι «θα σωθεί, όμως έτσι σαν διά πυρός», τούτο δεν σημαίνει ότι θα καθαρθεί με το πυρ, αλλά ότι θα διασωθεί από την ολοκληρωτική απώλεια της φύσεως, ενώ τα έργα του θα κατακαούν. Διότι η σωτηρία εδώ δεν δηλώνει την είσοδο στη βασιλεία, αλλά τη μη εκμηδένιση της ύπαρξης, πράγμα που ποτέ η Εκκλησία δεν εδίδαξε ως τελικό σκοπό.

Εξάλλου, αν υπήρχε καθαρτήριο πυρ μετά θάνατον, θα έπρεπε αυτό να είναι κοινό σε όλους όσοι δεν είναι τελείως καθαροί. Τότε όμως όλοι θα εξέρχονταν εξίσου καθαροί και όμοιοι, πράγμα που αντιτίθεται τόσο στην ποικιλία των αμοιβών όσο και στη διαφορετικότητα της θεωρίας του Θεού, όπως την παραδίδουν οι Πατέρες. Διότι άλλοι βλέπουν τον Θεό λαμπρότερα και άλλοι ασθενέστερα, αναλόγως της καθαρότητας που απέκτησαν εδώ.

Αλλά και ο μέγας Γρηγόριος ο Θεολόγος, μιλώντας θεολογικώς και μυστικώς περί του Πάσχα, λέγει καθαρά ότι «δεν θα μεταφέρουμε τίποτε στην αυριανή ημέρα», δηλαδή ότι δεν υπάρχει μετά τον παρόντα βίο άλλος χρόνος καθάρσεως. Η νύχτα αυτή είναι ο παρών βίος, και μετά από αυτήν δεν ακολουθεί κάθαρση, αλλά κρίση.

Το ίδιο φανερώνει και αλλού, όταν λέγει ότι εκεί, μετά την έξοδο από τον παρόντα βίο, δεν είναι καιρός καθάρσεως, αλλά τιμωρίας. Εάν λοιπόν οι άγιοι Πατέρες διδάσκουν ρητώς ότι δεν υπάρχει κάθαρση μετά θάνατον, πώς εισάγεται το καθαρτήριο πυρ χωρίς πατερική θεμελίωση;

Ακόμη, ο Κύριος στην παραβολή του πλουσίου και του Λαζάρου δεν αφήνει κανένανενδιάμεσο τόπο. Ο Λάζαρος οδηγείται αμέσως στους κόλπους του Αβραάμ, ο δε πλούσιος αμέσως στον Άδη, εν βασάνοις. Και μεταξύ αυτών υπάρχει χάσμα μέγα και αδιάβατο, ώστε ούτε οι μεν να μπορούν να μεταβούν προς τους δε, ούτε οι δε προς τους μεν. Πού λοιπόν χωρεί το καθαρτήριο πυρ;

Εάν δε ειπωθεί ότι το πυρ αυτό ενεργεί πριν από την ανάσταση των σωμάτων, τούτο είναι ακόμη πιο άτοπο. Διότι πώς είναι δυνατόν ψυχή ασώματη και άυλη να βασανίζεται από υλικό πυρ; Το πυρ ενεργεί επί σωμάτων, όχι επί άυλων ουσιών. Και μόνο μετά την κοινή ανάσταση, όταν τα σώματα αφθαρτοποιηθούν, τότε και η κόλαση γίνεται πλήρης και αιώνια. Και αν ακόμη επικαλεστεί κανείς το ότι οι ψυχές των αγίων πριν από την κάθοδο του Χριστού στον Άδη κρατούνταν εκεί, δεν κρατούνταν σε πυρ και βασανιστήρια, αλλά σε δεσμωτήριο και αναμονή, όπως λέγει ο απόστολος Πέτρος. Και ούτε τότε υπήρξε καθαρτήριο πυρ, αλλά αναμονή της λυτρώσεως.

Τέλος, το δόγμα της αποκαταστάσεως, το οποίο εισήχθη από τον Ωριγένη και αργότερα υιοθετήθηκε από ορισμένους, όπως ο Δίδυμος και ο Ευάγριος, με το πρόσχημα της θείας φιλανθρωπίας, καταδικάστηκε από την πέμπτη Οικουμενική Σύνοδο, διότι έφερνε χαλάρωση στις ψυχές και έκανε τους ανθρώπους αμελείς, περιμένοντας μελλοντική λύτρωση από τα βάσανα. Για τον ίδιο λόγο και το δόγμα του καθαρτηρίου πυρός πρέπει να απορριφθεί από την Εκκλησία, διότι εισάγει ραθυμία, καλλιεργεί ελπίδα μεταθανάτιας καθάρσεως και απομακρύνει τους πιστούς από τον αγώνα της παρούσας ζωής, κατά την οποία μόνο είναι δυνατή η μετάνοια και η κάθαρση.

 


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Δημοφιλείς αναρτήσεις

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου