Σάββατο 19 Ιουνίου 2010
















«Τά τῆς Ἐκκλησίας

ἀποίμαντα»
(γ)



του μητροπολίτου Αττικής και Μεγαρίδος κ. ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ


Βιώνει κανείς φόρτιση ἀφόρητης ὀδύνης, ὅταν ἐξακριβώνει τήν τραγική ἀλλοτρίωση τῶν ἱστορικῶν Κέντρων τῆς ἀποστολικῆς, θυσιαστικῆς διακονίας καί ὅταν διαπιστώνει τή μεταποίησή τους σέ κάστρα κοσμικῆς προβολῆς, σέ ἐργαστήρια ὑπεροχικῆς ἀνάδειξης καί σέ θρόνους μάταιης, ἡγεμονικῆς, κοσμικῆς λάμψης, πού ἐκτρέφει καί διογκώνει τήν ἔπαρση τῶν ἐπικαθήμενων καί ἐκμηδενίζει τό θησαύρισμα τοῦ ψυχικοῦ κάλλους.
Αἰῶνες, τώρα, ἡ Ἐκκλησία σηκώνει τό φορτίο τῆς περιπέτειας καί τούς σπασμούς τῆς διαίρεσης, ἐξ αἰτίας τῆς ἀδυσώπητης διαπάλης γιά τά πρωτεῖα καί τίς πρωτοκαθεδρίες τῶν-κατά κόσμο-κορυφαίων ποιμένων Της.
Σαφέστατη ἡ διδαχή τοῦ Κυρίου μας καί ἡ προτροπή Του στούς δώδεκα Ἀποστόλους Του: «Οἴδατε, ὅτι οἱ Ἄρχοντες τῶν ἐθνῶν κατακυριεύουσιν αὐτῶν καί οἱ μεγάλοι κατεξουσιάζουσιν αὐτῶν. οὐχ οὕτως ἔσται ἐν ὑμῖν, ἀλλ᾿ ὅς ἐάν θέλῃ ἐν ὑμῖν μέγας γενέσθαι, ἔσται ὑμῶν διάκονος καί ὅς ἐάν θέλῃ ἐν ὑμῖν εἶναι πρῶτος, ἔσται ὑμῶν δοῦλος» (Ματθ. κ΄ 25-27).
Καί πάλι, μετά τόν ἱερό Νιπτήρα, μέσα στή βαθειά συγκίνηση, ἐξήγησε τήν πράξη τῆς ἔσχατης ταπείνωσης καί χειραγώγησε τούς ἁγίους Ἀποστόλους Του στήν ὑπέρβαση τῶν΄φιλοδοξιῶν καί στήν «κενωτική» διακονία τῆς ἀγάπης. «Ὅτε οὖν ἔνιψε τούς πόδας αὐτῶν καί ἔλαβε τά ἱμάτια αὐτοῦ, ἀναπεσών πάλιν εἶπεν αὐτοῖς, γινώσκετε τί πεποίηκα ὑμῖν; ὑμεῖς φωνεῖτέ με, ὁ Διδάσκαλος καί ὁ Κύριος, καί καλῶς λέγετε, εἰμί γάρ. εἰ οὖν ἐγώ ἔνιψα ὑμῶν τούς πόδας, ὁ Κύριος καί ὁ Διδάσκαλος, καί ὑμεῖς ὀφείλετε ἀλλήλων νίπτειν τούς πόδας. ὑπόδειγμα γάρ δέδωκα ὑμῖν, ἵνα καθώς ἐγώ ἐποίησα ὑμῖν καί ὑμεῖς ποιῆτε» (Ἰωάν. ιγ΄ 12-15).

Οἱ ὑπομνήσεις αὐτές, διδαχές τῆς ἔσχατης ὥρας, κατά τήν ὁποία ὁ «ἐξωνημένος»προδότης «ἐξήρχετο», γιά νά ἐπιτελέσει τήν «προδοσία» καί οἱ παθιασμένοι ἄρχοντες τοῦ λαοῦ ὑλοποιοῦσαν τό σχέδιο τῆς σταυριικῆς καταδίκης, λησμονήθηκαν, ἀτυχῶς, ἀπό τούς-κοσμικά-προνομιούχους ποιμένες τῶν μεγάλων κέντρων τῆς αὐτοκρατορικῆς ἐξουσίας. Καί ἐγκαινίστηκε ἡ ἀδυσώπητη διαμάχη γιά τά πρωτεῖα καί γιά τίς πρόσθετες, ἀποκλειστικές ἁρμοδιότητες.

Τό πόσο στοίχισε αὐτή ἡ διαμάχη εἶναι σέ ὅλους μας γνωστό. Δίχασε τή μιά καί ἀδιαίρετη «Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία».
Ἄνοιξε χάσμα μέγα ἀνάμεσά τους.
Καί προκάλεσε ἰσχυρούς κλονισμούς καί βίαιες ἀντιπαλότητες στήν ἑνότητα καί στή συνεργασία τῶν Πατριαρχῶν τῆς Ἀνατολῆς.
Κατά τίς Οἰκουμενικές, Συνοδικές Της Συνάξεις ἡ ἀδιαίρετη Ἐκκλησία προσδιόρισε μέ ἀκρίβεια καί μέ Θεοφώτιστη σαφήνεια, ὅτι τά πρωτεῖα καί τοῦ Πάπα τῆς Ρώμης καί τοῦ Πατριάρχη τῆς δεύτερης Ρώμης, τῆς Κωνσταντινούπολης εἶναι «πρωτεῖα τιμῆς» καί, κατά προέκταση, «πρωτεῖα εὐθύνης καί μόχθου».
Δέ σηματοδοτοῦν ὑπεροχικά ἀξιώματα καί διευρυμένες δικαιοδοσίες, πού ἀκυρώνουν τήν ἰσοτιμία τῶν Ἐπισκόπων, τῶν διαδόχων τῶν ἁγίων Ἀποστόλων καί ὑποβαθμίζουν τή Συνοδικότητα καί τήν «ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι» διαχείριση τοῦ ἀποστολικοῦ Χαρίσματος.
Ἔξω, ὅμως, ἀπό τίς Οἰκουμενικές Συνόδους, ὑπό τήν καταλυτική ἐπίδραση τοῦ ἀπολυταρχικοῦ σχήματος τῆς κοσμικῆς, αὐτοκρατορικῆς ἐξουσίας καί μέ ὑπερφορτισμένη τή λαχτάρα τῆς ἀλαζονικῆς αὐτοπροβολῆς στίς ὑπεροχικές βαθμίδες τοῦ ἐπισκοπικοῦ, λειτουργήματος, οἱ ἀντιπαραθέσεις κατάντησαν ρουτίνα τῆς καθημερινότητας.
Καί ὁ ἀγώνας νά ὑπερυψωθοῦν κάποιοι θρόνοι ἤ κάποιοι Ἐπίσκοποι, ἐνθρονισμένοι στούς ἐπίσημους καί διακριτούς θρόνους, πῆρε τή μορφή καί τίς διαστάσεις ἐξοντωτικῆς ἐμφύλιας ἀναμέτρησης.
***

Ἔτσι φτάσαμε στόν εἰκοστό πρῶτο αἰώνα, στόν αἰώνα τῶν κοσμογονικῶν ἀνακατατάξεων, τῆς ἀδηφάγου ὑλομανίας, τῆς καταλυτικῆς ὑποτίμησης τοῦ ἀνθρώπινου προσώπου, τῆς κυριαρχίας τῆς ἀπάτης καί τῆς ἐκμετάλλευσης καί, ἀντί νά ἀναπτυχθοῦμε στήν οἰκουμένη ὡς κήρυκες τῆς Ἀλήθειας καί φορεῖς τοῦ Θεϊκοῦ μηνύματος τῆς Ἀγάπης, δαπανοῦμε τίς δυνάμεις μας καί τό ἐκκλησιαστικό μας κύρος στό διακύβευμα τῶν πρωτείων. Τό πρωτεῖο τοῦ Πάπα τῆς Ρώμης, ὅπως προβλήθηκε, ὅπως ὑποστηρίχτηκε, καί ὅπως λειτούργησε, κατάντησε τό μεγάλο ἀγκάθι, πού ἔσκισε τήν ἑνότητα τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ Σώματος καί ἀντί γιά λέντιο ταπεινῆς καί ἀγαπητικῆς διακονίας, ἐμπιστεύτηκε στά χέρια καί στό κεφάλι τοῦ Ἐπισκόπου τῆς Ρώμης τήν τιάρα, τό διπλό διάδημα, τῆς πολιτικῆς καί τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἐξουσίας. Καί στήν «καθ' ἡμᾶς Ἀνατολή», τό «πρωτεῖο τῆς τιμῆς» τοῦ Ἐπισκόπου τῆς νέας Ρώμης, ἐκδιπλώθηκε καί βιώθηκε ἄλλοτε ὡς ἀποστολική κληρονομιά ἐπίμοχθης, ταπεινῆς διακονίας τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ καί ἄλλοτε ὡς ἀντιγραφή τῶν ὑπερφίαλων βηματισμῶν τοῦ Ποντίφηκα τῆς Ρώμης.
***

Στό προηγούμενο φύλλο τῆς «Ἐλεύθερης πληροφόρησης» παρουσίασα σειρά ἑρμηνευτικῶν σχολίων τῶν διακεκριμένων Κανονολόγων τοῦ δωδέκατου αἰώνα.
Τῆς χρονικῆς περιόδου, πού τό σχίσμα Ἀνατολῆς καί Δύσης εἶχε πιά παγιωθεῖ καί ἡ γενικευμένη ἀντίδραση τῶν Πατριαρχῶν, τῶν Ἐπισκόπων καί τοῦ Ὀρθοδόξου Πληρώματος τῆς Ἀνατολῆς στίς παράλογες Παπικές ἀξιώσεις ἀνάγκαζε τούς μελετητές τῆς ἱστορίας καί τῶν Ἱερῶν Κανόνων νά ἐγκύψουν στά Καινοδιαθηκικά κείμενα, στίς διδαχές τῶν Πατέρων, στόν Ἱεροκανονικό πλοῦτο καί σ᾿ ὁλόκληρη τήν πλοκή τῆς «περί τό Πρωτεῖο» διαμάχης, γιά νά διαφυλάξουν τήν Ἀποστολικότητα τῆς Ἐκκλησίας καί γιά νά προσανατολίσουν, μέ ὑπευθυνότητα, τό λαό.

Σέ τοῦτο τό φύλλο, συμπληρωματικά, θά φιλοξενήσω τίς ἑρμηνεῖες καί τίς κρίσεις ἑνός σοφοῦ Κανονολόγου τοῦ δέκατου ὄγδοου αἰώνα, τοῦ ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτη.
Οἱ ἑρμηνεῖες του ἔχουν ἰδιαίτερη βαρύτητα, γιατί ἀντανακλοῦν καί τίς βίαιες συμπεριφορές τῶν «ἐκκοσμικευμένων» παραγόντων τοῦ Δυτικοῦ Χριστιανισμοῦ πρός τούς ὑποδουλωμένους καί πονεμένους ἀδελφούς τῆς Ἀνατολῆς.
Μεταφέρω μερικά, χαρακτηριστικά, ἀποσπάσματα ἀπό τό εὐρύτατο σχόλιο, πού συνοδεύει τήν ἑρμηνεία τοῦ Θ΄ Ἱεροῦ Κανόνα τῆς Τέταρτης Οἰκουμενικῆς Συνόδου.
Ἀκριβῶς αὐτοῦ τοῦ Κανόνα, πού ὁ Πατριάρχης Βαρθολομαῖος καί ὁ πρωτοπρεσβύτερός του Γεώργιος Τσέτσης, ἐπικαλοῦνται, γιά νά στηρίξουν τό προνομιακό΄δικαίωμα τῆς ἐκδίκασης σέ ἀνώτατο καί τελευταῖο βαθμό τῶν Μητροπολιτῶν καί τῶν Ἐπισκόπων ὁλόκληρης τῆς Οἰκουμένης.

«Ὅτι μέν γάρ ὁ Κωνσταντινουπόλεως οὐκ ἔχει ἐξουσίαν ἐνεργεῖν εἰς τάς Διοικήσεις καί ἐνορίας τῶν ἄλλων Πατριαρχῶν, οὔτε εἰς αὐτόν ἐδόθη ἀπό τόν Κανόνα τοῦτον ἡ ἔκκλητος ἐν τῇ καθόλου Ἐκκλησίᾳ (ἥτις ἐστίν ἀγωγή ἀπό οἱουδήποτε δικαστηρίου ἐφ᾿ ἕτερον μεῖζον δικαστήριον, κατά τό θ΄ βιβλ. τῶν Βασιλικ. τίτλ. α') δῆλόν ἐστι α΄ διατί ἐν τῇ δ΄ πράξει τῆς ἐν Χαλκηδόνι ταύτης Συνόδου ὁ Κωνσταντινουπόλεως Ἀνατόλιος ἐνεργήσας ὑπερόρια, καί λαβών τήν Τύρον ἀπό τόν Ἐπίσκοπόν της Φώτιον, καί δούς αὐτήν εἰς τόν Βηρυτοῦ Εὐσέβιον, καί καθελών καί ἀφορίσας τόν Φώτιον, ἐμέμφθη καί ἀπό τούς ἄρχοντας, καί ἀπό ὅλην τήν Σύνοδον διά τοῦτο.
Καί ἀγκαλά ἐπροφασίσθη πολλά, μέ ὅλον τοῦτο ὅσα ἐκεῖ ἐνήργησεν, ἀκυρώθησαν ὑπό τῆς Συνόδου, καί ὁ Φώτιος ἐδικαιώθη, καί τάς ἐπισκοπάς τῆς Τύρου ἔλαβε.
Διό καί ὁ Ἐφέσου Ἰσαάκ ἔλεγεν εἰς Μιχαήλ τόν πρῶτον τῶν Παλαιολόγων, ὅτι ὁ Κωνσταντινουπόλεως οὐκ ἐκτείνει τήν ἐξουσίαν αὐτοῦ ἐπί τά Πατριαρχεῖα τῆς Ἀνατολῆς (κατά τόν Παχυμέρην βιβλ. στ΄ κεφ. α΄), β΄ ὅτι οἱ πολιτικοί καί βασιλικοί νόμοι δέν προσδιορίζουσιν ὅτι ἡ τοῦ Κωνσταντινουπόλεως μόνον κρίσις καί ἀπόφασις δέν δέχεται ἔκκλητον, ἀλλ᾿ ἀορίστως ἑκάστου Πατριάρχου καί τῶν Πατριαρχῶν πληθυντικῶς».
«...Ὅτι δέν ἔχει ἄδειάν τινας, οὔτε Μητροπολίτης, οὔτε Πατριάρχης νά΄ἐνεργῇ τι εἰς τάς ὑπορορίους ἐκκλησίας, εἰμή μόνον εἰς τάς ὑποκειμένας αὐτῷ, κατά τούς Κανόνας τῶν Ἀποστόλων λδ΄, λε΄, τῆς α΄, στ΄, ζ΄, τῆς β΄, γ΄, η΄, τῆς στ΄, κ΄ λστ΄, λθ΄ τῆς Σαρδικῆς, γ΄, ια΄, ιβ΄, καί τῆς Ἀντιοχείας θ΄ καί ἄλλους.
Καί πῶς λοιπόν ὁ παρών Κανών, καί οἱ ἄλλοι ἤθελαν διατάξει τό ἐναντίον τούτων ἁπάντων; ε΄ ὅτι ἄν ὁ Κωνσταντινουπόλεως ἤθελε λάβει τό τοιοῦτον προνόμιον, πῶς οἱ πατριάρχαι Κωνσταντινουπόλεως, διαφερόμενοι πολλάκις μετά τῶν παπῶν, δέν εἶπαν ὅτι ἔχουσι τοιοῦτον, ἀλλά μόνον ὅτι τά ἴσα πρεσβεῖα; ἤ πῶς ἄλλος οὐδείς Χριστιανός ἐν ταῖς τοιαύταις αὐτῶν διαφοραῖς εἶπέ ποτε τόν Κωνσταντινουπόλεως μείζονα τοῦ Ρώμης; Ζῇ λοιπόν Κύριος, ζῇ! ἡ ἀληθής ἐξήγησις τοῦ Κανόνος εἶναι ἐτούτη, Ἔξαρχος τῆς Διοικήσεως, κατά Βαλσαμώνα, δέν εἶναι ὁ τῆς ἐπαρχίας Μητροπολίτης (ἐπειδή ἡ Διοίκησις περιέχει πολλάς ἐπαρχίας καί Μητροπόλεις), ἀλλ᾿ ὁ τῆς Διοικήσεως Μητροπολίτης...».

Συνεχίζοντας τή μελέτη τοῦ σχολίου τοῦ ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου, στόν 9ον Ἱερό Κανόνα τῆς Τέταρτης Οἰκουμενικῆς Συνόδου, διαβάζουμε:
«Λέγει λοιπόν ὁ Κανών, ὅτι ἀνίσως Ἐπίσκοπος, ἤ Κληρικός διαφέρεται (φιλονικεῖ) μέ τόν Μητροπολίτην τῆς ἐπαρχίας, ἄς καταλαμβάνῃ ἤ τόν Ἔξαρχον τῆς διοικήσεως, ὅπερ ταὐτόν ἐστιν, ὅτι οἱ ὑποκείμενοι Κληρικοί καί Μητροπολῖται τῷ θρόνῳ Κωνσταντινουπόλεως, ἄς κριθοῦν, ἤ εἰς τόν Ἔξαρχον τῆς διοικήσεως, εἰς τήν ὁποίαν εὑρίσκονται, ἤ εἰς τόν Κωνσταντινουπόλεως, ὡς εἰς ἴδιον Πατριάρχην.
Δέν εἶπεν ὅτι ὅποιος Κληρικός διαφέρεται πρός ἀλλοτρίας διοικήσεως Μητροπολίτην, ἤ Μητροπολίτης πρός Μητροπολίτην τῆς ὁποιασδήποτε διοικήσεως καί ἐνορίας, ἄς κρίνωνται πρός τόν Κωνσταντινουπόλεως...».
«Διό καί ὁ Ζωναρᾶς οὐ πάντων, λέγει, τῶν Μητροπολιτῶν, πάντως ὁ Κωνσταντινουπόλεως καθεῖται δικαστής, ἀλλά τῶν ὑποκειμένων αὐτῷ (ἑρμηνεία τοῦ ιζ΄ τῆς παρούσης δ΄). Καί ἐν τῇ ἑρμηνείᾳ τοῦ ε΄ τῆς Σαρδικῆς ὁ αὐτός λέγει "μόνον τῶν ὑποκειμένων τῷ Κωνσταντινουπόλεως ἔχει ὁ Κωνσταντινουπόλεως τάς ἐκκλήτους, ὥσπερ καί μόνον τῶν ὑποκειμένων τῷ Ρώμης, ἔχει ὁ Ρώμης τάς έκκλήτους".
Ἤδη δέ ἐπειδή ἡ Σύνοδος καί ὁ Ἔξαρχος τῆς διοικήσεως δέν ἐνεργεῖ, ὁ Κωνσταντινουπόλεώς ἐστι Κριτής πρῶτος καί μόνος καί ἔσχατος τῶν ὑποκειμένων αὐτῷ Μητροπολιτῶν, οὐ μήν δέ καί τῶν ὑποκειμένων τοῖς λοιποῖς Πατριάρχαις.
(Ἀλλ᾿ ὄχι καί τῶν Μητροπολιτῶν, πού ἀνήκουν σέ ἄλλους Πατριάρχες).
Μόνη γάρ ἡ Οἰκουμενική Σύνοδος εἶναι ὁ ἔσχατος καί κοινότατος Κριτής πάντων τῶν Πατριαρχῶν, ὡς εἴπομεν, καί ἄλλος οὐδείς».
***

Εἶναι σαφές, σαφέστατο καί μή ἐπιδεχόμενο καμμιά ἀμφισβήτηση, ὅτι ὁ Πατριάρχης τῆς «ποτέ» βασιλεύουσας, δέν εἶναι τιμημένος μέ πρωτεῖο ἐξουσίας.
Δέν ἔχει τήν ἐντολή καί τήν ἐξουσιοδότηση ἐκ μέρους τῶν Ἱερῶν Κανόνων, νά ἀσκήσει τό λειτούργημα ὑπέρτατου κριτή καί νά στήσει στήν ἕδρα τῆς ποιμαντικῆς δικαιοδοσίας του ἀνώτατο Δικαστήριο, γιά νά δικάσει καί νά κρίνει, σέ τελευταῖο βαθμό, τίς ὑποθέσεις καί τίς παραβάσεις τῶν Ἱερῶν Κανόνων, πού προκύπτουν σέ ὁποιοδήποτε σημεῖο τῆς Οἰκουμένης καί στά πλαίσια ὁποιασδήποτε ἐκκλησιαστικῆς δικαιοδοσίας.
Ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, καθιερώθηκε ἀπό Συνοδικές ἀποφάσεις νά τιμᾶται ὡς ποιμένας τῆς πόλης, πού λειτουργοῦσε σάν δεύτερη, μετά τή Ρώμη, τήν καθέδρα τοῦ αὐτοκράτορα, ὅλων τῶν διοικητικῶν μηχανισμῶν καί ὅλων τῶν διακεκριμένων προσώπων, πού πλαισίωναν τό παλάτι καί ὅλες τίς ἐξουσίες τῆς ἀπέραντης αὐτοκρατορίας. Ὁ τρίτος Ἱ. Κανόνας τῆς Δεύτερης Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ὁρίζει:
«Τόν μέν τοι Κωνσταντινουπόλεως ἐπίσκοπον ἔχειν τά πρεσβεῖα τῆς τιμῆς μετά τόν τῆς Ρώμης ἐπίσκοπον, διά τό εἶναι αὐτήν νέαν Ρώμην».

Καί ὁ εἰκοστός ὄγδοος Ἱερός Κανόνας τῆς Τέταρτης Οἰκουμενικῆς Συνόδου, πού συνῆλθε στή Χαλκηδόνα, ἐπικύρωσε τά πρεσβεῖα τιμῆς τοῦ Κωνσταντινουπόλεως, πού εἶχε θεσπίσει ἡ Δεύτερη Οἰκουμενική Σύνοδος, μέ τό ἴδιο σκεπτικό:
«Τά αὐτά καί ἡμεῖς ὁρίζομέν τε καί ψηφιζόμεθα, περί τῶν πρεσβείων τῆς ἁγιωτάτης ἐκκλησίας τῆς αὐτῆς Κωνσταντινουπόλεως Νέας Ρώμης, καί γάρ τῷ θρόνῳ τῆς πρεσβυτέρας Ρώμης, διά τό βασιλεύειν τήν πόλιν ἐκείνην, οἱ Πατέρες εἰκότως ἀποδεδώκασι τά πρεσβεῖα. Καί τῷ αὐτῷ σκοπῷ κινούμενοι οἱ ἑκατόν πεντήκοντα θεοφιλέστατοι ἐπίσκοποι, τά ἴσα πρεσβεῖα ἀπένειμαν τῷ τῆς νέας Ρώμης ἁγιωτάτῳ θρόνῳ, εὐλόγως κρίναντες, τήν βασιλείᾳ καί συγκλήτῳ τιμηθεῖσαν πόλιν, καί τῶν ἴσων ἀπολαύουσαν πρεσβείων τῇ πρεσβυτέρᾳ βασιλίδι Ρώμῃ, καί ἐν τοῖς ἐκκλησιαστικοῖς ὡς ἐκείνην μεγαλύνεσθαι πράγμασι, δευτέραν μετ᾿ ἐκείνην ὑπάρχουσαν».

Αὐτά τά πρεσβεῖα τιμῆς ἐπισήμως θεσπίστηκαν καί ἐπιβλήθηκαν, χωρίς νά θεσπίζεται, ταυτόχρονα καί τό ὑπεροχικό δικαίωμα τῆς ἀνώτατης, τελικῆς δικαστικῆς κρίσης. Τό μόνο προνόμιο, πού προσφέρθηκε στόν Ἐπίσκοπο τῆς Νέας Ρώμης, εἶναι ἡ χειροτονία τῶν Μητροπολιτῶν τῶν τριῶν διοικήσεων, Ποντικῆς, Ἀσιανῆς καί Θρακικῆς καί τῶν Ἐπισκόπων τῶν ἀκριτικῶν περιοχῶν τῶν διοικήσεων αὐτῶν, πού εἶχαν καταληφθεῖ ἀπό βαρβαρικά φύλα.
«Τούς τῆς Ποντικῆς, καί τῆς Ἀσιανῆς καί τῆς Θρακικῆς διοικήσεως μητροπολίτας μόνους, ἔτι δέ καί τούς ἐν τοῖς βαρβαρικοῖς ἐπισκόπους τῶν προειρημένων διοικήσεων χειροτονεῖσθαι ὑπό τοῦ προειρημένου ἁγιωτάτου θρόνου τῆς κατά Κωνσταντινούπολιν ἁγιωτάτης ἐκκλησίας...».
***

Θά μοῦ ἐπιτρέψετε νά καταθέσω στήν ἠλεκτρισμένη τράπεζα τῶν σύγχρονων προβληματισμῶν καί-πρό πάντων-στίς καρδιές τῶν ἀναγνωστῶν μου, ἕνα ὅραμα.
Ἴσως ἀνεδαφικό, ἴσως φορτισμένο-«καθ᾿ ὑπερβολή»-μέ τίς ἔμπονες διεγέρσεις τῆς ψυχῆς, πού τίς προκαλοῦν οἱ ἱστορικές μνῆμες καί πού θεριεύουν τήν ἀποσταμένη ἐλπίδα.
Ἴσως, ὅμως καί νά ἀποτελεῖ τή μόνη ρεαλιστική πρόκληση πρός τούς ἀχθοφόρους τῆς μέγιστης ἱστορικῆς κληρονομιᾶς, πού τήν παρέλαβαν, ἀπό΄τούς Πατέρες τους καί προκατόχους τους, ὡς λέντιο ταπεινῆς διακονίας καί ὡς «κένωση» ἀγαπητικῆς θυσίας καί τήν κατάντησαν ἀλαζονική ἐνθρόνιση σέ θρόνους πρωτείων καί σέ εὐτελιστικό χρονικό κοσμικῆς αὐτοδιαφήμισης.

Ἡ «βασιλίδα τῶν πόλεων» ἔχασε τόν πρωταγωνιστικό της ρόλο στό οἰκουμενικό γήπεδο τῆς παγκόσμιας ἱστορίας.
Οἱ πολιτικές καί οἱ πολιτισμικές ἀνακατατάξεις, πού γέμισαν τόν ἱστορικό τόμο τῆς νεωτερικότητας, ἔστησαν ἄλλα κέντρα παγκόσμιας ἐπιρροῆς και΄΄ χάραξαν ἄλλους σχεδιασμούς ἀνάπτυξης.
Τόνισαν καί τόνωσαν τήν ἀπαξίωση καί τήν περιθωριοποίηση τοῦ ψυχικοῦ κάλλους καί τή μεγιστοποίηση τῆς εὐμάρειας.
Τήν ἀπόσβεση τῆς προσωπικῆς, ὑπαρξιακῆς προβληματικῆς. Τόν ἐγκλωβισμό τοῦ ἀτόμου στήν ἀπεριόριστη ἀπόλαυση τῆς ὕλης.
Καί τή στράτευσή του στούς πλασματικούς καί προσχεδιασμένους ἀγῶνες γιά τίς «συμβατικές» καί «ὑπό ἔλεγχο» ἐλευθερίες του.
Αὐτή τήν ἐποχή, ἡ μαρτυρική Ἐκκλησία τῆς ἄλλοτε βασιλεύουσας θά μποροῦσε, μέ τήν πλούσια ἐμπειρία της, τοῦ «χθές», νά φωτίσει τόν ὁρίζοντα, τοῦ «σήμερα» καί τοῦ «αὔριο». Νά κλειδώσει στό ταμεῖο τῶν ἀναποτελεσματικῶν ἐκκρεμοτήτων τίς ἀκάλυπτες συναλλαγματικές τῶν τίτλων τιμῆς καί πρωτείων καί νά ἀφήσει ἐλεύθερη τήν καρδιά νά ἐκφραστεῖ μέ τήν Εὐαγγελική γλώσσα τῆς ἀγάπης.
Ὅλα ὅσα ἔχει νά πεῖ τό Πατριαρχεῖο τῆς Κωνσταντινούπολης καί τά μηνύματα, πού μπορεῖ νά ἐξαγγείλει στήν πικραμένη καί ματωμένη σύγχρονη ἀνθρωπότητα, δέν ἀντέχουν τό στρίμωγμα σέ ἕνα πυκνό δημοσίευμα.
Εἶναι ὁ τίμιος ἀποστολικός μόχθος ἀτέλειωτων γενεῶν καί ἡ ἐμπειρία σοφῶν καί ἁγίων, πού μᾶς κληροδοτήθηκε ὄχι ὡς ψυχρός ὑλικός πλοῦτος, ἀλλ᾿ ὡς τό «dna» τῆς ἀναγεννημένης ὕπαρξης.
***

Προσωπικά, ὡς Μητροπολίτης τῆς Ὀρθόδοξης Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας, νοιώθω βάρος συνείδησης παρακολουθώντας τόν Πατριάρχη τῆς ἄλλοτε βασιλεύουσας, νά εὐτελίζει ἐπικίνδυνα τό ἀποστολικό, ἐπισκοπικό λειτούργημα, παραγκωνίζοντας τήν κύρια ὑπευθυνότητά του, τόν Εὐαγγελισμό σ᾿ ὅποιοδήποτε μῆκος καί πλάτος τοῦ πλανήτη καί δαπανώντας τή ζωτικότητά του καί τήν ὑπόληψή του στό παιχνίδι τῶν χρηματιστηριακῶν τίτλων τῆς δημόσιας προβολῆς.
Τά ἀποκλειστικά ἀνοίγματα τοῦ σημερινοῦ Πατριάρχη Βαρθολομαίου εἶναι δύο.

1. Ἡ λιτάνευση του ὀνόματός του καί τῆς φήμης του στά βουνά καί στίς θάλασσες τοῦ πλανήτη μας, ὡς θεραπευτοῦ καί σωτήρα τοῦ καταμολυσμένου φυσικοῦ μας περιβάλλοντος. Δαπανηρότατα τά ταξίδια του. Ἐντατική ἡ δημοσιογραφική προβολή του.
Συνακόλουθες οἱ παγερές, ἐθιμοτυπικές συναντήσεις του μέ τούς ἰσχυρούς τῆς γῆς μας καί οἱ χειραψίες του, πού ἀποτυπώνονται στά τηλεοπιτκά δελτία εἰδήσεων.
Πόσα εἶναι τά ταξίδια, πού ἔχουν πραγματοποιηθεῖ ἴσαμε σήμερα; Ἀτέλειωτα.
Καί ποιά τά ἀποτελέσματα; Ἕνα μηδέν.
Μέ τήν ἐνασχόλησή του αὐτή, ὁ Πατριάρχης δέν ἔφερε τήν ἰσορροπία στό καταμολυσμένο περιβάλλον μας, ἀλλά ἀνέβασε τήν «Παναγιότητά του», στό σανίδι τῆς παγκόσμιας πασαρέλας. Τά μηνύματα τῆς Ὀρθοδοξίας ἔμειναν στό σεντούκι. Καί ἡ αἴγλη τῆς θεατρικῆς ἐπίδειξης ἀναδείχτηκε ὅραμα καί ἀγώνισμα Πατριαρχικό.


2. Τό δεύτερο ἄνοιγμα τοῦ Πατριάρχη Βαρθολομαίου (ἐπένδυση καί ἱκανοποίηση ὁράματος), εἶναι ἡ κοινή φωτογράφηση μέ τόν Πάπα τῆς Ρώμης καί ἡ ἐπίμονη προβολή τοῦ πρωτείου τῆς Ἀνατολῆς ὡς ἰσότιμου καί ἰσόκυρου μέ τό πρωτεῖο τῆς Δύσης. Δέκα αἰῶνες-ὁλόκληρη χιλιετία-ὁ Ἀνατολικός, Ὀρθόδοξος Θεολογικός λόγος ἀνασκάπτει τά ἱστορικά θησαυροφυλάκια καί ἐπεξεργάζεται, μέ ἐπιμονή καί μέ προσοχή τίς ἐκκλησιολογικές ἐπισημάνσεις καί τίς Συνοδικές ἀποφάσεις, διακηρύσσοντας-μετά τίς εὐσυνείδητες διερευνήσεις-ὅτι τό παπικό πρωτεῖο εἶναι ἁπλή ἔκφραση τιμῆς καί ὅτι ἡ τιμητική του διάκριση, ὅπως καί ἡ διάκριση τοῦ Κωνσταντινούπολης δέν εἰσάγει δικαιώματα διοικητικῆς ὑπεροχῆς καί ἐπικυριαρχίας. Καί, μετά τήν ἐκπνοή τῆς χιλιετίας, ὁ διάδοχος μεγάλων Πατριαρχῶν τῆς Ἀνατολῆς, ἔπαψε νά ἐμπνέεται ἀπό τή διδαχή τους καί τή συμπεριφορά τους, ἀνέβασε τούς τόνους τῆς αὐτοπροβολῆς του καί μάχεται, γιά τήν ἐπιβολή καί τήν κατακύρωση τῶν τίτλων τῆς ὑποτιθέμενης ὑπερεξουσίας του.
Αὐτόδηλο, ὅτι τό ὄψιμο ὄνειρο καί ὁ ἀγώνας τοῦ Πατριάρχη τῆς-πάλαι ποτέ-βασιλεύουσας, ἐγγράφουν στόχευση ἐκκοσμικευμένης περιπλάνησης ἔξω ἀπό τήν ἱστορική τροχιά τῆς καταξιωμένης Ὀρθόδοξης σταυρικῆς ταπεινότητας.
***

