Δευτέρα 5 Ιανουαρίου 2026

Τὴν χεῖρά σου τὴν ἁψαμένην, τὴν ἀκήρατον κορυφὴν τοῦ Δεσπότου…

 



Τὴν χεῖρά σου τὴν ἁψαμένην, τὴν ἀκήρατον κορυφὴν τοῦ Δεσπότου…

Δοξαστικό της Θ´ Ώρας των Μεγάλων Ωρών των Θεοφανείων

Το δοξαστικό της Θ΄ Ώρας της δεσποτικής εορτής των Θεοφανείων αποτελεί ένα εξαίσιο δείγμα της ποιητικής και μελουργικής εκκλησιαστικής μας παράδοσης. Το δοξαστικό είναι «δίχορον», είναι χωρισμένο δηλαδή σε μέρη και ψέλνεται από τους δύο χορούς των ψαλτών. Της ψαλμωδίας προηγείται εμμελής απαγγελία, η οποία λειτουργεί ως εξαγγελία του μεγάλου γεγονότος που πρόκειται να εορταστεί. Το ποιητικό κείμενο είναι μελοποιημένο σε ήχο πλάγιο του Α΄, αποτελώντας μια από τις κλασικότερες και γνωστότερες αυτόμελες συνθέσεις της μεταβυζαντινής μελοποιητικής παράδοσης.

Κεντρικό πρόσωπο αποτελεί ο Ιωάννης ο Πρόδρομος, ο οποίος προεξάρχοντας της πανηγύρεως, μας καλεί σε μετάνοια και βίωση των γεγονότων της μεγάλης δεσποτικής γιορτής.

Ἦχος πλ .α’

 

Απόδοση στη Νεοελληνική

 

Τὴν χεῖρά σου τὴν ἁψαμένην, τὴν ἀκήρατον κορυφὴν τοῦ Δεσπότου, μεθ’ ἧς καὶ δακτύλῳ αὐτόν ἡμῖν καθυπέδειξας, ἔπαρον ὑπὲρ ἡμῶν, Βαπτιστά, ὡς παῤῥησίαν ἔχων πολλήν, καὶ γὰρ μείζων τῶν Προφητῶν ἁπάντων, ὑπ’ αὐτοῦ μεμαρτύρησαι· τοὺς ὀφθαλμούς σου πάλιν δέ, τοὺς τὸ Πανάγιον Πνεῦμα κατιδόντας, ὡς ἐν εἴδει περιστερᾶς κατελθόν, ἀναπέτασον πρὸς αὐτὸν Βαπτιστά, ἵλεων ἡμῖν ἀπεργασάμενος· καὶ δεῦρο στῆθι μεθ’ ἡμῶν, ἐπισφραγίζων τὸν ὕμνον, καὶ προεξάρχων τῆς πανηγύρεως.

 

Το χέρι σου εκείνο που άγγιξε την ολοκάθαρη κεφαλή του Δεσπότη και με το οποίο Αυτόν με το δάκτυλό σου κατέδειξες σε εμάς, ύψωσέ το υπέρ ημών, Βαπτιστή, επειδή παρρησία έχεις πολλή. Διότι και ως μεγαλύτερος των Προφητών όλων από Εκείνον έχεις αναγνωριστεί. Και τα μάτια σου πάλι, τα οποία το Πανάγιο Πνεύμα είδαν να έχει κατέλθει με μορφή περιστεριού, στρέψε τα προς τα άνω, προς Εκείνον, Βαπτιστή, προκαλώντας για χάρη μας [τη θεία] συγχώρηση. Και έλα, στάσου ανάμεσά μας, επιβεβαιώνοντας τον ύμνο [αυτόν ως αληθή] και προεξάρχοντας στην πανήγυρη.

 

 

ΘΕΟΛΟΓΙΚΟΣ ΣΧΟΛΙΑΣΜΣΟΣ

Το παραπάνω τροπάριο   δεν αποτελεί απλώς ποιητική ικεσία, αλλά συνοπτική δογματική διατύπωση της πίστεως της Εκκλησίας, ενταγμένη οργανικά στο λειτουργικό της ήθος. Η υμνογραφία εδώ λειτουργεί ως δογματικός λόγος εν προσευχή, όπου οι μεγάλες αλήθειες της Χριστολογίας, της Τριαδολογίας, της Πνευματολογίας και της Εκκλησιολογίας δεν εκτίθενται αφηρημένα, αλλά βιώνονται μέσα στο γεγονός της Θεοφανείας.

Στον πυρήνα του ύμνου βρίσκεται το δογματικό παράδοξο της ενανθρωπήσεως. Η φράση «τὴν ἀκήρατον κορυφὴν τοῦ Δεσπότου» δηλώνει ρητά την αναμαρτησία και την απόλυτη αγιότητα του Χριστού, όπως αυτή ομολογείται δογματικά από την Εκκλησία ήδη από την Αγία Γραφή («ὃς ἁμαρτίαν οὐκ ἐποίησεν» – Α΄ Πέτρ. 2,22) και επικυρώνεται από την Δ΄ Οικουμενική Σύνοδο της Χαλκηδόνος: ο Χριστός είναι τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος, χωρίς σύγχυση, χωρίς αλλοίωση. Το γεγονός ότι ο Πρόδρομος αγγίζει την «ἀκήρατον κορυφήν» Του δεν μειώνει την θεότητα, αλλά αποκαλύπτει το σωτηριολογικό βάθος της θείας συγκαταβάσεως. Ο Θεός προσλαμβάνει την ανθρώπινη φύση για να την θεραπεύσει· δεν αγιάζεται από το βάπτισμα, αλλά αγιάζει τα ύδατα και, δι’ αυτών, ολόκληρη την κτίση.

Εδώ αναδεικνύεται σαφώς η δογματική διάκριση ουσίας και ενεργειών, όπως αυτή διατυπώθηκε από τον Άγιο Γρηγόριο Παλαμά και αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της ορθόδοξης πίστεως. Η επαφή της χειρός του Προδρόμου με τον Χριστό δεν αφορά την απρόσιτη θεία ουσία, αλλά την άκτιστη ενέργεια του Θεού, η οποία μεταδίδεται πραγματικά και αγιάζει. Ο ύμνος, χωρίς φιλοσοφικούς όρους, διασώζει ακέραιη τη δογματική αλήθεια ότι ο άνθρωπος μπορεί να μετέχει αληθινά στη θεία ζωή χωρίς να ταυτίζεται με την ουσία του Θεού.

Η αναφορά στην παρρησία του Προδρόμου («ὡς παρρησίαν ἔχων πολλήν») έχει βαθύ εκκλησιολογικό και σωτηριολογικό περιεχόμενο. Η παρρησία δεν είναι ψυχολογική οικειότητα, αλλά καρπός θεώσεως. Ο Ιωάννης έχει παρρησία επειδή έγινε πλήρως διαφανής στη χάρη του Θεού. Ο Χριστός τον μαρτυρεί ως «μείζονα πάντων τῶν Προφητῶν» (Ματθ. 11,11), όχι επειδή υπερέχει ηθικά, αλλά επειδή στάθηκε στο όριο των δύο Διαθηκών και είδε Εκείνον που οι άλλοι προφήτες προανήγγειλαν. Δογματικά, ο Πρόδρομος εκφράζει τη συνέχεια και την υπέρβαση της Παλαιάς Διαθήκης μέσα στην Καινή: είναι ο έσχατος των προφητών και ταυτόχρονα ο πρώτος μάρτυρας της ενσαρκωμένης Αλήθειας.

Ιδιαίτερη σημασία έχει η πνευματολογική ακρίβεια του ύμνου. Η αναφορά στο Πανάγιο Πνεύμα «ἐν εἴδει περιστερᾶς» δεν είναι διακοσμητική, αλλά σαφής δογματική ομολογία της Τριαδικής Θεοφανείας. Ο Πατήρ μαρτυρεί, ο Υιός βαπτίζεται, το Πνεύμα καταβαίνει. Η Εκκλησία εδώ απορρίπτει κάθε μορφή μονοθεϊστικού μονισμού ή συγχύσεως των προσώπων και ομολογεί, σε πλήρη συμφωνία με τις Οικουμενικές Συνόδους, την διάκριση των Προσώπων εν τη ενότητι της Θεότητος. Ο Πρόδρομος παρουσιάζεται ως ο πρώτος μάρτυρας αυτής της Τριαδικής φανερώσεως, όχι θεωρητικά, αλλά εμπειρικά.

Το αίτημα της μεσιτείας («ἵλεων ἡμῖν ἀπεργασάμενος») εντάσσεται αυστηρά στη δογματική θεώρηση της κοινωνίας των αγίων. Ο ύμνος δεν υπονοεί καμία αυτονομία του Προδρόμου έναντι του Χριστού. Αντιθέτως, η πρεσβεία του εδράζεται ακριβώς στη σχέση του με Εκείνον. Όπως διδάσκει ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, οι άγιοι πρεσβεύουν «οὐχ ὡς θεοί, ἀλλ’ ὡς φίλοι Θεοῦ». Η υμνογραφία διασώζει έτσι την καθαρότητα του δόγματος, αποφεύγοντας τόσο την υποτίμηση της μεσιτείας όσο και την παρερμηνεία της.

Τέλος, η πρόσκληση «δεῦρο στῆθι μεθ’ ἡμῶν» εκφράζει με ακρίβεια την εσχατολογική αυτοσυνειδησία της Εκκλησίας. Η λατρεία δεν είναι αναπαράσταση παρελθόντος γεγονότος, αλλά μετοχή στο αιώνιο παρόν της Βασιλείας. Ο Πρόδρομος καλείται να σταθεί μαζί με την Εκκλησία διότι, δογματικά, οι άγιοι δεν είναι απόντες αλλά ζώντες εν Χριστῷ («Θεὸς οὐκ ἔστι νεκρῶν, ἀλλὰ ζώντων» – Ματθ. 22,32). Η Εκκλησία της γης και η Εκκλησία των ουρανών αποτελούν ένα Σώμα, και η πανήγυρη είναι κοινή.

Συνολικά, ο ύμνος αυτός αποτελεί συμπυκνωμένη δογματική ομολογία: ομολογεί τον Χριστό ως τέλειο Θεό και τέλειο άνθρωπο, την Αγία Τριάδα ως φανερωθείσα στην ιστορία, τη θέωση ως πραγματική δυνατότητα του ανθρώπου, και την Εκκλησία ως χώρο ζωντανής κοινωνίας Θεού και ανθρώπων. Δεν διδάσκει απλώς το δόγμα· το μεταδίδει ως εμπειρία σωτηρίας.

Επιμέλεια κειμένου: πρωτοπρεσβύτερος Δημήτριος Αθανασίου

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  • π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ – Πατερική Σύνθεση
  • π. Ἀλέξανδρος Σμέμαν – Εἰσαγωγὴ στὴ Λειτουργικὴ Θεολογία
  • Μητρ. Κάλλιστος Ware – Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία
  • π. Ἰωάννης Μπέαρ – Χριστολογικές και Πατερικές μελέτες

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Δημοφιλείς αναρτήσεις

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου