ΛΑΛΕΙ – ΛΑΛΕΙ και µη ΣΙΩΠΗΣΕΙΣ
Ακούγεται ως “Φωνή βοώντος εν τη ερήµω”
Η Ορθόδοξη εικονογραφία είναι εκφραστική τέχνη και εικονίζει πάντοτε τον Κύριό µας µε το δεξί χέρι να ευλογεί και στο αριστερό χέρι να κρατάει το Ιερό Ευαγγέλιο, Το οποίο είναι ο σαρκωµένος Λόγος και η αποκάλυψις του Θεού που έφερε στην ανθρωπότητα.
Την ίδια στάση της ευλογίας εικονογραφούν και τους άγιους Πατέρες, που “κάθηνται εις τύπον και τόπον Χριστού” και εξαγγέλλουν το Ευαγγέλιο στην εποχή τους. Αυτοί δανείζουν το χέρι τους, για να µεταφερθεί η θεϊκή ευλογία µέσω του µυστηρίου της θείας λειτουργίας.
Η επισκοπική ευλογία δεν είναι εικονική πράξη, δεν είναι θεατρική κίνηση, είναι ενεργοποίηση του µεγάλου και ανεκτίµητου υπουργήµατος που πρέπει να λειτουργεί µέσα στην ατµόσφαιρα του Μυστικού Δείπνου, µακριά από σκάνδαλα και σκανδαλισµό, από εγωισµούς και διαπληκτισµούς, από τη βαριά ατµόσφαιρα του αδιάφορου όχλου.
Αφήνω πίσω πολλές δεκαετίες από την απελευθέρωση της Ελλάδος του Τουρκικού ζυγού και θα παρουσιάσω ένα σύντοµο κοµµάτι της εκκλησιαστικής ζωής και πορείας της µητρόπολης Λάρισας τα τελευταία ογδόντα πέντε (85) έτη, ψηλαφώντας το βιβλίο της ιστορίας. Δεν έχω βέβαια την πρόθεση να συντάξω λεπτοµερειακή επισκοπική διαδροµή, διότι αυτό είναι πρώτον ογκώδες να εµφανιστεί, δεύτερο θα είναι ελλειµµατικό από τη φύση του και τρίτο δεν είναι αυτός ο σκοπός.
Ήταν εποχές που τα σκαλοπάτια του επισκοπικού θρόνου ανέβαιναν πρόσωπα που επηρέαζαν αρνητικά τη ζωή της Ορθόδοξης Εκκλησίας και αποδυνάµωναν το ευαγγελικό µήνυµα, ζηµιώνοντας τα Πατερικά πρότυπα µε τα κοσµικά εµβλήµατα και µε τις αυτοκρατορικές στολές, αφού είχαν πεθάνει οι αυτοκράτορες, ανέλαβαν τώρα οι δεσποτάδες να κρατήσουν στη ζωή την προβιά τους.
Υπάρχει σωρεία γεγονότων που µπορώ να αναφερθώ, αλλά περιορίζοµαι µόνο για την ιστορία στη µεγάλη δίκη του “Τζουµπέ” που, όπως έγραφε η εφηµερίδα «Εφηµερίς» (21.3.1875), ότι παραπέµφθηκαν σε δίκη ο υπουργός Δικαιοσύνης Βασ. Νικολόπουλος και επί των εκκλησιαστικών και Δηµοσίας εκπαιδεύσεως Ιωάν. Βαλασόπουλος για “σιµωνία”, γιατί οι εν λόγω εντιµότατοι είχαν δωροδοκηθεί, για να εκλεγούν “φίλοι” επίσκοποι στις µητροπόλεις Πάτρας, Κεφαλληνίας και Μεσσηνίας.
Ο Ροΐδης στις στήλες της εφηµερίδας σάρκαζε για την πώληση των «Ιερών µιτρών» γράφοντας:
“Αν ουδέν άλλο προκύψη όφελος εκ της ενεργούµενης ανακρίσεως επί των «Επισκοπικών», η νεοελληνική γλώσσα θέλει τουλάχιστον πλουτισθεί δια νέας λέξεως: εις τον «µητροπολίτην» θέλει προστεθεί ο …. «µιτροπωλητής!»”.
Το δε σκίτσο της εφηµερίδος είναι χαρακτηριστικό και προφητικό µε τους δυό υπόδικους υπουργούς να διαλέγονται έτσι:
“Γιάννης: Γλυκό ’τανε και τα’ έφαγα.
Βασίλης: Ξινό ’νάναι, θα ξεράσης…”.
Η προφητεία βγήκε αληθινή: Ο Βαλασόπουλος δικάστηκε σε 3 χρόνια φυλάκιση και 56.000 δραχµές για τις µίτρες. Ο Νικολόπουλος σε 10 µήνες φυλάκιση. Ο δεσπότης Πατρών σε 24.000 δραχµές. Ο Μεσσηνίας και Κεφαλληνίας από 20.000 δραχµές (“Όµορφος κόσµος ηθικά αγγελικά πλασµένος…δεν είναι;)”.
Στις 15 Ιανουαρίου του 1935 ήρθε µε το ‘’µεταθετόν’’ ως µητροπολίτης Λάρισας ο Δωρόθεος Κοτταράς από το µικρό Νησάκι των Κυθήρων – που αριθµούσε τότε 4 Ενοριακούς Ναούς και 14 Συναδελφικούς – Ενώ η Λάρισα είχε πάνω από 100 Ενοριακούς Ναούς και παραπάνω από 40 παρεκκλήσια. Από τα πρώτα χρόνια όµως φάνηκε ότι δεν αγάπησε τη Λάρισα και ούτε το ποίµνιό του. «Τα βλέµµατά του τα είχε πάντοτε εστραµµένα προς τας Αθήνας – γράφει ο π. Αυγουστίνος Καντιώτης στο περιοδικό “Σάπφειρος” –, εκεί ήτο ο θησαυρός του…. Ήλθεν όµως κατόπιν η µεγάλη εθνική συµφορά. Η Πατρίς µας υπεδουλώθη, ξένα στρατεύµατα, αι αλωπεκές της Ρώµης, τα ξανθά κτήνη του βορρά, Ιταλοί και Γερµανοί επληµµύρισαν την Θεσσαλίαν, Στρατηγείον αµφοτέρων η Λάρισα, Πιέσεις, αγγαρείαι, εκτοπίσεις, εξορίαι, φυλακίσεις, ληστείαι, οµαδικαί εκτελέσεις, στρατόπεδα µε χιλιάδες Ελλήνων πατριωτών, επί πλέον τροµερά πείνα ενεφανίσθη. Ήσαν οι µαύροι χρόνοι της κατοχής που τους τρέµει ο λογισµός. Και ο δεσπότης πού; Απίστευτον, αλλ’ αληθές. Εις την δραµατικωτέραν αυτήν περίοδον του έθνους ο Δωρόθεος Κοτταράς ανεπαύετο και εδροσίζετο εις την παρά τας ακτάς του Φαληρικού κόλπου έπαυλίν του. Ω αίσχος! Ω ασυνειδησία αρχιερέως του 20ου αιώνος… ήτο απών κατά το προσκλητήριον εκείνον του υπερτάτου καθήκοντος… αυτός – Εκινείτο, επεριπάτει εις τους δρόµους και τας πλατείας, ελειτούργη και εκήρυττε µέσα εις τους ωραίους και µεγαλοπρεπείς ναούς των Αθηνών και του Πειραιώς… τις ηδύνατο να αποσπάση τον δεσπότη της Λάρισας από τους ωραίους κόλπους της ακτής του Φαλήρου; Ούτε µε λοστόν δεν εκινείτο απ’ εκεί. Το θέαµα εκεί της θαλάσσης ήτο βλέπετε άκρως µαγευτικόν… Στη Λάρισα τα καθηµερινά θεάµατα ήσαν τραγικά. Αι όχθαι του Πηνειού, οι δρόµοι και αι πλατείαι, αυτά ακόµα προαύλια των εκκλησιών εβάφοντο µε αίµα Ελλήνων πατριωτών, πνευµατικών τέκνων του Αγίου Λαρίσης!!!
Ο λαός εσφάζετο και ο Άγιος δεσπότης αγρόν ηγόραζε…
Ο Δωρόθεος Κοτταράς. Απών κατά τον χρόνον της κατοχής, αλλ’ απών και κατά την τελευταίαν οδυνηράν τετραετίαν (1945-1949)… Η Θεσσαλία εκαίετο απ’ άκρου εις άκρον. Νέα θύµατα, νεκροί και τραυµατίαι, χιλιάδες προσφύγων ετουρτούριζον κάτω από τας προχείρους κατασκηνώσεις, φυλακαί και στρατόπεδα πλήρης, θρήνος και κοπετός ηκούετο και αγωνία ηπλούτο εις όλην την επαρχίαν. Μαύρας ηµέρας χειρότεραι των πρώτων. Και ο δεσπότης πού; Ανεπαύετο και πάλιν εις Φάληρον… τα µαρτυρικά αυτά έτη, στοιχηµατίζοµεν εάν ο δεσπότης Δωρόθεος Κοτταράς έµεινε εν Λαρίση περισσότερον από 40 ηµέρας (δηλαδή εθνική εορτή, Αγίου Αχιλλείου, Χριστούγεννα και το Πάσχα, τέσσερις φορές το χρόνο)…
Και εφθάσαµεν ούτω εις το Πάσχα του 1950, το πρώτον Πάσχα που ύστερα από µίαν δεκαετία αιµάτων και δακρύων η Ελλάς εόρταζεν εν ειρήνη… Και πάλιν ο δεσπότης της Λαρίσης απουσίαζεν από την έδραν του!!! Πού ήτο;»Ήρθε µεταξύ και πολλών άλλων το ηθικό σκάνδαλο Τάρενας και σφράγισε ο Τέντζερης µε το καπάκι!
Για αυτή τη “µεγάλη του προσφορά” προς την Πατρίδα, τη Μητρόπολη και το ποίµνιό του, το επισκοπικό κονκλάβιο τον επιβράβευσε µε το να τον εκλέξει στις 25 Μαρτίου 1956 ώς αρχιεπίσκοπο Αθηνών και Πάσης Ελλάδος!
Η παρουσία των επισκόπων κοντά στο χειµαζόµενο λαό κατά τα χρόνια της ξενικής κατοχής και τα κατοπινά των ιδεολογικών αντιπαραθέσεων ήταν χαρακτηριστικά απούσα. Ενώ υπάρχει µια ολόκληρη αλυσίδα πρεσβυτέρων και έντιµων λειτουργών του Θυσιαστηρίου, που πορφύρισε τις ιερές βαθµίδες µε το µαρτυρικό τους αίµα, αλλά δεν υπάρχει να επιδείξει, ούτε µία περίπτωση δεσπότη που να σύρθηκε αιµόφυρτος στον τόπο της εκτέλεσης και να στεφανώθηκε µε τη δόξα του µάρτυρα!!!
Η εκκλησιαστική ηγεσία είχε βρεθεί µακριά και µάλιστα πολύ µακριά από την τροχιά της αποστολικής παράδοσης, σουλατσάριζε όµως στις καλύτερες περιοχές των Αθηνών και Πειραιά, αναπαυµένη στην ισχύ της εξουσίας και στη µεγαλοπρέπεια της τελετουργίας, αποµονωµένη στη δόξα και στην απόλαυση των τιµών της.
Ο Δωρόθεος ανυψώθηκε στην περίοπτη θέση του πρώτου επισκόπου της ελλαδικής Εκκλησίας και δεν άφησε τίποτα ως “έργο” που να του θυµίζει τις πλέον µιας εικοσαετίας εδώ ‘’ποιµαντορίας’’ του. Ως καλή αρχή έπρεπε να στείλει άνθρωπο κατάλληλο, για να συνεχίσει την ίδια πορεία στη µητρόπολη Λάρισας. Και ευρέθη και ίσως ήταν το πιό ‘’καταλληλότερο’’, η µετάθεση του µητροπολίτου Γυθείου Δηµητρίου Θεοδοσίου, ο οποίος έφθασε στη Λάρισα και ενθρονίστηκε στις 18 Απριλίου 1956. Δε θα χρονοτριβήσω καταχωρώντας τα λεπτοµερειακά γεγονότα που ακολούθησαν, διότι θα πληµµυρίσουν οι καρδιές των πιστών από αθεράπευτη θλίψη και θα ποτιστούν µε δάκρυα στεναγµών.
Η εφηµερίδα “Νέος Κόσµος” µε ανοιχτή επιστολή προς την Αγίαν και Ιεράν Σύνοδον της Ελλάδος, έγραφε προβληµατισµένη: «Από της ανόδου εις τον Μητροπολιτικόν θρόνον της Λαρίσης του Δηµητρίου ήρχισαν να κατακλύζουν την Περιφέρειαν Λαρίσης διάφοροι αγνώστου προελεύσεως κληρικοί, της κατηγορίας των αγάµων τοιούτων, οίτινες τη ανοχή εκείνου εγκαταστάθησαν εις διαφόρους επικαίρους θέσεις της τοπικής µας εκκλησίας. Περί των τοιούτων κληρικών πολλά ελέγοντο και εθρυλούντο, τα οποία εάν εγράφοντο, θα κατελάµβανον τόµους ολοκλήρους πρωτοτύπου σκανδαλοθηρικού αναγνώσµατος… Προ της τοιαύτης καταστάσεως… τον µεν ένα (Πρωτοσύγγελον) εξαποστέλλει εις Δράµαν µε λίαν… κολακευτικάς επιστολάς, τους δε άλλους, εις επιβράβευσιν της ακολασίας χειροτονεί εις ιερείς του Υψίστου µακράν της Λαρίσης…
Διατί τόση περιφρόνησις προς το φιλότιµον αλλά και την νοηµοσύνην του κοινού της πόλεως αυτής; Άγιοι Πατέρες.
Στώµεν καλώς και µετά φόβου… Το σκάνδαλον της Λαρίσης δίδει πλέον την ευκαιρίαν δια την διενέργειαν εκκαθαριστικών επιχειρήσεων ευρείας κλίµακος εις τας τάξεις του κλήρου…».
Σε όλη αυτή την προσπάθεια εκκαθάρισης βγήκαν µπροστά υπερασπιστές των διεφθαρµένων κληρικών η αφρόκρεµα της Λάρισας και η µασονική στοά να προτρέπουν την Ιερά Σύνοδο και να τη φρενάρουν πως όλα αυτά είναι συκοφαντίες. Η διοίκηση της Εκκλησίας βέβαια, παρότι τα γνωρίζει όλα αυτά, όµως τα κάλυπτε παρά τα τόσα βαρύτατα ηθικά παραπτώµατα.
Ευτυχώς βρέθηκε ο συνταγµατάρχης Νικόλαος Μπόγκας, τα κατήγγειλε στην Ελληνική δικαιοσύνη, και έτσι µε εκείνη την καταδικαστική απόφαση, ανάγκασε και το δεσποτικό δικαστήριο να τους τιµωρήσει µε καθαίρεση.
Η ποιµαντορία του επισκόπου Δηµητρίου στη Λάρισα ήταν πολύ σύντοµη (3 έτη) και χωρίς να παρουσιάσει κάποιο έργο, πιθανόν τον πρόλαβε ο αιφνίδιος θάνατός του.
Στις 7 Απριλίου του 1959 συνεδρίασε η Ιερά Σύνοδος για την εκλογή Μητροπολιτών (η 12µελής Σύνοδος ήταν αρµόδια µέχρι τότε για την ανάδειξη νέων µητροπολιτών). Τότε δηµιουργήθηκε µεταξύ των Συνοδικών µεγάλη ένταση, ο αρχιεπίσκοπος µε µια οµάδα 5 µητροπολιτών απεχώρησαν, οι υπόλοιποι επτά (7) µε επικεφαλής τον αντιπρόεδρο της Συνόδου Φιλίππων και Νεαπόλεως Χρυσόστοµο (µετέπειτα αρχιεπίσκοπο) παρέµειναν στην αίθουσα και προχώρησαν σε εκλογές, στη Λάρισα διόρισαν µε µετάθεση από τη µητρόπολη Νευροκοπίου τον Αγαθάγγελο. Στη Φθιώτιδα τον από Πρέβεζα Στυλιανό και στη µητρόπολη Τριφυλίας εξέλεξαν το Δαµασκηνό Παπανδρέου.
Ο σάλος που δηµιουργήθηκε ήταν µεγάλος και κράτησε πάνω από ένα χρόνο, µε τον αρχιεπίσκοπο να επιµένει ότι οι εκλογές είναι άκυρες και µε τον αντιπρόεδρο και τη πλειοψηφία να υποστηρίζουν ότι έγιναν σύµφωνα µε τους Ιερούς Κανόνες. Οπότε µπήκε στη µέση η πολιτεία µε τον υπουργό Παιδείας Βογιατζή, κατάρτισε και ψήφισε Νοµοσχέδιο αλλάζοντας τον τρόπο εκλογής από την 12µελή Ιερά Σύνοδο, ούτως ώστε να γίνονται πλέον από το σώµα της Ιεραρχίας, επί πλέον κατάργησε το ‘’µεταθετόν’’ και ακύρωσε τις προηγούµενες εκλογές.
Έτσι µετά 14µήνες (16/6/1960) που έγιναν εκλογές, για τη µητρόπολη Λάρισας εξέλεξαν το προστατευόµενο τέκνο του Παντελεήµονα Φωστίνη και Πρωτοσύγκελο του Αττικής Ιάκωβο Βαβανάτσο (αρχιεπίσκοπο 12 ηµερών). Η εκλογή όπως και η χειροτονία του (19/6/60) υπήρξαν επεισοδιακές από αθηναίους που γνώριζαν τον “άνδρα”. Μέσα στο µητροπολιτικό ναό κατά τη χειροτονία χύθηκε αίµα, έσπασαν κεφάλια, συνελήφθησαν και κρατήθηκαν αρκετά άτοµα, για να δικαστούν µε την αυτόφωρη διαδικασία.
Η ‘’ήρεµη’’ Σύναξη της Ευχαριστίας και των Θείων δωρεών µετατράπηκε σε γήπεδο αναµετρήσεων µεταξύ ποιµένων και ποιµνίου.
Εµείς δε θα ασχοληθούµε µε το ηθικό του βίο του εκλεγµένου επισκόπου, αλλά µόνο µε το πνευµατικό µέρος και συγκεκριµένα µε ένα βιβλίο που είχε κυκλοφορήσει εκείνες της ηµέρες. (και το µοναδικό έως τότε) «Η Μεταµόρφωσις του Σωτήρος ηµών Χριστού» (Αθήναι 1960). Και µέσα από τη µήνυση που κατέθεσε ο Σύνδεσµος Φοιτητών “ΑΣΠΙΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ” στις 14 Μαΐου 1960, αντιγράφουµε:
«Μακαριώτατε! Σεβασµιώτατοι!... Ο αναγνώστης ο έχων την στοιχειώδη µόρφωσιν παλαιού σχολαρχείου της Πατρίδος µας ευκόλως ανακαλύπτει ανά πάσαν σελίδα πλήθος µαργαριτών. Το βιβλίον, δηλαδή, βρίθει λαθών γραµµατικών, συντακτικών, λογικών, και πραγµατικών, τα οποία αποδεικνύουν σύγχυσιν φρενών, ανεπάρκειαν νοήσεως, και αµάθειαν… Τα λάθη τα περί την γραµµατικήν και σύνταξιν γνωστοποιούµενα τω ποιµνίω θα κάµουν, ώστε να γελούν και οι παίδες των δηµοτικών σχολείων της πόλεως Λαρίσης… Το βιβλίο περιέχει χονδροειδείς παρερµηνείας Γραφικών χωρίων, αστόχως ερµηνείας Πατερικών περικοπών… απ’ αρχής µέχρι τέλους το βιβλίον τεκµηριούται ότι ο κληρικός ούτος, όστις εις πραγµατείαν µόλις 118 σελίδων διέπραξεν εκατοντάδες λαθών περί… περί… περί… και το χειρότερον πάντων, περί την ορθήν διατύπωσιν των πνευµατικών αληθειών της Πίστεώς µας, πάσχει εξ αγνώστου ηµίν αιτίας αναρχίαν σκέψεως, τροµεράν διανοητικήν κατάπτωσιν, και φρονούµεν ότι ο κληρικός ούτος είναι ανίκανος… να ποδηγετήσει το λογικόν ποίµνιον της µεγάλης Μητροπόλεως Λαρίσης.
Και ερωτώµεν Υµάς ευλαβώς, Μακαριώτατε Πρόεδρε και Άγιοι Σύνεδροι: Ταύτα γράφρων ο ειρηµένος αρχιµανδρίτης, είχε συνείδησιν των γραφοµένων; Ηννόει ά έγραφεν; Εάν ναι, τότε…».
Τα αιτήµατα και οι καταγγελίες δε βρήκαν ανταπόκριση από τη διοικούσα εκκλησία, τα γεγονότα συνταρακτικά και αποτελούν αδιάψευστα ντοκουµέντα, όσο και αν προσπάθησαν και προσπαθούν να αναπλάσουν ή να τα συγκαλύψουν. Και η εκκλησιαστική συνείδηση παρέµεινε τραυµατισµένη.
Στις 30 Ιουνίου 1960 ενθρονίστηκε ως ο 90ος µητροπολίτης Λαρίσης και Πλαταµώνος µε τις καµπάνες των εκκλησιών να χτυπούν χαρµόσυνα, αλλά ο πιστός παρακολουθούσε µε σφιγµένη την καρδιά.
Εποίµανε τη µητρόπολη Λάρισας περί τα οκτώ (8) χρόνια. Το έργο του όµως σχεδόν ανύπαρκτο. Τα µόνα “αξιόλογα” που εποίησε ήταν µια προσωπική κατοικία (βίλα για την εποχή του) µε ναό εντός του οικοπέδου, στις παρυφές της Λάρισας στο δρόµο προς Βόλο και τα οποία οι κληρονόµοι µετά πούλησαν. Ως και κάτι ανάλογο αλλά µεγαλύτερο σε όγκο είχε φτιάξει στο Μαρούσι στην Αθήνα, καθώς και κάποια ακόµα ακίνητα που τα’ άφησε ως προίκα στ’ ανίψια του.
Στις 3 Μαΐου 1968 πιέστηκε εσωτερικά και υπέβαλε την παραίτησή του, φοβούµενος µην ανοίξει ο φάκελος που ήταν αρκετά εξογκωµένος και πιθανόν από µια καταδίκη του θα έχανε τη σύνταξή του!
Ο πιστός λαός της Λάρισας που για δεκαετίες ήταν “καθήµενος εν σκότει” µε τις επισκοπικές εκλογές στις 11 Ιουνίου 1968 “φως ανέτειλεν αυτοίς” (Ματθ. 4, 16) και τα τρία πρόσωπα που ψηφίστηκαν, ήταν εικόνες αγίων, συνεχιστές της παράδοσης των φωτισµένων Πατέρων και είχαν καθαρότητα Θεολογική και βιωµατική µαρτυρία.
Από την ψηφοφορία αυτή ο π. Θεολόγος ήταν δεύτερος, ο πρώτος π. Ανάργυρος Σταµατόπουλος, ο οποίος δε δέχθηκε, γιατί είχε αναλάβει τη διοίκηση της αδελφότητας «ΖΩΗ» και απέκλεισε κάθε επισκοποίησή του και έτσι βρέθηκε ξαφνικά ο π. Θεολόγος πρώτος. Κάθε προσπάθεια άρνησης της ανάδειξής του στάθηκε αδύνατον, διότι το θεώρησαν οι εκλέκτορες ως λιποταξία από την κλήση του Παναγίου Πνεύµατος.
Το πρώτο πράγµα που έκανε µετά την ανάδειξή του, ήταν να βρεθεί µε το γηραιό προκάτοχό του, για να πάρει τη συγκατάθεση και ευχή του. «Ακόµα και ο προκάτοχός µου εξέφρασε εις εµέ την ευχήν του να τον διαδεχθώ» (Θεολόγος, 13/7/1974).
Στις 30 Ιουνίου έγινε η χειροτονία και στις 11 Ιουλίου 1968 η ενθρόνισή του. Ενώ στον ορίζοντα άρχισε να εµφανίζεται κάποιο φως, διαλύοντας το σκοτάδι και οι πικραµένες καρδιές άρχισαν να γλυκαίνουν. Οι δεκαετίες όµως της σήψης και της διαφθοράς που επικρατούσαν, η δραµατική και ανεξέλεγκτη εκτροπή που είχαν πάρει από την παράδοση των Πατέρων και αγίων δεν ήταν εύκολο να εξαλειφθεί αµέσως µε την αλλαγή της φρουράς.
Ο νέος µητροπολίτης – π. Θεολόγος – βρέθηκε µέσα σε λάκκο µε οχιές (η κυβέρνηση της δικτατορίας µασωνοκρατούνταν, το ίδιο η Νοµαρχιακή και Δηµοτική αρχή, το επιµελητήριο, ο εµπορικός, ιατρικός, φαρµακευτικός σύλλογος, τα συνδικάτα, ο τύπος και αρκετοί οικονοµικοί παράγοντες της πόλης).
Σε κάθε βήµα του έβαζαν εµπόδια, για να τον αναγκάσουν να υποκύψει στις δικές τους προσταγές. Αυτός όµως στάθηκε όρθιος αµετακίνητος στο Ευαγγέλιο που παρέλαβε και στους ιερούς Κανόνες της Εκκλησίας. Γονάτιζε προσευχόµενος για όλους και έλεγε και ξανάλεγε: «Ο Θεός να τους φωτίσει να βρουν το σωστό δρόµο». Η παρουσία του τάραξε τα δεκαετίες λιµνάζοντα νερά, ανέτρεψε τα προνόµια και αγωνίστηκε να διώξει τους αργυραµοιβούς από το χώρο της Εκκλησίας.
Η Λάρισα µετά από αιώνες γνώρισε τον ποιµένα, τον πατέρα και επίσκοπο που η παρουσία του και το σχήµα του χεριού του αποτελούσαν το χρυσό όχηµα της ευλογίας του Θεού. Ήταν το θυµιατήρι του ουρανίου θυµιάµατος. “Οσµή ευωδίας πνευµατικής”. Ήταν ο ζωντανός κρατήρας της αγιότητας. Ο “Πνευµατέµφορος” και αγωγός του Παναγίου Πνεύµατος. Ευλογούσε µε το τίµιο χέρι του, αγίαζε µε την καθαρότητα του βίου του, ζωογονούσε µε τις αρχιερατικές πράξεις του. Η επισκοπική του ευλογία δεν ήταν µια εικονική πράξη, δεν ήταν συνήθης κίνηση, δεν ήταν µια θεατρική ενέργεια. Ήταν µια ενεργοποίηση του µεγάλου και ανεκτίµητου υπουργήµατος που λειτουργεί µέσα στην ατµόσφαιρα του Μυστικού Δείπνου.
Το χέρι του ήταν χέρι της ουράνιας ευλογίας. Μ’ αυτό πρόσφερε και βάσταζε τα Τίµια Δώρα. Μ’ αυτό µετέφερε την ευλογία του Ουρανού και τη Χάρη των Θείων Δωρεών στο συναγµένο λαό. «Η χάρις του Κυρίου ηµών Ιησού Χριστού και η αγάπη του Θεού και Πατρός και η κοινωνία του Αγίου Πνεύµατος είη µετά πάντων ηµών».
Το έργο του, για την ολιγόχρονη (6 χρόνια) παραµονή στη Λάρισα, σε µια µητρόπολη διαλυµένη από τους προκατόχους του, (διαχειριστικά, οικονοµικά, διοικητικά…) υπήρξε ΤΕΡΑΣΤΙΟ και ανεπανάληπτο, χωρίς να απλώσει χέρι για βοήθεια ούτε από το κράτος, ούτε από χαράτσια στους ναούς, ούτε από άλλη πηγή.
Κατόρθωσε µε την τίµια, τη σφιχτή και διάφανη διαχείριση να ανεγείρει αυτό το µεγαθήριο οικοδόµηµα, το µεγαλύτερο που είχε γίνει µέχρι τότε στη Λάρισα. Το Οικοτροφείο 100 παιδιών πλήρως εξοπλισµένο και µε τις καλύτερες προδιαγραφές, η τραπεζαρία ήταν χωρητικότητας πάνω από 150 παιδιών.
Διαµόρφωσε το χώρο της Αγίας Παρασκευής όπως είναι και µέχρι σήµερα.
Ενίσχυσε οικονοµικά την ανακατασκευή και αναστήλωση του διαλυµένου Μοναστηρίου του Αγίου Δηµητρίου Στοµίου.
Βοήθησε στην µετατροπή του Προφήτη Ηλία Αµπελακίων από µικρό εκκλησάκι σε εκκλησιαστικό χώρο άνετο, και αρκετά ακόµα.
Κατάφερε µε ευσυνειδησία και τιµιότητα η τσέπη του κάθε µήνα να γίνει ταµείο φιλανθρωπίας και αλληλεγγύης σε πάνω από 150 οικογένειες, οι οποίεςέπαιρναν το φακελάκι µε χρηµατική βοήθεια. Η πυρωµένη καρδιά του λαµπαδοδροµούσε από αγάπη για τον κάθε πάσχοντα αδελφό…
Στα 150 χρόνια από την απελευθέρωση µέχρι ηµερών Θεολόγου (1968) στη Μητρόπολη Λάρισας και 50 χρόνια (από 1974) µετά Θεολόγου έως τις ηµέρες σας υπάρχει παντελής απουσία επενδυτικού έργου, ούτε µια µικρή στέγη δεν προστέθηκε από το ταµείο της Μητρόπολης και ούτε ένα απλό τούβλο δε λασπώθηκε. Όλοι οι επίσκοποι που πέρασαν από τη µητροπολιτική καθέδρα, έταζαν και ξαναέταζαν οικοδοµές µεγαλόπρεπες, βαβυλώνες ανέφικτης πρωτοτυπίας και άρρητης οµορφιάς, βασιλειάδες θεαµατικές, τολµηρές προγραµµατικές εξαγγελίες. Οι πιστοί που άκουγαν τις εξαγγελίες άνοιγαν το χέρι και την καρδιά τους και πρόσφεραν τη δωρεά, για να δουν κάποια υποδοµή αποστολικού έργου. Και όλα αυτά ήταν ένα κοµπολόι υποσχέσεων µε κούφιες χάνδρες. Τα µυθώδη, προσωπικά εισοδήµατα του δεσπότη και ιδιαίτερα από µεγάλες µητροπόλεις, δεν τα έχει µήτε µεγαλέµπορος, µήτε µεγαλοβιοµήχανος, µήτε µεγαλοϊδιοκτήτης.
Θα σταµατήσω εδώ τη χαρτογράφηση των πολλών δεσποτικών εισοδηµατικών διαδροµών που τρέχουν- τρέχουν απ’ όλες τις µεριές και χάνονται όµως σε κάποιο µυστικό φαράγγι ή στουπώνουν κάποιες offshore εταιρίες.
Στον πνευµατικό τοµέα το πέρασµα του π. Θεολόγου, ως µητροπολίτη Λάρισας υπήρξε µια όαση, επιστρατεύοντας όλες τις ορθόδοξες πνευµατικές δυνάµεις στο έργο της κατήχησης και του ευαγγελισµού του ποιµνίου. Οι σκοτεινές δυνάµεις και τα µυστικά κέντρα εξουσίας που τον παρακολουθούσαν κατά πόδας, δεν τον άντεξαν και µε την πρώτη ευκαιρία του έκοψαν απότοµα το δρόµο. Ήταν ο Μαύρος Μήνας και η αποφράδα ηµέρα 11 Ιουλίου 1974, που θα παραµείνει στο σκευοφυλάκιο της ιστορίας ως απάνθρωπη και φρικτή, στιγµατίζοντας το έγκληµα των 12 αγίων επισκόπων που διώχθηκαν χωρίς λόγο, χωρίς δίκη, χωρίς απολογία, µε µια µόνο συντακτική κρατική παράνοµη πράξη, που οι επόµενες γενιές θα διαβάζουν και θα καταθέτουν το αµείλικτο “κατηγορώ”.
Ο πιστός λαός όµως που έχει αδιάφωτο κριτήριο, κάρφωσε το βλέµµα στο φωτεινό αυτό πρόσωπο του π. Θεολόγου, ρούφηξε µε εµπιστοσύνη το λόγο και τις πράξεις του, τον πλησίασε ασπάσθηκε µε βαθύ σεβασµό το χέρι του, ξεκουράστηκε µε την επισκοπική ευλογία του. Αυτό βεβαιώνει την απόλυτη αρµονία και σχέση µεταξύ επισκόπου και λαού Ποιµένος και ποιµενόµενων.
Αυτή την αρµονία πάλεψαν σκληρά όλοι αυτοί οι σκοτεινοί κύκλοι να τη σπάσουν ως ενότητα, να διακόψουν τη ροή της ουράνιας ευλογίας από το καθαρό χέρι του επισκόπου π. Θεολόγου. Να αλλοιώσουν τον οικογενειακό χαρακτήρα της Εκκλησίας, να εµπορευµατοποιήσουν τη λειτουργική ζωή και να µεταποιήσουν την ευχαριστιακή κοινότητα σε εξάρτηση µιας διεφθαρµένης εξουσίας.
Οι σκοτεινές δυνάµεις σε συνεργασία µε τη διεφθαρµένη παλαιά αποµείνασα εκκλησιαστική εξουσία απώθησαν βίαια τον π. Θεολόγο και στη θέση του διόρισαν έναν παρείσακτο ρασοφόρο, το όνοµά του αρχαγγελικό (Σεραφειµ Ορφανός) άσχετο µε την ευαισθησία της Ορθοδόξου παραδόσεως και περιφρονητή των Ιερών Κανόνων. Η φήµη του τον είχε εντάξει στα απορρίµµατα της ιερωσύνης και τα ενδιαφέροντά του ήταν έξω από την Εκκλησία.
Έµεινε στη Λάρισα ως δεσπότης 16 χρόνια, το έργο του “πολυσχιδές” και “πολυδιάστατο” άρτι αφιχθείς στη Λάρισα άρχισε να µαζεύει χρήµατα, για να ξεπληρώση τα χρέη που τον κυνηγούσαν, διπλασίασε τους κωδικούς είσπραξης από τους ναούς, πολλαπλασίασε τα ποσοστά στις τριµηνίες, µάζεψε ό,τι παλαιά αλλά µεγάλης αρχαιολογικής, ιστορικής, πνευµατικής και χρηµατικής αξίας υπήρχαν στους ναούς (εικόνες, σκεύη, αντικείµενα και άδειασε τους ναούς από ιστορικά και άλλα ιερά κειµήλια),για να φτιάξει δήθεν Μουσείο και αντί µουσείου… εξαφανίζονταν, πήγαινε τακτικά ταξίδια στο εξωτερικό και στο γυρισµό φόρτωνε τις µίτρες, πατερίτσες µε πολύτιµα πετράδια και αφού τα ξεκάρφωνε, τα µεταπωλούσε. Παζάρευε τις πλούσιες ενορίες και το νεκροταφείο και πολλά, πάρα πολλά ακόµα που δε γράφονται!
Το έργο του! Όλα τα χρόνια αγόραζε ακίνητα (είχε το παρατσούκλι “τσιφλικάς”) Τα αποταµιευµένα χρήµατα του ήταν το κεράκι του πτωχού, της χήρας, του ορφανού…, ώσπου στις 13 Σεπτεµβρίου 1989 ακούστηκε η φωνή του Θεού: «άφρον ταύτην τη νυκτί την ψυχήν σου απαιτούσιν από σου· α δε ητοίµασας τίνι έσται;» (Λουκ. 12, 20). Και φεύγοντας πήρε “µαζί του”περί τα 49 ακίνητα, δικά του της αδελφής, του ανεψιού του (καταστήµατα, διαµερίσµατα, οικόπεδα, αγροτεµάχια…) εκτός από τις βίλες στο Μαραθώνα, στην Εκάλη και το διαµέρισµα στη Λυών της Γαλλίας και µερικά εκατοµµύρια σε µετρητά στις τράπεζες (σχετικά υπάρχει δηµοσίευµα, φ. 189, Φεβρ. 2013).
Ο πνευµατικός του πατέρας, αρχιεπίσκοπος Σεραφείµ, έτρεξε αµέσως να προλάβει, µην ανοίξει ο βόθρος και βρωµίσει το πανελλήνιο και διόρισε στη θέση του το Δηµήτριο Μπεκιάρη, άνθρωπό τους που διετέλεσε για χρόνια Πρωτοσύγκελός τους.
Ο λαός δεν τον δέχθηκε και βγήκε στους δρόµους, οι αρχές, τα σκοτεινά κέντρα (µασονία, Ρόταρυ, Χαν, ΜΜΕ…) µπήκαν µπροστά να τον στηρίξουν και να τον καθιερώσουν. Ο ίδιος έβριζε και απειλούσε τους πάντες και τα πάντα: «Είναι ψεύτες (αποκαλούσε τους Λαρισαίους που αντιδρούσαν), είναι συκοφάντες… είναι άνθρωποι που δεν πιστεύουν πουθενά… αλλά θα δείτε ποιο θα είναι το τέλος…».«Αντί οποιουδήποτε τιµήµατος θα µείνω. Και να γνωρίζουν ότι µόνον, εάν δουν το σβέρκο τους, τότε θα φύγει ο Δηµήτριος από τη Λάρισα» (30/4/90).
Ο αρχιεπίσκοπος Σεραφείµ και όλο το διεφθαρµένο εκκλησιαστικό κατεστηµένο, κινητοποίησαν όλα τα σκοτεινά πρόσωπα και επιστράτευσαν όλο το φάσµα των “παραγόντων” και “υποπαραγόντων”, τους πρωταγωνιστές και κοµπάρσους της πολιτικής ζωής. Όφεις της θεολογικής υποκουλτούρας, ο καθένας χωριστά και όλοι µαζί στρατεύτηκαν να καθιερώσουν την παρανοµία και να επηρεάσουν τη Δικαστική συνείδηση.
Εκείνοι όµως, σκυµµένοι στους Νόµους και προσδεµένοι στους όρκους, επιτέλεσαν ένα ιερό καθήκον, δικαίωσαν µια αδικία και αποκατέστησαν τη νοµιµότητα. Η απόφαση του Σ.τ.Ε (3795/1990) που βγήκε στις 11 Οκτωβρίου 1990 και δηµοσιεύθηκε στις 30 του ίδιου µήνα, ακύρωσε την εκλογή και την εγκατάσταση του Δηµητρίου Μπεκιάρη ως Μητροπολίτη Λάρισας και αποκαθιστούσε τον άδικα, παράνοµα και αντικανονικά διωχθέντα π. Θεολόγο.
(Για το θέµα αυτό θα έχουµε πλήρες ρεπορτάζ σύντοµα για τον καθηρηµένο φερόµενο ως Μητροπολίτη Λάρισας Δηµ. Μπεκιάρη).
Αυτή τη στιγµή δεν έχω το χώρο και το χρόνο να φωτογραφίσω όλο το φάσµα του ζόφου και των µηχανορραφιών του Σεραφείµ και της κλίκας ενάντια στον άγιο Θεολόγο, που ο µεν Σεραφείµ τον έβριζε και χυδαιολογούσε σε βάρος του, ο δε, π. Θεολόγος, τον ευλογούσε και τον συγχωρούσε! «Ο Θεός να τον ευλογεί»,«ο Θεός να τον συγχωρεί». Ο Θεός… έλεγε και ξανάλεγε για το Σεραφείµ! Αυτός όµως δεν έβρισκε ηρεµία και ανάπαυση και δεν είχε ύπνο χωρίς να κακοποιεί. «Εί δώσω ΄ύπνον τοις οφθαλµοίς… και ανάπαυσιν τοις κροτάφοις…»(Ψαλµ. 131, 4). Η µόνη σκέψη και επιδίωξή του ήταν πώς να συντρίψει οριστικά του π. Θεολόγο.
Η αυταρχικότητα και η αυθαιρεσία έφθασε στο ζενίθ! Οι διαδικασίες και οι µηχανορραφίες µε τη βοήθεια της Λιάνη-Παπανδρέου, του Προέδρου του ΣτΕ και του υπουργού Παιδείας, ποδοπάτησαν κάθε έννοια δικαίου, κουρέλιασαν, ξέσκισαν τους Ιερούς Κανόνες, διέγραψαν τις πάνω από 30 αποφάσεις οµόφωνες του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Χώρας (ΣτΕ) και προχώρησαν µε µια εκβιαζόµενη οµήγυρη δεσποτάδων στην “εκλογή”-διορισµό (25/5/1994) µητροπολίτη Λάρισας το γραµµατέα του στην Ιερά Σύνοδο, Ιγνάτιο Λάππα.
Δεν πρόλαβαν όµως να φάνε τα γλυκά και έρχεται το Ανώτατο Δικαστήριο (ΣτΕ) και µε την απόφαση-καταπέλτη. «Αναστέλλει την εκλογή του αρχιµανδρίτη Ιγνατίου Λάππα ως µητροπολίτου Λαρίσης και Τυρνάβου» (απόφ. 407/94).
Το τι ακολούθησε! Δεν υπάρχει γραφίδα να τα περιγράψει. Ο ιστορικός που θα τολµήσει να αποτιµήσει τα γεγονότα της περιόδου, θα µείνει εµβρόντητος, θα πνιγεί από τις αναθυµιάσεις, θα χαθεί µέσα στη Ζούγκλα της αυθαιρεσίας. Θα βρίσκει τη µια σελίδα πιο µελανή από την άλλη, τη µια πράξη βίας και αυταρχισµού πιο σκοτεινή από την προηγούµενη.
Ο Σεραφείµ έπασχε από το σύνδροµο του Ηρώδη, εκείνος αποκεφάλισε τον Πρόδροµο Ιωάννη και η σκιά του αποκεφαλισµού τον κυνηγούσε. Και εδώ φώναζε: «Να πάει ο Θεολόγος να κόψει το λαιµό του» και µε τη σκέψη µόνο Θεολόγος, κράδαινε το χατζάρι.
Και για να µην αντιδρά ο λαός υπερασπιζόµενος το δίκαιο, έπεισαν το θεοφοβούµενο υπουργό Στ. Παπαθεµελή και έβγαλε τα ΜΑΤ, για να καταπνίξει τη νοµιµότητα, την κανονικότητα και το δίκαιο.
Όταν συνεδρίαζε το Συνοδικό Βουλευτήριο, τα ΜΑΤ του Παπαθεµελή περιστοίχιζαν ολόκληρο το τετράγωνο της Μονής Πετράκη και άλλοι ακροβολίζονταν στους γύρω δρόµους, κλείνοντας κάθε διάβαση προς το Συνοδικό Μέγαρο, εµποδίζοντας έτσι κάθε πρόσβαση ή διέλευση.
Ενώ µέσα στους ναούς τελούνταν η Θεία Ευχαριστία και ο λειτουργός ιερέας ή αρχιερέας έδινε το πρόσταγµα: «Αγαπήσωµεν αλλήλους, ίνα έν οµονοία οµολογήσωµεν» έξω οι σταλµένοι γκλοπ µατατζίδες του Παπαθεµελή έσπερναν τον τρόµο, για να φιµώνουν τις διαµαρτυρίες, ώστε να έχουν ασφάλεια και ησυχία οι παράνοµοι νοµείς της εξουσίας.
Την ηµέρα της χειροτονίας του φιλόδοξου ρασοφόρου Ιγνατίου Λάππα στο Μητροπολιτικό Ναό των Αθηνών, τα ΜΑΤ του Παπαθεµελή είχαν εντολή να ξυλοφορτώνουν κάθε διαµαρτυρόµενο από τα παιδιά του Θεολόγου. Έτσι τα ΜΑΤ, σκληρά και ανάλγητα άρχισαν από νωρίς το πετσόκοµµα. Οι δρόµοι και τα πεζοδρόµια βάφτηκαν µε αίµα και δεκάδες έστειλαν στα Νοσοκοµεία.
Ο χειροτονηµένος βγήκε από το ναό, κοίταξε γύρω, είδε τα γκλοπ να κραδαίνουν στα κεφάλια των άοπλων διαµαρτυροµένων, τα δε πλακόστρωτα γεµάτα αίµατα και αυτός µε ένα χαζοχαµόγελο, – σε ερώτηση δηµοσιογράφου – είπε:«Ας χαρούµε σήµερα». Ω Θεέ µου! Δηλαδή τί; Ας χαρούµε το αιµατοκύλισµα;
Ακολούθησε η ενθρόνιση! Ποια ενθρόνιση; Αφού η εκλογή του ανεστάλη, Προεδρικό Διάταγµα – όπως προβλέπει ο Καταστατικός Χάρτης (άρθρο 16 παρ. 1) και ο Νόµος του Κράτους – δεν υπήρχε, τα πάντα ήταν παράνοµα και όµως επιστράτευσαν όλες σχεδόν τις αστυνοµικές δυνάµεις της χώρας, τις ειδικές µονάδες των ΕΚΑΜ και µε τους σκληροτράχηλους των ΜΑΤ προχώρησαν µε το έτσι θέλω στην “ΕΝΘΡΟΝΙΣΗ”.
Το τι έγινε δεν περιγράφεται!!! Ενώ µέσα στο Μητροπολιτικό Ναό του Αγίου Αχιλλείου µπαίναν µόνο µε ειδικές προσκλήσεις, για να επισηµοποιήσουν την παρανοµία και µε τις γλυκόµολπες ψαλµωδίες και τα “άξιος” πάσχιζαν να φιµώσουν την κανονικότητα.
Έξω, όχι µονάχα τον περίγυρο του ναού αλλά σε όλους τους δρόµους και παρόδους σε µια ακτίνα και χιλίων µέτρων οι ατελείωτες διµοιρίες των ΜΑΤ και τα όργανα της καταστολής ξυλοφόρτωναν, όποιον σήκωνε το χέρι της διαµαρτυρίας. Οι δρόµοι και τα πεζοδρόµια γέµισαν από αχνό αίµα, παιδιών, νέων γυναικών, ανδρών και γερασµένων κορµιών. Τα νοσοκοµειακά αυτοκίνητα µε τις σειρήνες να ουρλιάζουν, µάζευαν και κουβαλούσαν τους τραυµατίες και τα θύµατα της δεσποτικής θηριωδίας κατά δεκάδες στα νοσοκοµεία.
Απολογισµός! Πάνω από εκατόν πενήντα (150) βαριά τραυµατισµένοι, καταγεγραµµένοι στα συµβάντα των Νοσοκοµείων. Άλλοι τόσοι ελαφρύτερα και πολύ περισσότεροι αυτοί που δε ζήτησαν Νοσοκοµειακή βοήθεια ή κατέφυγαν σε ιδιωτικά ιατρεία.
Αν ρωτάτε, γιατί έγιναν όλα αυτά; Λογική δεν υπάρχει, ούτε είµαστε σε θέση να δώσουµε κάποια εξήγηση. Πως ένα κράτος, µια πολιτεία, να προσπαθεί να επιβάλει την παρανοµία, να αγνοεί το Σύνταγµα, το Ανώτατο Δικαστήριο της χώρας, τους Νόµους, τους Ιερούς Κανόνες και, και… βάλε!!! Εσείς βάλτε στο µυαλό σας, όποια υποψία κρίνετε σωστή και λογική!
Υπάρχει όµως εξήγηση! Ή µάλλον παρ’ εξήγηση που είναι ο δαιµονικός παραλογισµός, που ο διάβολος µε τα όργανά του έβλεπαν την αγιότητα Θεολόγου και δεν άντεχαν και έτσι έσπρωξαν τον Ιγνάτιο, ένα αρχοµανές και φιλόδοξο πρόσωπο, για να εξοβελίσουν τον π. Θεολόγο και έτσι αυτός να καταλάβει το θρόνο, να πατήσει το πόδι του στα σκαλοπάτια της ιερής έπαλξης, να κατακτήσει τη σφραγίδα και το δικαίωµα της υπογραφής, ώστε να γίνει ο δυνάστης των ψυχών και ο διαχειριστής του Ιερού πλούτου.
Δε γνωρίζω αν µέχρι το τέλος του το κατάλαβε ο µακαρίτης Ιγνάτιος, διότι: Το αρχιερατικό του χέρι της ευλογίας µεταποιήθηκε σε όργανο βίας. Η αρχιερατική του στολή µολύνθηκε µε το αίµα. Αντί να προσφέρει θεραπεία στο εκκλησιαστικό σώµα της, πρόσθεσε πληγές. Την ολοκάρδια δοξολογία της Εκκλησίας τη µετέτρεψε σε θρηνωδία, την αναίµακτη ιερουργία την ανέµιξε µε τις αιµάτινες ρανίδες των νεοµαρτύρων. Το χέρι αυτό πια δεν µπορούσε να ευλογεί, ήταν ανάπηρο, ήταν σφραγισµένο µε τις πράξεις του εγκλήµατος. Δεν ήταν πλέον χέρι πατέρα, δεν ήταν χέρι ποιµένα, δεν ήταν χέρι επισκόπου που µπορούσε να µεταφέρει τη χάρη του Παναγίου Πνεύµατος, ήταν χέρι δηµίου που το άπλωσε και συµµάχησε µε δυνάµεις της βίας και της καταστολής και µε οδηγό τα τάγµατα των δαιµόνων αγωνίστηκαν να εξαφανίσουν την αγιότητα π. Θεολόγου να πατάξουν και αυτούς να αγωνίζονταν γι’ αυτή την αγιότητα.
Ηµέρες, εβδοµάδες, µήνες, χρόνια ακούγεται ως “φωνή βοώντος εν τη ερήµω”
ΛΑΛΕΙ – ΛΑΛΕΙ και µη ΣΙΩΠΑΣΕΙΣ
Eφ. Αγώνας
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου