Σάββατο, 25 Μαρτίου 2017

Διαβαστε την ομιλια του φλογερου ιεροκηρυκος και δεν θα μετανοιωσετε.



Λόγος περί πίστεως (Ηλία Μηνιάτη (1669-1714), Επισκόπου Κερνίκης και Καλαβρύτων).

 

 

Μα τέτοια αλλοίωση, τέτοια μεταβολή, τίνος είναι κατόρθωμα; Χωρίς καμιά αμφιβολία, «αύτη η αλλοίωσις της δεξιάς του Υψίστου». Τούτο το μεγάλο έργο πώς έγινε; Βεβαιότατα «δεξιά Κυρίου εποίησε δύναμιν». Ναι, η δεξιά του Κυρίου ήταν εκείνη που αύξησε την Ορθοδοξία «ουκ εν πειθοίς ανθρωπίνης σοφίας λόγοις, αλλ’ εν αποδείξει πνεύματος και δυνάμεως». Η δεξιά του Κυρίου ήταν αυτή που έκανε ώστε η μία γλώσσα των Αποστόλων να ακούεται από διαφορετικά έθνη. Αυτή ήταν όπου με τα χέρια των Αποστόλων έπεφταν οι ναοί των ειδώλων, συντρίβονταν τα είδωλα, πίστευαν οι ειδωλολάτρες. «Διά των χειρών των Αποστόλων εγίνοντο σημεία και τέρατα εν τω λαώ πολλά».

Σημεία: Γιατρεύονταν άρρωστοι, καθαρίζονταν λεπροί, ανασταίνονταν νεκροί, εδιώκοντο ακάθαρτα πνεύματα.
Τέρατα: Λιοντάρια φιλούν τα πόδια αγίων ανδρών, μάρτυρες παραμένουν ακατάφλεκτοι μέσα στη φωτιά, παρθένοι πολεμούν με θηρία και τα δαμάζουν. Βουνά ασάλευτα περπατούν, θάλασσα φουρτουνιασμένη γαληνεύει με την προσευχή ενός χριστιανού! «Σημεία και τέρατα εν τω λαώ πολλά»!
Ελάτε τώρα σεις οι άθεοι, ελάτε σεις οι άπιστοι, ελάτε σεις οι ασεβείς, ελάτε όλοι σεις οι εχθροί της ορθοδόξου μου Πίστεως.
Όσες ακτίνες έχει ο ήλιος, τόσες είναι και οι αποδείξεις που βεβαιώνουν πως αυτή η πίστη που πιστεύω είναι η αληθινή πίστη.
Πλην όμως θέλω να σας προβάλω ένα επιχείρημα: Τα θαύματα αυτά με τα οποία εγώ ισχυρίζομαι πως ο Θεός αύξησε την πίστη των χριστιανών, έγιναν πράγματι ή δεν έγιναν;
Αν πράγματι έγιναν, άρα αυτή η πίστη είναι η αληθινή πίστη του Θεού, ένεκα της οποίας ο Θεός έκαμε τόσα θαύματα.
Αν δεν έγιναν, πως είναι δυνατόν μια τέτοια πίστη, μια διδασκαλία τόσο δύσκολη στο νου, ένας νόμος τόσο βαρύς στη θέληση, να εξαπλωθεί σ’ όλη την οικουμένη χωρίς καν θαύματα; Αυτό ακριβώς είναι θαύμα ακόμη μεγαλύτερο, μάλιστα είναι το θαύμα των θαυμάτων. Και εφ’ όσον ούτως η άλλως είναι θαύμα, τούτο είναι έργο του Θεού. «Δεξιά Κυρίου εποίησε δύναμιν».
Αν λοιπόν η ορθόδοξη πίστη είναι θεία ως προς την αρχή της, είναι θεία και ως προς την αύξησή της, μήπως δεν είναι τάχα θεία και στην στερέωσή της;
Το Πανάγιο Πνεύμα εμφανέστατα εξεικόνισε τη μυστηριώδη οικοδομή της αγίας μας Εκκλησίας με το στόμα του Σολομώντος: « Η Σοφία ωκοδόμησεν εαυτή οίκον και υπείρησε στύλους επτά».
Η Σοφία… μα ποιά σοφία τάχα; Η σοφία των ανθρώπων; Η σοφία των αγγέλων; Όχι, λέει ο Απόστολος Παύλος: «Σοφία, ην ούδεις των αρχόντων του αιώνος τούτου έγνωκε». Η αληθινή, η υπέρ φύσιν και υπέρ άνθρωπον οικοδομή της Εκκλησίας δεν ήταν δυνατόν να είναι εφεύρημα κτιστής σοφίας. Είναι επομένως αυτή αύτη η ανωτάτη Σοφία του Θεού.
Αυτή που με στάθμη, μέτρο και αριθμό έκτισεν αρρήτως τα πάντα. Αυτή που κάθεται στον ουρανό επί θρόνου δόξης και προσκυνείται από τους αγγέλους. Αυτή «ωκοδόμησεν εαυτή», έκτισε εδώ στη γη «οίκον» για να προσκυνείται, και από τους ανθρώπους. ΄Εκτισε οίκο προσευχής οίκον αγιασμού, οίκον σωτηρίας, την Εκκλησία. Και έβαλε θεμέλιον αυτού του οίκου Του την ομολογία εκείνη που σήμερα ακούσατε από τον Ναθαναήλ: «Ραββί, συ ει ο Υιός του Θεού».
Είναι η ίδια που έκανε και ο Πέτρος, όταν ομολόγησε: «Συ ει ο Χριστός ο Υιός του Θεού του ζώντος».
Μαθαίνουμε, λοιπόν, πως αυτός ο Υιός του ζώντος Θεού, αυτός που με την καρδιά μας πιστεύουμε και με το στόμα ομολογούμε, είναι το βασικό θεμέλιο της Εκκλησίας, είναι ο ακρογωνιαίος λίθος, η ασάλευτη και αρραγής πέτρα της πίστεως.
Με αυτό τον τρόπο προφητεύει ο Ησαΐας: «Ιδού τίθημι υμίν λίθον ακρογωνιαίον, εκλεκτόν, έντιμον, και ο πιστεύων εις αυτόν ου μη καταισχυνθή». Το αυτό προφητεύει και ο Δαυΐδ: «Λίθον, ον απεδοκίμασαν οι οικοδομούντες, ούτος εγεννήθη εις κεφαλήν γωνίας». Το ίδιο μας διδάσκει ο Απόστολος Παύλος: «Θεμέλιον γαρ άλλον, ουδείς δύναται θείναι παρά τον κείμενον, ος εστιν Ιησούς ο Χριστός». Έτσι ερμηνεύει ο Θεοδώρητος στον τρίτο λόγο του Άσματος των Ασμάτων, ο Μέγας Βασίλειος στο λόγο περί Μετανοίας και στο Πρόσεχε σεαυτώ, ο Ιερός Χρυσόστομος στην ερμηνεία του Ματθαίου και πολλοί άλλοι διδάσκαλοι της Πίστεως.
Ο Κύριος παριστά αυτή την στερέωση του μυστικού οίκου αλληγορικά. Λέει πως ο φρόνιμος άνθρωπος «εθεμελίωσε την οικίαν αυτού εις την πέτραν. Και κατεβη η βροχή και ήλθον οι ποταμοί και επνευσαν οι άνεμοι και προσέπεσαν τη οικία εκείνη και η οικία ουκ έπεσε, τεθεμελίωτο γάρ επί την πέτραν». Οικία θεμελιωμένη επάνω στην πέτρα, στερεά και ασάλευτη είναι η Εκκλησία του Χριστού, κτισμένη από το Φρόνιμο, τον Πάνσοφο, τον Θείον Αρχιτέκτονα.
Με τρεις τρόπους επεχείρησε ο διάβολος να την γκρεμίσει. Με βροχή, για να την καταποντίσει. Με ποταμούς, για να την ξεθεμελιώσει. Μα ανέμους, για να την κατεδαφίσει.
Αυτοί οι τρεις εχθροί που ξεσήκωσε για να την πολεμήσουν ήσαν οι Ιουδαίοι, οι τύραννοι και οι αιρετικοί.
Πρώτα-πρώτα κατέβηκε η βροχή, ο φθόνος δηλαδή των Ιουδαίων. Αυτοί που σταύρωσαν τον Κτίστη της οικίας, φαντασθείτε πόσο μισούσαν τους συνεργούς Του, τους μαθητές. Το όνομα του Χριστού, που φανερά πια εκηρύττετο, τους κάρφωνε την καρδιά. Το μεγαλείο της Εκκλησίας, που αυξανόταν καθημερινά εις βάρος της Συναγωγής, τους φαρμάκωνε τη ψυχή.
Είναι αδύνατον να περιγράψει κανείς πόσες επιβουλές, πόσες συκοφαντίες, πόσους διωγμούς, πόσους πολέμους έκαναν εναντίον των Αποστόλων και των νέων χριστιανών.
Όπως όλοι γνωρίζετε, ο κατακλυσμός που στα παλιά εκείνα χρόνια καταπόντισε όλη τη γη, κράτησε σαράντα μερόνυχτα. Ο κατακλυσμός του Ιουδαϊκού φθόνου κράτησε σαράντα χρόνια με σκοπό να καταποντίσει την Εκκλησία. Αλλά καθώς τότε η Κιβωτός δεν καταποντίσθηκε αλλ’ όσον αυξανόταν η βροχή, τόσο υψωνόταν η Κιβωτός, η οποία αβλαβής «επεφέρετο επάνω του ύδατος», έτσι ακριβώς και η Εκκλησία δεν βλάφτηκε διόλου απ’ το φθόνο των Ιουδαίων. Όσο αυξανόταν ο φθόνος των Ιουδαίων, τόσον αυξανόταν και η πίστη των χριστιανών. Αλλ’ οι Ιουδαίοι γρήγορα εξολοθρεύθηκαν από τα στρατεύματα των Ρωμαίων και έτσι έπαυσε η βροχή.
Μα ήλθαν οι ποταμοί. Ποταμοί θεόρατοι και μεγάλοι. Ποταμοί που έτρεχαν όχι με νερά αλλά με τα αίματα των σφαγμένων χριστιανών. Αυτοί είναι οι τύραννοι της Παλαιάς και της Νέας Ρώμης, οι χριστιανομάχοι, οι διώκτες της πίστεως που όρμησαν με ένα φοβερό διωγμό να γκρεμίσουν εκ θεμελίων την Εκκλησία.
Ξέρετε πόσοι ήσαν; Δέκα οκτώ τον αριθμό. Οι σημαντικότεροι ήσαν: Νέρων, Δομετιανός, Τραϊανός, Αντωνίνος, Μάρκος Αυρήλιος, Αυρηλιανός, Μαξιμιανός, Λικίνιος, Κώνστας, Ιουλιανός ο Παραβάτης, Ουάλλης, Λέων ο Ίσαυρος, Κωνσταντίνος ο Κοπρώνυμος και Θεόφιλος ο Εικονομάχος.
Ξέρετε πόσον καιρό διάρκεσε ο διωγμός; Πεντακόσια χρόνια και περισσότερα. Ξέρετε πόσοι μαρτύρησαν κάτω από τόσους τυράννους και στα τόσα χρόνια;
Μετρήστε τα άστρα του ουρανού ή την άμμο της θάλασσας. Αν ο Θεός διατηρούσε τα αίματα τόσων χριστιανών, που μαρτύρησαν για την πίστη του Χριστού, θα γινόταν μια Ερυθρά θάλασσα αγίων αιμάτων.
Καλά λοιπόν. Ήλθαν οι ποταμοί. Τι έκαμαν; Πέρασαν, αφανίσθηκαν οι τύραννοι, έπεσαν βασιλείς και βασιλείες, «απώλετο το μνημόσυνον αυτών μετ’ ήχου». Οι χριστιανοί φονευόμενοι πληθύνονταν, διωκόμενοι αυξάνονταν. Πολεμούμενοι στερεώθηκαν, πειραζόμενοι λαμπρύνθηκαν περισσότερο στην αρετή.
Κατόπιν έπνευσαν οι άνεμοι.
Ήλθαν οι αιρετικοί που ξεσηκώθηκαν απ’ όλα τα μέρη του κόσμου. Άνεμοι στ’ αλήθεια σφοδροί στη γνώμη, αντίθετοι στην Ορθοδοξία, αντίθετοι και αναμεταξύ τους. Με τις διάφορες αιρέσεις τους έφεραν μεγάλη ζάλη στην Εκκλησία του Χριστού.
Αυτοί είναι άπειροι στον αριθμό και μου είναι αδύνατον να τους μετρήσω.
Θ’ απαριθμήσω μόνον τους πιο σπουδαίους απ’ αυτούς: Γνωστικοί, Οφίτες, Μοντανιστές, Σαβελλιανοί, Χιλιαστές, Παυλιανοί, Μανιχαΐοι, Δονατιστές, Αρειανοί, Ευνομιανοί, Ανθρωπομορφίτες, Μακεδονιανοί, Πελαγιανοί, Νεστοριανοί, Διοσκορίτες, Σεβηριανοί, Μονοθελήτες, Εικονομάχοι, Λουθηρανοι και Καλβινιστές.
Ο ένας βλασφημεί γενικώς εναντίον του Θεού, ο άλλος εναν¬τίον του Πατρός, άλλος εναντίον του Υιού και άλλος εναντίον του Αγίου Πνεύματος. Άλλος εναντίον των Μυστηρίων. Όλοι εκ συμφώνου κινούνται, ορμούν, μάχονται κατά της Εκκλησίας του Χριστού.
Ποιός μπορεί να διηγηθεί τις τόσες Συνόδους, τα τόσα συνέδρια, τις τόσες διαλέξεις; Τους πολέμους, τα σκάνδαλα, τα σχίσματα, τους θορύβους, τις ταραχές, τις εξορίες, τους θανάτους;
Αλλ’ επί τέλους κατέπεσαν και οι άνεμοι, εξουδετερώθηκαν οι αιρετικοί και οι αιρέσεις. Έπαυσε η ζάλη, ακολούθησε η ειρήνη. Ιδού η Ορθοδοξία λάμπει καθαρή και αμόλυντη στην Εκκλησία του Χριστού. Έπεσε η βροχή, ήλθαν τα ποτάμια, έπνευσαν οι άνεμοι, αλλ’ ο οίκος του Χριστού, η Εκκλησία δεν έπεσε. Στέκει στερεή και ασάλευτη: «τεθεμελίωτο γαρ επί την πέτραν». Είναι θεμελιωμένη επάνω στην αρραγή ακρογωνιαία πέτρα, τον Χριστό, τον Υιό του Θεού του ζώντος και «πύλαι άδου, ου κατισχύσουσιν αυτής».
Άραγε αυτή δεν είναι μια θεία στερέωση; Κι’ εκείνη που την στερέωσε δεν είναι η δεξιά του Υψίστου; Ναι «δεξιά Κυρίου εποίησε δυναμιν».
Ω πίστη των χριστιανών που είσαι θεία κατά την αρχήν, θεία κατά την αύξηση, θεία στη στερέωση, όλη θεία!
Εσύ ξεκίνησες από τον Θεό, εσύ αυξήθηκες από τον Θεό, εσύ στερεώθηκες από τον Θεό.
Εσύ είσαι η αληθινή διδασκαλία. Όποιος σε αποδέχεται, εκείνος πιστεύει ορθά στην Εκκλησία. Εσύ είσαι ο σωστός δρόμος. Όποιος περπατήσει σ’ αυτόν, φθάνει σίγουρα στον Παράδεισο.
Χριστιανέ Ορθόδοξε· Έχεις χρέος να ευχαριστείς χίλιες φορές τον Θεό γιατί ευδόκησε να γεννηθείς μέσα σε μια τέτοια πίστη. Ένας παλιός φιλόσοφος ευχαριστούσε τους θεούς για τρία πράγματα: Πρώτον, γιατί γεννήθηκε άνδρας και όχι γυναίκα. Δεύτερον, γιατί ήταν Έλληνας και όχι βάρβαρος. Τρίτον, γιατί ήταν σοφός και όχι άμαθής.
Εσύ έχεις χρέος να ευχαριστείς τον Θεό για τρία άλλα πράγματα: Πρώτον γιατί γεννήθηκες χριστιανός και όχι άπιστος· δεύτερον γιατί είσαι Ορθόδοξος χριστιανός και όχι αιρετικός· τρίτον… έχε υπομονή και θα στο πω στο δεύτερο μέρος.
ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ.
Η πίστη είναι κανόνας της ζωής· όπως ακριβώς πιστεύουμε, έτσι πρέπει και να ζούμε. Γιατί αν υποτεθεί ότι η ζωή μας δεν συμφωνεί με την πίστη μας, τότε η πίστη είναι νεκρή και δεν ωφελεί σε τίποτε. «Τι το όφελος, αδελφοί μου (λέγει ο θείος Ιάκωβος ο αδελφόθεος), εάν πίστιν τις λέγει εχειν, εργα δε μη εχη; μη δύναται η πίστις σώσαι αυτόν; ώσπερ γαρ το σώμα χωρίς πνεύματος νεκρόν εστι, ούτω και η πίστις χωρίς έργων νεκρά έστι».
Και ο Ιερός Χρυσόστομος εξηγώντας εκείνο το ρητό του Χριστού «ου πας ο λέγων μοι Κύριε, Κύριε, εισελεύσεται εις την Βασιλείαν του Θεού, αλλ’ ο ποιών το θέλημα του Πατρός μου», λέγει: «Βούλεται ενταύθα δείξαι ότι η πίστις ουδέν ισχύει χωρίς των έργων». Θέλει δηλαδή να πει ότι η πίστη χωρίς τα έργα είναι ένα λείψανο πίστεως. Δεν ενεργεί σε τίποτε.
Και ο άνθρωπος που πιστεύει ότι είναι χριστιανός, αλλά δεν ζει σαν χριστιανός, ας μη ελπίζει σε σωτηρία. Για να σωθεί χρειάζεται και η αληθινή πίστη και η σωστή ζωή. Μ’ αυτά τα δύο μπορεί να σωθεί. Μ’ αυτές τις δύο φτερούγες μπορεί να πετάξει για τον Παράδεισο.
Μέχρι τώρα είδαμε ποια είναι η πίστη των χριστιανών. Ας δούμε τώρα ποια είναι η ζωή των χριστιανών.
Η πίστη των ως προς την αρχή της, την αύξησή της και τη στερέωσή της είναι όλη θεία. Στη διδασκαλία είναι η μοναδική αλήθεια. Στο νόμο είναι γεμάτη αγιότητα.
Μα ποιά να είναι τάχα η ζωή των χριστιανών;
Των χριστιανών αυτού, του δικού μας καιρού; Ποιά είναι; Εδώ δεν φθάνουν λόγια για να την περιγράψουμε. Εδώ χρειάζονται δάκρυα για να την κλάψουμε.
Ξέρουμε πολύ καλά τι σήμαινε εκείνη η εικόνα που είδε στον ύπνο του ο Βασιλεύς Ναβουχοδονόσωρ. Την έννοια και την εξήγηση μας τη δίδει η ίδια η Αγία Γραφή.
Πλην όμως ταιριάζει και στη δική μας υπόθεση. Η εικόνα εκείνη είχε την κεφαλή από καθαρό χρυσάφι. Είχε τα χέρια και το στήθος ασημένια· την κοιλιά και τους μηρούς χάλκινα· τα πόδια κατά το ένα μέρος σιδερένια, κατά το άλλο μέρος πήλινα. Λέγει ο προφήτης Δανιήλ: « Εθεώρεις, βασιλεύ, και ιδού εικών, ης η κεφαλή χρυσίον· αι χείρες και το στήθος και οι βραχίονες αυτής αργυροί· η κοιλία και οι μηροί χαλκοί· οι πόδες μέρος μεν τι σιδηρούν, μέρος δε τι οστράκινον».
Αυτά, πιστέψτε με, είναι η αληθινή εικόνα της πολιτείας και της ζωής των χριστιανών.
Η εικόνα εκείνη είχε την κεφαλή από χρυσάφι καθαρό. Και η ζωή των χριστιανών, στους πρώτους χρόνους του χριστιανισμού είχε την αρχή από χρυσάφι καθαρό στην αρετή και την αγιότητα.
Οι αρχιερείς, οι ιερείς, οι διάκονοι, οι υποδιάκονοι, οι μοναχοί, όλοι γενικώς οι ιερωμένοι ήσαν καθαρό χρυσάφι στην ενάρετη πολιτεία και στο παράδειγμα. Ήσαν χρυσάφι καθαρό στη διδασκαλία και στα ήθη. Χρυσάφι καθαρό στο σώμα και τη ψυχή. Ήσαν όλοι χρυσοί, έλαμπαν σε όλα τους τα έργα, σαν αληθινό φως, καθώς το παρήγγειλε ο Χριστός· «υμείς εστε το φως του κόσμου».
Αλλά και οι λαϊκοί ήσαν ωσαύτως χρυσάφι καθαρό στη ζωή τους. Οι άνδρες, χρυσάφι καθαρό στην καλοσύνη. Οι γυναίκες, χρυσάφι καθαρό στη σωφροσύνη. Οι γέροντες χρυσάφι καθαρό στη φρονιμάδα, οι νέοι στην παρθενία, τα παιδιά στην αθωότητα.
Οι χριστιανοί ήσαν όλοι χρυσοί στο νου τους. Δεν μελετούσαν άλλο τίποτα παρά τα πνευματικά και τα ουράνια. Ήσαν όλοι χρυσοί στη γλώσσα τους. Δεν κατέκριναν με αργολογίες τον πλησίον, υμνολογούσαν με προσευχές τον Θεό. Ήσαν όλοι χρυσοί στα χέρια τους. Δεν άρπαζαν από φιλαργυρία τα ξένα πράγματα, αντιθέτως χάριζαν σε ελεημοσύνες τα δικά τους. Ήσαν όλοι χρυσοί στην καρδιά. Δεν αγαπούσαν παρά μόνο τον Θεό και τον πλησίον. Ήσαν πάντα έτοιμοι να χύσουν το αίμα τους σε μαρτύριο για την αγάπη του Θεού, για την αγάπη του πλησίον. Ήσαν όλοι μια καρδιά και μια ψυχή. Κεφαλή από καθαρό χρυσάφι, χριστιανοί ενάρετοι, άγιοι, αληθινοί χριστιανοί.
Κατόπιν επακολούθησε το ασημένιο στήθος, κατέβηκε η αξία. Και το ασήμι πολύτιμο είναι, μα όχι σαν το καθαρό χρυσάφι. Με τον καιρό ψυχράνθηκε εκείνη η θερμή ζέση της πίστεως, μίκρυνε η αρετή. Η ζωή των χριστιανών ήταν καλή, αλλ’ όχι σαν εκείνη των πρώτων.
Εν συνεχεία ήλθε η χάλκινη κοιλιά. Δηλαδή προς το χειρότερο. Ήλθε ένας τρόπος ζωής πολύ κατώτερος κι απ’ τον πρώτο κι απ’ το δεύτερο. Ήλθαν κάποια ήθη σκληρά και δύσκολα. Όμως αν και το χάλκωμα δεν έχει αξία σαν το χρυσάφι η σαν το ασήμι, όμως αξίζει κάτι τι. Αν και οι χριστιανοί δεν ήσαν σαν τους πρώτους η τους δεύ¬τερους, μ’ όλον τούτο δεν ήσαν και εντελώς αχρείοι. Μπορεί να μη ήσαν τέλειοι, αλλά δεν ήσαν και τιποτένιοι. Ανάμεσα στις πολλές κακίες ευρίσκονταν και από καμιά αρετή. Κοιλιά χάλκινη, το λοιπόν.
Όμως, τέλος πάντων, σ’ αυτούς τους δυστυχισμένους τωρινούς καιρούς, εμείς φθάσαμε στα κατώτερα μέρη της εικόνας, στα πόδια. Ένα μέρος σιδερένια, ένα μέρος πήλινα. «Μέρος μεν τι σιδηρούν, μέρος δε τι οστράκινον».
Που θέλει να πει: Ήλθαμε σε μια άθλια κατάσταση, που δεν μπορούμε πια να καταντήσουμε ούτε κατώτεροι, ούτε χειρότεροι. Μέρος είμαστε σίδηρος και μέρος πηλός.
Σίδηρος, χωρίς λάμψη αρετής, σκουριασμένοι απ’ την αμάθεια, σκληροί απ’ την αμαρτία. Πηλός τα ήθη μας, σπιλωμένα, άτιμα, τιποτένια. Η κακία μας έφθασε στο έπακρον. Η πίστη μας είναι χριστιανική, μα η ζωή μας ειδωλολατρική.
Θα προσπαθήσω να το δείτε με τα μάτια σας.
Κάποτε, ένα μεσημέρι, ο Διογένης άναψε το φανάρι του και περπατούσε μέσα στην αγορά της Αθήνας, σαν να ζητούσε κάτι. Αυτοί που τον έβλεπαν, γελούσαν και τον ρωτούσαν: «Τί ζητείς, Διογένη, τί ψάχνεις;» «Άνθρωπο ζητώ, για άνθρωπο ψάχνω» αποκρινόταν εκείνος. «Μα πως; Δεν βλέπεις τόσους ανθρώπους; Δεν συναντάς τόσους ανθρώπους; Η αγορά είναι γεμάτη και συ ζητείς ανάμεσα τους άνθρωπο;» – «Ναι, για άνθρωπο ψάχνω, άνθρωπον ζητώ».
Αλλά τί είδους άνθρωπο ψάχνει να βρει ο Διογένης;
Οι άνθρωποι είναι δύο λογιών: Είναι οι άνθρωποι οι οποίοι έχουν μονάχα μορφή και θωριά άνθρωπου. Αυτοί είναι άνθρωποι εξωτερικά, φαινομενικά. Τέτοια είναι και τα λείψανα και τα αγάλματα και τα είδωλα των ανθρώπων. Εσωτερικά όμως δεν έχουν καμιά χρησιμότητα. Μάλιστα είναι σαν τα άλογα ζώα και στα πάθη και στην αχρειότητα. Τέτοιους ο Διογένης έβλεπε πολλούς, αλλά απ’ αυτούς δεν ήθελε κανένα.
Υπάρχουν όμως και άνθρωποι που εκτός της ανθρώπινης μορφής και θωριάς, έχουν και ανθρώπινη φρόνηση και αρετή. Και μέσα και έξω είναι κατά πάντα λογικοί, φρόνιμοι, ενάρετοι, στ’ αλήθεια άνθρωποι.
Έναν απ’ αυτούς ζητεί ο Διογένης, μέσα στην πολυάνθρωπη πόλη της Αθήνας και δεν τον βρίσκει. «Ζητώ άνθρωπο, ζητώ άνθρωπο» !
Μου κακοφαίνεται να κάμω συγκρίσεις, μα πρέπει να πω την αλήθεια.
Σε μια εποχή, που η Ορθοδοξία λάμπει σαν να είναι μεσημέρι, ανάβω και εγώ το λυχνάρι του ευαγγελικού κηρύγματος και έρχομαι σε μια εκκλησία γεμάτη χριστιανούς και ζητώ χριστιανό. Ζητώ χριστιανό. Μα πώς; Αυτοί όλοι που βλέπω εδώ και άλλου, σε πόλεις και σε κάστρα, σε επαρχίες και σε βασίλεια, στο περισσότερο μέρος της οικουμένης, δεν είναι χριστιανοί;
Οι χριστιανοί είναι δύο ειδών:
Είναι αυτοί που έχουν το όνομα μόνον του χριστιανού· χριστια¬νοί εξωτερικά και φαινομενικά έχουν «μόρφωσιν ευσεβείας» όπως λέγει ό Απόστολος Παύλος, μα εσωτερικά δεν έχουν τα έργα ενός χριστιανού. Έχουν χριστιανική πίστη μα δεν έχουν χριστιανική ζωή. Μάλιστα έχουν μια ζωή εντελώς αντίθετη απ’ τη πίστη. «Έχοντες μόρφωσιν ευσεβείας, την δε δύναμιν αυτής ήρνημένοι». Απ’ αυτούς δεν ζητώ κανένα.
Είναι όμως και χριστιανοί, οι οποίοι εκτός του ονόματος έχουν και έργα. Μαζί με την πίστη έχουν και ζωή. Και εσωτερικά και εξωτερικά είναι πραγματικά ορθόδοξοι, αληθινοί χριστιανοί.Απ’ αυτούς ζητώ να βρω έστω και ένα σε μια πολυάνθρωπη χριστιανική πόλη και δεν βρίσκω.
Ζητώ χριστιανό!
Περπατώ από τόπο σε τόπο για να τον βρω. Τον αναζητώ στις αγορές, ανάμεσα στους άρχοντες. Και εδώ βλέπω μια υψηλόφρονα υπερηφάνεια. Δεν τον βρίσκω. Τον ζητώ στα παζάρια, ανάμεσα στους πραματευτάδες. Και εδώ βλέπω μια αχόρταγη φιλαργυρία. Δεν τον βρίσκω. Τον ζητώ στους δρόμους, μεταξύ της νεολαίας. Εδώ όμως βρίσκω μια μεγάλη ασωτεία. Δεν τον βρίσκω. Βγαίνω έξω από την πόλη. Τον αναζητώ ανάμεσα στους χωριάτες. Και εδώ βλέπω όλου του κόσμου τα ψέμματα. Δεν τον βρίσκω. Πάω κατά τη μεριά της θάλασσας. Τον αναζητώ ανάμεσα στους ναυτικούς. Κι’ εδώ ακούω τις πιο φοβερές βλαστήμιες. Δεν τον βρίσκω. Πηγαίνω κατά το στράτευμα. Τον ζητώ ανάμεσα στους στρατιώτες. Και εδώ βλέπω την τέλεια απώλεια. Δεν τον βρίσκω. Μπαίνω μέσα στα σπίτια. Τον αναζητώ ανάμεσα στις γυναίκες. Κι εδώ τι βλέπω; Βλέπω γυναίκες παντρεμένες, χωρισμένες απ’ τους άνδρες τους, να χαίρονται τη ζωή τους με μοιχείες. Βλέπω ανύπανδρες να ζουν με τις απολαβές της πορνείας. Βλέπω και τίμιες. Μ’ αυτές δεν σκέπτονται τίποτε άλλο παρά τα στολίδια και την ματαιότητα. Δεν βρίσκω έστω μια χριστιανή.
Σκόπευα ν’ ανέβω και πάνω στα παλάτια των μεγιστάνων και των εξουσιαστών, να δω και κει αν βρίσκεται κάνεις χριστιανός. Μα δεν τολμώ, φοβούμαι. Είναι η κολακεία που φυλάει και δεν αφήνει να μπει μέσα η αλήθεια.
Τέλος, έρχομαι στην Εκκλησία, μέσα στο θυσιαστήριο. Εδώ ελπίζω πως θα βρω τον χριστιανό που ζητώ. Ανάμεσα σε τόσους αρχιερείς και ιερείς, σε τόσους ιερωμένους και μοναχούς, οι οποίοι είναι το έθνος το άγιον, το βασίλειον ιεράτευμα, οι διάδοχοι των αποστόλων, οι έμψυχες εικόνες του Χριστού, θαρρώ πως θα βρω τον χριστιανό. Μάλιστα θα βρω ένα άγιο, ένα ασκητή, ένα θαυματουργό, ένα διδάσκαλο, ένα Ιωάννη Χρυσόστομο ή ένα μεγάλο φωστήρα της Εκκλησίας.
Ζητώ, εξετάζω, σκέπτομαι. Μα αλλοίμονο, τί βλέπω; Εδώ βλέπω ανθρώπους που στην έπαρση είναι Εωσφόροι, στη φιλαργυρία Ιουδαίοι, στα σαρκικά Επίκουροι, στην αμάθεια ζώα, στην πονηρία δαίμονες. Δεν βρίσκω ούτε άγιο, ούτε ασκητή, ούτε θαυματουργό, ούτε διδάσκαλο. Δεν βρίσκω τον χριστιανό που ζητώ.
Μα, Πατέρες άγιοι, αγαπητοί αδελφοί! Αυτό το αγγελικό σχήμα το οποίο φορούμε, αυτά τα μακριά ρούχα που μας σκεπάζουν τί είναι;
Είναι ενδύματα φαρισαϊκά, υποκριτικά για να παραπλανούμε τους ανθρώπους; Αυτός ο θείος χαρακτήρας της ιεροσύνης που έχουμε, τί είναι; Εμπόριο για να κερδίζουμε χρήματα;
Μα αυτά τα Άχραντα Μυστήρια που επιτελούμε, τί είναι; Ή δεν τα ξέρουμε ή δεν τα πιστεύουμε. Ω, τι μεγάλη ντροπή για την πίστη μας! Ω, πόσο μεγάλη θα είναι η καταδίκη των χριστιανών!
Δεν σας το έλεγα εγώ πως καταντήσαμε στον έσχατο βαθμό της κακίας; Πως φθάσαμε στα πόδια της εικόνας, της οποίας το ένα μέ¬ρος είναι σιδερένιο και το άλλο μέρος πήλινο;
Δεν σας έλεγα εγώ πως ανάμεσα στους τόσους χριστιανούς ανα¬ζητώ και δεν βρίσκω τον αληθινό χριστιανό; «Πάντες εξέκλίναν, άμα ηχρειώθησαν, ουκ έστι ποιών χρηστότητα, ουκ έστιν έως ενός».
Όλοι, ιερωμένοι και λαϊκοί, άρχοντες και πτωχοί, άνδρες και γυναίκες, παιδιά, νέοι και γέροντες, εξέκλιναν από την πίστη, αχρειώθηκαν στη ζωή. «Ουκ έστιν έως ενός», που να ζει όπως ακριβώς πιστεύει.
Χριστιανοί, σεις που το ακούτε, δεν κλαίτε; Αν δεν μπορείτε να κλάψετε από κατάνυξη, τουλάχιστον κλάψτε από ντροπή. Όσον άφορα σ’ εμένα ο πόνος της καρδιάς μου, δεν μ’ αφήνει να πω περισσότερα με τη γλώσσα μου.
Σιωπώ λοιπόν και τελειώνω με τούτο μόνο:
Χριστιανέ, όπως η πίστη σου είναι αληθινή και αγία, έτσι πρέπει να είναι και η ζωή σου. Αν η ζωή σου δεν είναι καλή και αγία, μη ελπίζεις ότι θα σωθείς. Πρέπει να ζεις όπως πιστεύεις και τότε ευχαρίστησε τον Θεό για τρία πράγματα:
Πρώτον, για το ότι είσαι χριστιανός και όχι άπιστος.
Δεύτερον, για το ότι είσαι χριστιανός Ορθόδοξος και όχι αιρετικός.
Και τρίτον, γιατί είσαι χριστιανός Ορθόδοξος, τόσον κατά την πίστη, όσον και κατά τη ζωή και όχι μόνον κατά την πίστη.
Τότε και μόνον τότε να ελπίζεις ότι θα σωθείς και ότι θα απολαύσεις την Βασιλεία των ουρανών.

12 σχόλια:

  1. Γιατί κάθε λίγο και λιγάκι μας τυραννάς και μας βασανίζεις κύριε Οδυσσέα και δεν μας αφήνεις να κοιμόμαστε στη μακαριότητα της αυταπάτης μας ... πως "όλα βαίνουν καλώς";

    Όχι μόνο διαπιστώνουμε πως "δεν θα μετανοιώσουμε" αλλά επιβάλλεται να το διαβάσουμε το ελεγκτικό και απολογητικό της κατάντιας της εκκλησίας, κείμενο του Ηλία Μηνιάτη αλλά μαζί με ἀλλα ανάλογα πατερικά κείμενα (με πρώτη την προς Διόγνητον επιστολή), να το αποθηκεύσουμε για να τα μελετούμε μήπως συναισθανθούμε την πορεία μας... κάπως δύσκολο βέβαια σε μια διεστραμμένη επικρατούσα αντίληψι του Χριστιανισμού που το φαρμάκι μας το παρουσιάζεται σαν "σορόπι" και το πραγματικό "σιρόπι" αποκρύπτεται, μερικές φορές από τους ίδιους τους "ποιμένες".

    Αν ο καθρέπτης του Χριστιανισμού μας είναι η σύγκρισι με το Ευαγγέλιο, σφορμή να το ξεσκονίσουμε για να δούμε πώς πορευόμαστε... Είναι πλέον πολύ φθηνά τα έντυπα της Κ.Δ. και όλης της Αγίας Γραφής, στο αρχαίο κείμενο αλλά και σε μεταφράσεις στην καθομιλουμένη και σε σύντομες ερμηνείες, ακόμα και σε ηχητική απὀδοση (ανάγνωση) σε CD με αρχαίο κείμενο και σε ερμηνεία, αλλά και δωρεάν όλα υπάρχουν και στο διαδίκτυο. Δόξα τω Θεώ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Δηλαδή η κατάντια της Εκκλησίας είναι διαχρονική και δεν είναι τωρινή. Όσο και να είναι φθηνά τα κείμενα της Κ.Δ. μήπως τα καταλαβαίνουμε; Αν δεν έχουμε την εξήγηση από πατερικά κείμενα, καταλαβαίνουμε τα κείμενα της Αγίας Γραφής;

      Διαγραφή
    2. 1) Η κατ’ ιδίαν χρήση της Αγίας Γραφής κατά τον Ιωάννη Χρυσόστομο με βάση τις επιστολές του Αποστ. Παύλου
      16 Φεβρουαρίου 2013

      (Ιωάννη Λ. Γαλάνη, Ομ. Καθηγητή Παν/μίου Θεσ/νίκης)

      Είναι γνωστό ότι η Αγία Γραφή αποτελεί το κεντρικό ανάγνωσμα σε όλες τις λατρευτικές πράξεις της Εκκλησίας μας. Οι ευαγγελικές και οι αποστολικές περικοπές από την Κ.Δ., οι Ψαλμοί και τα αναγνώσματα από προφητικά και ιστορικά βιβλία της Π.Δ. καλύπτουν τη λατρευτική ζωή της Εκκλησίας σε όλη τη διάρκεια του λειτουργικού έτους. Πέρα όμως από όλα αυτά, η Αγία Γραφή είναι παρούσα στους ύμνους και στις ευχές της Εκκλησίας μας με τη συχνή χρήση αγιογραφικών χωρίων, φράσεων και ορολογίας. Δηλαδή, μπορεί να λεχθεί ότι η Αγία Γραφή μέσω της λατρείας διαποτίζει, εμπνέει και καθοδηγεί τη ζωή των χριστιανών.

      Αγία Γραφή και Εκκλησία είναι δύο μεγέθη αναπόσπαστα ενωμένα μεταξύ τους. Η Εκκλησία μαρτυρεί για τη θεία προέλευση των ιερών βιβλίων, αναγνωρίζει σ’ αυτά την αποκάλυψη του Θεού στον κόσμο και την ιστορία, αποφαίνεται για τη γνησιότητά τους και είναι ο αυθεντικός και αλάθητος ερμηνευτής τους διά του Αγίου Πνεύματος. Η Αγία Γραφή είναι η πηγή της πίστεως της Εκκλησίας μας, είναι η αφετηρία της, ο οδηγός της, η ταυτότητά της, το περιεχόμενά της. Αυτό το περιεχόμενο η Εκκλησία το εκφράζει και το ερμηνεύει με τη θεία λατρεία και γενικά με κάθε λατρευτική της ενέργεια χρησιμοποιώντας εκτός από τη γλώσσα της Αγίας Γραφής και τη Θεολογία της.

      Όλα αυτά για πολλούς φαίνεται να έρχονται σε αντίθεση με τον τίτλο της εισήγησης μου «Η κατ’ ιδίαν χρήση της Αγίας Γραφής…» ή «Η κατ’ ιδίαν μελέτη της Αγίας Γραφής…» ή «Η κατ’ ιδίαν ανάγνωση της Αγίας Γραφής…» κλπ., γιατί μια τέτοια χρήση, η οποία είναι πολύ συνηθισμένη και σήμερα, φαίνεται να τοποθετεί την Αγία Γραφή έξω από την Εκκλησία, έξω από το περιβάλλον της. Λέγεται ότι αυτό δημιουργεί κινδύνους παραποίησης και παρερμηνείας της Γραφής. Παλαιότερα μάλιστα, το 1672, μια τοπική Σύνοδος της Εκκλησίας των Ιεροσολύμων έλαβε μια απόφαση, μοναδική στην ιστορία της ορθόδοξης Εκκλησίας, με την οποία απαγόρευε την «υπό πάντων» ανάγνωσιν «της θείας Γραφής, αλλ’ υπό μόνον των μετά της πρεπούσης επί τοις βάθεσιν εγκυπτόντων του πνεύματος, και ειδότων οις τρόποις η θεία Γραφή ερευνάται και διδάσκεται και όλως αναγινώσκεται…». Η απόφαση αυτή αποτελεί αντίδραση στην ιεραποστολική δράση των Καλβινιστών στην περιοχή (Βλ. I. Καρμίρη, Τα δογματικά και συμβολικά μνημεία της Ορθοδόξου Εκκλησίας, τόμ. Β,’ Αθήναι 1953, σελ. 768.)

      Οι πατέρες της Ορθόδοξης Εκκλησίας ουδέποτε απαγόρευσαν την κατ’ ιδίαν ανάγνωση της Αγίας Γραφής. Απαγόρευσαν μόνο την ανάγνωση των απόκρυφων κειμένων. Ο Κύριλλος Ιεροσολύμων π.χ. γράφει: «όσα μεν εν εκκλησίας μη αναγινώσκεται, ταύτα μηδέ κατά σαυτόν αναγίνωσκε» (ΡG 33,501 Α). Την ίδια υπόδειξη κάνει και ο Μ. Βασίλειος προς τους μοναχούς γράφοντάς τους: «τα ενδιάθετα βιβλία αναγινώσκειν, αποκρύφοις όλως μη εντυγχάνειν» (ΡG 31,649Β).
      (συνέχεια στο σχόλιο 2)

      Διαγραφή
    3. 2) Την κατ’ ιδίαν χρήση ή ανάγνωση ή μελέτη της Αγίας Γραφής τη συνιστά και μάλιστα πολύ συχνά και επίμονα ο μεγάλος Ιεράρχης και ερμηνευτής της Αγίας Γραφής, ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος. Στηρίζει την επιχειρηματολογία του στην ίδια την Αγία Γραφή και προπαντός στις επιστολές του Αποστόλου Παύλου.

      Κατά την ερμηνεία του χωρίου Εφεσ 6,4: «και οι πατέρες μη παροργίζετε τα τέκνα υμών αλλ’ εκτρέφεται αυτά εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου» συνιστά μεταξύ των άλλων και τα εξής: «Πρέπει να δίνουμε καλό παράδειγμα στα παιδιά και να τα μαθαίνουμε από μικρή ηλικία να διαβάζουν την Αγία Γραφή. Αλίμονο! Αυτό το λέω συνέχεια και θα με θεωρήσετε ανόητο, αλλά εγώ δε θα σταματήσω να το λέω» (ΡG 62,151). Κάτι παραπλήσιο λέγει σε άλλη ομιλία του: «… Πάντοτε σας παρακαλώ και δε θα πάψω να σας παρακαλώ να μην προσέχετε μόνο αυτά που ακούτε εδώ, αλλά και όταν είστε στα σπίτια σας να διαβάζετε συνέχεια την Αγία Γραφή» (ΡG 48,991).

      Χαρακτηριστική περίπτωση ιδιωτικής μελέτης ή ανάγνωσης της Αγίας Γραφής, στην οποία συχνά αναφέρεται ο Χρυσόστομος, είναι η διήγηση του βιβλίου των Πράξεων των Αποστόλων για τη συνάντηση του Φιλίππου με έναν Αιθίοπα, ευνούχο αξιωματικό, διαχειριστή των οικονομικών της βασίλισσας των Αιθιόπων Κανδάκης (Πρξ. 8,26-40). Επέστρεφε στην πατρίδα του από την Ιερουσαλήμ, όπου είχε πάει για να προσκυνήσει. Καθόταν στο αμάξι του και διάβαζε τον προφήτη Ησαΐα. Ο Φίλιππος τον ρώτησε: «άραγε γινώσκεις α αναγινώσκεις;» Δηλαδή καταλαβαίνεις αυτά που διαβάζεις; Ο Αιθίοπας του απάντησε: «πώς γαρ αν δυναίμην, εάν μη τις οδηγήσει με:». Τα στοιχεία που περιέχει αυτός ο διάλογος είναι τα ακόλουθα: α) η ιδιωτική ανάγνωση της Γραφής, β) η δυσκολία κατανόησης του κειμένου και γ) η παράκληση προς τον Φίλιππο να τον βοηθήσει στην κατανόηση. Τα σημεία αυτά ο ιερός Χρυσόστομος τα επισημαίνει συχνά, κατά την ερμηνεία των επιστολών του Παύλου. Στις περισσότερες από αυτές βρίσκει πολλά στηρίγματα και αφορμές, για να προτείνει την κατ’ ιδίαν ανάγνωση της Αγίας Γραφής και να τονίσει το πόσο αναγκαία είναι αυτή.

      Χαρακτηρίζει την ανάγνωση της Αγίας Γραφής ως «πνευματικόν λειμώνα» και «παράδεισον τρυφής» πολύ ανώτερο από τον παράδεισο της Εδέμ, γιατί, όπως λέγει, το νέο παράδεισο ο Θεός δεν τον φύτεψε στη γη αλλά «στις ψυχές αυτών που πιστεύουν» (ΡG 51,87). Τον άπλωσε σε κάθε μέρος της γης και στα πέρατα της οικουμένης (ΡG 51,87), γιατί η Γραφή απλώθηκε παντού. Ο νέος παράδεισος είναι, κατά τον Χρυσόστομο, απαλλαγμένος από τα θηρία και προπαντός από τον όφι. Έχει και αυτός πηγή, από την οποία όμως δεν πηγάζει μόνον ένας ποταμός αλλά μύριοι. Το περιεχόμενο τους δεν είναι νερό αλλά τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος. Συμπεραίνει ότι η συνεχής ανάγνωση των Γραφών έχει τόση δύναμη ώστε να μπορεί να αρπάζει τη ψυχή μέσα από τη φωτιά και να την απαλλάσσει από πονηρούς λογισμούς (ΡG 51,87 εξ).
      (Συνέχεια στο σχόλιο 3)

      Διαγραφή
    4. 3) Η ανάγνωση της Γραφής, κατά τον ιερό Χρυσόστομο, είναι υποχρέωση όλων και όχι μόνον ορισμένων. Στην παρατήρηση πολλών, ότι τη Γραφή πρέπει να τη μελετούν μόνον όσοι ανήκουν στην Εκκλησία και προπαντός οι μοναχοί, απαντά: «Μη μου λέτε τέτοιες ανούσιες δικαιολογίες, οι οποίες είναι άξιες έντονης αποδοκιμασίας και καταδίκης. Μη λέτε: εγώ ασχολούμαι με δικαστικές υποθέσεις ή ότι είμαι κρατικός λειτουργός και ασχολούμαι με τα δημόσια πράγματα. Μη μου λέτε: εγώ έχω κάποιο επάγγελμα για να μπορώ να ζήσω, έχω γυναίκα, μεγαλώνω παιδιά, ασκώ κάποια τέχνη, είμαι ο αρχηγός της οικογένειας, είμαι άνθρωπος βιοπαλαιστής. Δεν είναι επομένως δική μου υποχρέωση να διαβάζω τις Γραφές. Αυτό είναι δουλειά εκείνων που εγκατέλειψαν τον κόσμο και πήγαν και κατέλα¬βαν τις κορυφές των βουνών και ζουν διαρκώς εκεί». Και ο Χρυσόστομος συνεχίζει: «Τί λες άνθρωπε μου; δεν είναι δική σου δουλειά να διαβάζεις τις Γραφές, επειδή σε καταπνίγουν οι πολλές φροντίδες; Δική σου υποχρέωση είναι και μάλιστα περισσότερο από εκείνους. Εκείνοι δεν έχουν τόση μεγάλη ανάγκη τη βοήθεια των θείων Γραφών όση έχουν εκείνοι που διαρκώς υποφέρουν από τις καθημερινές δυσκολίες και τα προβλήματα. Οι Μοναχοί μόνοι τους θέλησαν να απαλλαγούν από τους θορύβους του κόσμου γι’ αυτό έκτισαν τις καλύβες τους στις ερημιές και δεν έχουν καμιά επικοινωνία με τον κόσμο, αλλά στοχάζονται και φιλοσοφούν μέσα στην ησυχία και τη γαλήνη. Είναι σαν εκείνους που κάθονται στο λιμάνι και απολαμβάνουν την ασφάλειά τους. Εμείς όμως (συμπεριλαμβάνει και τον εαυτό του) μοιάζουμε με εκείνους που κλυδωνίζονται καταμεσής του πελάγους γι’ αυτό και έχουμε μεγαλύτερη ανάγκη να διαβάζουμε συνέχεια τις Γραφές και να αντλούμε από αυτές παρηγοριά, θάρρος και δύναμη. Εκείνοι ζουν μακριά από τη μάχη γι’ αυτό και δεν δέχονται τραύματα. Εσύ αντίθετα είσαι διαρκώς στρατευμένος και μαχόμενος γι’ αυτό και δέχεσαι πολλές πληγές και τραύματα και γι’ αυτό χρειάζεσαι πολλά φάρμακα. Οι δυσκολίες που αντιμετωπίζεις είναι πολλές. Η γυναίκα σου σε εκνευρίζει, ο γιός σου σε στενοχωρεί, ο δούλος σου σε εξοργίζει, ο εχθρός σου σε επιβουλεύεται, ο φίλος σου σε βλάπτει, ο γείτονας σε περιφρονεί και σε προσβάλλει, ο συστρατιώτης σου σε υποτιμά, ο δικαστής σε απειλεί, η φτώχεια σε στενοχωρεί. Πολλές αφορμές και ανάγκες μας περιστοιχίζουν και δεχόμαστε βέλη από όλες τις πλευρές. Γι αυτό χρειαζόμαστε συνέχεια την πανοπλία, την οποία θα πάρουμε μόνο από τις άγιες Γραφές» (ΡG 48,992).

      Σε κάποιο σημείο της ομιλίας του για τον πλούσιο και το φτωχό Λάζαρο αναφέρεται και στο χωρίο Β’ Τιμ. 2,20: «… εν μεγάλη δε οικία ουκ έστιν μόνον σκεύη χρυσά και αργυρά, αλλά και ξύλινα και οστράκινα…». Από αυτό παίρνει αφορμή, για να συγκρίνει τα εργαλεία των αργυροκόπων, των χρυσοχόων, των χαλκοτύπων κλπ, με τα βιβλία της Γραφής και να πει τα ακόλουθα για την σπουδαιότητα της κατ’ ιδίαν ανάγνωσης της Αγίας Γραφής: «Έχουμε ανάγκη από τα θεία φάρμακα για να θεραπεύουμε τις πληγές που προκάλεσε ο διάβολος και να μπορούμε να προλαβαίνουμε αυτές που δεν εκδηλώθηκαν ακόμη (ΡG 62,361). Να μπορούμε να σβήνουμε από μακριά τα βέλη του διαβόλου και να τα αποκρούομε με τη συνεχή ανάγνωση των Γραφών. Δεν μπορεί να σωθεί κανείς, αν δεν απολαμβάνει την πνευματική ωφέλεια από τη συνεχή ανάγνωση της Γραφής. Θα μπορέσουμε να σωθούμε μόνο με τη συνεχή θεραπεία της ανάγνωσης. Γιατί, αν κάθε μέρα δεχόμαστε πλήγματα αλλά δεν έχουμε ιατρική βοήθεια, τότε ποια ελπίδα σωτηρίας έχουμε;» (ΡG 48,993).
      (Συνέχεια στο σχόλιο 4)

      Διαγραφή
    5. 4) Λίγο πιο κάτω και στην ίδια συνάφεια γράφει (O ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ) : «όπως οι διάφοροι τεχνίτες έχουν τα σχετικά με την τέχνη τους εργαλεία, όπως είναι η σφύρα, το αμόνι, η πυράγρα κλπ, έτσι και εμείς έχουμε ως εργαλεία τα αποστολικά και τα προφητικά βιβλία και γενικά κάθε θεόπνευστο και ωφέλιμο βιβλίο της Γραφής. Όπως εκείνοι με τα εργαλεία τους κατασκευάζουν και διαπλάθουν διάφορα σκεύη, έτσι και εμείς με τα δικά μας εργαλεία χαλκεύουμε τη ψυχή μας και όταν είναι αμαρτωλή και παλαιωμένη τη διορθώνουμε και την ανακαινίζουμε. …Οι τεχνίτες με τα εργαλεία τους δεν μπορούν να μεταβάλουν την ύλη των κατασκευασμάτων τους. Δεν μπορούν δηλαδή να κάνουν το ασήμι χρυσάφι. Μπορούν να μεταρρυθμίσουν μόνο τη μορφή τους. Δε συμβαίνει όμως το ίδιο με εσένα, γιατί εσύ έχεις κάτι περισσότερο από εκείνους. Εσύ μπορείς (εννοεί με την ανάγνωση της Γραφής) το ξύλινο σκεύος να το κάνεις χρυσό. Για όλα αυτά μάρτυρας είναι ο Παύλος» (ΡG 48,993) (παραθέτει το χωρίο Β’ Τιμ. 2,20).

      Στο χωρίο Α’ Κορ 10,11 «ταύτα δε πάντα εγράφη προς νουθεσίαν υμών, εις ους τα τέλη των αιώνων κατήντησε» στηρίζει τα ακόλουθα: «Αν κάποιος δεν κατανοεί όσα διαβάζει στη Γραφή, να πάρει και να διαβάσει το βιβλίο της Γραφής. Και αφού διαβάσει όλη την ιστορία, να κρατήσει αυτά που κατανοεί και να αφήσει τα υπόλοιπα. Αν εξακολουθεί να δυσκολεύεται στην κατανόηση, να επισκεφτεί το σοφότερο και να ζητήσει τη βοήθεια του. Αν και πάλι δε βρει την απαιτούμενη βοήθεια, ο Θεός θα του αποκαλύψει την αλήθεια βλέποντας την προθυμία του…» (ΡG 48,995). Μετά φέρει το παράδειγμα του Ευνούχου της Κανδάκης.

      Σε άλλο σημείο αλλά στην ίδια συνάφεια χρησιμοποιεί τα χωρία Α’ Κορ 2,1 «καγώ ελθών προς υμάς, αδελφοί, ήλθον ου καθ υπεροχήν λόγου ή σοφίας καταγγέλλων το μυστήριον του Θεού» και το Α’ Κορ. 2,4 «ο λόγος μου και το κήρυγμα μου ουκ εν πειθοίς σοφίας αλλ εν αποδείξει πνεύματος και δυνάμεως». Τα χρησιμοποιεί για να συγκρίνει τους φιλοσόφους με τους αποστόλους και να πει «Οι φιλόσοφοι, οι ρήτορες και οι συγγραφείς δεν επιδιώκουν το κοινό συμφέρον αλλά ο σκοπός τους είναι πως θα προκαλέσουν το θαυμασμό για τους εαυτούς τους. Αν συμβεί να πουν κάτι χρήσιμο, το κρύβουν με θολούρα και ασάφεια. Οι απόστολοι όμως και οι προφήτες ως διδάσκαλοι της οικουμένης όλα τα έκαναν φανερά και σαφή, για να μπορεί ο καθένας να κατανοεί τα λεγόμενα από την ανάγνωση και μόνο» (ΡG 48,994). Ο ιερός Χρυσόστομος θεωρεί κατανοητά από όλους πολλά σημεία της Γραφής, γι αυτό και διερωτάται: «Σε ποιόν δεν είναι κατανοητά όσα γράφουν τα ευαγγέλια; Ποιός, όταν ακούει ότι «μακάριοι οι πραείς», «μακάριοι οι ελεήμονες», «μακάριοι οι καθαροί τη καρδία» κλπ, χρειάζεται δάσκαλο να του τα εξηγήσει;» (ΡG 48,995).
      (Συνέχεια στο επόμενο σχόλιο Νο 5)

      Διαγραφή
    6. 5) Στα ίδια πλαίσια ο Χρυσόστομος διαπιστώνει ότι «Η ανάγνωση των Γραφών είναι μεγάλη ασφάλεια στο να μην αμαρτάνει κάποιος… Η άγνοια των Γραφών είναι μεγάλος γκρεμός και βαθύ βάραθρο… Αυτό γέννησε αιρέσεις και δημιούργησε διεφθαρμένη ζωή. Αυτό έφερε τα άνω κάτω» (ΡG 48,995). Αιρέσεις όμως δεν δημιούργησε μόνον η άγνοια των Γραφών, αλλά και η μη ορθή εκτίμηση του περιεχομένου τους.

      Αναφερόμενος στις επιστολές του Παύλου π.χ. χαρακτηρίζει ως επιπολαιότητα το να μην προσέχει κανείς όλο το περιεχόμενό τους αλλά να κάνει επιλογές κρατώντας τα σαφή και απορρίπτοντας τα ασαφή. Η αντίληψη αυτή, δηλαδή το να νομίζει κανείς ότι στις θείες Γραφές υπάρχουν περιττά οδήγησε σε αιρέσεις.

      «Στις θείες Γραφές», λέγει, «δεν υπάρχει τίποτα το περιττό, ούτε ένα ιώτα ή μία κεραία. Ακόμη και αυτές οι προσρήσεις στις επιστολές περιέχουν πολύ υψηλά νοήματα..» (ΡG 51,18). Την ίδια άποψη την επαναλαμβάνει και σε άλλη ομιλία του λέγοντας: «Η ανάγνωση των θείων Γραφών μοιάζει με θησαυρό. Αν κάποιος κατορθώσει να βρει ένα μικρό ψήγμα προσφέρει στον εαυτό του πολύ πλούτο. Το ίδιο συμβαίνει και με τη θεία Γραφή. Ακόμη και σε μια μικρή λέξη μπορεί κανείς να βρει σημαντικά νοήματα, πολλή δύναμη και άφατο πλούτο. Όχι μόνο θησαυρό αλλά και διαρκή πηγή που αναβλύζει θεία νάματα (ΡG 53,32).
      (Συνέχεια στο τελευταίο σχόλιο)

      Διαγραφή
    7. Τελευταίο:

      Στην ίδια συνάφεια με το προηγούμενο χρησιμοποιεί δύο παραπλήσιες εικόνες για την αξία της ανάγνωσης της Γραφής. Η πρώτη εικόνα είναι η ακόλουθη: «Μια ραγδαία βροχή κατακλύζει την επιφάνεια του εδάφους χωρίς να εισχωρεί βαθιά σ’ αυτό και επομένως να μην το ωφελεί. Όταν όμως η βροχή είναι ήρεμη και σιγανή, μπορεί μέσα από κάποιες φλέβες να εισχωρήσει στο βάθος του εδάφους και να το κάνει κατάλληλο να δώσει καρπούς… Οι θείες Γραφές μοιάζουν με πνευματικές νεφέλες και τα νοήματα τους με βροχή. Πρέπει τα λόγια της Γραφής να τα αφήνουμε να εισχωρούν σιγά-σιγά στη ψυχή μας» (ΡG 51,90).

      Στη δεύτερη εικόνα ο ιερός Χρυσόστομος παρομοιάζει τη Γραφή με δέντρο που είναι φυτρωμένο κοντά σε ρυάκι. «Το δέντρο αυτό», λέγει, «δεν επικοινωνεί μόνο δύο και τρεις ώρες την ημέρα με το νερό αλλά ολόκληρη την ημέρα και ολόκληρη τη νύχτα…, γι’ αυτό, χωρίς κανένας να το ποτίζει, έχει ωραία φύλλα και πλούσιους καρπούς…. Έτσι και αυτός που διαβάζει συνέχεια τη Γραφή είναι σα να βρίσκεται κοντά στα ρυάκια της και με τη συνεχή ανάγνωση να αποκομίζει μεγάλη ωφέλεια» (ΡG 51,90).

      Σε άλλη ομιλία του γράφει «Σε ένα λιβάδι υπάρχουν πολλά άνθη, τριαντάφυλλα, κρίνα, ρόδα κλπ με πολλή ευωδιά. Η ανάγνωση των θείων Γραφών δεν έχει μόνο τα αρώματα των ανθέων, αλλά και καρπούς που τρέφουν την ψυχή» (ΡG 49,17). Έτσι «η ανάγνωση των Γραφών βοηθάει να βρουν παρηγοριά οι πονεμένοι, όσοι βαρύνονται με αμαρτίες και όσοι κυριεύονται από αμαρτωλές σκέψεις» (ΡG 49,299).

      Στην ίδια συνάφεια λέγει ότι «δεν είναι αρκετή η ανάγνωση των Γραφών για να φανερώσει το θησαυρό των αγαθών που περιέχει. Χρειάζεται να εξεταστεί και το βάθος τους…» (ΡG 51,148).

      Η κατ’ ιδίαν ανάγνωση της Γραφής οδηγούσε συχνά σε υπερβολές, τις οποίες ο ιερός Χρυσόστομος κατακρίνει. Υπήρχε η συνήθεια π.χ. σε πολλούς πλούσιους να προμηθεύονται χρυσοποίκιλτες Γραφές, για να στολίζουν τις πολυτελείς βιβλιοθήκες τους. Επικρατέστερη όμως ήταν η συνήθεια οι γυναίκες και τα μικρά παιδιά να κρεμούν ευαγγέλια από το λαιμό τους και να τα περιφέρουν όπου πήγαιναν. Ο Χρυσόστομος τους συμβουλεύει να εγγράφουν τα παραγγέλματα του ευαγγελίου στη σκέψη τους.

      Παρουσίασα πολύ λίγες από τις πολλές προτροπές του ιερού Χρυσοστόμου για συχνή κατ ιδίαν ανάγνωση και μελέτη της Αγίας Γραφής.

      Σήμερα η Αγία Γραφή είναι προσιτή σε όλους, γιατί διδάσκεται στα Σχολεία, αναπτύσσεται σε κύκλους «μελέτης της Αγίας Γραφής», μελετάται ατομικά και ομαδικά και προκαλεί συζητήσεις. Παράλληλα η Εκκλησία μας καταβάλλει διαρκείς προσπάθειες για την ευρεία διάδοση της. Όλες όμως αυτές οι προσπάθειες εκπληρώνουν το σκοπό τους μόνον, όταν συνδέονται με τη θεία λατρεία. Δηλαδή η Αγία Γραφή μπορεί και πρέπει να μελετάται και να κατανοείται κατ’ ιδίαν αλλά παράλληλα πρέπει να βιώνεται μέσα στην Εκκλησία με τη συμμετοχή του πιστού στη λατρευτική και μυστηριακή ζωή της.

      («Από τον Απόστολο Παύλο στον Ιερό Χρυσόστομο», ΙΓ΄Παύλεια, Πρακτικά Διεθνούς Επιστημονικού Συνεδρίου, Ι. Μ. Βεροίας, σ. 99-106.)

      Διαγραφή
  2. Γεν. 6,5 Ἰδὼν δὲ Κύριος ὁ Θεός, ὅτι ἐπληθύνθησαν αἱ κακίαι τῶν ἀνθρώπων ἐπὶ τῆς γῆς καὶ πᾶς τις διανοεῖται ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ ἐπιμελῶς ἐπὶ τὰ πονηρὰ πάσας τὰς ἡμέρας,

    Γεν. 6,5 Ο Θεός ιδών ότι επληθύνθησαν και επληθύνοντο συνεχώς αι αμαρτίαι των ανθρώπων επί της γης και ότι η καρδία παντός ανθρώπου ήτο δοσμένη εις την αμαρτίαν, και τα πονηρά πάντοτε έργα είχεν ως αντικείμενον των επιθυμιών και σκέψεών της,

    Γεν. 6,6 καὶ ἐνεθυμήθη ὁ Θεὸς ὅτι ἐποίησε τὸν ἄνθρωπον ἐπὶ τῆς γῆς, καὶ διενοήθη.

    Γεν. 6,6 εσκέφθη ότι αυτός εδημιούργησεν εις την γην τον άνθρωπον να ζη κατά το θείον θέλημα και ελυπήθη δια το κατάντημα των ανθρώπων.

    Γεν. 6,7 καὶ εἶπεν ὁ Θεός· ἀπαλείψω τὸν ἄνθρωπον, ὃν ἐποίησα ἀπὸ προσώπου τῆς γῆς, ἀπὸ ἀνθρώπου ἕως κτήνους καὶ ἀπό ἑρπετῶν ἕως πετεινῶν τοῦ οὐρανοῦ, ὅτι μετεμελήθην ὅτι ἐποίησα αὐτούς.

    Γεν. 6,7 Απεφάσισε δε ο Θεός και είπε• “θα εξαφανίσω από το πρόσωπον της γης τον άνθρωπον, τον οποίον εδημιούργησα, και μαζή με αυτόν κάθε άλλο ζωντανόν ον από ανθρώπου μέχρι κτήνους, από τα ερπετά της γης έως τα πτηνά του ουρανού, διότι μετεμελήθην που τους εδημιούργησα”.

    Γεν. 6,8 Νῶε δὲ εὗρε χάριν ἐναντίον Κυρίου τοῦ Θεοῦ.

    Γεν. 6,8 Ο Νώε όμως δια την αρετήν αυτού απελάμβανε την ευμένειαν και προστασίαν του Θεού.

    ====================
    Ἐνας μόνον, ο Νώε και η οικογένειά του πίστεψαν στον Κύριο, έζησαν κατά το θέλημά Του και αξιώθηκαν να απολαύσουν τη σωτηρία μέσα στην Κιβωτό του Νώε της Παλαιάς Διαθήκης...

    Και στην εποχή της Καινής Διαθήκης ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός θέλει τη σωτηρία όλων μας στην Κιβωτό της Σωτηρίας, στην Εκκλησία και αγωνιά: "πλὴν ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐλθὼν ἆρα εὑρήσει τὴν πίστιν ἐπὶ τῆς γῆς;" (Λουκ.18,6). Το λείμμα είναι ελάχιστο και το ποίμνιο είναι μικρό. "Μὴ φοβοῦ τὸ μικρὸν ποίμνιον· ὅτι εὐδόκησεν ὁ πατὴρ ὑμῶν δοῦναι ὑμῖν τὴν βασιλείαν" (Λουκ.12,32).

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Τότε όλα τά'σκιαζε η φοβέρα και τα πλάκωνε η σκλαβιά.
    Τώρα η παραφροσύνη.

    Ο Ηλίας Μηνιάτης μπορούσε να τα διαπιστώνη και διατυπώνη με θλίψι όλα αυτά, διότι πριν να γίνη επίσκοπος στην Πελοπόννησο έδρασε στα Επτάνησα και στη Βενετία. Ο Κοσμάς ο Αιτωλός, επίσης τα ίδια διαπίστωσε/διατύπωσε κι αισθάνηκε το καθήκον να πραγματοποιήσει τις ιεραποστολικές περιοδείες του για να ανοίξη σχολεία Ελληνικά, να μάθουν γράμματα οι Έλληνες, να μελετούν Αγία Γραφή, Ψαλτήρι, Πατέρες, να κατανοούν τα λειτουργικά κείμενα, να συνειδητοποιήσουν τι είναι η πίστις.

    Σε συνέχεια της Βυζαντινής ανίερης παραδόσεως της επιβολής στον πατριαρχικό κι επισκοπικούς θρόνους ενίοτε των ευνοουμένων των αυτοκρατόρων ή αυτοκρατορισσών, ή παρακοιμωμένων, στην τουρκοκρατούμενη Ελλάδα, οι Πατριάρχες και κάποιοι επίσκοποι, αναδεικνύονταν αγοράζοντας με "μπαξίσι" το θρόνο τους από το Σουλτάνο. Όποιος έδινε περισσότερα, ήταν ο Πατριάρχης. Οι δε ιερείς, επίσης οφείλοντας αντίστοιχα να χρηματοδοτούν τον επίσκοπο, δρούσαν σε ένα σκοταδιστικό περιβάλλον αμάθειας, και μυστικοπάθειας που κάπως "το έσωσε" το "τυπικό" των λειτουργικών κειμένων και πράξεων, που όμως συμπληρωνόταν με διάφορες επ΄ αμοιβή ευχολογίες και τελετές, για κάθε δραστηριότητα: φύτευμα, πότισμα, συλλογή καρπών, πάτημα σταφυλιών, ανομβρία, λοιμοί, πτώση ποντικού σε αλεύρι, ασθένειες ζώων, λύσιμο μαγγανειών, κολλύβων, μνημοσύνων, σαραντισμών, βασκανιών, ευτυχώς όχι συγχωροχαρτιών για τους ζωντανούς.

    Θα περιμέναμε, μετά από 150 χρόνια ελεύθερης Εκκλησίας σε ένα Ελεύθερο Κράτος η Εκκλησία της Ελλάδος και το Ορθόδοξο Χριστιανικό ποίμνιό της να έχη απαλλαγή από όλα αυτά τα δεινά του σκοταδισμού και να έχη επανευαγγελιστή. Μάλλον όχι! Σήμερα περισσότερο παρά ποτέ τα συνθήματα του αγίου επισκόπου Φλωρίνης Αυγουστίνου: "Ζητώμεν ελευθέραν από τον Καίσαρα και Ζώσαν Εκκλησίαν", "Ζητώμεν χωρισμόν της Εκκλησίας από το Κράτος", ζητώμεν "Εκλογή ιεραρχών ψήφω κλήρου και ευσεβούς λαού", ζητώμεν "Συνοδικό Σύστημα ισοτίμων Επισκόπων" έχουν αντικατασταθεί από τις ανομολόγητες (πλην έτσι ακριβώς στην ουσία), παρακλήσεις κάποιων εκ των επισκόπων και λαϊκών: Ζητούμεν "Δέσμια την Εκκλησία στο άρμα του Κράτους" και ζητούμεν "υποταγή της Αυτοκέφαλης Εκκλησίας της ανεξάρτητης Ελλάδος στον "πάπα της Ανατολής και όλης της Ορθοδοξίας ο οποίος έχει την επισκοπή του στην Τουρκία".

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Εκλογή ιεραρχών ψήφω και ευσεβούς λαού ίσχυε μέχρι την Α΄ Οικουμενική. Δυστυχώς, η Σύνοδος αυτή θέσπισε την Εκλογή Ιεραρχών ψήφω Ιεραρχών και όχι και ευσεβούς λαού (δ΄ κανόνας).

      Διαγραφή
  4. Ψάξτε στο youtube
    Ενα σύγρονο θαύμα Ιωάννης Χασιώτης ή Γιάννης Χασιώτης τυφλός βοσκός

    Ο ευλογημένος εν Χριστώ αδελφός κύριος Γιάννης Χασιώτης από τη Μηλιά Μετσόβου, γεννηθείς το 1947, διάβαζε από νέος βοσκός, όταν είχε την όρασή του, την Αγία Γραφή από την ερμηνεία του Τρεμπέλα κι από το αρχαίο κείμενο και επειδή έχανε σιγά σιγά την όρασή του, επειδή αγάπησε πολύ την Αγία Γραφή, και δεν ήθελε όταν θα γίνει τυφλός να μην μπορεί να την μελετά, έβαλε στόχο, παρακάλεσε τον θεό και κατάφερε με κόπο και αδιάκοπη μελέτη να μάθει απ΄ έξω όλη την Αγία Γραφή. Και αν και ολιγογράμματος, γνωρίζει και απαγγέλλει από στήθους την Αγία Γραφή, καταλαβαίνει τις αρχαίες λέξεις, την ερμηνεύει απ΄έξω, διά του ενός χωρίου ερμηνεύει και τα άλλα, σε δύσκολες περιπτώσεις ρωτούσε σύγχρονους πατέρες και ερμηνευτές κι έτσι έλυνε τις απορίες του και τώρα είναι γνώστης της Βίβλου και θεολόγος καλύτερος από πολλούς αποφοίτους Πανεπιστημίου.

    ΑπάντησηΔιαγραφή