ΑΓΙΟΥ ΜΑΡΚΟΥ ΕΦΕΣΟΥ ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΙΣ ΑΠΑΝΤΑΧΟΥ ΤΗΣ ΓΗΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΝΗΣΩΝ ΕΥΡΙΣΚΟΜΕΝΟΙΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΙΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙΣ.
Εισαγωγή
Ο Άγιος Μάρκος, μετά την επιστροφή του στην Κωνσταντινούπολη, και ευρισκόμενος σε περιορισμό στη Λήμνο (1440-41), έγραψε τη γνωστή Εγκύκλιο Επιστολή και την απηύθυνε σε όλους τους ορθοδόξους χριστιανούς απανταχού της γης και των νήσων.
Το κείμενο αυτό αποτελεί ένα από τα σημαντικά Δογματικά και Συμβολικά Μνημεία της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας, περιέχεται στην Ελληνική Πατρολογία (P.G. 160, 112-204) και έχει συμπεριληφθεί στο ομότιτλο έργο του καθηγητού Ιω. Καρμίρη.
Στην Επιστολή αυτή, ο Άγιος Μάρκος εξηγεί στον πιστό ορθόδοξο λαό πώς πρέπει να βλέπει το θέμα της Ενώσεως με τους Λατίνους και την εμμονή τους στις δογματικές τους κακοδοξίες. Επίσης, καταφέρεται με έντονους χαρακτηρισμούς εναντίον των λατινοφρόνων ενωτικών και ονομάζει τους Λατίνους όχι μόνον σχισματικούς αλλά και αιρετικούς. Το όλο κείμενο διαπνέεται από έντονο ανθενωτικό και αντιλατινικό πνεύμα.
Παραθέτουμε το πρωτότυπο κείμενο και εν συνεχεία σε νεοελληνική απόδοση.
Πρωτότυπο Κείμενο
Ο Άγιος Μάρκος: Εγκύκλιος Επιστολή
Εισαγωγή
Ο Άγιος Μάρκος, μετά την επιστροφή του στην Κωνσταντινούπολη, και ευρισκόμενος σε περιορισμό στη Λήμνο (1440-41), έγραψε τη γνωστή Εγκύκλιο Επιστολή και την απηύθυνε σε όλους τους ορθοδόξους χριστιανούς απανταχού της γης και των νήσων.
Το κείμενο αυτό αποτελεί ένα από τα σημαντικά Δογματικά και Συμβολικά Μνημεία της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας, περιέχεται στην Ελληνική Πατρολογία (P.G. 160, 112-204) και έχει συμπεριληφθεί στο ομότιτλο έργο του καθηγητού Ιω. Καρμίρη.
Στην Επιστολή αυτή, ο Άγιος Μάρκος εξηγεί στον πιστό ορθόδοξο λαό πώς πρέπει να βλέπει το θέμα της Ενώσεως με τους Λατίνους και την εμμονή τους στις δογματικές τους κακοδοξίες. Επίσης, καταφέρεται με έντονους χαρακτηρισμούς εναντίον των λατινοφρόνων ενωτικών και ονομάζει τους Λατίνους όχι μόνον σχισματικούς αλλά και αιρετικούς. Το όλο κείμενο διαπνέεται από έντονο ανθενωτικό και αντιλατινικό πνεύμα.
Παραθέτουμε το πρωτότυπο κείμενο και εν συνεχεία σε νεοελληνική απόδοση.
Πρωτότυπο Κείμενο
Τοις απανταχού της γης και των νήσων ορθοδόξοις
Μάρκος της Εφεσίων Μητροπόλεως εν Κυρίω χαίρειν.
Οι την κοινήν υμάς αιχμαλωσίαν αιχμαλωτεύσαντες και προς την Βαβυλώνα των
Λατινικών εθνών και δογμάτων θελήσαντες κατασύραι, τούτο μεν ουκ ηδυνήθησαν
αγαγείν εις πέρας, αυτόθεν τε απεμφαίνον ορώντες και άλλως αδύνατον, εν μέσω δε
που της οδού καταμείναντες αυτοί τε και όσοι τούτοις επηκολούθησαν, ουτ' εκείνο
λοιπόν μεμενήκασιν, ούτε τούτο γεγόνασιν. Ιεροσόλυμα μεν απολιπόντες, τους ως
αληθώς όρασιν της ειρήνης και το Σιών όρος την βεβαίαν πίστιν και άσειστον,
Βαβυλώνιοι δε γενέσθαι τε και κληθήναι μήτε βουλόμενοι, μήτε δυνάμενοι και διά
του αν δικαίως κληθέντες γραικολατίνοι.
Καλούμενοι δι’ ουν υπό των πολλών Λατινόφρονες, ούτοι τοίνυν οι μιξόθηρες (μικτοί θηρία και άνθρωποι), κατά τους εν μύθοις ιπποκενταύρους, μετά των Λατίνων ομολογούσι το εκ του Υιού το Πνεύμα το Άγιον εκπορεύεσθαι και τον Υιόν αίτιον έχειν της εαυτού υπάρξεως, ούτω γαρ και ο αυτών όρος διαλαμβάνει, μεθ’ ημών δε το εκ του Πατρός εκπορεύεσθαι λέγουσι.
Και μετ’ εκείνων μεν θεμιτώς και ευλόγως την προσθήκην εν τω συμβόλω γεγονέναι, φασί, μεθ’ ημών δε λέγειν ταύτα ου καταδέχονται. Και τοι γε το θεμιτώς και ευλόγως γενόμενον τις αν παραιτήσαιτο λέγειν.
Μετ’ εκείνων μεν το άζυμον, σώμα του Χριστού λέγουσι. Μεθ’ ημών δε αυτού μεταλαμβάνειν ουκ αν τολμήσειεν. Άρ’ ουχ ικανά ταύτα την γνώμην αυτών διαδείξαι και ότι ουκ αληθείας έρευναν ποιούμενοι τοις Λατίνοις συνήλθον, ήν εν χερσίν έχοντες προδεδώκασιν, αλλά χρυσοχοήσαι βουλόμενοι και πεπλασμένην ουκ αληθή συστήσασθαι ένωσιν.
Τίνα δε τρόπον αυτοίς ηνώθησαν επισκεπτέον. Παν γαρ τω εταίρω ενούμενον, δι’ ενός τινός μέσου πάντως ενούται. Τη μεν ουν δόξη της περί του Αγίου Πνεύματος εκπορεύσεως έδοξαν ενωθήναι, συν αυτοίς αποφηνάμενοι και εκ του Υιού τούτο έχειν την ύπαρξιν, τα δε άλλα πάντα διάφορα. Και ουδέν εν αυτοίς έν, ουδέ μέσον, ουδέ κοινόν, αλλά δύο μεν σύμβολα και παρηλλαγμένα λέγεται πάλιν, ώσπερ και πρότερον, διτταί δε και διάφοροι λειτουργίαι τελούνται, η μεν δι’ ενζύμου θυσίας, η δε δι’ αζύμου, διττά δε βαπτίσματα, το μεν διά της τριτής καταδύσεως τελειούν, το δε δι’ επιχύσεως ύδατος εκ κορυφής άνωθεν. Και το μεν τω μύρω προσχρώμενον, το δ’ οτιούν αυτού χρείαν έχον. Διττά δε τα έθη πάντα και εν πάσι παρηλλαγμένα, νηστείαι τε και εκκλησιακαί τάξεις και είτι τοιούτον.
Τις ουν η ένωσις, όταν μη φανερόν και επίδηλον σημείον έχη, και πως ηνώθησαν οι τα οικεία στέργειν βουλόμενοι; Τούτο γαρ που και συνεφώνησαν, και μη τοις εκ των πατέρων παραδεχομένοις ακολουθούντες. Αλλά τις ο σοφός αυτών λόγος; ουδέποτε, φησίν, η των Γραικών Εκκλησία το εκ μόνου του Πατρός εκπορεύεσθαι έλεγεν, αλλ’ απλώς εκ του Πατρός εκπορεύεσθαι. Τούτο γαρ τον Υιόν ουκ εκβάλλει της εκπορεύσεως.
Ώστε κατά τούτο και πρότερον ήμεν, και νυν εσμέν ηνωμένοι. Φευ της ανοίας! Φευ της τυφλώσεως! Ει δε αεί η των Γραικών Εκκλησία το εκ του Πατρός εκπορεύεσθαι έλεγεν, εξ αυτού του Χριστού και των ιερών Αποστόλων και των εν ταις Συνόδοις πατέρων παραλαβούσα. Το εκ του Υιού δε ουδέποτε έλεγεν, ουδέ γαρ παρέλαβε τούτο παρ’ ουδενός, τι γε άλλο, ή το εκ μόνου του Πατρός εκπορεύεσθαι έλεγεν. Ει γαρ ουκ εκ του Υιού, δήλον ως εκ μόνου του Πατρός.
Όρα δε και επί της γεννήσεως, τον εκ του Πατρός φησί γεννηθέντα προ πάντων των αιώνων, μη τις ενταύθα το εκ μόνου προστίθησιν; αλλ’ ουδέν ήττον και νοούμεν τούτο και λέγομεν δεήσει. Παρ’ ουδενός γαρ άλλου γεννάσθαι τον Υιόν μεμαθήκαμεν. Διά τούτο και ο Δαμασκηνός Ιωάννης, εκ προσώπου της Εκκλησίας πάσης και των χριστιανών απάντων, εκ του Υιού φησί το Πνεύμα ου λέγομεν. Ει δε εκ του Υιού το Πνεύμα ου λέγομεν, δήλον ως εκ του Πατρός μόνου λέγομεν, διό και μικρόν ανωτέρω τον Υιόν φησίν, ου λέγομεν αίτιον. Και εν τω αφ’ εξής κεφαλαίω, μόνος αίτιος ο Πατήρ.
Τι έτι; ουδέποτε, φησί, τους Λατίνους ως αιρετικούς είχομεν, αλλά μόνον σχισματικούς, τούτο μεν ουν παρ’ αυτών εκείνων ειλήφασι. Σχισματικούς γαρ ημάς εκείνοι καλούσιν, ουδέν ημίν εγκαλείν έχοντες περί την ημετέραν δόξαν, αλλ’ ότι της υποταγής αυτών απεσχίσθημεν, ήν οφείλομεν ως εκείνοι νομίζουσιν. Ει δε και ημάς τούτο δίακιον αντιχαρίζεσθαι και ουδέν αυτοίς εγκαλούμεν περί την δόξαν, σκεπτέον. Την μεν ουν αιτίαν του σχίσματος αυτοί δεδώκασι, την προσθήκην εξενεγκόντες αναφανδόν, ήν υπ’ οδόντα πρότερον έλεγον. Ημείς δε αυτών εσχίσθημεν πρότερον, μάλλον δε εσχίσαμεν αυτούς και απεκόψαμεν του κοινού της Εκκλησίας σώματος.
Διατί; ειπέ μοι πότερον ως ορθήν έχοντες δόξαν, ή ορθώς την προσθήκην εξενεγκόντες; και τι αν τούτο είπει, μη σφόδρα τον εγκέφαλον διασεσεισμένος; αλλ’ ως άτοπα και δυσεβή φρονούντας και παράλογον προσθήκην ποιήσαντας. Ουκ ουν ως αιρετικούς αυτούς απεστράφημεν και διά τούτο αυτών εχωρίσθημεν. Διατί γαρ άλλο; Φασί γαρ οι φιλευσεβείς νόμοι, αιρετικός εστί, και κατά των αιρετικών νόμοις υπόκειται, ο και μικρόν γουν τι παρεκκλίνων της ορθής πίστεως.
Ει μεν ουν ουδέν τι παρεκκλίνουσι της ορθής πίστεως, μάτην ως έοικεν αυτούς απεκόψαμεν. Ει δε παρεκκλίνουσιν όλως, καλώς τούτο εποιήσαμεν. Φευκταίον ουν αυτούς, ως φεύγει τις από όφεως ή κακείνων πολλώ δήπου χείρονας ως χριστοκαπήλους και Χριστεμπόρους. Ούτοι γαρ εισί κατά τον θείον Απόστολον, οι πορισμόν ηγούμενοι την ευσέβειαν περί ων επάγει λέγων, αφίστασο. Ποία δε κοινωνία φωτί προς σκότος; ή τις συμφώνησις Χριστώ προς Βελίαρ; ή τις μερίς πιστώ μετά απίστων;
Ημείς μεν μετά των Πατέρων απάντων, εκ του Υιού το Πνεύμα ου λέγομεν, ούτοι δε μετά των Λατίνων και τον Υιόν πηγήν του Αγίου Πνεύματος λέγοντες εκβάλλουσιν αυτό της θεότητος. Και ημείς μετά του Θεολόγου Γρηγορίου τη αιτία διακρίνομεν του Υιού τον Πατέρα, ούτοι δε μετά των Λατίνων τη αιτία τούτους συνάπτουσι. Ημείς μεν μετά του σεπτού Μαξίμου και των τότε Ρωμαίων και των Δυτικών Πατέρων, ου ποιούμεν τον Υιόν αιτίαν του Πνεύματος. Ημείς μεν μετά του φιλοσόφου και μάρτυρος Ιουστίνου, ως ο Υιός εκ του Πατρός, ούτω και το Πνεύμα εκ του Πατρός λέγομεν. Ούτοι μεν μετά των Λατίνων τον μεν Υιόν αμέσως, το δε Πνεύμα εμμέσως, εκ του Πατρός λέγουσι. Ημείς μεν μετά του Δαμασκηνού και των Πατέρων απάντων την διαφοράν γεννήσεως και εκπορεύσεως αγνοείν ομολογούμεν, ούτοι δε μετά του Θωμά και των Λατίνων, τω εμμέσω και αμέσω διαφέρειν φασί τας προόδους.
Ημείς μεν της ακτίστου και θείας φύσεως, άκτιστον και την θέλησιν και την ενέργειαν είναι φαμέν, κατά τους Πατέρας, ούτοι δε μετά των Λατίνων και Θωμά την μεν θέλησιν την αυτήν τη ουσία, την δε θείαν ενέργειαν κτιστήν είναι λέγουσι. Καν τε θεότης ονομάζοιτο, καν τε θείον και άϋλον φως, καν τε Πνεύμα Άγιον, καν τε τοιούτον έτερον. Και ούτω κτιστήν Θεότητα και κτιστόν θείον φως και κτιστόν Πνεύμα Άγιον, τα πονηρά πρεσβεύουσι κτίσματα.
Ημείς μεν ούτε τους Αγίους απολαβείν την ητοιμασμένην αυτών βασιλείαν και τα απόρρητα αγαθά, ούτε τους αμαρτωλούς εις την γέενναν εμπεσείν ήδη φαμέν, αλλ’ εκδέχεσθαι τον ίδιον εκατέρους κλήρον και είναι τούτο καιρού μέλλοντος μετά την ανάστασιν και την κρίσιν. Ούτοι δε μετά των Λατίνων τους μεν αυτίκα μετά θάνατον απολαβείν ήδη κατ’ αξίαν εθέλουσι, τοις μεν μέσοις, ήτοι τοις εν μετανοία τετελευτηκόσι πυρ αυτοί καθάρσιον έτερόν τι της γεέννης υπάρχον αναπλάσαντες αποδιδούσιν, ίνα δι’ αυτού, φησί, καθαιρόμενοι τας ψυχάς μετά θάνατον, επί την βασιλείαν και αυτοί μετά των δικαίων αποκαταστώσιν. Τούτο δε και ο όρος αυτών περιέχει.
Ημείς αποστρεφόμεθα το ιουδαϊκόν άζυμον τοις Αποστόλοις κανονίζουσιν υπακούοντες. Ούτοι δη εν τω αυτώ όρω, σώμα Χριστού το παρά των Λατίνων ιερουργούμενον αποφαίνονται. Ημείς μεν αθεμίτως και παρανόμως και τοις Πατράσιν εναντίαν την εν τω Συμβόλω προσθήκην γεγενήσθαι φαμέν, ούτοι δε αυτήν θεμιτώς και ευλόγως διορίζονται γεγενήσθαι. Τοσούτον οίδασι τη αληθεία και εαυτοίς συμφωνείν.
Ημείς μεν, τον Πάπαν ως ένα των Πατριαρχών λογιζόμεθα και τούτο γε, αν ορθόδοξος ή, ούτοι δε αυτόν βικάριον του Χριστού και πατέρα και διδάσκαλον των χριστιανών απάντων μάλα σεμνώς αποφαίνονται. Γένοιτο πατρός ευτυχέστεροι, τα δε άλλα όμοιοι. Και γαρ δει κακείνος ουκ ευτυχείν, τον αντίπαπαν έχων επιεικώς διοχλούντα, και ούτοι τον πατέρα μιμείσθαι και τον διδάσκαλον ουκ ανέχονται.
Φεύγετε ουν αυτοίς, αδελφοί, και την προς αυτούς κοινωνίαν. “οι γαρ τοιούτοι ψευδαπόστολοι, εργάται δόλιοι μετασχηματιζόμενοι εις αποστόλους Χριστού. Και ου θαυμαστόν. Αυτός γαρ ο Σατανάς μετασχηματίζεται εις άγγελον φωτός. Ου μέγα ουν ει και οι διάκονοι αυτού μετασχηματίζονται ως διάκονοι δικαιοσύνης, ων το τέλος έσται κατά τα έργα αυτών” (Β’ Κορ. 11, 13-15).
Και πάλιν αλλαχού περί των αυτών ο αυτός απόστολος “οι τοιούτοι τω Κυρίω ημών Ιησού Χριστώ ου δουλεύουσι, αλλά τη εαυτών κοιλία και διά της χριστολογίας και ευλογίας εξαπατώσι τας καρδίας των ακάκων, ο μέντοι στερρός θεμέλιος έστηκεν έχων την σφραγίδα ταύτην”. “εί τις υμάς ευαγγελίζεται παρ’ ό παρελάβετε, καν άγγελος εξ ουρανού ανάθεμα έστω”.
Βλέπετε προφητικώς το “καν άγγελος εξ ουρανού”, ίνα μη τις την υπεροχήν του Πάπα προβάλληται. Και ο αγαπημένος μαθητής: “είτις έρχεται προς υμάς και τοιαύτην διδαχήν ου φέρει, εις οικίαν αυτώ μη λαμβάνετε και χαίρειν αυτώ μη λέγετε. Ο γαρ λέγων αυτώ χαίρειν κοινωνεί τοις έργοις αυτού τοις πονηροίς” (Β’ Ιω. 10-11).
Τούτων υμίν υπό των αγίων Αποστόλων διορισμένων, στήκατε κρατούντες τας παραδόσεις άς παραλάβατε, τάς τε εγγράφους και τας αγράφους, ίνα μη των αθέσμνων πλάνη συναπαχθέντες, εκπέσητε του ιδίου στηριγμού. Αιρετικοί εισίν άρα και ως αιρετικούς αυτούς απεκόψαμεν.
Διατί δε και χρίομεν τω Μύρω τους εξ αυτών ημίν προσιόντας; λέγει γαρ ο ζ’ κανών της Β’ Οικουμενικής Συνόδου: “τους προστιθεμένους τη ορθοδοξία και τη μερίδι των σωζομένων από αιρετικών δεχόμεθα κατά την υποτεταγμένην ακολουθίαν και συνήθειαν. Αρειανούς μεν και Μακεδονιανούς και Σαββατιανούς και Ναυατιανούς τους λέγοντας εαυτούς καθαρούς και Αριστερούς και Τέσσαρας και δεκατίτας ήγουν τετραδίτας και Απολλιναριστάς δεχόμεθα, διδόντας λιβέλλους και αναθεματίζοντας πάσαν αίρεσιν μη φρονώσαν ως φρονεί η Αγία του Θεού Καθολική και Αποστολική Εκκλησία, σφραγιζομένους (ήτοι χριομένους) πρώτον τω αγίω Μύρω, το τε μέτωπον και τους οφθαλμούς και τας ρίνας και το στόμα και τα ώτα και σφραγίζοντες αυτούς λέγομεν: σφραγίς δωρεάς Πνεύματος Αγίου”. Οράς τίσι συνάπτομεν τους εκ Λατίνων ημίν προσιόντας; ει ουν ούτοι πάντες αιρετικοί, δήλον κακείνοι.
Τι δε και ο σοφώτατος Πατριάρχης Θεόδωρος ο Βαλσαμών, εν ταις προς Μάρκον τον αγιώτατον Πατριάρχην Αλεξανδρείας αποκρίσεσι περί τούτων, γράφει: εις την ερώτησιν “αιχμάλωτοι Λατίνοι και έτεροι, παρουσιαζόμενοι εις τας καθολικάς Εκκλησίας ημών, ζητούσι μεταλαμβάνειν των θείων αγιασμάτων. Ει ουν εγχωρητέον τούτό εστι, ζητούμεν μαθείν”, απαντά “ο μη ων μετ’ εμού κατ’ εμού εστί. Και ο μη συνάζων μετ’ εμού σκορπίζει.
Επεί ουν προ χρόνων πολλών απεσχίσθη η δυτική Εκκλησία (της Ρώμης φαμέν, το περιώνυμον άθροισμα), ήτις εκ των ετέρων τεσσάρων αγιωτάτων Πατριαρχών κοινωνίας αποσχισθείσα εις έθη και δόγματα της καθολικής Εκκλησίας και των ορθοδόξων αλλότρια, διά γαρ τούτο, ούτε εν ταις θείαις ιεροτελεστίαις της κοινής των Πατριαρχών αναφοράς ο Πάπας ηξίωται. Ουκ οφείλει ουδέ γένος Λατινικόν εκ χειρός ιερατικής, διά των θείων και αχράντων μυστηρίων αγιάζεσθαι, ει μη κατάθηται πρότερον αποσχέσθαι των λατινικών δογμάτων και συνηθειών και κατά κανόνας κατηχηθή και τοις ορθοδόξοις εξισωθή”.
Ακούεις; απεσχίσθησαν, ου μόνον εις έθη, αλλά και δόγματα της Εκκλησίας αλλότρια, πάντως αιρετικά και ότι κατά κανόνας κατηχηθήναι, οφείλει και τοις ορθοδόξοις εξισωθήναι. Ει δε κατηχηθήναι, δήλον ότι και τω Μύρω χρισθήναι. Πόθεν ουν ημίν ανεφάνησαν εξαίφνης όντες ορθόδοξοι, οι διά τοσούτων διδασκάλων κριθέντες αιρετικοί; τις αυτοίς ούτως ραδίως ορθοδόξους πεποίηκεν; ο χρυσός ει βούλοι ταληθή λέγειν και κέρδη τα σα. Μάλλον μεν ουν εκείνους ούτε πεποίηκεν ορθοδόξους, σε δε ποιήσας εκείνοις όμοιον εις την αιρετικήν απεώσατο μοίραν.
Αλλ’ ει μεσότητά τινα, φησίν, επενοήσαμεν των δογμάτων, εκείνοις τε συναφθησόμεθα δι’ αυτής και προς ημάς αυτούς έξομεν, ουδέν αναγκαζόμενοι λέγειν παρά τα ειωθότα και παραδεδομένα. Τουτ’ έστιν εκείνο, το τους πολλούς εξ αρχής απατήσαν και πείσαν ακολουθείν τοις εις τον κρημνόν της δυσσεβείας απάγουσιν, πιστεύσαντες γαρ είναί τι μέσον αμφοίν των δοξών, όπερ επί τινων εναντίον συμβαίνει προς το δεινόν ηυτομόλησαν. Αλλά λέξιν μεν ενδέχεται μέσην δύο δοξών ευρεθήναι τας αμφοτέρας σημαίνουσιν ομωνύμως. Δόξα δε μέση εναντίον δοξών περί του αυτού πράγματος, αδύνατον, ει δε μη και αληθείας και ψεύδους έσται τι μέσον και καταφάσεως και αποφάσεως, αλλ’ ουκ έστιν, επί παντός γαρ ή κατάφασις ή απόφασις; ει μεν ουν αληθές το λατινικόν δόγμα, το εκ του Υιού εκπορεύεσθαι, ψευδές το ημέτερον, το εκ του Πατρός μόνον. Ει δε το ημέτερον αληθές, ψευδές αν είη δήπου το εκείνων. Τι ουν αν είη, μέσον τούτων; ουδέν. Πλην ει μη λέξις προς άμφω τας δόξας ορώσα, καθάπερ τις κόθορνος, αύτη ουν ημάς ενωθήναι ποιήσει; και τι δράσωμεν όταν αλλήλους εξετάζωμεν, περί των νοημάτων και των δοξών; δύναται αμφοτέρους ημάς προσειπείν τις ορθοδόξους, τους τα εναντία φρονούντας; εγώ μεν ουκ οίμαι. Συ δ’ αν ειδείης ο πάντα φέρων και πάντα ραδίως επονομάζων, βούλει παρά Γρηγορίο του Θεολόγου μαθείν οία περί της μεσότητος γράφει; άκουσον.
“η προς πάντας ορώσα τους παριόντας εικών, ο των αμφοτέρων ποδών κόθορνος, η κατά πάντα άνεμον λίκμησις, εξουσίαν λαβούσα την νεόγραφον κακουργίαν και την κατά της αληθείας επίνοιαν. Το γαρ όμοιον κατά τας γραφάς της ευσεβείας πρόσχημα ήν, περί της επινοηθείσης τότε μεσότητος”.
Περί δε την αυτήν εξευρούσαν σύνοδον τοιάδε πάλιν φησίν: “είτε της Χαλάνης πύργον ός καλώς τας γλώσσας εμέρισεν, ως ώφελον γε και ταύτας, επί κακώ γαρ η συμφωνία, είτε τω Καϊάφα συνεδρίω ώ Χριστός κατακρίνεται, είτε τι άλλο τοιούτον, την σύνοδον εκείνην ονομαστέον, ή πάντα άλλον ανέτρεψε και συνέχεε. Το μεν ευσεβές δόγμα και παλαιόν και της Τριάδος ομότιμον καταλύσασα, τω βαλείν χάρακα και μηχανήμασι κατασείσαι το ομούσιον, τη δε ασεβεία θύραν ανοίξασα διά της των γεγραμμένων και λεγομένων μεσότητος, σοφοί γαρ εγένοντο του κακοποιήσαι, το δε καλόν ποιήσαι ουκ έγνωσαν” (Γρηγορίου του Θεολόγου, Λόγος 21, 22, εις τον Μ. Αθανάσιον P.G. 35, 1106C-1108A).
Τοσαύτα μεν ημίν αρκεί περί της μεσότητος, ότι δε ουδ’ έστι μεσότης ικανώς αποδεδειχόσι, και ότι τα τοιαύτα ζητείν ασεβές και της Εκκλησίας τα πάντα δυνάμενος, εκείνους τε επιγνώναι την οικείαν πλάνην παρασκευάσειε και ημάς αυτών απαλλάξειε των πονηρών ζιζανίων και οίον καθαρόν και εύχρηστον σίτον εις τας εαυτού αποθήκας συνάξειε.
Εν Χριστώ Ιησού τω Κυρίω ημών, ώ πρέπει πάσα δόξα,
τιμή και προσκύνησις συν τω ανάρχω αυτού Πατρί και τω παναγίω και αγαθώ και
ζωοποιώ αυτού Πνεύματι νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ
Ο Μάρκος, Μητροπολίτης Εφέσου, χαιρετίζει τους ορθοδόξους σε όλη τη γη και στα νησιά εν Κυρίω.
Αυτοί που αιχμαλώτισαν την κοινή σας ελευθερία και ήθελαν να σας σύρουν στη Βαβυλώνα των Λατινικών εθνών και δογμάτων, δεν μπόρεσαν να ολοκληρώσουν το έργο τους. Αφού το είδαν αυτό και μη έχοντας άλλη δυνατότητα, καθώς παρέμεναν στη μέση της οδού και αυτοί και όσοι τους ακολούθησαν, ούτε πέτυχαν τίποτα ούτε έγινε αυτό που επιδίωκαν. Αφήνοντας τα Ιεροσόλυμα, όπου η όραση της ειρήνης και το όρος Σιών παρέχει βεβαιότητα πίστης, και μη θέλοντας ούτε μπορώντας να γίνουν Βαβυλώνιοι, ούτε δικαίως ονομάστηκαν Γραικολατίνοι, καλούνται όμως από πολλούς Λατινόφρονες. Αυτοί, τα μισόθηρα (μισά θηρία και μισοί άνθρωποι), όπως οι ιπποκένταυροι στους μύθους, μαζί με τους Λατίνους ομολογούν ότι το Άγιο Πνεύμα εκπορεύεται από τον Υιό και ότι ο Υιός είναι αίτιος της δικής του ύπαρξης, ενώ εμείς λέμε ότι εκπορεύεται από τον Πατέρα.
Με αυτούς, λένε ότι η προσθήκη στο Σύμβολο έγινε θεμιτά και ευλόγως, ενώ με εμάς λένε ότι δεν αποδέχονται τα ίδια. Κάποιος θα μπορούσε να αρνηθεί ότι αυτό έγινε θεμιτά και ευλόγως.
Με αυτούς λένε ότι το άζυμο είναι το Σώμα του Χριστού. Με εμάς δεν τολμούν να μεταλάβουν. Δεν είναι ικανά αυτά να δείξουν τη γνώμη τους και ότι χωρίς έρευνα για την αλήθεια συνενώθηκαν με τους Λατίνους, επιδιώκοντας να χρυσοχοήσουν και να παρουσιάσουν μια ψευδή ένωση. Πρέπει να εξετάσουμε με ποιο τρόπο ενώθηκαν. Ό,τι ενώνεται με κάποιον, πάντα ενώνεται μέσω ενός μέσου.
Στο θέμα της δόξης σχετικά με την εκπορεύση του Αγίου Πνεύματος, αυτοί ενώθηκαν λέγοντας ότι εκπορεύεται από τον Υιό, ενώ εμείς λέμε ότι εκπορεύεται από τον Πατέρα. Τα άλλα διαφέρουν. Δεν υπάρχει τίποτα ενιαίο σε αυτούς, ούτε μέσον, ούτε κοινό. Δύο Σύμβολα λέγονται και χρησιμοποιούνται, δύο λειτουργίες τελούνται – η μία με άζυμο, η άλλη με ένζυμο. Δύο βαπτίσματα – το ένα με τριπλή κατάδυση, το άλλο με ράντισμα ύδατος από πάνω. Το ένα προσχρώνεται με μύρο, το άλλο όχι. Όλα τα έθιμα, νηστείες και εκκλησιαστικές τάξεις είναι διαφορετικά.
Τι είδους ένωση υπάρχει όταν δεν υπάρχει σαφές και ορατό σημάδι; Πώς ενώθηκαν όσοι θέλουν να κρατήσουν τις δικές τους δοξασίες; Αυτό δεν συμφωνεί με τους Πατέρες. Ο σοφός λόγος τους λέει ότι η Εκκλησία των Ελλήνων δεν είπε ποτέ ότι το Πνεύμα εκπορεύεται από τον Υιό, αλλά απλώς από τον Πατέρα. Αυτό δεν αφαιρεί τίποτα από τον Υιό. Έτσι, παλαιότερα ήμασταν ενωμένοι, και τώρα είμαστε επίσης ενωμένοι. Αλίμονο στην ανοησία! Αλίμονο στην τύφλωση! Η Εκκλησία των Ελλήνων πάντα έλεγε ότι εκπορεύεται από τον Πατέρα, όπως παρέλαβε από τον Χριστό, τους Αποστόλους και τους Πατέρες στις Συνόδους.
Δεν λέμε ότι εκπορεύεται από τον Υιό, άρα λέμε ότι εκπορεύεται από τον Πατέρα μόνο. Ο Πατέρας είναι ο μόνος αίτιος.
Τι άλλο; Ποτέ δεν θεωρήσαμε τους Λατίνους αιρετικούς, αλλά μόνο σχισματικούς. Αυτό το ομολογούν και οι ίδιοι. Μας θεωρούν σχισματικούς επειδή αποσχίστηκαν από την υποταγή τους, όπως νομίζουν. Αν και εμείς μπορούμε να αποδώσουμε δίκαια την ίδια στάση, δεν τους κατηγορούμε για την πίστη τους. Η αιτία του σχίσματος τους δόθηκε από αυτούς – την προσθήκη στο Σύμβολο. Εμείς πρώτοι αποσχίσαμε από αυτούς και αποκόψαμε τη συμμετοχή τους στο σώμα της Εκκλησίας. Γιατί; Πότε είχαμε δίκαια δόξα; Γιατί έκαναν παράλογες προσθήκες. Δεν τους απεστράφημεν ως αιρετικούς, αλλά ως φεύγοντες από την αλήθεια και τη σωστή πίστη.
Εμείς με τους Πατέρες δεν λέμε ότι το Πνεύμα είναι από τον Υιό, αυτοί όμως με τους Λατίνους λένε ότι ο Υιός είναι η πηγή του Πνεύματος, αποβάλλοντας το Πνεύμα από τη θεότητα. Με τους Θεολόγους διακρίνουμε τον Υιό από τον Πατέρα, αυτοί συνδέουν τον Υιό με την αιτία του Πνεύματος. Με τους Μαξίμους και τους Δυτικούς Πατέρες δεν θεωρούμε τον Υιό αίτιο του Πνεύματος. Με τον Ιουστίνη λέμε όπως ο Υιός είναι από τον Πατέρα, έτσι και το Πνεύμα από τον Πατέρα. Οι Λατίνοι λένε τον Υιό αμέσως, το Πνεύμα εμμέσως από τον Πατέρα.
Με τον Δαμασκηνό και όλους τους Πατέρες λέμε ότι αγνοούμε τις διαφορές γεννήσεως και εκπορεύσεως, ενώ αυτοί με τον Θωμά και τους Λατίνους λένε ότι διαφέρουν άμεσα και έμμεσα.
Εμείς της ακτίστου φύσεως λέμε ότι η θέληση και η ενέργεια είναι άκτιστες, αυτοί λένε ότι η θεία ενέργεια είναι κτιστή. Έτσι κάνουν την Θεότητα, το Άγιο Φως και το Άγιο Πνεύμα κτιστά – πονηρά έργα.
Εμείς λέμε ότι οι Άγιοι θα λάβουν την προετοιμασμένη βασιλεία και οι αμαρτωλοί δεν πέφτουν στη γέεννα αμέσως, αλλά μετά την Ανάσταση και κρίση. Οι Λατίνοι λένε ότι κάποιοι παίρνουν τη βασιλεία αμέσως μετά το θάνατο, άλλοι καθαρίζονται μετά θάνατον και εισέρχονται στη βασιλεία.
Εμείς τηρούμε το άζυμο όπως οι Απόστολοι. Οι Λατίνοι το θεωρούν Σώμα Χριστού ενώ τελείται με άζυμο και ένζυμο. Εμείς λέμε ότι η προσθήκη στο Σύμβολο έγινε παράνομα, αυτοί λένε ότι έγινε θεμιτά.
Εμείς θεωρούμε τον Πάπα έναν από τους Πατριάρχες αν είναι ορθόδοξος. Οι Λατίνοι τον θεωρούν αντιπρόσωπο του Χριστού και διδάσκαλο των χριστιανών. Φεύγετε από αυτούς και μη έχετε κοινωνία. “Οι ψευδαπόστολοι είναι εργάτες του Σατανά που εμφανίζονται ως απόστολοι Χριστού” (Β’ Κορ. 11, 13-15).
“Αν έρθει κάποιος σε εσάς και φέρει διαφορετική διδασκαλία, μη τον δεχθείτε” (Β’ Ιω. 10-11). Στηριχθείτε στις παραδόσεις των Αγίων Αποστόλων.
Χρισμένοι με μύρο δεχόμαστε όσους προστίθενται στην ορθοδοξία από αιρετικούς, όπως λέει ο ζ’ κανόνας της Β’ Οικουμενικής Συνόδου.
Ο Πατριάρχης Θεόδωρος ο Βαλσαμών λέει ότι οι Λατίνοι δεν μπορούν να συμμετάσχουν στα μυστήρια αν δεν αποσχισθούν από τα αιρετικά τους δόγματα. Αποσχίσθηκαν, όχι μόνο στα έθιμα αλλά και στα δόγματα, και πρέπει να εξισωθούν με τους ορθοδόξους.
Αν κάποιος νομίζει ότι μεσότητα των δόγματων υπάρχει, είναι ψευδής και αντιφατική. Δεν υπάρχει μέσο ανάμεσα στην αλήθεια και το ψεύδος. Εμείς λέμε ότι το Πνεύμα είναι από τον Πατέρα μόνο.
Εν Χριστώ Ιησού, στο Θεό Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα, δόξα και τιμή στους αιώνες. Αμήν.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου