ΜΕΓΑ ΣΚΑΝΔΑΛΟΝ
ΤΥΧΟΝ ΑΓΙΟΚΑΤΑΤΑΞΗΣ
ΤΟΥ ΣΩΦΡΟΝΙΟΥ ΣΑΧΑΡΩΦ
του Παλαιμαχου Αγωνιστου Θεολογου
π. Ιωαννη Διωτη.
6ον
«Ὁ Γέροντας Σωφρόνιος εἶναι αὐθεντικὸς ἐκφραστὴς τοῦ Ὀρθοδόξου Μοναχισμοῦ» ( Ναυπακτου Ιεροθεος, σελ. 222).
Ποῖος ; Ὁ ἱδρύσας τὴν ἀντικανονικὴν μικτὴν Μονὴν τοῦ Essex κατὰ περιφρονητικὴν παράβασιν ἱερῶν Κανόνων Οἰκουμενικῶν Συνόδων; Αὐτὸς εἶναι «ὁ αὐθεντικὸς ἐκφραστὴς τοῦ Ὀρθοδόξου Μοναχισμοῦ»;
Εἶναι δεδομένον ὅτι ὑπάρχει σαφὴς διαφοροποίησις γνωμῶν περὶ Μοναχισμοῦ μεταξὺ τοῦ Ἱερομονάχου Σωφρονίου Σαχάρωφ καὶ τοῦ Μ. Βασιλείου. Εἰς αὐτὴν τὴν περίπτωσιν, πρέπει νὰ ὑπερισχύσουν αἱ γνῶμαι τοῦ Σωφρονίου, κατὰ τὸν Μητροπολίτην Ναυπάκτου κ. Ἱερόθεον, ἀφοῦ ὁ Σωφρόνιος εἶναι «αὐθεντικὸς ἐκφραστὴς τοῦ Ὀρθοδόξου Μοναχισμοῦ». Αὐθεντικὸς (= «ὁ ἔχων τὸ ἀναμφισβήτητον κῦρος γνώμης»). Διδάσκαλον λοιπὸν καὶ ὅλων τῶν ἁγίων Πατέρων περὶ τοῦ Μοναχισμοῦ ἀνέδειξε τὸν Σωφρόνιον Σαχάρωφ ὁ Μητροπολίτης τῆς Ναυπάκτου, ἀφοῦ αὐτὸς εἶναι «αὐθεντικὸς ἐκφραστὴς τοῦ Ὀρθοδόξου Μοναχισμοῦ», αὐτὸς ὁ ὁποῖος ἵδρυσεν ἀνδρογυναικείαν Μονήν, εἰς τὴν ὁποίαν ὑφίσταται νοερὰ «μοιχεία», κατὰ τοὺς ἱεροὺς Κανόνας καὶ τοὺς ἁγίους Πατέρας. Κρῖμα καὶ κατάκριμα.
*
Ὁ Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Ναυπάκτου καὶ Ἁγίου Βλασίου κ. Ἱερόθεος διαβοᾷ ὅτι ὁ π. Σωφρόνιος «βλέπει τὸ ἄκτιστον Φῶς» (σελ. 199) καὶ ὅτι «ὁ Γέροντας Σωφρόνιος διαβεβαιώνει ὅτι ἀπὸ τὴν βρεφική του ἡλικία ἔβλεπε τὸ ἄκτιστο φῶς, τὸ ὁποῖο, ὅμως, ἀναγνώρισε ἀργότερα, ὅταν ἀξιώθηκε τῆς θέας του, σὲ ὥριμη ἡλικία» (σελ. 61).
Ὁ Δεσπότης συγγραφεὺς τῶν πολλῶν βιβλίων ἔχει ταλαιπωρήσει πολὺ τὸ «ἄκτιστον Φῶς». Γράφει, γράφει καὶ πάλιν γράφει περὶ τοῦ «ἀκτίστου Φωτός», χωρὶς νὰ ἔχῃ ποτὲ καταλήξει εἰς ἓν σαφὲς καὶ ἀντικειμενικὸν συμπέρασμα. Ἐρωτᾶται ὁ κ. Ἱερόθεος· εἶδεν αὐτὸς τὸ «ἄκτιστον Φῶς»; Ὁ Ναυπάκτου εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ ἀπαντήσῃ καὶ κατὰ ποῖον τρόπον διεπίστωσεν ὅτι ὁ Σωφρόνιος εἶδε τὸ «ἄκτιστον Φῶς» καὶ μάλιστα ὅτι τὸ ἔβλεπεν ἀπὸ βρεφικῆς ἡλικίας, ὡς νὰ ἦτο προωρισμένος διὰ τὴν χορείαν τῶν Ἁγίων «ἐκ κοιλίας μητρὸς αὐτοῦ» (Λκ. α΄ 15). Ἀλλὰ μὲ ἕνα τοιοῦτον θεῖον προορισμόν, πῶς ἐξηγεῖται ἡ περαιτέρω ἐξέλιξις εἰς τὸν βίον τοῦ Σωφρονίου; Ἔγινεν ἄθεος. Ἀπὸ τὴν ἀθεΐαν μετεπήδησεν εἰς τὸν Βουδισμὸν δι’ ἑπτὰ ἔτη περίπου. Ἵδρυσεν ἀντικανονικὴν μικτὴν Μονήν, ἔγραψε κακοδοξίας καὶ πολλὰ ἄλλα ἀνευλόγητα ἀπὸ τὸν Θεὸν συνέβησαν εἰς τὴν ζωήν του. Διετήρησε μέχρι τέλους τοῦ βίου του τὰς πολλὰς θεολογικὰς πλάνας του.
*
Ὁ Μητροπολίτης Ναυπάκτου εἰς τὸ βιβλίον «ΕΝΑ ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΚΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ» (Ναύπακτος 2008), τὸ ὁποῖον ἐξέδωκεν ἡ Μητρόπολίς του καὶ προλογίζει ὁ ἴδιος, γράφει καὶ ἐκεῖ τὰ ἑξῆς περὶ τοῦ Σωφρονίου Σαχάρωφ (σελ. 275):
«Μὲ ἀξίωσε ὁ Θεὸς νὰ δεχθῶ ὀρθόδοξη διδαχὴ ἀπὸ τὸν ἀείμνηστο θεόπτη Γέροντα Ἀρχιμ. Σωφρόνιο τοῦ Essex».
Θεόπτης = ὁ βλέπων τὸν Θεόν. Ὡς γνωρίζω, μόνον εἰς τὸν Μωυσέα ἐδόθη ἡ προσωνυμία τοῦ Θεόπτου. Ὁ Ναυπάκτου ὅμως, μὲ τὴν αὐθαιρεσίαν του, τὴν ἀκρισίαν του καὶ τὴν ἀνευθυνότητά του, ἀνέδειξε καὶ νέον «θεόπτην», τὸν ἀντιλεγόμενον, τὸν ἀμφιλεγόμενον καὶ τὸν θεολογικῶς πλανώμενον Σωφρόνιον Σαχάρωφ. Δέσποτα τῆς Ναυπάκτου, σύνελθε !
*
Ὁ Ναυπάκτου, ὁ ὁποῖος συνεχῶς τονίζει ὅτι ὁ Σωφρόνιος Σαχάρωφ εἶχε μεγάλην οἰκειότητα πρὸς τὸ ἄκτιστον Φῶς, γράφει καὶ αὐτὰ περὶ τοῦ ἀκτίστου Φωτός: «Ἡ ὅραση τοῦ ἀκτίστου Φωτὸς γίνεται μὲ πολλὲς ἐναλλαγές. Στὴν ἀρχὴ γίνεται ἀσαφῶς, μὲ τὴν ἀποκάλυψη τοῦ ἐσωτερικοῦ σκότους, στὴν συνέχεια γίνεται λαμπρότερη καὶ μεταδίδει τὴν θεία ζωή, ἀλλὰ μετὰ ἀπὸ αὐτὰ παρατηροῦνται αὐξομειώσεις, ἄρσεις τῆς θείας Χάριτος, ἀπομακρύνσεις τοῦ Θεοῦ καὶ ἐκ νέου ἐλεύσεις τῆς θείας Χάριτος» (σελ. 131).
Ὁ Ναυπάκτου εὑρέθη καὶ πάλιν ἐκτὸς σοβαρότητος. Μὲ ποῖα ὄργανα ἀκριβείας ἐμέτρησε τὰς διαφόρους «ἐντάσεις», «ἐναλλαγὰς» καὶ «αὐξομειώσεις» τοῦ «ἀκτίστου Φωτός»; Πῶς ἐμαγνητοσκόπησε τὰς «ἄρσεις» τῆς θείας Χάριτος, τὰς «ἀπομακρύνσεις» τοῦ Θεοῦ καὶ τὰς «ἐκ νέου ἐλεύσεις τῆς θείας Χάριτος»; Ὁ Ναυπάκτου ἀσεβεῖ πρὸς τὸ ἄκτιστον Φῶς μὲ τὰ παράξενα αὐτὰ θεολογήματά του. Ἀποδεικνύεται καὶ ἀπὸ ἐδῶ ὅτι μυθολογεῖ ὁσάκις γράφει ὅτι ὁ Σωφρόνιος Σαχάρωφ εἶχε συχνὴν οἰκειότητα πρὸς τὸ ἄκτιστον Φῶς.
Περίεργον ! Ὁ Ναυπάκτου διαχωρίζει τὴν θείαν Χάριν ἀπὸ τὸν Θεόν, ὅταν ἐπισημαίνῃ δύο διαδοχικὰ γεγονότα, «παρατηροῦνται ἄρσεις τῆς θείας Χάριτος, ἀπομακρύνσεις τοῦ Θεοῦ». Γεννᾶται ὅμως καὶ τὸ ἐρώτημα πῶς «παρατηροῦνται» αἱ κινήσεις τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς θείας Χάριτος, ἀφοῦ «Θεὸν οὐδεὶς ἑώρακε πώποτε» (Ἰω. α΄ 18);
Παρατηρῶ (= «ἱστάμενος πλησίον ἢ ἔμπροσθεν, θεωρῶ, προσέχω εἴς τι», «βλέπω προσεκτικά», «ἐλέγχω», «βλέπω ἐπισταμένως», «παρακολουθῶ διὰ τοῦ βλέμματος», «ἐξετάζω»).
Τοιαύτης οὔσης τῆς ἐννοίας τοῦ ρήματος παρατηρῶ, πῶς ἆραγε ὁ Ναυπάκτου παρετήρησεν ὑπὸ ποίαν μορφὴν καὶ ἀπὸ ποῖον σημεῖον ἐκκινεῖ ὁ Θεὸς διὰ νὰ ἀπομακρυνθῇ; Ποία ἡ ταχύτης αὐτῆς τῆς ἀπομακρύνσεως ; Πρὸς ποίαν κατεύθυνσιν γίνεται ἡ ἀπομάκρυνσις αὐτή; Μέχρι ποίας ἀποστάσεως εἶναι ὁρατὴ ἡ ἀπομάκρυνσις αὐτὴ τοῦ Θεοῦ; Πότε καὶ διατί ἀπομακρύνεται ὁ Θεός ; Μετὰ τὰς «ἄρσεις τῆς θείας Χάρτιος» καὶ τὰς «ἀπομακρύνσεις τοῦ Θεοῦ», πόσος χρόνος μεσολαβεῖ διὰ τὰς «ἐκ νέου ἐλεύσεις τῆς θείας Χάριτος»; Αἱ μετακινήσεις τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς θείας Χάριτος εἶναι χωρισταί; Δηλαδή, ὅταν ἀπομακρύνεται ὁ Θεός, τότε ἐπιστρέφει ἡ θεία Χάρις ; Διατί παρατηροῦνται «ἄρσεις» τῆς θείας Χάριτος καὶ ποῖαι εἶναι αἱ προϋποθέσεις διὰ τὰς «ἐκ νέου ἐλεύσεις» αὐτῆς; Κατὰ ποῖον τρόπον γίνονται αἰσθηταὶ αἱ «ἄρσεις» καὶ αἱ «ἐλεύσεις» τῆς θείας Χάριτος, ὥστε νὰ ὑπόκεινται εἰς τὰ αἰσθητήρια τῆς «παρατηρήσεως»; Αἱ λέξεις «ἄρσεις», «ἀπομακρύνσεις» καὶ «ἐλεύσεις» τίθενται εἰς πληθυντικόν. Ἐρωτᾶται ὁ κ. Ἱερόθεος: Εἰς ποίαν συχνότητα γίνονται αἱ πολλαὶ κινήσεις ἑκάστης τῶν τριῶν τούτων περιπτώσεων καὶ πῶς ἐλέγχονται;
Μὲ ὅλα αὐτὰ τὰ τερατώδη, ὁ Ναυπάκτου Ἱερόθεος Βλάχος ἐβυθίσθη εἰς τὰ θολὰ ὕδατα μιᾶς θεολογικῆς συγχύσεως καὶ σκεπτικῆς ἀκαταστασίας.
Ἄς παύσῃ ὁ Δεσπότης νὰ ἐρευνᾷ τὰ θεῖα καὶ ὑπερφυσικὰ μικροβιολογικῶς καὶ ὀρθολογιστικῶς ἀπὸ οἴησιν ἐν πλάνῃ. Περιορίζει τὰ περιθώρια τῆς Πίστεως καὶ προσπαθεῖ νὰ ἐντάξῃ τὰ πάντα σχεδὸν εἰς τὴν γνῶσιν καὶ τὴν παρατήρησιν. Τυγχάνει γνωστὸν ὅτι τὸ «πίστευε καὶ μὴ ἐρεύνα» δὲν ἀνήκει εἰς τὴν Ὀρθόδοξον Χριστιανικὴν Διδασκαλίαν. Ὅμως, ἡ ἔρευνα, ἡ παρατήρησις καὶ ἡ δυνατότης τῆς Λογικῆς δὲν δύνανται νὰ προσεγγίσουν τὰ Μυστήρια τοῦ Θεοῦ, γνωστικῶς. «Οὐ φέρει τὸ μυστήριον ἔρευναν» (τροπάριον τῶν Χριστουγέννων). Ὑπάρχουν ὅρια τῆς γνώσεως. Μετὰ ἀπὸ τὰ ὅρια αὐτά, ὁ ἀνθρώπινος νοῦς οὐδὲν δύναται νὰ προσφέρῃ. Μόνον ἡ Πίστις προχωρεῖ. «Ἔστι δὲ πίστις ἐλπιζομένων ὑπόστασις, πραγμάτων ἔλεγχος οὐ βλεπομένων» (Ἑβρ. ια΄ 1).
Αὐτὰ τὰ ὁποῖα γράφει ὁ Δεσπότης τῆς Ναυπάκτου κ. Ἱερόθεος περὶ ὁράσεως τοῦ ἀκτίστου Φωτός, περὶ ἐναλλαγῶν καὶ αὐξομειώσεων τῆς λαμπρότητος τοῦ ἀκτίστου Φωτός, περὶ ἀπομακρύνσεων τοῦ Θεοῦ καὶ περὶ ἄρσεων καὶ ἐλεύσεων τῆς θείας Χάριτος εἶναι μία ἀνεξέλεγκτος σύγχυσις, εἶναι ἓν «κομφούζιον» (= «χαώδης, μπερδεμένη κατάστασις») καὶ προδίδουν μίαν ἐσωτερικὴν διαταραχὴν τοῦ Ἐπισκόπου Ἱεροθέου Βλάχου, κατὰ τὴν διαίσθησίν μου. Θλιβερὰ ὅλα αὐτὰ διὰ τὸν Μητροπολίτην καὶ προσβλητικὰ τοῦ Ἐπισκοπικοῦ κύρους.
Ὡς ἔχοντα τοιαύτην νοοτροπίαν παρουσιάζει ὁ Ναυπάκτου καὶ τὸν ὑπ’ αὐτοῦ θαυμαζόμενον «ἅγιόν» του, τὸν Ἱερομόναχον Σωφρόνιον Σαχάρωφ, ὁ ὁποῖος δῆθεν ἔχει ἀπεριόριστον οἰκειότητα πρὸς τὸ ἄκτιστον Φῶς, κατὰ τὸν κ. Ἱερόθεον.
*
«Ὁ Γέροντας, ὅμως, δὲν γνωρίζει προσωπικὰ μόνον τὴν ἔλευση καὶ τὴν ἄρση τῆς θείας Χάριτος, ἀλλὰ γνωρίζει ἐκ πείρας καὶ τὴν ἔνταση μὲ τὴν ὁποία ἡ θεία Χάρη ἐπισκέπτεται τὸν ἄνθρωπο» (σελ. 195).
Κύριε, Κύριε, Κύριε, τί εἶναι αὐτά, τὰ ὁποῖα λέγονται καὶ γράφονται ἀπὸ τὸν ὀρθόδοξον Ἐπίσκοπον κ. Ἱερόθεον Βλάχον, θεωρούμενον ὑπὸ πολλῶν ὡς κορυφαῖον θεολόγον; Μὲ ποῖον χαριτόμετρον, ἄγνωστον εἰς τὸν κόσμον, αὐτὸς ὁ περιβόητος «Γέροντας» κατώρθωνε νὰ μετρᾷ ἀκόμη καὶ τοὺς βαθμοὺς ἐντάσεως τῆς θείας Χάριτος; Ὁ Μητροπολίτης τῆς Ναυπάκτου κατὰ ποῖον τρόπον διηκρίβωσε, διεπίστωσε καὶ διέγνωσε τὰ τοιαῦτα ὑπερφυσικὰ χαρίσματα τοῦ «Γέροντός» του; Σεβασμιώτατε, ἀνάλαβε τὰς εὐθύνας σου. Παραπλανᾷς καὶ κακοδιδάσκεις τὸ πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας. Καὶ πάλιν σύνελθε.
*
Οἶστρος ἀνυμνήσεως τοῦ ἰνδάλματός του κατέλαβε τὸν Ναυπάκτου. Δὲν ἐδίστασε νὰ γράψῃ καὶ αὐτὰ τὰ ἐξωφρενικά, ἐξωπραγματικὰ καὶ γελοιοποιητικὰ διὰ τόν… «ἅγιον» Σωφρόνιόν του:
«Ὅπως γίνεται ἀντιληπτό, ὁ Γέροντας ἦταν μεγάλος θεολόγος καὶ Πνευματικὸς Πατέρας. Ἐκινεῖτο σὲ μεγάλα ὕψη πνευματικῆς ζωῆς. Δὲν κατέβαζε τὸν λόγο του σὲ χαμηλὰ ἐπίπεδα. Ὅταν τὸν ἄκουγα, θυμόμουν συχνὰ τὴν ἀρχὴ τοῦ βιβλίου τοῦ Προφήτου Ἡσαΐου: “Ὅρασις ἥν εἶδεν Ἡσαΐας’’ (Ἡσ. α΄, 1), τὴν ἀρχὴ τοῦ βιβλίου τοῦ Προφήτου Ἱερεμίου: “Τὸ ῥῆμα τοῦ Θεοῦ ὅ ἐγένετο ἐπὶ Ἱερεμίαν’’ (Ἱερ. α΄, 1) καὶ τὸ βιβλίο τοῦ Προφήτου Μαλαχίου: “Λῆμμα λόγου Κυρίου ἐπὶ τὸν Ἰσραὴλ ἐν χειρὶ ἀγγέλου αὐτοῦ’’ (Μαλ. α΄, 1). Ὁ λόγος τοῦ Γέροντα ἦταν “ὅρασις Θεοῦ’’, “ῥῆμα Κυρίου’’, “λῆμμα λόγου Κυρίου’’. Γι’ αὐτὸ καὶ μερικοὶ δὲν τὸν καταλάβαιναν. Κάποιος Ἐπίσκοπος εἶχε ἐκφρασθῆ ἐναντίον του. Μοῦ εἶπε ὅτι ὅλοι οἱ μοναχοὶ τῆς Ἱερᾶς αὐτῆς Μονῆς εἶναι ἅγια παιδιά, ἀλλὰ τὸ πρόβλημα τῆς Μονῆς εἶναι ὁ Γέροντας. Ὅταν τὸ εἶπα σὲ ἕναν μοναχό, μοῦ ἀπήντησε: “Αὐτὸ τὸ λέγει γιατὶ ὁ π. Σωφρόνιος δὲν εἶναι ἕνας κοινὸς ἄνθρωπος καὶ δὲν τὸν καταλαβαίνει, ἐνῷ ἐμεῖς εἴμαστε ἄνθρωποι καὶ μᾶς κρίνει μὲ τὰ ἀνθρώπινα μέτρα ποὺ καταλαβαίνει’’» (σελ. 317).
Κατὰ τὸν κ. Ἱερόθεον, δὲν εἶναι λοιπὸν «κοινὸς ἄνθρωπος» ὁ Σωφρόνιος Σαχάρωφ, ὅπως προβάλλει αὐτόν. Εἶναι ἰσότιμος καὶ ἰσάξιος μὲ τοὺς κορυφαίους Προφήτας τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ὅπως γράφει ἐδῶ δεσποτικῶς ὁ Δεσπότης τῆς Ναυπάκτου, εἶναι ὡς ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, ὡς ὁ Συμεὼν ὁ Νέος Θεολόγος, ὡς ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, ὅπως ἐπίσης ἔγραψε προηγουμένως ὁ ὑμνητής του Ποιμενάρχης τῆς Ναυπάκτου, ὁ ὁποῖος ἀπώλεσε τὰ μέτρα ὀρθῆς κρίσεως καὶ ἐπαρκοῦς θεολογικῆς σκέψεως, ὡς δύναμαι νὰ συμπεράνω.
Ὅμως, ὑπάρχει ὡς ἄνω καὶ ἡ μαρτυρία τοῦ ἰδίου κ. Ἱεροθέου ὅτι «κάποιος Ἐπίσκοπος εἶχεν ἐκφρασθῆ ἐναντίον τοῦ Σωφρονίου… Τὸ πρόβλημα τῆς Μονῆς εἶναι ὁ Γέροντας». Ἔχομεν λοιπὸν καὶ Ἐπισκοπικὴν διαπίστωσιν ὅτι ὁ Σωφρόνιος Σαχάρωφ ἦτο προβληματικὸν πρόσωπον.
*
«Ἔμεινα κατάπληκτος διαβάζοντας τὰ κείμενα αὐτά. Νόμιζα ὅτι διάβαζα κείμενα τοῦ ἁγίου Συμεὼν τοῦ Νέου Θεολόγου. Εἶχα πραγματικὰ “μεθύσει ἀπὸ τὸν λόγο τοῦ Γέροντος’’» (σελ. 357).
Πολὺ ἀπρόσεκτος καὶ ἀσυγκράτητος ὁ Ναυπάκτου. Διὰ νὰ παρουσιάσῃ τὸν πολλαπλῶς παραπαίοντα Σωφρόνιον Σαχάρωφ ἐφάμιλλον, ἀλλὰ καὶ ἀνώτερον μεγάλων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, ὑποτιμᾷ τὴν νοημοσύνην ὁλοκλήρου τῆς θεολογικῆς κοινότητος καὶ πολλῶν ἄλλων ἀναγνωστῶν του. Πρωτοφανὲς τὸ τοιοῦτον κατάντημα τοῦ Ἀρχιερέως Ἱεροθέου Βλάχου.
*
Ὁ Ναυπάκτου ἔθεσεν εἰς τὸ βιβλίον του διὰ τὸν Ἱερομόναχον Σωφρόνιον κεφάλαιον μὲ τὸν τίτλον «Θαυμαστὰ ἔργα» (σελ. 58), χωρὶς νὰ ἀναφέρῃ οὐδὲν θαῦμα του, παρὰ μόνον διατυπώνει προσωπικάς του κρίσεις περὶ αὐτοῦ, ὅπως: «Ἡ περίπτωση τοῦ Γέροντος Σωφρονίου δὲν εἶναι συνηθισμένη… Μία τέτοια πνευματικὴ ἐμπειρία δὲν συναντᾶται εὔκολα στοὺς ἀνθρώπους, οὔτε καὶ σὲ αὐτοὺς ἀκόμη τοὺς ἀσκητές, γιὰ πολλοὺς καὶ διαφόρους λόγους… Ὁ βαθμὸς τῆς ἐντάσεως μὲ τὸν ὁποῖο ἔζησε ὁ Γέροντας Σωφρόνιος τὰ πνευματικὰ αὐτὰ γεγονότα δὲν ἀνήκει σὲ ὅλους, ἀφοῦ πρόκειται γιὰ σπάνια πνευματικὴ ἐμπειρία. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος γιὰ τὸν ὁποῖον πολλοὶ ἄνθρωποι, ἀκόμη καὶ μοναχοί, δὲν μποροῦν νὰ κατανοήσουν τὰ κείμενα τοῦ Γέροντος Σωφρονίου, ἀφοῦ δὲν μποροῦν νὰ προσεγγίσουν τὴν πεῖρα του, ἡ ὁποία κινεῖται πέρα ἀπὸ τὰ κοινὰ ἀνθρώπινα ἐπίπεδα» (σελ. 59).
Δὲν διστάζει ὁ Ναυπάκτου νὰ γράφῃ καὶ νὰ διαδίδῃ αὐτὰ τὰ ἀνερμάτιστα καὶ φαιδρά; Ὥστε λοιπὸν οὔτε οἱ ἀσκηταὶ οὔτε καὶ οἱ ἄλλοι μοναχοὶ δύνανται νὰ προσεγγίσουν τὸ βάθος καὶ τὸ ὕψος τῆς ὁσιότητος καὶ ἁγιότητος τοῦ Σωφρονίου καὶ νὰ κατανοήσουν τὰ κείμενά του; Δὲν νομίζω ὅτι ὁ σημερινὸς Δεσπότης τῆς Ναυπάκτου ἔχει τόσον περισσότερον ἐξαγνισθῆ ἀπὸ τοὺς μοναχοὺς καὶ ἀπὸ τοὺς ἀσκητάς, ὥστε ὅ,τι σχετίζεται μὲ τὸν τοιοῦτον Σωφρόνιον Σαχάρωφ, ὅπως τὸν παρουσιάζει, μόνον εἰς αὐτὸν νὰ εἶναι οἰκεῖον καὶ εὐκολονόητον. Καὶ αὐτὴ ἡ Ἱεροθεϊκὴ κατάστασις εἶναι ἐκτὸς πάσης σοβαρότητος.
Οἱ Ἀσκηταὶ λοιπὸν καὶ οἱ Μοναχοὶ «δὲν μποροῦν νὰ κατανοήσουν τὰ κείμενα τοῦ Γέροντος Σωφρονίου». Παιδαριώδης Δεσποτικὴ ἐπιπολαιότης καὶ ἀνευθυνότης. Ἐνόμισεν ὁ Δεσπότης αὐτὸς ὅτι θὰ γίνῃ πιστευτὸς εἰς ὅλα αὐτὰ τὰ παρανοϊκά του. Δέσποτα τῆς Ναυπάκτου Ἱερόθεε Βλάχε, οἱ Ἀσκηταὶ καὶ οἱ Μοναχοὶ κατανοοῦν ἀνὰ τοὺς αἰῶνας τὰ συγγράμματα ὅλων τῶν Μεγάλων καὶ ἄκρως πεπαιδευμένων ἁγίων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἀδυνατοῦν νὰ κατανοήσουν τὰ κείμενα Σωφρονίου τινός; Ὁ Σωφρόνιος αὐτὸς ἔγραψε καὶ πολλὰς ἀνοησίας, τὰς ὁποίας βεβαίως οὐδεὶς κατανοεῖ. Διατί, Δέσποτα τῆς Ναυπάκτου Ἱερόθεε Βλάχε, δὲν φείδεσαι τῆς προσωπικῆς σου ἀξιοπρεπείας καὶ αὐτογελοιοποιεῖσαι;
Δέσποτα τῆς Ναυπάκτου Ἱερόθεε Βλάχε, δὲν ἐντρέπεσαι νὰ γράφῃς ὅτι «ἡ πεῖρα τοῦ Σωφρονίου Σαχάρωφ κινεῖται πέρα ἀπὸ τὰ κοινὰ ἀνθρώπινα ἐπίπεδα»; Ἔχεις τὴν παιδαριώδη ἀφέλειαν νὰ νομίζῃς ὅτι θὰ γίνῃς πιστευτός, παρουσιάζων τὸν Σωφρόνιον Σαχάρωφ ὡς μίαν περίπου ὑπερφυσικὴν ὕπαρξιν; Κατάπτωσις !
*
Εἰς ἕτερον κεφάλαιον γράφει ἀκόμη ὁ Ναυπάκτου περὶ τοῦ «ἁγίου» του Σωφρονίου: «Μερικὲς φορὲς ἐξερχόμενος τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ, ὄντας στὴν ἀγκαλιὰ τῆς μητέρας του, ἔβλεπε τὴν πόλη νὰ φωτίζεται ὑπὸ δύο εἰδῶν φώτων καί, ὅπως γράφει, ″Τὸ ἡλιακὸν φῶς δὲν παρημπόδιζε νὰ αἰσθανθῶ τὴν παρουσίαν τοῦ ἄλλου Φωτός’’» (σελ. 62).
Ἀγαπητοὶ ἀναγνῶσται, τί νὰ σχολιάσω; Αὐτὰ εἶναι διὰ τοὺς μάγους, τὰ μέντιουμ καὶ τὰς ὁραματιστρίας. Θὰ ἀρκεσθῶ μόνον εἰς τὴν δειγματοληπτικὴν παράθεσιν τινῶν ἀκόμη ἀθεολογήτων καὶ ἀνοήτων τοῦ Σωφρονίου καὶ τοῦ Ἱεροθέου, χωρὶς νὰ σχολιασθοῦν ὅλα.
*
«Λίγο ἀργότερα προστέθηκε καὶ ἄλλο “φαινόμενο’’, λέγει διὰ τὸν ἑαυτόν του ὁ π. Σωφρόνιος. “ Ἐνώπιόν μου ἠγέρθη νοερὸς φραγμός, τὸν ὁποῖον ἠσθάνθην ὡς παχὺ μολύβδινον τεῖχος. Δὲν ἠδύνατο νὰ διαπεράσῃ τοῦτο οὐδὲ μία ἀκτὶς φωτός, φωτὸς νοεροῦ, οὐχὶ φυσικοῦ, καθὼς καὶ τὸ τεῖχος δὲν ἦτο ὑλικόν’’» (σελ. 66).
Ἀποκλείεται νὰ εἶναι ἀπὸ τὸν Θεὸν καὶ αὐτὸ τὸ δῆθεν ἀποκαλυπτικὸν ὅραμα τοῦ ψευδο-«ἁγίου» Σωφρονίου διότι οὐδὲνα πνευματικὸν σκοπὸν ἐξυπηρετεῖ. Αὐτὸ ἢ εἶναι ἐκδήλωσις στιγμιαίας τινὸς ἢ καὶ μονίμου ψυχοπαθολογικῆς καταστάσεως αὐτοῦ τοῦ ὑπὸ τοῦ Ναυπάκτου ὑπερυψουμένου καὶ ὑπερευλογημένου Σωφρονίου Σαχάρωφ ἢ εἶναι διαβολικὴ πλάνη. Ἀρχιερεῦ Ἱερόθεε Βλάχε, ἐπαναπαύεσαι εἰς τὴν θεολογικὴν καὶ πνευματικὴν ψευδοεπάρκειάν σου καὶ δὲν δύνασαι νὰ ἀντιληφθῇς τὰς παγίδας τοῦ Διαβόλου, ὅπως καὶ ὁ πολυτρόπως διατεταραγμένος «ἅγιός» σου. Καὶ κάτι πολὺ συγκεκριμένον. Ἐφ’ ὅσον ὁ φραγμὸς ἦτο «νοερός», διατί ἀπεκλείετο νὰ διαπεράσῃ αὐτὸν μία ἀκτὶς «νοεροῦ» φωτός; Ἀκατάστατος ἡ κατάστασις τοῦ Σωφρονίου Σαχάρωφ. Δέσποτα τῆς Ναυπάκτου, οὐδόλως προβληματίζεσαι;
*
«Ἡ ἐσωτερικὴ αὐτὴ κατάσταση τὸν ὁδηγοῦσε μερικὲς φορὲς σὲ ἕναν μεγάλο πειρασμὸ (γράφει ὁ κ. Ἱερόθεος): ″Πολλάκις ἐπειράσθην ὑπὸ φρικτῶν λογισμῶν ὀργῆς κατὰ τοῦ Πλαστουργοῦ μου’’. Ἀδυνατώντας νὰ κατανοήσῃ ὅλα ὅσα γίνονταν μέσα του, στράφηκε ἐναντίον τοῦ Θεοῦ καὶ Τὸν θεωροῦσε “ἐχθρικὸν δυνάστην’’» (σελ. 66-67), συμπληρώνει ὁ κ. Ἱερόθεος.
Αὐτὸς ὁ… οὐρανοβάμων ὑπῆρξε τόσον ἄπιστος ; Ἔγινε καὶ βουδιστὴς ἐπὶ ἀρκετὰ ἔτη. Ἀλλοίμονον! Καὶ ἄθεος καὶ βουδιστὴς καὶ κακόδοξος αὐτὸς ὁ ὁποῖος ἔβλεπε τὸ ἄκτιστον Φῶς ἀπὸ βρεφικῆς ἡλικίας ; Τί ἀλλοπρόσαλλα καὶ τί ἀλλόκοτα καὶ τί τραγελαφικὰ εἶναι αὐτά, τὰ ὁποῖα γράφει ὁ καυχώμενος διὰ τὴν πολυγραφίαν του Μητροπολίτης Ἱερόθεος Βλάχος; «Ἐκ πολυλογίας οὐκ ἐκφεύξῃ ἁμαρτίαν, φειδόμενος δὲ χειλέων νοήμων ἔσῃ» (Παρ. ι΄19).
Αὐτὸν λοιπὸν τὸν Ἱερομόναχον Σωφρόνιον Σαχάρωφ προτείνει δι’ ἁγιοκατάταξιν ὁ Ναυπάκτου Ἱερόθεος ὁ ὁποῖος «στράφηκε ἐναντίον τοῦ Θεοῦ καὶ τὸν θεωροῦσε ἐχθρικὸν δυνάστην», ὡς γράφει ὁ ἴδιος ὁ κ. Ἱερόθεος. Δέσποτα τῆς Ναυπάκτου Ἱερόθεε Βλάχε ἐξ Ἰωαννίνων, τί ἔχεις πάθει;
*
Ἔτι καὶ ἔτι γελοιοποιεῖ τὸν προσκυνημένον του Σωφρόνιον ὁ τῆς Ναυπάκτου Δεσπότης καὶ Ποιμενάρχης. Γράφει: « Ἡ περιγραφὴ μιᾶς σκηνῆς βιώσεως τῆς μνήμης τοῦ θανάτου εἶναι συγκλονιστική. Καθὼς καθόταν στὸ γραφεῖο του καὶ διάβαζε, στηρίζοντας τὴν κεφαλή του διὰ τῆς χειρός, ξαφνικὰ αἰσθάνθηκε νὰ κρατᾷ τὸ κρανίο του στὸ χέρι καὶ νὰ τὸ παρατηρῇ νοερῶς ἀπὸ ἔξω» (σελ. 68).
Ὅλας τὰς δαιμονικὰς φαντασιώσεις τοῦ Σωφρονίου ὁ Ναυπάκτου θεωρεῖ αὐτὰς ὡς θείας ἀποκαλύψεις. Ὁ Ναυπάκτου ἔχει ἀνάγκην ἐντόνου περισυλλογῆς καὶ αὐτοεξετάσεως μετὰ πολλῆς ταπεινώσεως καὶ προσευχῆς, διὰ νὰ διακριβώσῃ μήπως ὡρισμέναι σκέψεις καὶ κρίσεις του εἶναι δαιμονοκίνητοι. Ἐπλανήθησαν καὶ ἅγιοι.
*
«Στὴν ἀρχὴ τῆς ζωῆς του οἱ ἔντονες καταστάσεις τὸν ὡδήγησαν διαδοχικὰ στὸν ἀνατολικὸ μυστικισμό, γιὰ νὰ βρῇ ἀπάντηση στὰ ὑπαρξιακὰ ἐρωτήματα» (σελ. 69).
«Πάντως θεωρῶ ὡς σημαντικὴ τὴν μαρτυρία ποὺ μᾶς δίνει ὁ Γέροντας Σωφρόνιος καὶ ἡ ὁποία δείχνει τὴν διαφορὰ μεταξὺ τοῦ κτιστοῦ φωτός, τοῦ νοός – διανοίας, τοῦ διαβολικοῦ φωτὸς καὶ τοῦ θείου φωτός. Πρόκειται γιὰ μία σπάνια περιγραφή, τὴν ὁποίαν δὲν συναντᾷ κανεὶς στὰ πατερικὰ κείμενα καὶ γι’ αὐτὸ ἔχει μεγάλη σπουδαιότητα» (σελ. 73-74).
Ἐνταῦθα, ὁ Ναυπάκτου ὑποτιμᾷ τὰ Πατερικὰ κείμενα διὰ νὰ ἐξυψώσῃ τὸν ἐν λόγῳ περίεργον Ἱερομόναχον. Πλανᾶται ὁ Ναυπάκτου ὅταν νομίζῃ ὅτι οἱ ἅγιοι Πατέρες δὲν ἐννοοῦν τὴν ὡς ἄνω διαφορὰν καὶ δὲν δύνανται νὰ διακρίνουν τὰ τεχνάσματα τοῦ Διαβόλου. Οὐδέποτε ὑπέστη ἡ θεία Πατερικὴ σοφία τοιαύτην προσβολήν. Διὰ τὰ πάντα ἔχουν ὁμιλήσει οἱ ἅγιοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ μὲ καταπλήσσουσαν ἐπιχειρηματολογίαν καὶ πειστικότητα. Ἰδοὺ τί λέγει ὁ Συμεὼν Θεσσαλονίκης:
«Οὐδὲν γὰρ ὅ μὴ εἰρήκασιν οἱ Πατέρες. Ἐπεὶ καὶ πολὺς αὐτοῖς ὁ κατὰ τῶν αἱρέσεων ἀγὼν γέγονε καὶ συνεργείᾳ τοῦ θείου Πνεύματος νενικήκασι ταύτας καὶ τὰς δόξας αὐτῶν ψευδεῖς ἀπεφήναντο» (P.G. 155,64 D).
Παρατηρητέον καὶ τοῦτο. Ἀφοῦ ὁ Σωφρόνιος Σαχάρωφ ὑπερέχει ἀκόμη καὶ τῶν ἁγίων Πατέρων, πῶς συνέβη «οἱ ἔντονες καταστάσεις» νὰ ὁδηγήσουν αὐτὸν εἰς τὸν «ἀνατολικὸ μυστικισμό, γιὰ νὰ βρῇ ἀπάντηση στὰ ὑπαρξιακὰ ἐρωτήματα»; Αὐτὴ ἡ ἀπάντησις δὲν ὑπάρχει εἰς τὴν Ἁγίαν γραφὴν καὶ εἰς τὰ Πατερικὰ κείμενα; Ἔπρεπε νὰ θητεύσῃ εἰς τὸν Βουδισμὸν ἐπὶ ἑπτὰ (7) καὶ πλέον ἔτη διὰ νὰ λύσῃ τὰ «ὑπαρξιακὰ» του προβλήματα ;
Ἀπορῶ, ἐξίσταμαι καὶ ἐνίσταμαι κατὰ τῶν γραφομένων ὑπὸ τοῦ Ναυπάκτου κ. Ἱεροθέου, λέγων πρὸς αὐτόν· Δέσποτα, Δέσποτα, Δέσποτα τῆς Ναυπάκτου Ἱερόθεε Βλάχε, ἤ θὰ μᾶς τρελάνῃς ἤ θὰ μᾶς παλαβώσῃς. Ὁ Σωφρόνιος Σαχάρωφ, ὁ ὁποῖος, κατὰ τὰ γραφόμενά σου, δὲν εἶχε παύσει νὰ βλέπῃ τὸ ἄκτιστον φῶς ἀπὸ νηπιακῆς ἡλικίας, εἶχεν ἀνάγκην νὰ φωτισθῇ ἀπὸ τὸ «φῶς» τοῦ Βουδισμοῦ διὰ τὰ «ὑπαρξιακὰ του ἐρωτήματα»; Χάος παραλογισμοῦ. Μήπως ὁ τόσον ὑπερυψούμενος καὶ ὑπερδοξολογούμενος ὑπὸ τοῦ Ναυπάκτου ἄνθρωπος αὐτὸς ὑπῆρξε πράγματι δαιμονόπληκτος ;
*
«Ὁ Γέροντας Σωφρόνιος, πράγματι, ὑπῆρξε μία μεγάλη ἀσκητική, ἡσυχαστικὴ καὶ θεολογικὴ φυσιογνωμία, ἕνας μεγάλος Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας στὴν ἐποχή μας μὲ ὀρθόδοξη θεολογία καὶ ὀρθόδοξο τρόπο βιώσεως τῆς πραγματικῆς θεολογίας» (σελ. 179).
Ἡ κατὰ προκλητικὴν παράβασιν ἱερῶν Κανόνων Οἰκουμενικῶν Συνόδων ἵδρυσις ὑπὸ τοῦ Σωφρονίου Σαχάρωφ μικτῆς Μονῆς, αἱ ἄλλαι θεολογικαὶ πλάναι αὐτοῦ, ὡς καὶ αἱ δαιμονοφαντασιώσεις του, εὑρίσκονται ἐντὸς τῶν πλαισίων τῆς «Ὀρθοδόξου Θεολογίας», Δεσποτοποιμενάρχα τῆς Ναυπάκτου κ. Ἱερόθεε Βλάχε;
*
«Ὁ Γέροντας δὲν γνωρίζει μόνο τὴν ἔλευση καὶ ἄρση τῆς θείας Χάριτος στὸν δικό του ἐσωτερικὸ κόσμο, ἀλλὰ τὴν ἔβλεπε νὰ ἐνεργῇ καὶ στοὺς ἄλλους ἀνθρώπους» (σελ. 194).
Μητροπολῖτα τῆς Ναυπάκτου κ. Ἱερόθεε Βλάχε, κατά ποῖον τρόπον ὁ Σωφρόνιος Σαχάρωφ ἔβλεπεν ἐνεργοῦσαν τὴν θείαν Χάριν, ἀφοῦ ἡ Χάρις εἶναι ἀόρατος; Μὲ ποῖα δὲ αἰσθητήρια μέσα ἔβλεπεν ὁ Σωφρόνιος τὴν θείαν Χάριν νὰ ἐνεργῇ καὶ εἰς ἄλλους ἀνθρώπους ; Σεβασμιώτατε, πρέπει νὰ σοβαρευθῇς.
*
«Ὁ Γέροντας, κατὰ αὐθεντικὸ καὶ ἀποκαλυπτικὸ τρόπο, δίνει τὴν δική του μαρτυρία… Ὁ Γέροντας ἀπέκτησε τὴν ζῶσα ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ» (σελ. 124 και 130).
*
«Ὁ Γέροντας Σωφρόνιος ἔλαβε ἀπὸ τὸ Θεὸ σπάνιες ἀποκαλύψεις» (σελ. 213).
Ἔπρεπε νὰ γνωρίζῃ ὁ ὑμνολόγος τοῦ ἀκαταστάτου αὐτοῦ Ἱερομονάχου ὅτι ἡ ἐκφραζομένη διὰ τῆς Ἁγίας Γραφῆς καὶ τῆς Ἱερᾶς Παραδόσεως θεία Ἀποκάλυψις εἶναι ἀπολύτως πλήρης καὶ τελεία καὶ δὲν ἐπιδέχεται οὐδεμίαν συμπλήρωσιν ἢ βελτίωσιν μετὰ τὴν Πεντηκοστήν, συμφώνως πρὸς τοὺς ἁγίους Πατέρας καὶ δὴ τὸν ἱερὸν Χρυσόστομον. Αἱ ψευδοαποκαλύψεις τοῦ Σωφρονίου εἶναι δαιμονικαί.
*
«Ἕνας ἄλλος μοναχός, πολὺ ἐμπιστευτικά, μοῦ εἶπε: “Καὶ τώρα ὁ Γέροντας βλέπει τὸ ἄκτιστο Φῶς, ἀλλὰ δὲν θέλει νὰ πῇ τίποτα γι’ αὐτό, γιὰ νὰ μὴ χάσῃ τὴν δωρεὰ τοῦ Θεοῦ’’» (σελ. 342).
«Τὸν ἔβλεπα ὡς ἄλλο Μωυσῆ ποὺ ἀνερχόταν στὸ ὄρος Σινᾶ γιὰ νὰ συναντήσῃ καὶ νὰ συνομιλήσῃ πρόσωπο μὲ πρόσωπο μὲ τὸν Θεό» (σελ. 362).
Πλανᾶται καὶ πλανᾷ ὁ Δεσπότης τῆς Ναυπάκτου. Παρουσιάζει ἕνα ἀκατάστατον Ἱερομόναχον ὡς «ἄλλον Μωυσῆν», νὰ γίνεται κατὰ βούλησιν αὐτοῦ συνομιλητὴς τοῦ Θεοῦ καὶ μάλιστα «πρόσωπο μὲ πρόσωπο». Δὲν ἔπρεπε νὰ ἀγνοῇ ὁ λόγιος καὶ «θεολογικὸς» Δεσπότης ὅτι οὔτε ὁ Μωυσῆς ἠδυνήθη νὰ ὁμιλήσῃ μὲ τὸν Θεὸν «πρόσωπο μὲ πρόσωπο». Εἶπεν ὁ Θεὸς πρὸς τὸν Μωυσῆν: «Οὐ δυνήσῃ ἰδεῖν τὸ πρόσωπόν μου· οὐ γὰρ μὴ ἴδῃ ἄνθρωπος τὸ πρόσωπόν μου καὶ ζήσεται... Ὄψει τὰ ὀπίσω μου, τὸ δὲ πρόσωπόν μου οὐκ ὀφθήσεταί σοι» (Ἔξ. λγ΄ 20 καὶ 23). «Καὶ κατέβη Κύριος ἐν νεφέλῃ καὶ παρέστη αὐτῷ ἐκεῖ» (Ἔξ. λδ΄ 5).
Αὐτὰ συνέβησαν μὲ τὸν Μωυσῆν. Πῶς σύ, Σεβασμιώτατε, φαντάζεσαι τὸν ψευδοάγιόν σου Σωφρόνιον Σαχάρωφ νὰ συνομιλῇ μὲ τὸν Θεὸν «πρόσωπο μὲ πρόσωπο»; Ὑπῆρξεν ἀνώτερος τοῦ Μωυσέως ὁ καθαιρετέος Ἱερομόναχος Σωφρόνιος Σαχάρωφ; Καὶ ἐὰν ἀκόμη ἦτο ὑπέρτερος τοῦ Μωυσέως, πάλιν ἦτο ἀδύνατον νὰ ἴδῃ τὸν Θεὸν κατὰ πρόσωπον, διότι ἀποκλείει αὐτὸ ὁ ἴδιος ὁ Θεός: «Οὐ μὴ ἴδῃ ἄνθρωπος τὸ πρόσωπόν μου καὶ ζήσεται».
Ἐδῶ, μὲ τὰ ἀθεολόγητα αὐτὰ τοῦ Ναυπάκτου, θίγεται, σὺν τοῖς ἄλλοις, καὶ τὸ δόγμα περὶ «Ἀκαταλήπτου τοῦ Θεοῦ».
*
«Ὁ λόγος του ἦταν ἀποκαλυπτικός, θεολογικὸς καὶ ἐξερχόταν ″ὡς ποταμοὶ ὕδατος ζῶντος’’ ἀπὸ τὴν καρδία. Ἔρρεε ἀσταμάτητα. Παρακολουθοῦσα μὲ τεταμένη προσοχή, σιωπηλὸς τὸν ῥέοντα λόγον. Καὶ ὅταν τελείωνε ἡ ῥοὴ τοῦ πνεύματος, πήγαινα στὸ κελλὶ καὶ κατέγραφα τὰ ἀποκαλυπτικὰ ″ῥήματα ζωῆς αἰωνίου’’» (σελ. 406).
Ὁ Ναυπάκτου προκαλεῖ τὸ κοινὸν αἴσθημα τοῦ ἱεροῦ Κλήρου καὶ τοῦ Λαοῦ τοῦ Θεοῦ. Δὲν ἀντιλαμβάνεται ὅτι γελοιοποιεῖται ὁ προβληματικὸς καὶ παραπαίων δογματικῶς Ἱερομόναχος οὗτος μὲ ὅσα τοιαῦτα γράφει περὶ αὐτοῦ;
Τὰ ὡς ἄνω: «Ζῶσα ἀποκάλυψις», «σπάνιαι ἀποκαλύψεις» καὶ τὰ ἐνταῦθα «ἀποκαλυπτικὰ ρήματα ζωῆς αἰωνίου» εἶναι παγανιστικὰ καὶ ὄχι θεῖαι ἀποκαλύψεις. Ἦτο ἀδιανόητον, μετὰ ἀπὸ δύο χιλιάδας ἐτῶν, ὅτι θὰ ἐνεφανίζοντο Σωφρόνιός τις καί τις Ἱερόθεος ὡς δέκται νέων θείων ἀποκαλύψεων πρὸς συμπλήρωσιν τῆς Ἁγίας Γραφῆς, ἀφοῦ αἱ δῆθεν ἀποκαλύψεις αὐτῶν, διὰ νὰ εἶναι νέαι ἀποκαλύψεις, δὲν πρέπει νὰ ὑφίστανται εἰς τὴν Ἁγίαν Γραφὴν καὶ τὴν Ἱερὰν Παράδοσιν. Δὲν πρέπει νὰ ἀγνοῇ ὁ Σεβ. Μητροπολίτης Ναυπάκτου ὅτι ἡ θεία ἀποκάλυψις, ὅπως ὑπάρχει εἰς τὴν Ἁγίαν Γραφὴν καὶ εἰς τὴν Ἱερὰν Παράδοσιν, εἶναι πλήρης καὶ δὲν ἐπιδέχεται οἱανδήποτε συμπλήρωσιν, ὡς ἐσημειώθη καὶ ἀνωτέρω. Τοῦτο ἐπιβεβαιοῦται καὶ ἀπὸ τοὺς λόγους τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ: «Ἐγώ σε ἐδόξασα ἐπὶ τῆς γῆς · Τὸ ἔργον ἐτελείωσα, ὅ δέδωκάς μοι, ἵνα ποιήσω... Ἐφανέρωσά σου τὸ ὄνομα τοῖς ἀνθρώποις... Τὰ ρήματα, ἅ δέδωκάς μοι, δέδωκα αὐτοῖς» (Ἰω. ιζ΄ 4, 6 καὶ 8). Ποῖα εἶναι τὰ ἄλλα «ρήματα», τὰ ὁποῖα συνεχῶς ἀποκαλύπτει ὁ Θεὸς εἰς τὸν Σωφρόνιον καὶ εἰς τὸν Ἐπίσκοπον Ἱερόθεον μετὰ τὴν Πεντηκοστήν; Εἶπε καὶ διὰ τὸν ἑαυτόν του ὁ Ἐπίσκοπος οὗτος ὅτι «πολλὰ μοῦ ἀποκάλυψε ὁ Θεός». Ἄλλος θεόπνευστος!
Ἡ ἄποψις ὅτι ἡ θεία ἀποκάλυψις εἶναι ἀτελὴς ἀποτελεῖ αἵρεσιν.
*
«Μὲ ἀξίωσε ὁ Θεὸς νὰ γνωρίσω ἕναν ἅγιο καὶ ἕναν μεγάλο Πατέρα τῆς Ἐκκλησίας μὲ σπάνιες ἐμπειρίες καὶ ἐκπληκτικὰ χαρίσματα. Εἶχα τὴν ἐξαιρετικὴ εὐλογία νὰ μὲ ἀγαπήσῃ ἕνας τέτοιος ἅγιος καὶ νὰ συζητᾷ μαζί μου, ἀποκαλύπτοντας πολλὰ μυστήρια τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ» (σελ. 433).
Συνεχίζεται ἡ ἀποκαλυπτολογία τῆς δυάδος Σωφρονίου καὶ Ἱεροθέου. Ὁ Δεσπότης τῆς Ναυπάκτου ἰσχυρίζεται μὲ ἄλλα λόγια ὅτι ἐγένετο νέα ἀποκάλυψις τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ καὶ ὅτι ἡ Ἁγία Γραφὴ καὶ τὰ Πατερικὰ κείμενα ἔχουν κενά, τὰ ὁποῖα συνεπλήρωσεν ὁ Ἱερομόναχος Σωφρόνιος Σαχάρωφ μὲ τὰς ψευδοαποκαλύψεις του διὰ τὰς ὁποίας θριαμβολογεῖ καὶ ὑπερηφανεύεται ὁ κ. Ἱερόθεος, ἐπειδὴ εἶναι τοῦ «ἁγίου» του. Ἀλλὰ δὲν παρουσιάζει, ἔστω καὶ ἕν, ἀπὸ αὐτὰ τὰ «πολλὰ μυστήρια», τὸ ὁποῖον δὲν δύναται νὰ εὕρῃ εἰς τὴν Ἁγίαν Γραφὴν καὶ τὴν Ἱερὰν Παράδοσιν. Ἀδυνατεῖ ὁ Ναυπάκτου νὰ συνειδητοποιήσῃ τὴν συγκεχυμένην καὶ περιπεπλεγμένην θεολογικὴν κατάστασίν του.
Ἐρωτᾶται ὁ Ναυπάκτου· τὰ ἐπισημανθέντα μέχρι τοῦδε, ὡς καὶ τὰ ἑπόμενα κακόδοξα καὶ ἄτοπα, τὰ ὁποῖα εἶπε καὶ ἔγραψεν ὁ Σωφρόνιος, εἶναι καὶ αὐτὰ προϊόντα τῆς νέας ψευδοθείας ἀποκαλύψεως;
*
«Ὁ Γέροντας ἀξιώθηκε καὶ ″τῆς διαρκοῦς θέας’’ τοῦ Φωτός, ἀφοῦ τὸ θεῖο Φῶς παρέμεινε γιὰ πολλὲς μέρες μέσα του καὶ γύρω του, καὶ αὐτὸς ζοῦσε μέσα στὸ Φῶς» (σελ. 79).
Ἐπειδὴ ὁ Σωφρόνιος τοιαῦτα ἐφρόνει περὶ τοῦ ἑαυτοῦ του καὶ ὁ Ναυπάκτου ἐπιβεβαιώνει αὐτὰ καὶ τὰ διακηρύσσει, ὑποψιάζομαι ὅτι ὁ Δεσπότης τῆς Ναυπάκτου παρεσύρθη ἀπὸ δαιμονικήν τινα ἐπήρειαν διὰ νὰ γράψῃ καὶ νὰ γνωστοποιήσῃ παντοῦ αὐτὰ τὰ δαιμονοφαντάσματα.
Ὁ Ναυπάκτου παρουσιάζει ἐδῶ μίαν «μεταμόρφωσιν» τοῦ Σωφρονίου κατὰ πολὺ ἀνωτέραν ἐκείνης τοῦ Χριστοῦ. Ἡ μεταμόρφωσις τοῦ Χριστοῦ ἐκράτησε μικρὸν χρονικὸν κλάσμα τῆς ἡμέρας.
Ὁ Ναυπάκτου διηγεῖται ὅτι «τὸ θεῖο Φῶς παρέμεινε γιὰ πολλὲς μέρες μέσα του καὶ γύρω του, καὶ αὐτὸς ζοῦσε μέσα στὸ Φῶς» (ὁ Σωφρόνιος).
Ὁ Ναυπάκτου γράφει ἀκόμη ὅτι «ὁ Γέροντας ἀξιώθηκε καὶ τῆς διαρκοῦς θέας τοῦ Φωτός».
Δὲν ὑπῆρξε ποτὲ Ἅγιος νὰ ἔχῃ διαρκῆ θέαν τοῦ ἀκτίστου Φωτός. Τοῦτο εἶναι δαιμονικὸς μῦθος διὰ τὸν Σωφρόνιον Σαχάρωφ.
Πῶς διεπίστωσεν ὁ Ναυπάκτου ὅλα αὐτά; Ὑπάρχει βιντεοσκόπησις αὐτῶν τῶν φαινομένων; Ποῖος παρηκολούθησε τὸν Σωφρόνιον Σαχάρωφ λουσμένον εἰς τὸ «θεῖον Φῶς» ἐπὶ ἡμέρας, νὰ ζῇ «μέσα στὸ Φῶς» καὶ αὐτὸ τὸ Φῶς νὰ εἶναι «μέσα του καὶ γύρω του γιὰ πολλὲς μέρες»; Ἐκεῖνο τὸ «μέσα του» μὲ σκανδαλίζει. Ποῖος εἶδε τὸ ἐντὸς τοῦ Σωφρονίου «θεῖον Φῶς» ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας; Εἰς ὅλον τὸ ἐσωτερικὸν τοῦ Σωφρονίου εἶχε φυλακισθῆ τὸ «θεῖον Φῶς» ἢ εἰς ὡρισμένα σημεῖα καὶ εἰς ποῖα; Ἡ φωταγώγησις αὐτὴ τοῦ Σωφρονίου ἠκολούθει αὐτὸν εἰς ὅλας τὰς κινήσεις του καὶ εἰς τὰς ἀφοδεύσεις του; Ὁ φωταγωγημένος Σωφρόνιος ἐφαίνετο ἀπὸ ὅλους ἢ μόνον ἀπὸ χαρισματούχους τινάς ; Ποίαν ἔκτασιν κατελάμβανε τὸ «θεῖον Φῶς» πέριξ τοῦ Σωφρονίου; Ἅπαξ μόνον εἰς τὸν βίον του ὁ Ἱερομόναχος Σωφρόνιος Σαχάρωφ ἔτυχε τῆς τοιαύτης μεταμορφώσεώς του; Ἀποκλείεται τὸ φαινόμενον αὐτὸ φῶς νὰ μὴ ἦτο «θεῖον», ἀλλὰ δαιμονικὴ πλάνη, ἀφοῦ «ὁ σατανᾶς μετασχηματίζεται εἰς ἄγγελον φωτός» (Β΄ Κορ. ια΄ 14); Μήπως ὅλα αὐτὰ ὑπῆρξαν φανταστικὰ τεχνάσματα διὰ νὰ ὑφαρπαγῇ καὶ ἡ ἐπίσημος ἀναγνώρισις ὡς ἁγίου τοῦ Σωφρονίου Σαχάρωφ; Ὁ Δεσπότης τῆς Ναυπάκτου κ. Ἱερόθεος Βλάχος ὀφείλει νὰ ἀπαντήσῃ εἰς ὅλα αὐτὰ καὶ πρὸ παντὸς ἄλλου νὰ ἐξηγήσῃ τὸ πρωτάκουστον φαινόμενον ὅτι ὑπῆρξε θνητὸς ἄνθρωπος νὰ ἔχῃ «διαρκῆ θέαν τοῦ ἀκτίστου Φωτός», ὅπως γράφει διὰ τὸν Ἱερομόναχον Σωφρόνιον Σαχάρωφ. Πῶς διεπίστωσεν ὅτι ὁ Σωφρόνιος εὑρέθη εἰς τοιαύτην φωταγωγικὴν κατάστασιν; Ποῖοι ἄλλοι, ἐκτὸς τοῦ κ. Ἱεροθέου, ἔκαμαν αὐτὴν τὴν διαπίστωσιν;Ἐὰν ἡ τοιαύτη μαρτυρία τοῦ κ. Ἱεροθέου εἶναι ἡ μοναδική, ποῦ στηρίζεται; Ὑπῆρξεν αὐτόπτης τῆς τοιαύτης φωταγωγήσεως τοῦ Σωφρονίου ὁ Ναυπάκτου; Ὅταν ἐκοιμᾶτο ὁ Ἱερομόναχος Σωφρόνιος, τὸ «θεῖον φῶς» ἐκάλυπτεν ὁλόκληρον τὴν κλίνην του; Εἶχε τελέσει Θείαν Λειτουργίαν ὡς φωταγωγημένος ὁ Σωφρόνιος; Οἱ Μοναχοὶ καὶ αἱ Μοναχαὶ τῆς μικτῆς ἀνδρογυναικείας Μονῆς τοῦ Essex ἔβλεπον ἐπὶ ἡμέρας τὴν φωταγώγησιν τοῦ Ἱδρυτοῦ τῆς Μονῆς των; Ἐὰν ναί, διατί δὲν εἶχε γίνει γνωστὸν αὐτὸ τὸ τόσον θαυμαστὸν καὶ πρωτοφανὲς γεγονός, ὅταν εὑρίσκετο ἐν ζωῇ ὁ Σωφρόνιος, ἀλλὰ γνωστοποιεῖται ὑπὸ τοῦ Ναυπάκτου Ἱεροθέου δεκατρία (13) ἔτη μετὰ τὴν κοίμησιν τοῦ φωταγωγημένου Ἱερομονάχου; Δὲν θὰ ἐπιτραπῇ ὑπεκφυγὴ εἰς τὸν Δεσπότην τῆς Ναυπάκτου. Πιέζεται καταθλιπτικῶς ἀπὸ τὴν ἀδήριτον ἀνάγκην νὰ ἀναλάβῃ τὰς εὐθύνας του, ἐν προκειμένῳ. Ὑπάρχει δὲ καὶ τὸ δεδομένον ὅτι ὁ Ναυπάκτου Ἱερόθεος δὲν εἶναι ἀξιόπιστον πρόσωπον, ὡς «ψευδολόγος» (μετ’ ἀποδείξεων).
Ὁ ἀετός, διὰ νὰ ἐλευθερώσῃ τὴν σάρκα τῆς χελώνας ἀπὸ τὸ σκληρὸν καὶ μεγάλης ἀντοχῆς κέλυφός της, ἀνεβάζει αὐτὴν πολὺ ὑψηλὰ διὰ νὰ τὴν ἀφήσῃ ἀπὸ ἐκεῖ νὰ συντριβῇ εἰς βράχον τινά. Ἐὰν ὁ Σεβασμιώτατος κ. Ἱερόθεος Βλάχος ἐφαντάσθη τὸν ἑαυτόν του ὡς νὰ ἔχῃ φθάσει εἰς δυσθεώρητα ὕψη ἐξαγνισμοῦ καὶ ὑπερφυσικῶν χαρισμάτων, ὥστε νὰ ἔχῃ ἀπεριόριστον οἰκειότητα μὲ τὸ «θεῖον Φῶς», διὰ νὰ παρακολουθῇ, αἰσθητῶς, ὅλας τὰς κινήσεις αὐτοῦ, τότε τὰ ὅσα ἀθεολόγητα καὶ ἐξαμβλωτικὰ ἀποκαλύπτονται εἰς βάρος του ρίπτουν αὐτὸν μὲ κεκτημένην ταχύτητα εἰς τὸν βράχον τῆς πραγματικότητος, ὅπου ἀποκαλύπτεται τὸ πραγματικὸν ποιὸν τοῦ προσώπου του.
*
Γράφει, καυχόμενος, ὁ Ναυπάκτου: «Διδάχθηκα ἀπὸ τὸ προφητικὸ καὶ θεολογικό του στόμα» (σελ. 496).
Οὔτε διὰ τὴν Ἁγίαν Γραφὴν οὔτε διὰ τοὺς ἁγίους Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας ἔχει ἐκδηλώσει ὁ Ἐπίσκοπος κ. Ἱερόθεος Βλάχος τοιοῦτον ἐνθουσιασμὸν καὶ τοιαύτην τιμήν, ὅπως ἔπραξε διὰ τὸν ἀμφιλεγόμενον Ἱερομόναχον Σωφρόνιον Σαχάρωφ. Ἡ δημιουργηθεῖσα τοιαύτη κατάστασις εἶναι πολὺ νοσηρά. Δὲν φοβεῖται ὁ Ναυπάκτου μήπως εἶναι πλανώμενος ; Δὲν ὑπάρχουν ὅμως τοιαῦτα στοιχεῖα, ἐν προκειμένῳ, τὰ ὁποῖα νὰ δικαιολογοῦν πλάνην ἢ ἄγνοιαν. Συνεπῶς, ὁ Ναυπάκτου Ἱερόθεος Βλάχος ψεύδεται ἀσυστόλως καὶ ἐνσυνειδήτως καὶ εἰς τὴν περίπτωσιν τοῦ Σωφρονίου Σαχάρωφ, κατὰ τὴν συνήθειάν του.
*
«Ὁ Γέροντας κατὰ αὐθεντικὸ καὶ ἀποκαλυπτικὸ τρόπο δίνει τὴν δική του μαρτυρία ποὺ συντονίζεται στὴν διδασκαλία τῶν ἁγίων Πατέρων» (σελ. 124).
Καὶ ἐδῶ ἰσχύουν τὰ προηγούμενα. Ἐπιπροσθέτως, παρατηρεῖται ὅτι ὁ Ναυπάκτου κ. Ἱερόθεος δέχεται ὅτι οἱ ἅγιοι Πατέρες εἶναι σύμφωνοι πρὸς ὅλα τὰ μέχρι τοῦδε ἐπισημανθέντα καὶ ὅσα θὰ ἐπισημανθοῦν ἐν συνεχείᾳ θεολογικὰ ἐκτρώματα τοῦ Σωφρονίου Σαχάρωφ, ὁ ὁποῖος «κατὰ αὐθεντικὸ καὶ ἀποκαλυπτικὸ τρόπο δίνει τὴν δική του μαρτυρία ποὺ συντονίζεται στὴν διδασκαλία τῶν ἁγίων Πατέρων», κατὰ τὴν ἀδιανόητον πεποίθησιν τοῦ κ. Ἱεροθέου. Ποῖος δὲν θλίβεται καὶ δὲν ἀγανακτεῖ δι’ ὅλα αὐτά;
*
«Ἡ ἐκκλησιολογία τοῦ Γέροντα Σωφρονίου εἶναι σαφέστατη καὶ καθορίστηκε ἀπὸ τὶς ἀποκαλυπτικές του ἐμπειρίες» (σελ. 191).
Μπράβο, Δέσποτά μου. Ὥστε οἱ δογματικοὶ Ὅροι, οἱ ἱεροὶ Κανόνες καὶ τὰ ἐκκλησιολογικὰ χωρία τῆς Ἁγίας Γραφῆς καὶ τῶν ἁγίων Πατέρων ἔχουν καταργηθῆ καὶ ἀντικατεστάθησαν ἀπὸ τὴν νέαν «ἐκκλησιολογίαν» τοῦ Σωφρονίου, ἡ ὁποία «καθορίστηκε ἀπὸ τὶς ἀποκαλυπτικὲς ἐμπειρίες του»; Εἶναι τερατώδη αὐτὰ καὶ τρομακτικὰ νὰ τὰ διαδίδῃ Ἐπίσκοπος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Νέαν «ἐκκλησιολογίαν» λοιπόν, ὅπως ἴσως καὶ νέαν ὀρθόδοξον πνευματικότητα, ἀπέκτησεν ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, κατὰ τὸν κ. Ἱερόθεον. Πάλιν ἐρωτώ. Τί συμβαίνει μὲ τὸν Ναυπάκτου ;
*
«Ὁ Μοναχισμός, κατὰ τὸν Γέροντα, εἶναι ἡ διαφύλαξη τῆς παρθενίας μὲ τὴν ὁποία ἐκπληρώνεται ὁ προορισμὸς τοῦ ἀνθρώπου» (σελ. 223).
Παράδοξα τὰ νοήματα καὶ διανοήματα τοῦ Μητροπολίτου Ναυπάκτου κ. Ἱεροθέου καὶ τοῦ Σωφρονίου Σαχάρωφ. Δηλαδή, κατὰ τὸν κ. Ἱερόθεον καὶ κατὰ τὸν «ἅγιόν» του Σωφρόνιον, ὅσοι δὲν γίνουν μοναχοὶ καὶ δὲν διαφυλάξουν τὴν παρθενίαν δὲν θὰ ἐκπληρώσουν τὸν προορισμόν των, ὁ ὁποῖος εἶναι ἡ κληρονομία τῆς Βασιλείας τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ. Ὅμως, ἐκτὸς τοῦ ὅτι ὁ Θεὸς ἐνέσπειρε τὴν φυσικὴν ἕλξιν μεταξὺ τῶν δύο φύλων καὶ εὐλόγησε τὸν γάμον, ὁ ἴδιος ὁ Θεάνθρωπος Ἰησοῦς εἶπεν: «Οὐ πάντες χωροῦσι τὸν λόγον τοῦτον, ἀλλ’ οἷς δέδοται» (Μτθ. ιθ΄ 11).
Ἀποτελοῦν ἐξαιρέσεις οἱ προωρισμένοι νὰ διαφυλάξουν τὴν παρθενίαν, διδάσκει ὁ θεῖος Διδάσκαλος. Ὁ Ἀρχιερεύς, ὅμως, κ. Ἱερόθεος Βλάχος ἐξ Ἰωαννίνων καὶ ὁ Σωφρόνιος, ἀντιθέτως, ἰσχυρίζονται ὅτι οἱ πάντες πρέπει νὰ παραμείνουν ἄγαμοι διὰ νὰ ἐκπληρώσουν τὸν προορισμόν των ὡς ἄνθρωποι. «Μὲ τὴν παρθενίαν ἐκπληρώνεται ὁ προορισμὸς τοῦ ἀνθρώπου», κηρύσσουν οἱ δύο οὗτοι πεπλανημένοι φωστῆρες τῆς Θεολογίας. Οὐαί !
Εἶναι πρωτοφανὴς ἡ πλάνη αὐτὴ τοῦ Σεβασμιωτάτου καὶ παντάπασιν ἀδικαιολόγητος, τὴν ὁποίαν πρὸ αὐτοῦ ἐδίδαξεν ὁ Σωφρόνιος καὶ προβάλλει τώρα μὲ ἐνθουσιασμὸν ὁ κ. Ἱερόθεος. Ὅσοι λοιπὸν ἔγγαμοι ἐξεδήμησαν τοῦ κόσμου τούτου δὲν ἐξεπλήρωσαν τὸν θεῖον προορισμόν των. Οὔτε ὁ Ἀπόστολος Πέτρος, ὁ ὁποῖος ἦτο ἔγγαμος, οὔτε ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Ἐλεήμων καὶ πλεῖστοι ἄλλοι ἔγγαμοι Ἅγιοι. Κύριε, ἐλέησον ! Εἶναι ἔκνοα καὶ ἐξωφρενικὰ ὅλα αὐτά, διότι ἐὰν ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ἐπιβάλλεται νὰ παραμείνουν ἄγαμοι διὰ νὰ ἐκπληρώσουν τὸν προορισμόν των , ὡς διδάσκει ὁ Σωφρόνιος Σαχάρωφ καὶ γράφει ὁ Δεσπότης τῆς Ναυπάκτου, τότε ποίαν ἔννοιαν ἔχει ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ: «Αὐξάνεσθε καὶ πληθύνεσθε καὶ πληρώσατε τὴν γῆν καὶ κατακυριεύσατε αὐτῆς» (Γέν. θ΄ 1);
Ὑπάρχει πλῆθος ἐγγάμων Ἁγίων. Ἐρωτᾶται ὁ θεωρῶν ἑαυτὸν ὡς ἐπιφανῆ θεολόγον Σεβ. Μητροπολίτης κ. Ἱερόθεος Βλάχος· ὅλοι αὐτοὶ οἱ Ἅγιοι, μεταξὺ τῶν ὁποίων εἶναι καὶ Ἀπόστολοι τοῦ Χριστοῦ, δὲν ἐξεπλήρωσαν τὸν προορισμόν των, ἐπειδὴ δὲν διεφύλαξαν τὴν παρθενίαν; Σεβασμιώτατε, ἐρωτᾶσαι καὶ πάλιν. Προβληματίζεσαι καὶ ἀντιλαμβάνεσαι ὅτι ἔχεις καταχαντακώσει τὸν ψευδοάγιόν σου Σωφρόνιον Σαχάρωφ μὲ ὅσα δημοσιεύεις περὶ αὐτοῦ;
Ἐὰν πρὸ 150 (ἑκατὸν πεντήκοντα) ἐτῶν εἶχε τὴν δυνατότητα ὁ Σωφρόνιος Σαχάρωφ νὰ διδάξῃ ὁλόκληρον τὴν ἀνθρωπότητα, κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, καὶ εἶχε γίνει πιστευτός, δὲν θὰ ὑπῆρχε σήμερον ἀνθρώπινον γένος.
Μὴ ταραχθῇ λοιπὸν καὶ μὴ ἀνησυχήσῃ ὁ Μητροπολίτης Ναυπάκτου διὰ τὴν τύχην τοῦ ἀνθρωπίνου γένους, διότι δὲν πρόκειται οὐδεὶς νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του αὐτὰ τὰ ὁποῖα διδάσκει ὁ Σωφρόνιος καὶ προβάλλει ὁ ἴδιος.
Ἔγγαμοι ἀκόμη ἦσαν: Νῶε, Ἀβραάμ, Ἰσαάκ, Ἰακώβ, Ἰωσήφ, Ἰώβ, Μωϋσῆς, Σαμουήλ, Δαβίδ, Ἡσαΐας, Ἱεζεκιήλ, ὁ ἅγιος Σπυρίδων καὶ πλεῖστοι ἄλλοι ἔγγαμοι Ἅγιοι. Αὐτοὶ δὲν ἐξεπλήρωσαν τὸν προορισμόν των;
*
«Ἦταν ἕνας μεγάλος θεολόγος, τοῦ ὁποίου ἡ θεολογία ἦταν ἀπόρροια τῆς θεοπτίας, ἀλλὰ συγχρόνως καὶ Πνευματικὸς Πατέρας ποὺ ἀναγεννοῦσε τοὺς ἀνθρώπους μέσα ἀπὸ τὴν προοπτικὴ τῶν ὅσων ἐκεῖνος γνώρισε. Ἐπειδὴ ἦταν θεολόγος – θεόπτης, γι’ αὐτὸ καὶ εἶχε τὸ χάρισμα νὰ ἀναγεννᾷ πνευματικὰ παιδιά» (σελ. 492).
Μετὰ ἀπὸ τόσα θεολογικὰ παρανοήματα καὶ ἀνοήματα τοῦ Ἱερομονάχου Σωφρονίου Σαχάρωφ, ὁ Ναυπάκτου πληροφορεῖ γραπτῶς ὅτι ὁ Σωφρόνιος εἶναι «θεολόγος-θεόπτης» καὶ ὅτι «ἡ θεολογία αὐτοῦ εἶναι ἀπόρροια τῆς θεοπτίας». Σεβασμιώτατε, δὲν ἀντιλαμβάνεσαι ὅτι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον βλασφημεῖται ὁ Θεός ;
*
«Ὁ Γέροντας Σωφρόνιος ἦταν ἕνας ″καθολικὸς θεολόγος⁇, δηλαδὴ δὲν εἶχε διασπάσεις στὴν θεολογία του, δὲν εἶχε δική του θεολογία, ἀλλὰ διαπνεόταν ἀπὸ τὴν θεολογία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ποὺ εἶχε πληρότητα καὶ εἶναι θεολογία τῆς Ἐκκλησίας» (σελ. 492).
Προσοχή! Προσοχή! Προσοχή! Ἐδῶ βλασφημεῖται καταφώρως τὸ Ἅγιον Πνεῦμα καὶ ἀτιμάζεται ἡ Ἁγία Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ μὲ ὅσα ἀθεολόγητα, ἀντικανονικά, ἀντεκκλησιολογικά, κακόδοξα καὶ ἀντιπνευματικὰ προεξετέθησαν καὶ θὰ ἐκτεθοῦν κατωτέρω ἐκ τῆς θεολογίας αὐτῆς τοῦ Ἱερομονάχου Σωφρονίου, τὰ ὁποῖα υἱοθέτησε μετὰ θαυμασμοῦ καὶ προέβαλεν ἐκθύμως μὲ συγγραφικὴν ὑπερηφάνειαν ὁ Σεβ. Μητροπολίτης Ναυπάκτου καὶ Ἁγίου Βλασίου κ. Ἱερόθεος καὶ τὰ ὁποῖα οὗτος παρουσιάζει ὡς «θεολογία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος» καὶ ὡς «θεολογία τῆς Ἐκκλησίας», γενόμενος κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον οὗτος ὑπαίτιος βλασφημίας καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ τῆς Ἐκκλησίας.
Εἶναι κατ’ ἐξοχὴν ὑπαίτιος αὐτῆς τῆς βλασφημίας ὁ Ναυπάκτου κ. Ἱερόθεος, διότι αὐτὸς ἀπέδωκεν ὅλα αὐτὰ τὰ ἀπαράδεκτα, καταδικαστέα καὶ ἀπορριπτέα εἰς τὴν ἔμπνευσιν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ εἰς τὴν ἀποδοχὴν ὑπὸ τῆς Ἐκκλησίας. Πολὺ ἡμάρτησεν ὁ Ποιμενάρχης τῆς Ναυπάκτου. Ἔχει ὑποχρέωσιν νὰ ἀποδοκιμάσῃ καὶ νὰ ἀποκηρύξῃ ὅλα αὐτὰ τὰ κακόδοξα καὶ νὰ ἀποσύρῃ πάραυτα καὶ αὐτὸ τὸ περιέχον πλῆθος πλανῶν ἐν λόγῳ βιβλίον του περὶ τοῦ Σωφρονίου Σαχάρωφ «ΟΙΔΑ ΑΝΘΡΩΠΟΝ ΕΝ ΧΡΙΣΤΩ».
ΑπάντησηΔιαγραφήΣΥΝΕΧΕΙΑ ΠΡΟΣ π.Ιωάννη Διώτη
Στρέψον την κεφαλήν σου πισώ και δες τα ερείπια του έργου των μοιχεβατών που εξετέθης και στήριξες. Τα σκάνδαλα που προεκλίθησαν περί αυτών υπερέβησαν τα όρια της πατρίδος μας…
Τα αιρετικά σου κείμενα δεν απέτρεψαν και δεν έκαμψαν των αγώνα των Αγωνιζομένων Χριστιανών της Λαρίσης. Ακόμα σήμερα αγωνίζονται για Ελευθέρα και Ζώσα Ορθόδοξη Εκκλησία και τα γεγονότα τους δικαιώνουν.
Πάτερ Ιωάννη Διώτη, γεύεσαι εμπειρίας ασήμαντης αδικίας, που εσύ πολλαπλασίως επότισες τον μακαριστό ΘΕΟΛΟΓΟ και σκανδάλισες την τοπική εκκλησία της Λαρίσης. Δια των ενεργειών σου αυτών έτρωσες το κύρος σου ως θεολόγου και ενέσπειρες αμφιβολία και επιφύλαξη για την ακρίβεια της ερμηνείας των πατερικών κειμένων των εκδοσεών σου, διέρρηξες δε τις επιδεικνυόμενες περγαμηνές των διακρίσεών σου και ταυτίστηκες με την ιδιότητα του διαστρεβλωτού δημοσιογράφου.
Ανθρώπινα τα λάθη, επανορθώσατε και αποκαταστήστε τα ημαρτημένα προς δόξαν Θεού.
Ως επίλογο δανειζόμαστε επακριβώς την παράγραφο από το έμπονο κειμενό σου:
Δὲν ἐσεβάσθητε οὔτε τὴν ἡλικίαν μου. Ἡ λίαν προσβλητικὴ καὶ μειωτικὴ τῆς Ἱερατικῆς τιμῆς μου, τῆς προσωπικῆς μου ἀξιοπρεπείας, τοῦ οἰκογενειακοῦ μου κύρους καὶ τῆς ἐν τῇ κοινωνίᾳ ὑπολήψεώς μου ἀλγεινὴ καὶ προκλητικὴ συμπεριφορά σας ἐγένετο αἰτία νὰ ἐνθυμηθῶ πῶς ἤρχισεν ὁ Λυσίας τὸν λόγον του «Ὑπὲρ τοῦ ἀδυνάτου»:
«Οὐ πολλοῦ δέω χάριν ἔχειν, ὦ βουλή, τῷ κατηγόρῳ, ὅτι μοι παρεσκεύασε τὸν ἀγῶνα τουτονί· πρότερον γὰρ οὐκ ἔχων πρόφασιν ἐφ’ ἧς τοῦ βίου λόγον δοίην, νυνὶ διὰ τοῦτον εἴληφα».
Σχεδὸν ὀφείλω εὐγνωμοσύνην, ὦ βουλή, εἰς τὸν κατήγορον, ἐπειδὴ ἐδημιούργησεν αὐτὸν ἐδῶ τὸν δικαστικὸν ἀγῶνα. Προηγουμένως λοιπὸν δὲν εἶχον αἰτίαν διὰ νὰ ὁμιλήσω περὶ τοῦ βίου μου. Τώρα δέ, ἕνεκα αὐτοῦ, ἔχω λάβει τὴν εὐκαιρίαν αὐτήν.
ΓΚΕΠ