«Πετόντι καλάμῳ» δίνω ἕνα περιεκτικό διάγραμμα τῶν ζωτικῶν στοιχείων, πού θά μποροῦσε νά δώσει στίς γενιές τοῦ αἰώνα μας ἡ Ἐκκλησία τῆς Κωνσταντινούπολης, καθαρμένη μέσα στό καμίνι τῆς μακρᾶς της δοκιμασίας καί ἀνανεωμένη μέσα στό ζείδωρο πνεῦμα τῆς πολυσήμαντης Εὐχαριστιακῆς καί Θεολογικῆς κληρονομιᾶς της.

1. Ἄν οἱ ὁραματισμοί τοῦ Πατριάρχη Βαρθολομαίου καί οἱ βηματισμοί του στά σύγχρονα γήπεδα της τεχνολογικῆς ὑπερανάπτυξης καί τῆς πνευματικῆς ἀποσύνθεσης διατηροῦσαν τή δρόσο τῆς ἀποστολικῆς Χάριτος καί τήν πολύπτυχη ἐμπειρία τῆς Πατερικῆς πιστότητας, ἡ προσφορά΄του στήν Ὀρθόδοξη Οἰκογένεια καί στήν πολυδιασπασμένη ἀνθρωπότητα θά ἦταν δυναμική, ἀποκαλυπτική τῶν φωτεινῶν ὁριζόντων τοῦ πνεύματος καί ὁδηγητική γιά τήν κάθε ὕπαρξη, πού πνίγεται στή θολή ἀτμόσφαιρα τῆς ὑλοκρατίας καί ἀναζητάει ἀνάσα κάθαρσης καί ὁρίζοντα πνευματικῆς καταξίωσης.

Θά μποροῦσε τό Πατριαρχεῖο καί ὁ Πατριάρχης τῆς «Δεύτερης Ρώμης» νά ἐμπλουτίσει καί νά τροφοδοτήσει τήν Οἰκουμένη μέ τούς ἀτίμητους θησαυρούς τῆς Ὀρθοδοξίας. Μέ τά κείμενα τῶν Γραφῶν, πού μᾶς ἔχουν παραδοθεῖ στήν ἐκφραστικότατη ἑλληνική μας γλῶσσα. Καί μέ τά Θεολογικά καί Ἀνθρωπολογικά διδάγματα τῶν ἁγίων Πατέρων μας, πού ἀναπλάθουν τά ὁράματα, νοηματίζουν τήν καθημερινότητα, ἀδελφοποιοῦν τά μέλη τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ Σώματος, κατεβάζουν τήν χαρά τῆς αἰωνιότητας ἀπό΄τόν οὐρανό στή γῆ μας καί ἀνεβάζουν τό στεναγμό μας καί τήν ὀδύνη μας ἀπό τούς ματωμένους δρόμους τῆς γῆς μας στούς κόλπους τῆς θεϊκῆς Ἀγάπης.
Εἶναι ἀδιανόητο, θεολογικές ὁμάδες καί ἐκδοτικά συγκροτήματα τῶν πέντε ἠπείρων νά ἀφιερώνονται, μέ ἐνδιαφέρον καί μέ διακριτική ἐπιμέλεια, στό ἔργο τῆς ἐπανέκδοσης τῶν Πατερικῶν κειμένων καί τό «πρῶτο τῇ τάξει» Ὀρθόδοξο Πατριαρχεῖο νά μήν εἰσφέρει τόν κόπον του καί τήν πολλαπλή ἐμπειρία του στήν ἀναμετάδοση τῶν Ὀρθοδόξων Πατερικῶν μηνυμάτων.

2. Φτωχή, φτωχότατη, σχεδόν μηδαμινή εἶναι και ἡ προσφορά σύγχρονων ἐνημερωτικῶν κειμένων, ἀναλυτικῶν τοῦ προσανατολισμοῦ καί τοῦ πλούτου τῆς Ὀρθοδοξίας καί κριτικῶν τῶν ρευμάτων, πού καταδυναστεύουν τή σύγχρονη ἀνθρωπότητα. Ἄλλοι Ὀρθόδοξοι ἀδελφοί μας, στό μέτρο τῶν δυνάμεών τους, κατάθεσαν τή γνώση τους καί την ἐμπειρία τους στίς χῶρες, πού βρέθηκαν ἐξόριστοι ἤ μετανάστες. Καί ἡ προσφορά τους αὐτή μελετήθηκε καί ἐκτιμήθηκε καί ἄφησε τή σφραγίδα της σέ πολλές ἀνήσυχες ὑπάρξεις. Τό Πατριαρχεῖο, πού ἐπιμένει νά διεκδικεῖ τά πρωτεῖα καί νά καλεῖ τούς πάντες σέ ὐποταγή, δέ δείχνει νά τό διεγείρει ἡ ἀγωνία γιά τή διδαχή καί γιά τήν ὑπεύθυνη χειραγώγηση τοῦ λαοῦ, σέ ὁποιοδήποτε σημεῖο τοῦ πλανήτη καί ἄν καταθέτει τό μόχθο του καί τίς ἀγωνίες του. Πολλές φορές, παρακολουθῶ τίς περιοδεῖες τοῦ Πατριάρχη καί τίς δημόσιες ἐμφανίσεις του. Μιλάει τή γλώσσα τοῦ πολιτικοποιημένου προβληματισμοῦ καί τῆς εὐμάρειας. Καί δέν μιλάει τήν ἀποστολική γλώσσα τῶν λυτρωτικῶν μηνυμάτων. Ἐπισημαίνει τίς τραγικές συνέπειες τῆς ἀλλοίωσης τοῦ φυσικοῦ περιβάλλοντός μας καί δέν ἀποκαλύπτει στό ἀνήσυχο ἀκροατήριό του τούς μολυσμούς τοῦ πνεύματος, πού ἀποσυνθέτουν τίς σύγχρονες κοινωνίες καί πού διαμορφώνουν, ἐρειπωμένα ἀνθρώπινα ἀπομεινάρια, τίς εἰκόνες τοῦ Θεοῦ.
***

