«Τά τῆς Ἐκκλησίας
ἀποίμαντα» (δ)
του μητροπολίτου Αττικής και Μεγαρίδος κ. Νικοδήμου
Ραγδαία κατολίσθηση τοῦ Πατριαρχικοῦ κύρους προκαλεῖ ἡ ἀπαίτηση τοῦ σημερινοῦ Πατριάρχη Βαρθολομαίου νά δικάσει, ὡς τελικός, ἀνώτατος κριτής, τά εἰδεχθῆ σκάνδαλα τοῦ μοναχοῦ Παντελεήμονα Μπεζενίτη. Προσπαθεῖ, στρεβλώνοντας τούς σαφέστατους καί ἀνελαστικούς Ἱερούς Κανόνες καί παραχαράσσοντας τά ἱστορικά ντοκουμέντα, νά ἀναβαθμίσει τό πρωτεῖο τιμῆς τοῦ Πατριαρχικοῦ του θρόνου σέ πρωτεῖο ἀπόλυτης ἐξουσίας. Διεκδικεῖ ἁρμοδιότητα, πού δέν τοῦ ἀνήκει. Καί, γιά τήν ἐνεργοποίηση τοῦ ὁράματός του, τολμάει εἰσβολή σέ χῶρο, πού ἡ ἀνυπόφορη ἠθική δυσοσμία του δέν ἐπιτρέπει καί΄δέ δικαιολογεῖ τό ἀνασκάλεμα.
Γράφει ὁ Πατριάρχης Βαρθολομαῖος στό ἐπίσημο ἀνακοινωθέν του:
«Τό Οἰκουμενικόν Πατριαρχεῖον ἐκτιμᾶ τήν δήλωσιν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ὅτι ἀποδέχεται εἰς τό σύνολόν των τόν Πατριαρχικόν Τόμον τοῦ 1850 καί τήν Πατριαρχικήν καί Συνοδικήν Πράξιν τοῦ 1928, ἐκφράζει ὅμως τήν ἀπογοήτευσιν καί λύπην του, διότι, ἐν ἀντιθέσει πρός τήν δήλωσιν ταύτην, ἐπικαλουμένη σχετικόν νόμον τῆς Ἑλληνικῆς Πολιτείας, ἡ Ἱερά Σύνοδος παρακάμπτει καί ἐν τῇ οὐσίᾳ ἀκυρώνει τήν ὡς ἄνω ἀπόφασιν τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου. Ὑπενθυμίζεται ὅτι κατά τόν ἱδρυτικόν τῆς Αὐτοκεφάλου Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος Τόμον τοῦ1850, ἡ διοίκησις αὐτῆς ὀφείλει νά ἀσκῆται κατά τούς Ἱερούς Κανόνας ἀκωλύτως ἀπό πάσης κοσμικῆς ἐπεμβάσεως».
Ὡς πρῶτο-καί καθ᾿ ὑπόθεση ἰσχυρό-στήριγμα τῆς ἀπαίτησής του προβάλλει ὁ Πατριάρχης τούς δυό Ἱερούς Κανόνες τῆς Τέταρτης Οἰκουμενικῆς Συνόδου, τόν 9ο καί τόν 17ο. Ἀλλά, μέ τήν ἀναδρομή στίς ἑρμηνεῖες τῶν κορυφαίων Κανονολόγων, τῶν ἀναγνωρισμένων καί καθιερωμένων ἀπό ὁλόκληρη τήν Ὀρθόδοξη Οἰκογένεια, πού κάναμε σέ προηγούμενο ἄρθρο μας, ἔγινε σαφές, ὅτι οἱ Κανόνες αὐτοί δέν θεσμοθετοῦν πρωτεῖα ἐξουσίας γιά τόν προκαθήμενο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κωνσταντινούπολης. Ὡς δεύτερο στήριγμα ὑποδεικνύει ὁ Πατριάρχης, στή Συνοδική ὁμήγυρη τῆς ἑλληνικῆς Ἐκκλησίας, τήν Πατριαρχική Συνοδική Πράξη τοῦ 1928, πού μέ τή διάταξη τῆς παραγράφου 6, θεσπίζει τό «ἔκκλητο», γιά τούς Ἱεράρχες τῶν «Νέων Χωρῶν», δηλαδή τῶν περιοχῶν, πού ἐλευθερώθηκαν ἀπό τήν Τουρκική τυραννία κατά τό 1912.
Οἱ συνθῆκες, πού ὁδήγησαν στήν καθιέρωση τοῦ «ἐκκλήτου», εἶναι γνωστές καί στήν Ἱεραρχία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κωνσταντινούπολης καί στήν Ἱεραρχία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος.
Τό 1912 ἐλευθερώθηκαν οἱ βόρειες περιοχές τῆς ἑλληνικῆς μας πατρίδας. Ὁλόκληρη ἡ ἀνατολική καί ἡ δυτική Μακεδονία, ἡ δυτική Θράκη καί τά νησιά τοῦ ἀνατολικοῦ Αἰγαίου. Φυσικό ἐπακόλουθο ἦταν ἡ προσάρτηση τῶν ἐκκλησιαστικῶν διοικήσεων αὐτῶν τῶν περιοχῶν, στήν Αὐτοκέφαλη Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος. Πρίν, ὅμως, ὡριμάσει τό αἴτημα καί δρομολογηθοῦν οἱ διαδικασίες, ἦρθε ἡ μεγάλη καταιγίδα τῆς Μικρασιατικῆς καταστροφῆς. Τό Ὀρθόδοξο πλήρωμα ἐκδιώχτηκε, στό σύνολό του, μέ ἀσυγκράτητη μανία. Πολλοί σφαγιάστηκαν. Καί οἱ ὑπόλοιποι ἐξαναγκάστηκαν νά ἐγκαταλείψουν καί τίς οἰκογενειακές τους ἑστίες καί τίς περιουσίες τους καί νά φτάσουν, πρόσφυγες, πεινασμένοι καί ρακένδυτοι, στήν ἐλεύθερη Ἑλλάδα. Ἔκλεισαν οἱ ἐκκλησιές σ᾿ ὁλόκληρη τή Μικρά Ἀσία. Ἐξορίστηκαν οἱ Μητροπολίτες. Ἀφανίστηκε ἡ Εὐχαριστιακή δοξολογία καί τό παρήγορο μήνυμα τῆς Ἀνάστασης. Καί τό Πατριαρχεῖο, πού ἴσαμε κείνη τήν ὥρα τροφοδοτοῦσε μέ τό λόγο τῆς διδαχῆς καί μέ τήν Ἁγιαστική Χάρη τά πλήθη τῶν πιστῶν, ἔμεινε ἔρημο. Ἔχασε τίς ζωντανές ἐπαρχίες τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, πού ἦταν γεννήματα καί θρέμματα τῶν ἁγίων Ἀποστόλων καί τῶν καταξιωμένων ἁγίων τῶν μεταποστολικῶν χρόνων καί συρρικνώθηκε στά περιορισμένα γεωγραφικά ὅρια τῆς ἀνατολικῆς Θράκης.
Ὡς πνοή ἀγάπης καί ὡς ἔνδειξη ἀδελφικῆς συμπαράστασης στή σταυρωμένη καί πονεμένη Ἐκκλησία τῆς Κωνσταντινούπολης, ἔγινε δεκτό τό δικαίωμα τοῦ Πατριαρχείου νά κρίνει, σέ τελικό βαθμό, τίς πιθανές δικαστικές ἀποφάσεις, πού θά ἔκριναν ἔνοχο κάποιο ἀπό τούς μητροπολίτες τῶν περιοχῶν, πού ἐνσωματώθηκαν καί αὐτές κατά τό 1928 στήν Αὐτοκέφαλη Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος καί, πού ἔμειναν, ἀπό τότε, μέ τό χαρακτηρισμό ὡς Μητροπόλεις τῶν «Νέων Χωρῶν».
Ἡ παράγραφος 6 τῆς «Πατριαρχικῆς καί Συνοδικῆς Πράξεως» τῆς 4ης Σεπτεμβρίου τοῦ 1928 ὁρίζει: «Ὑπαγόμενοι ἐφεξῆς ἐν πᾶσιν ὑπό τούς νόμους τῆς ἐν Ἑλλάδι Ὀρθοδόξου Αὐτοκεφάλου Ἐκκλησίας οἱ ἐν Ἑλλάδι ἀρχιερεῖς τοῦ Πατριαρχικοῦ Θρόνου, δικάζονται καθ᾿ ὅν τρόπον καί οἱ ἀρχιερεῖς τῆς Ὀρθοδόξου Αὐτοκεφάλου Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, κεκτημένοι μόνον τό δικαίωμα τοῦ ἐκκλήτου ἐνώπιον τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου ἐν περιπτώσει ποινῶν ἀργίας ἤ καθαιρέσεως ἤ τινος τοιούτου». Ὑπ᾿ αὐτές τίς συνθῆκες θεσπίστηκε τό «ἔκκλητο» καί αὐτό εἶναι τό περιεχόμενό του.
Ἐνδιαφέρει νά δοῦμε πῶς λειτούργησε τό «ἔκκλητο» στή μακρά διαδρομή τῶν ὀγδονταδυό χρόνων, πού κύλησαν ἀπό τό 1928-ἡμερομηνία θέσπισής του-ἴσαμε τό 2010, πού προβάλλεται καί διαφημίζεται, ὡς ὑπεροχικό προνόμιο τοῦ Πατριάρχη Βαρθολομαίου καί ὡς μανδύας ἐπικάλυψης τῶν ἀθλιοτήτων τοῦ μοναχοῦ Μπεζενίτη.
Στό μακρότατο αὐτό χρονικό διάστημα, δυό΄ μόνο Μητροπολίτες ὑπέβαλαν αἴτηση προσφυγῆς στό Πατριαρχεῖο, γιά ἀναψηλάφηση τῆς καταδίκης, πού τούς ἐπέβαλε τό Συνοδικό Δικαστήριο.
Ὁ πρῶτος εἶναι ὁ ἄλλοτε Μητροπολίτης Δράμας Φίλιππος, ὁ ὁποῖος δικάστηκε ἀπό τό Συνοδικό γιά τούς Ἀρχιερεῖς Δικαστήριο, γιά σοβαρά παραπτώματα, κατά τό ἔτος 1964 καί κηρύχτηκε ἔκπτωτος ἀπό τόν Μητροπολιτικό του θρόνο.
Ὁ δεύτερος εἶναι ὁ πολυδιαφημισμένος καί πολυσχολιασμένος, ἄλλοτε Μητροπολίτης καί νῦν μοναχός, Παντελεήμων Μπεζενίτης, πού μέ τίς συμπεριφορές του ἐξελίχτηκε σέ σύμβολο τῆς διαφθορᾶς καί σέ πρόσωπο, πού καταπρόδωσε τήν ἱερή ἀποστολή του καί καταλέρωσε τό ἁγιότατο Θυσιαστήριο. Ἀνάμεσα στά δυό αὐτά πρόσωπα, ὑπάρχει ἕνας ἰδιότυπος δεσμός. Εἶναι πνευματικά ἀναστήματα τοῦ ἄλλοτε Μητροπολίτη Χίου Παντελεήμονα Φωστίνη καί μέλη τοῦ τάγματος, πού ὁ Φωστίνης ἵδρυσε καί πού ἔμεινε γνωστό γιά τίς ἰδιαιτερότητές του καί γιά τά δύσοσμα ἴχνη, πού ἄφησε πίσω του. Ὅταν δικάστηκε καί κηρύχτηκε ἔκπτωτος ὁ πρώην Δράμας Φίλιππος, Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν ἦταν ὁ, ἀπό Καβάλας, γηραιός Χρυσόστομος. Διωγμένος ὁ ἴδιος ἀπό τή Μικρά Ἀσία, εἶχε εἰσπνεύσει τήν ἀτμόσφαιρα τῆς πατριαρχικῆς αὐλῆς. Καί γνώριζε, πολύ΄καλά, τή δεοντολογία, πού ἐπιβάλλουν οἱ Ἱεροί Κανόνες καί τά ἀποστασιοποιημένα ἀπό τό Κανονικό Δίκαιο ὁράματα ἐπικυριαρχίας, πού ἐκτρέφονταν στήν αὐλή τοῦ Φαναρίου.
Ὁ καταδικασμένος σέ ἔκπτωση Μητροπολίτης Δράμας Φίλιππος, κατέθεσε στήν Ἱερά Σύνοδο τήν ἔκκλησή του καί ζήτησε-τηρώντας τήν κατεστημένη ἐκκλησιαστική τάξη-νά τή διαβιβάσει ἡ Σύνοδος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος στόν Πατριάρχη καί στήν, περί αὐτόν, Ἱερά Πατριαρχική Σύνοδο. Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος, ὅμως, δέν ἔσπευσε νά στείλει τήν αἴτηση στό Πατριαρχεῖο. Τή διεβίβασε στήν ἁρμόδια Συνοδική Ἐπιτροπή, μέ τό ἐρώτημα, ἄν πρέπει νά σταλεῖ. Καί ἡ Ἐπιτροπή ἀπάντησε ἀρνητικά. Ἔκρινε, ὅτι δέν πρέπει νά σταλεῖ, ἐπειδή ὁ σχετικός Νόμος τοῦ 1928, πού ρύθμιζε τό καθεστώς τῶν Μητροπόλεων τῶν Νέων Χωρῶν, δέ θέσπιζε τή διαδικασία τοῦ ἐκκλήτου.
Στό Πρακτικό τῆς Συνεδρίας τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς 23-2-1965, διαβάζουμε: «Ἡ Ἱερά Σύνοδος ἀποδεχθεῖσα τήν εἰσήγησιν τῆς ὡς ἄνω Ἐπιτροπῆς ἔχουσαν οὕτω "...Ἡ Ἐπιτροπή λαβοῦσα ὑπ᾿ ὄψιν τάς οἰκείας ἐπί τοῦ ζητήματος διατάξεις ἀπεφάνθη ὁμοφώνως ὅτι τοιαύτη ἔκκλησις δέν χωρεῖ διότι, οὔτε ὀ Νόμος 3615)28 "Περί Ἐκκλησιατικῆς διοικήσεως τῶν ἐν ταῖς νέαις χώραις τῆς Ἑλλάδος Μητροπόλεων τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου", οὔτε ἡ διά τόν νόμον τοῦτον εἰσηγητική ἔκθεσις ὁρίζει τοῦτο. Τοὐναντίον τά ὑπ᾿ ἀριθ. 1 καί 2 ἄρθρα σαφῶς ὁρίζουσιν ὅτι, οἱ Μητροπολῖται τῶν Νέων Χωρῶν τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ἐπεκτεινομένου γενικῶς καί ἐπ᾿ αὐτῶν τοῦ Καταστατικοῦ Νόμου τῆς αὐτοκεφάλου Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, αἱ δέ ἀνωτέρω Ἱεραί Μητροπόλεις τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου ἀναγνωρίζουσιν ὡς διοικητικήν αὐτῶν ἀρχήν τήν ἐν Ἀθήναις Ἱεράν Σύνοδον τῆς Ὀρθοδόξου αὐτοκεφάλου Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος. Πλήν τούτου ἐν ἰδίᾳ παραγράφῳ τοῦ ἄρθρου 2 ὁρίζεται ρητῶς ὅτι οἱ Μητροπολῖται τῶν χωρῶν τούτων δικάζονται καθ᾿ ὅν τρόπον καί οἱ Ἀρχιερεῖς τῆς αὐτοκεφάλου Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ἐν δέ΄τῇ εἰσηγητικῇ ἐκθέσει διασαφηνίζεται ὅτι τά ἐν τῷ Νόμῳ ἀναφερόμενα κανονικά δικαιώματα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου ἐπί τῶν Μητροπολιτῶν τῶν νέων χωρῶν εἶναι μόνον τό Μνημόσυνον Αὐτοῦ ὑπό τῶν Ἀρχιερέων τῶν Νέων χωρῶν καί ἡ λῆψις τῆς ἐπευλογίας τοῦ Οἰκουμενικοῦ θρόνου ὑπό τῶν ἑκάστοτε καθισταμένων Ἀρχιερέων τῶν Νέων Χωρῶν.
Ἡ Ἐπιτροπή τέλος ἔλαβεν ὑπ᾿ ὄψιν καί ὅτι οὐδείς λόγος ἐκκλήτου γίνεται καί ἐν τῷ περί Ἐκκλησιαστικῶν Δικαστηρίων Νόμῳ 5383)32, τοῦ ὁποίου τά ἄρθρα 151 καί 152 "περί διαδικασίας τῶν κατηγορουμένων Ἀρχιερέων ἔχουσιν ὡς ἑξῆς: Ἄρθρον 151: "Αἱ καταδικαστικαί ἀποφάσεις τῶν Ἐκκλησιαστικῶν Δικαστηρίων καθίστανται ἐκτελεσταί ἅμα καταστῶσι τελεσίδικοι, τοιαῦται δέ εἶναι ἐκεῖναι καθ᾿ ὧν δέν χωρεῖ ἀνακοπή ἤ ἔφεσις" καί ἄρθρον 152: "Ἡ ἐκτέλεσις καταδικαστικῆς κατά Ἀρχιερέως ἀποφάσεως ἐνεργεῖται διά Β. Δ)τος προτάσει τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας καί Θρησκευμάτων ἐκδιδομένου"... ἀπεφάσισεν ὅπως ἡ ἔφεσις τοῦ Σεβ. πρώην Δράμας πρός τήν Α. Θ. Παναγιότητα τόν Οἰκουμενικόν Πατριάρχην ἀποσταλεῖσα τῇ Ἱερᾷ Συνόδῳ ἵνα διαβιβασθῇ ὑπ᾿ Αὐτῆς, κατατεθῇ εἰς τό Ἀρχεῖον».
Ἡ αἴτηση τοῦ πρώην Δράμας προωθήθηκε στό ἀρχεῖο τῆς Ἱερᾶς Συνόδου. Δέ στάλθηκε στή Σύνοδο τοῦ Πατριαρχείου. Δέ λειτούργησε ὡς ταπεινή συμμόρφωση στή διάταξη τῆς Πατριαρχικῆς Πράξης τοῦ 1928, πού ὑποχρεώνει τήν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος νά καταξιώνει(!!!) τήν ὑπεροχή καί τήν οἰκουμενικότητα τοῦ Πατριαρχείου, στέλλοντας, γιά τελική κρίση, τούς δικαστικούς φακέλλους τῶν ἐπίορκων καί τῶν ἠθικά ἀλλοτριωμένων φορέων τοῦ ἐπισκοπικοῦ ἀξιώματος.
Ὁ χειρισμός αὐτός ἀποτελοῦσε μείωση τοῦ Πατριαρχικοῦ γοήτρου; Ἦταν καταπάτηση τῶν «συμπεφωνημένων»; Ἤ ἦταν θαρρετή πρωτοβουλία σωφροσύνης, πού δέν ἄφηνε τό σκάνδαλο νά κυλάει ἀσταμάτητα στά αὐλάκια τῆς δημοσιογραφίας, νά τρέφει τή λαϊκή πικρία καί νά διογκώνει τήν καταφορά ἐνάντια στούς διαστροφεῖς τῆς ἀποστολικῆς μας Παράδοσης καί τοῦ καταξιωμένου ἐπισκοπικοῦ ἤθους;
Αἰσθάνομαι τήν ἀνάγκη νά καταθέσω μιά ἐπισήμανση, πού αὐτή καί μόνη, ἀναδεικνύει τό μεγαλεῖο καί τήν ὑπεροχική συμπεριφορά τοῦ τιμημένου πρώτου θρόνου τῆς Ὀρθοδοξίας κατά τίς κρίσιμες ἐκεῖνες φάσεις τῆς Ἐκκλησιαστικῆς μας ἱστορίας. Πατριάρχης, τότε, ἦταν ὁ Ἀθηναγόρας. Ὁ ἡγέτης μέ τό φόρτο τῆς σοφίας, μέ τό μειλίχιο ὕφος καί μέ τήν ὀξύτατη διορατικότητα. Ὁ λειτουργός τῆς ἀγάπης καί τῆς ἐνότητας, πού δέ σπαταλοῦσε τό κύρος του καί τό δαναμισμό του στό ἄχαρο ἔργο τῆς ἀνάξεσης παλιῶν πληγῶν, ἀλλά ἅπλωνε τό Πατριαρχικό του χέρι, γιά νά περιπτυχθεῖ τούς ἀδελφούς καί συλλειτουργούς καί νά καλέσει σέ συμπορεία πρός τό Γολγοθά τῆς Θυσίας καί πρός τό «ἀνώγαιο» τῆς Πεντηκοστῆς.
Ἡ ἄρνηση τοῦ Αρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν νά διαβιβάσει τό δικαστικό φάκελλο τοῦ πρώην Δράμας στή Σύνοδο του Φαναρίου, δέν ἐνόχλησε καί δέν προβλημάτισε τόν Πατριάρχη Ἀθηναγόρα. Ἄφησε τήν ὑπόθεση νά κυλήσει στή σιωπή καί συνέχισε νά ἀξιοποιεῖ τό δυναμισμό του στήν καλλιέργεια καί στήν ἀνάδειξη τῆς Πανορθόδοξης Ἑνότητας.
Περιττό νά ὑπογραμμίσω, ὅτι τό κύρος τοῦ Πατριάρχη Ἀθηναγόρα δέν τρώθηκε καί δέ μειώθηκε μέ τή συμπεριφορά του αὐτή. Ἀντίθετα, πρόβαλε, περισσότερο γνήσιο καί γνησιότερα Πατερικό.
Τό σκοτείνιασμα τοῦ ὁρίζοντα ἄρχισε, ὅταν ὁ Πατριάρχης Ἀθηναγόρας πέρασε στήν αἰωνιότητα καί τό ἔργο του-σοβαρό καί ἐπιβλητικό-ἀποτυπώθηκε στή βίβλο τῆς ἰστορίας.
Οἱ συγκυρίες τῆς περιόδου ἐκείνης ἔφεραν στό θρόνο τῆς ἄλλοτε βασιλεύουσας τόν Πατριάρχη Δημήτριο, ἄνδρα χαμηλῶν τόνων καί μέτριων ὁραματισμῶν. Καί στό θρόνο τῶν Ἀθηνῶν προώθησαν τόν ἐκλεκτό τοῦ δικτάτορα Ἰωαννίδη, τόν ἄγευστο Θεολογικῆς καί Ἱεροκανονικῆς παιδείας καί ἀκράτητο στούς βίαιους σχεδιασμούς του, ἀπό Ἰωαννίνων, Σεραφείμ.
Ὅλοι γνωρίζουν, ὅτι γιά νά ἐπιβληθεῖ ὁ Σεραφείμ ὡς προκαθήμενος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος καί γιά νά ἱκανοποιήσει τά ἐμπαθῆ αἰτήματα τῶν φίλων του, πού μέ ΄τήν ψῆφο τους τόν προώθησαν στόν ἀρχιεπισκοπικό θρόνο, κινήθηκε «ὡς ταῦρος ἐν ὑαλοπωλείῳ» καί καταδίκασε σέ ἔκπτωση ἀπό τούς Μητροπολιτικούς τους θρόνους, δώδεκα Ἱεράρχες, δίχως νά διατυπώσει κατηγορητήριο ἐναντίον τους, δίχως νά τούς ἐπιτρέψει νά ἀπολογηθοῦν, δίχως νά τούς καλέσει σέ δίκη, δίχως νά ἀναφερθεῖ σέ Ἱερούς Κανόνες, τούς ὁποίους ὑποτίθεται, ὅτι περιφρόνησαν ἤ καταπάτησαν οἱ δώδεκα Μητροπολῖτες.
Ἡ θύελλα, πού ἀκολούθησε, ἔχει πολλές καί τραγικές φάσεις. Ἐπιφυλάσσομαι, νά τήν ἱστορήσω σέ αὐτοτελές κείμενο. Ἐδῶ, ἱστορώντας τήν ἐξέλιξη τῆς ὑπόθεσης τοῦ πρώην Δράμας Φιλίππου, πληροφορῶ τούς ἀγαπητούς ἀναγνῶστες μου, ὅτι γιά νά ἀποκτήσει ὁ Σεραφείμ τήν εὔνοια, τή συμπαράσταση καί τό «σύμψηφο» τοῦ Πατριαρχείου στά ἀνατρεπτικά του τολμήματα, ἔκανε «τράμπα» μέ τούς τότε προύχοντες τοῦ Φαναρίου. Ἐκεῖνοι ὑποσχέθηκαν ὅτι θά τόν καλύψουν στούς τραμπουκισμούς του. Καί ἐκεῖνος δέχτηκε νά συμπεριλάβει στό Νέο Καταστατικό Χάρτη τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, πού βρισκόταν στό στάδιο τῆς μελέτης καί τῆς ὁριστικῆς διατύπωσης, διάταξη, πού νά ἐπικυρώνει τήν Πατριαρχική Πράξη του 1928 καί νά ἐπεκτείνει τό δικαίωμα τοῦ ἐκκλήτου, πού τό εἶχαν-ἴσαμε τότε-μόνο οἱ Μητροπολῖτες τῶν Νέων Χωρῶν καί στούς Μητροπολῖτες τῆς Παλαιᾶς Ἑλλάδας.
Ἔκανα αὐτή τήν παρέκβαση, γιά νά ἐξηγήσω, πῶς ἡ ὑπόθεση τοῦ πρώην Δράμας Φιλίππου ξαναγύρισε στήν ἐπικαιρότητα. Μετά τήν ψήφιση τοῦ νέου Καταστατικοῦ Χάρτη (26 Μαΐου 1977), ὁ ἔκπτωτος Μητροπολίτης Φίλιππος, στενός φίλος τοῦ νέου Ἀρχιεπισκόπου Σεραφείμ, ὑπέβαλε, γιά δεύτερη φορά, στήν Ἱερά Σύνοδο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, τό αἴτημά του, νά ἀνασυρθεῖ ἀπό τό Συνοδικό ἀρχεῖο ἡ ἔκκλητη προσφυγή του καί νά διαβιβασθῇ στήν Ἱερά Σύνοδο τοῦ Πατριαρχείου τῆς Κωνσταντινούπολης, σέ ἐφαρμογή τῆς σχετικῆς διάταξης τῆς παραγράφου 2, τοῦ ἄρθρου 44, τοῦ νέου Καταστατικοῦ Χάρτη. Ὁ Σεραφείμ, ἄν καί γνώριζε τά σοβαρά παραπτώματα τοῦ φίλου του Φιλίππου, δέ θέλησε ἤ δέν τόλμησε νά στήσει ἀνάχωμα ἄρνησης στό αἴτημά του. Ἔστειλε τό φάκελλο στό Φανάρι. Καί ἡ Σύνοδος τοῦ Φαναρίου, μέ πρόεδρο τόν «καθοδηγούμενο» καί «συρόμενο» Δημήτριο, ἔσπευσε νά ἀξιοποιήσει τήν εὐκαιρία, γιά νά ἀναβαθμίσει τό ρόλο της. Νά λειτουργήσει, ὡς ἀνώτατο, ἀναθεωρητικό Δικαστήριο, ὄ-χι-φυσικά-στά πλαίσια τῆς Οἰκουμενικῆς Ὀρθοδοξίας, ἀλλά στά ὅρια τοῦ ἑλληνικοῦ χώρου, πού τόν συγκινεῖ καί τόν συνεγείρει ἡ παλιά δόξα τῆς Βασιλεύουσας. Μέ ἀπαντητικό ἔγγραφο στόν Ἀρχιεπίσκοπο Σεραφείμ, ὁ Πατριάρχης Δημήτρτιος ζήτησε τήν ἀναψηλάφηση τῆς δίκης τοῦ πρώην Δράμας Φιλίππου: «...Ἐπί τῶν ὑπό τῆς Συνοδικῆς Κανονικῆς Ἐπιτροπῆς εἰσηγητικῶς ὑποβληθέντων Συνοδικῶς ἐγκύψαντες καί διασκεψάμενοι, ἐκρίναμεν ἀναγκαίαν καί ἐπιβαλλομένην τήν ἀναψηλάφησιν τῆς δίκης ἥν καί ἀνατίθεμεν τῇ αὐτόθι Ἁγιωτάτῃ Ἐκκλησίᾳ. Τά οὕτω ὑφ᾿ ἡμῶν Συνοδικῶς δόξαντα καί κριθέντα γνωρίζοντες διά τοῦ παρόντος τῇ ὑμετέρᾳ σεβασμιοποθήτῳ ἡμῖν Μακαριότητι, περιπτυσσόμεθα Αὐτήν καί αὖθις ἐν φιλήματι ἁγίῳ καί διατελοῦμεν μετ᾿ ἀγάπης ἀδελφικῆς καί ἐξιδιασμένης τιμῆς». Στή σύσταση αὐτή τοῦ Φαναρίου δέν ἀνταποκρίθηκε ὁ Σεραφείμ.
Ἔκανε μιά πρώτη ὑποχώρηση στό αἴτημα τοῦ φίλου τοῦ Φιλίππου καί ἔστειλε τό φάκελλο στήν Κωνσταντινούπολη. Ἴσως γιατί περίμενε, πώς τό Πατριαρχεῖο θά εὐθυγραμμιζόταν μέ τίς ἀποφάσεις τῶν Ἀθηνῶν καί θά ἔβαζε τελεία καί παῦλα στή σκανδαλοποιό συμπεριφορά τοῦ πρώην Δράμας. Ἀλλά τό νά ξαναφέρει τήν ὑπόθεση σέ νέα δικαστική διερεύνηση, σήμαινε, ἄνοιγμα τῶν ἀσκῶν τοῦ Αἰόλου καί παρακίνηση τοῦ δημοσιογραφικοῦ δαιμονίου σέ νέες ἐξορμήσεις ψόγου ἐναντίον τῶν ἡγετικῶν στελεχῶν τῆς ἑλληνικῆς Ἐκκλησίας. 1$1$1
Αὐτή εἶναι ἡ ἱστορία τοῦ «ἐκκλήτου» ἀπό τό 1928, πού θεσπίστηκε μόνο γιά τούς Ἀρχιερεῖς τῶν Νέων Χωρῶν, ἴσαμε τό 1977, πού διευρύνθηκε καί περιέλαβε-ὑποτίθεται εὐεργετικά-καί τούς Ἀρχιερεῖς τῆς Παλαιᾶς Ἑλλάδας καί ἴσαμε τό 2010, ὅταν ἐμφανίστηκε στό πάλκο τῆς σκανδαλοποιοῦ προβολῆς ἡ δεύτερη αἴτηση «ἐκκλήτου», πού ὑποβλήθηκε ἀπό τόν τελευταῖο γόνο τοῦ Τάγματος Φωστίνη, τόν Παντελεήμονα Μπεζενίτη. Τή δεύτερη αὐτή αἴτηση σοφίστηκε νά τήν ἐκμεταλλευτεῖ, στό ἔπακρο, ὁ σημερινός Πατριάρχης Βαρθολομαῖος. Ὁραματίστηκε νά καθήσει στό θρόνο τῆς ὑπεροχῆς του καί νά ἐπανακρίνει τό μοναχό Μπεζενίτη. Νά τόν δικάσει ex kathedra, τελεσίδικα καί ἀμετάκλητα. Νά ἐπιβάλει τήν κρίση του καί τήν ἀπόφασή του στήν ἑλληνική Ἱεραρχία, πού ἀντιμετώπισε, μέ σκληρότητα, τόν πολυκέφαλο σκανδαλισμό τοῦ Μπεζενίτη καί πού τοῦ στέρησε τό χάρισμα καί τήν ὑπευθυνότητα τοῦ Ἐπισκόπου. Ἡ διακίνηση τοῦ Πατριάρχη Βαρθολομαίου στό ἄθλημα τῆς ὑπερεξουσίας, περνάει ἀπό Ἱεροκανονικές ἀναταράξεις καί ἀπό Ἐκκλησιολογικές ἐπινοήσεις, πού τίς σκοτίζει ἡ σκοπιμότητα.
1) Στήν πρώτη παράγραφό του, τό ἐπίσημο ἀνακοινωθέν τοῦ Πατριαρχείου τῆς Κωνσταντινούπολης, δηλώνεται ἐπίσημα: «Τό Οἰκουμενικόν Πατριαρχεῖον δέχεται ἐκκλήτους προσφυγάς καταδικασθέντων ἀρχιερέων βάσει τῶν ἱερῶν κανόνων, ὡς οἱ 9ος καί 17ος τῆς Δ~ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, καί ὄχι ἁπλῶς καί μόνον ἐπί τῇ βάσει νόμων οἱουδήποτε κράτους».
2) Ἁπλή ἀναδρομή στίς ἑρμηνεῖες τῶν δυό αὐτῶν Ἱερῶν Κανόνων πιστοποιεῖ, ὅτι οἱ διατάξεις τους δέν ἐξυπηρετοῦν τά ὁράματα καί τούς σχεδιασμούς τῶν σημερινῶν ἐκπροσώπων τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Οἱ παράγοντες τοῦ Πατριαρχείου, πρίν ἐπικαλεσθοῦν αὐτούς τούς δυό Ἱερούς Κανόνες, ὡς καθοριστικούς τῆς ἀνώτατης δικαστικῆς ἐξουσίας τους, ὄφειλαν νά μελετήσουν τά ἑρμηνευτικά σχόλια τῶν καταξιωμένων Κανονολόγων, καί νά ἀποφύγουν τίς προχειρότητες καί τήν κατάφωρη παρερμηνεία τοῦ νοήματός τους καί τῆς λειτουργικότητάς τους. Ἡ ἐπίκληση τῶν δυό αὐτῶν Ἱερῶν Κανόνων, τούς ἐκθέτει ἤ ὡς ἀγράμματους, ἤ ὡς στρεβλωτές τῶν Κανονικῶν διατάξεων, γιά τήν ἐξυπηρέτηση τῶν σκοτεινῶν σχεδιασμῶν τους.
3) Μέ τή δήλωσή τους, ὅτι δέν ἀναμιγνύονται στήν ὑπόθεση Μπεζενίτη, «ἁπλῶς καί μόνον ἐπί τῇ βάσει νόμων οἱουδήποτε κράτους», δεσμεύονται στήν ἀποφυγή κάθε ἀναφορᾶς σέ Νομικές Διατάξεις. Ὡστόσο, στήν ἑλληνική μας ἐπικράτεια, οἱ πάντες γνωρίζουν, ὅτι κατά τήν περίοδο, πού τήν ἐκκλησιαστική μας διοίκηση τήν πλημμύριζαν οἱ αὐθαίρετες ἐπινοήσεις καί ἐπεμβάσεις τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Σεραφείμ, οἱ ἀδελφοί(!!!) τῆς διακριτῆς «ἐπί τιμῇ» Ἐκκλησίας τοῦ Βοσπόρου, δραστηριοποιήθηκαν μέ πάθος καί πεῖσμα, γιά νά πετύχουν τήν κάλυψη τῆς Πατριαρχικῆς Πράξης τοῦ 1928, πού τούς ἐξασφάλιζε τό δικαίωμα ἐκδίκασης ἐκκλήτων προσφυγῶν Ἀρχιερέων τῶν Νέων Χωρῶν, ἀπό τό Σύνταγμα τῆς ἑλληνικῆς Πολιτείας καί ἀπό τόν Καταστατικό Χάρτη τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἐλλάδος. Καί δέν ἀρκέστηκαν σ᾿ αὐτό. Ἡ ἀπαίτησή τους εἶχε καί «κρόσσια». Ζήτησαν «τό δικαίωμα ἐκκλήτου ἐνώπιον τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου, κατά τελεσιδίκων ἀποφάσεων ἐπιβαλλουσῶν ποινήν ἀργίας, ἐκπτώσεως ἀπό τοῦ θρόνου ἤ καθαιρέσεως, τό ὁποῖον παρέχεται διά τοῦ ΣΤ~ ὅρου τῆς ἀπό 4.9.1928 Πατριαρχικῆς Πράξεως εἰς τούς Μητροπολίτας τῶν Νέων Χωρῶν, νά τό ἔχουν καί οἱ Μητροπολῖται τῆς Αὐτοκεφάλου Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος». Καί ὁ Σεραφείμ ἔκαμψε τό κεφάλι καί προσκύνησε τή Φαναριώτικη ἔπαρση καί τό πεισματικό αἴτημα.
4) Εἶμαι ἀναγκασμένος νά παρουσιάσω καί νά ὑπογραμμίσω τίς κραυγαλέες ἀσυνέπειες, πού ἀκυρώνουν τήν ἀξιοπρέπεια τοῦ Πατριαρχικοῦ ὀργανογράμματος. Ἡ Πατριαρχική πράξη τοῦ 1928, πού θεσπίζει τό ἔκκλητο, γιά τούς Ἀρχιερεῖς τῶν Νέων Χωρῶν, δέν εἶναι ἰσόκυρη μέ τούς Ἱερούς Κανόνες τῶν Οἰκουμενικῶν μας Συνόδων. Εἶναι ἁπλή σύμβαση μεταξύ τῶν δυό ἀδελφῶν Ἐκκλησιῶν, Κωνσταντινουπόλεως καί Ἑλλάδος. Ἄν οἱ Φαναριῶτες ἀποδίδουν στή σύμβαση αὐτή τό δεσμευτικό κύρος τῶν Ἱερῶν Κανόνων, ἐκτρέπονται σέ ἀλλοίωση τῆς Κανονικῆς Τάξης. Ἡ ἀπαίτησή τους νά ἐπικυρωθεῖ ἡ Πράξη καί ἀπό τό Νόμο τῆς ἑλληνικῆς Πολιτείας καί νά ἐπεκταθεῖ, ὥστε νά καλύψει καί τούς Μητροπολίτες τῆς Παλαιᾶς Ἑλλάδος, προδίδει, ὅτι συναισθάνονται τό ἔλλειμμα τοῦ αἰτήματός τους καί τήν ἀνεπάρκεια τῆς κάλυψής του μέ τήν ἐπίκληση τῶν δυό-διαφορετικοῦ νοήματος-Ἱερῶν Κανόνων καί ἐπιζητοῦν τήν ἰσχυροποίηση τῆς Σύμβασης μέ τή διάταξη τοῦ Πολιτικοῦ Νόμου.
5) Στό, ὄχι μακρό, κείμενο τοῦ Πατριαρχικοῦ ἀνακοινωθέντος, συναντᾶμε δυό ἀντιφατικές καί ἀλληλοσυγκρουόμενες διατυπώσεις. Στήν πρώτη παράγραφο δηλώνεται, ὅτι τό Πατριαρχεῖο δέχεται ἐκκλήτους προσφυγάς...«ὄχι ἁπλῶς καί μόνον ἐπί τῇ βάσει νόμων οἱουδήποτε κράτους». Καί στήν ἀμέσως ἑπόμενη παράγραφο γράφεται, ὅτι τό Πατριαρχεῖο «ἤσκησε τό δικαίωμα τοῦτο καί εἰς τήν περίπτωσιν τῆς ὡς ἄνω προσφυγῆς, ἡ ὁποία, ἐκτός τῶν μνημονευθέντων ἱερῶν κανόνων, ἐστηρίζετο καί εἰς σχετικόν νόμον τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους».
6) Ἡ περίπτωση τῆς προσφυγῆς Μπεζενίτη δέν καλύπτεται μέ τή σχετική διάταξη τῆς Πράξης τοῦ 1928. Γιατί δέν ἀσκοῦσε Μητροπολιτικά καθήκοντα στίς Νέες Χῶρες. Ἡ προσφυγή του καί ἡ ἀντίστοιχη ἀποδοχή τοῦ αἰτήματός του ἀπό τή Σύνοδο τοῦ Φαναρίου, πραγματοποιήθηκε-ἀποκλειστικά καί μόνο-κατ᾿ ἐφαρμογή τοῦ ἑλληνικοῦ Νόμου. Τό γεγονός αὐτό ἀφήνει ἔκθετο τόν Πατριάρχη, πού δηλώνει, ὅτι κινεῖται, μέ προσοχή καί ἀποκλειστικότητα, στίς προδιαγραφές τῶν Ἱερῶν Κανόνων.
7) Μέ τά ἀναγραφόμενα στήν παράγραφο 3 τοῦ ἀνακοινωθέντος, ψέγει ὁ Πατριάρχης Βαρθολομαῖος τή διοίκηση τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος καί ἐκφράζει τήν ἀπογοήτευσή του καί τή λύπη του, γιά τό ὅτι ἡ Ἱερά Σύνοδος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, «ἐπικαλουμένη σχετικόν νόμον τῆς Ἑλληνικῆς Πολιτείας, (προφανῶς ἐννοεῖ τή διάταξη τῆς παραγράφου 160 τοῦ Νόμου «Περί τῶν Ἐκκλησιαστικῶν Δικαστηρίων καί τῆς πρό αὐτῶν διαδικασίας», πού στήν περίπτωση ἀμετάκλητης ποινικῆς καταδίκης Ἀρχιερέα ἤ ὁποιουδήποτε ἄλλου κληρικοῦ, ὑποχρεοῦται ἡ Σύνοδος, χωρίς ἄλλη διαδικασία, νά καθαιρέσει τόν ἔνοχο), παρακάμπτει καί ἐν τῇ οὐσίᾳ ἀκυρώνει τήν ὡς ἄνω ἀπόφασιν τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου». Ἡ ἐπισήμανση αὐτή τοῦ Πατριάρχη, ἐκτός ἀπό τή μομφή, πού προσάπτει στή διοίκηση τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, δεσμεύει καί τό ἴδιο τό Πατριαρχεῖο νά μήν ἐπιδιώξει-ἔστω καί ἐπικουρική-ἐπίκληση διατάξεων Νόμων, γιά τή στερέωση τῶν δικαιωμάτων ἤ τῶν ὑποχρεώσεών του. Ἀλλά-ὅπως εἴδαμε-δέν ἀπέφυγε τήν προσφυγή στό Νόμο τοῦ ἑλληνικοῦ Κράτους, γιά νά δικαιώσει τήν ὑπερόρια ἐπέμβασή του στά τῆς Αὐτοκεφάλου Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος.
Ἀπό ὅ,τι βλέπετε, στό ἴδιο ἐπίσημο Πατριαρχικό Ἀνακοινωθέν, ψέγεται ἡ Σύνοδος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος γιατί ἐφάρμοσε ἑλληνικό Νόμο καί, ταυτόχρονα, στηλώνει τό Πατριαρχεῖο τό ἀδικαίωτο καί ἀστήρικτο ἀπό τούς Ἱερούς Κανόνες δικαίωμα ἀποδοχῆς ἐκκλήτων προσφυγῶν, στή διάταξη τοῦ ἑλληνικοῦ Νόμου. Ἡ ἐκτίμηση καί ἡ κρίση, δική σας. 1$1$1 Τά γεγονότα κραυγάζουν καί ἡ κοινή γνώμη καταθέτει, μέ παρρησία, τήν ἐκτίμησή της, ὅτι καί ἡ πρώτη καί ἡ δεύτερη ἀνάμιξη τοῦ Πατριαρχείου στά ἑλληνικά, δεσποτικά, σκάνδαλα, μείωσε, δραματικά, τό κύρος του καί περιθωριοποίησε τό ρόλο του στήν εὐρύτατη παρεμβολή τῆς Ὀρθόδοξης Οἰκογένειας. Ὅσοι ἀγαποῦμε τό Πατριαρχεῖο και μᾶς συνέχει ἡ λαχτάρα τοῦ ἐπανεντροχιασμοῦ του στή δυναμική ἀποστολική Παράδοση, ἔχουμε χρέος νά συνεχίσουμε τήν ἀκοίμητη ἱκεσία, νά ἁπλώσει ὁ Κύριος τήν εὔσπλαγχνη Δεξιά Του καί νά χειραγωγήσει τούς ἐνοίκους τοῦ Πατριαρχικοῦ Δώματος εἰς ὁδούς ἀληθείας καί εἰρήνης καί θυσιαστικῆς προσφορᾶς ἀγάπης, εἰς ἀλλήλους καί εἰς πάντας.
Αποκαλυπτικά τα άρθρα του Σεβασμιότατου
ΑπάντησηΔιαγραφή