Μέ τή μελέτη τῆς καθημερινότητας καί μέ τήν ἐπεξεργασία τῶν σηματοδοτήσεων, πού ἀφήνει πίσω της ἡ ἀδιάκοπη Πατριαρχική περιήγηση στά καμένα ἤ ἀποψιλωμένα βουνά καί στίς μολυσμένες θάλασσες, καταλήγει κανείς στό συμπέρασμα, ὅτι ὁ ἀχθοφόρος τῆς βαρύτατης καί ἀσύγκριτης κληρονομιᾶς τοῦ Ὀρθόδοξου Ἀποστολικοῦ βιώματος, περπατάει ἐπίσημα καί ἐπιδεκτικά, ἀλλά... στό περιθώριο.
Μακριά ἀπό τό στάδιο τῆς ὑπαρξιακῆς ἀγωνίας καί τῆς πνευματικῆς ἄθλησης.
Στήνεται στήν αὐλή τῆς ἐφήμερης, «μιντιακῆς» φωτογράφησης.
Καί κατηφορίζει, στό ἀνοιχτό βάραθρο τῆς λησμοσύνης.
Γιά τήν ὥρα, ἐκεῖνο, πού τοῦ μένει ὡς γλυκανάλατο ἀπόκτημα, εἶναι τό βαρύ ἐγκώμιο, μέ τό ὁποῖο προλογίζει τήν ἔκκλητη προσφυγή του, στό ἀνώτατο(!!!), ἀλλά ἀνύπαρκτο κατά τούς Ἱερούς Κανόνες, Ἐκκλησιαστικό Δικαστήριο, ὁ καθηρημένος Παντελεήμονας Μπεζενίτης.
Μέ τήν ἐλπίδα, ὅτι οἱ φτηνές κολακεῖες του θά κάνουν τίς ψυχές νά ραγίσουν καί νά ψηφίσουν ἄφεση, γράφει στόν Πατριάρχη:
«Παναγιώτατε πάτερ καί δέσποτα, Ἐν εὐλαβείᾳ ἀπείρω καί βαθυτάτῃ τιμῇ ἀπευθύνομαι πρός Ὑμᾶς, τήν σεπτήν τῆς Ὀρθοδοξίας Κορυφήν, φρουρόν καί ἐγγυητήν τῆς κανονικῆς τάξεως ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ, ποιούμενος χρῆσιν τοῦ κανονικοῦ ἡμετέρου δικαιώματος τῆς ἐκκλήτου προσφυγῆς, καί ἐξαιτούμενος εὐσεβάστως τήν θεραπείαν καί τήν διόρθωσιν γενομένης εἰς βάρος μου ἀδικίας καί ἀντικανονικότητος...».
Ἡ πρόσφατη ἀπόφασις τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Δικαστηρίου «παραβιάζει τίς σαφεῖς ἀποφάσεις Ὑμῶν καί τῆς περί Ὑμᾶς Ἁγίας καί Ἱερᾶς Πατριαρχικῆς Συνόδου σχετικά μέ τήν ὑπόθεσή μου.
Ἡ Ἁγία καί Ἱερά Πατριαρχική Σύνοδος ὅταν ἐξετάζει τήν ἔκκλητο προσφυγή ἀποτελεῖ τήν μείζονα δικαιοδοτική ἀρχή τῆς Ἐκκλησίας, οἱ δέ ἀποφάσεις της ἔχουν πλήρη καί δεσμευτική ἰσχύ ἔναντι τῶν λοιπῶν δικαιοδοτικῶν ὀργάνων, ἄρα καί τῶν ἐκκλησιαστικῶν δικαστηρίων τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος.
Ἡ ἀπόφαση τοῦ Δευτεροβαθμίου δι᾿ Ἀρχιερεῖς Δικαστηρίου νά μήν ἀκολουθήσει, κατά γράμμα, τήν Ὑμετέρα ἀπόφαση συνιστᾶ εὐθεῖα καί ἄμεση προσβολή τῶν πατριαρχικῶν δικαίων (SIC) ὄπως αὐτά θεσπίστηκαν ἀπό τούς θ΄ καί ιζ΄ Θείους καί Ἱερούς Κανόνες τῆς Δ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου...».
Σ᾿ αὐτό τό μαξιλάρι τῆς στοχευμένης κολακείας θά ἀναπαυθεῖ ὁ Πατριάρχης μας Βαρθολομαῖος. Θά ἀπολαύσει τά «πρωτεῖα» του καί θά ἐνεργοποιήσει, «ἐν ὀνείρῳ», τήν ἐξουσία του. Οἱ Ἱεροί Κανόνες, ὅμως καί οἱ φωνές τῶν ἁγών Πατέρων μας, θά μείνουν στήν ἄκρη σφαγιασμένοι καί ματωμένοι.

(Συνεχίζεται)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Δημοφιλείς αναρτήσεις

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου