Σάββατο 19 Ιουνίου 2010











«Τά τῆς Ἐκκλησίας

ἀποίμαντα» (β)



του μητροπολίτου Αττικής

και Μεγαρίδος κ. ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ



’Αποτυχημένες καί προκλητικά ὕποπτες χαρακτηρίζονται, ἀπό ὅλους τούς ἀμερόληπτους σχολιαστές, οἱ κινήσεις τοῦ Ἀθηνῶν Ἱερώνυμου στά μολυσμένα λασπόνερα τῆς ὑπόθεσης Παντελεήμονα Μπεζενίτη.
Προδίδουν τήν ἐνεργοποίηση καί ΄τήν ἔντονη διακίνηση μυστικῆς σκοπιμότητας. Δίκτυο κρυφοῦ διαπραγματευτικοῦ διαλόγου μεταξύ τῆς Συνοδικῆς Δικαστικῆς καθέδρας καί τοῦ ἑδώλιου τῆς βαρειᾶς ἐνοχῆς.
Πλέγμα συσκότισης, προστατευτικό τοῦ διάστικτου μανδύα συγκάλυψης καί ἀπόκρυψης τῶν βαρύτατων, ἑκατέρωθεν, ἀνομιῶν.
Ποιός θά περίμενε, ὅτι ὁ βαρύς ρύπος τῆς ἑλληνικῆς Ἐκκλησίας θά συρόταν ἐκβιαστικά, μέ τήν πρωτοβουλία καί τήν εὐθύνη τοῦ προκαθήμενου τῆς ἄλλοτε βασιλεύουσας καί στά Συνοδικά΄ἕδρανα τῆς πρώτης Ὀρθόδοξης καθέδρας, γιά νά ἀφήσει καί ἐκεῖ τά στίγματα τῆς διαφθορᾶς καί τή σφραγίδα τῆς ἀλλοίωσης τοῦ ἐπισκοπικοῦ ἤθους;
Ὁ Πατριάρχης μας Βαρθολομαῖος, ἀνήσυχος καί΄ἀχόρταγος στήν προσπάθειά του νά στερεώσει δεύτερο Παπικό πρωτεῖο στίς ἀκτές τοῦ Βοσπόρου, θεώρησε κατάλληλη τή στιγμή καί πρόσφορη τήν πρόκληση νά λειτουργήσει ὡς ὁ ἀνώτατος καί ἀδιαμφισβήτητος δικαστής τῆς Οἰκουμενικῆς Ὀρθοδοξίας, ἐκφέροντας, δικαιωματικά, τήν τελική, ἀμετάκλητη, κρίση στήν ὑπόθεση Μπεζενίτη.
Καί νά ὑπογραμμίσει, μέ τήν παρέμβασή του αὐτή, τήν ἀπαρασάλευτη(!!) ὑπερεξουσία του. Τό λάθος του, μέγιστο.
Ἡ ἐπιχείρησή του, τραγική.
Ρυμούλκησε τό ὑπέρβαρο βυτίο τοῦ Ἀττικοῦ ἠθικοῦ ρύπου στό ἱστορικό ὑπόλειμμα τοῦ Ὀρθόδοξου μεγαλείου.
Καί προσπαθεῖ, τώρα, νά ἐξαργυρώσει τό ἀποκρουστικό ἀπόκτημά του μέ τήν ὑπό ἀμφισβήτηση, δόξα τοῦ Πρωτείου.
Τό πῶς θά ἐξελιχθεῖ τό ἐγχείρημα καί ποιά θά εἶναι τά κέρδη, θά τό δείξει ὁ χρόνος.
Ἐκεῖνο, πού θεωρῶ χρέος μου νά ὑπομνηματίσω καί νά ὑπογραμμίσω, τούτη τήν ὥρα, εἶναι ὅτι ὁ Πατριάρχης, μέ τήν παρέμβασή του, ζημίωσε τό θεολογικό καί τό διοικητικό του προφίλ καί ἐμφανίστηκε στήν ἐξέδρα τῆς διορθόδοξης προβολῆς ὡς διεκδικητής προνομίων, πού δέν τοῦ τά παρέχει ἡ Ἱεροκανονική Τάξη καί δέν τά ἐπαληθεύει ἡ ἱστορία.


1. Tό δικαίωμα τοῦ «ἐκκλήτου».

Στό ἐπίσημο ἀνακοινωθέν, πού ἐξέδωσε τό Πατριαρχεῖο στίς 17 Φεβρουαρίου 2010, διαβάζουμε: «Ἐξ ἀφορμῆς τοῦ ἐπισήμου Ἀνακοινωθέντος τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ὑπό ἡμερομηνίαν 12ης Φεβρουαρίου 2010, τοῦ ἀναφερομένου εἰς τήν πρός τό Οἰκουμενικόν Πατριαρχεῖον ἔκκλητον προσφυγήν τοῦ καταδικασθέντος εἰς ἔκπτωσιν ἀπό τοῦ θρόνου αὐτοῦ καί καθαίρεσιν Μητροπολίτου Ἀττικῆς Παντελεήμονος, ἀνακοινοῦνται τά ἀκόλουθα:

1. Τό Οἰκουμενικόν Πατριαρχεῖον δέχεται ἐκκλήτους προσφυγάς καταδικασθέντων ἀρχιερέων βάσει τῶν ἱερῶν κανόνων, ὡς οἱ 9ος καί 17ος τῆς Δ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, καί ὄχι ἁπλῶς καί μόνον ἐπί τῇ βάσει νόμων οἱουδήποτε κράτους. Τοῦτο ἀποτελεῖ ἀναφαίρετον κανονικόν δικαίωμα αὐτοῦ, τό ὁποῖον οὐδείς ἐπιτρέπεται νά ἀμφισβητήση, ἤσκησε δέ τοῦτο καί εἰς τήν περίπτωσιν τῆς ὡς ἄνω προσφυγῆς, ἡ ὁποία, ἐκτός τῶν μνημονευθέντων ἱερῶν κανόνων, ἐστηρίζετο καί εἰς σχετικόν νόμον τοῦ Ἑλληνικοῦ κράτους...».
Ἐπικουρικά, σέ στήριξη αὐτῆς τῆς διατύπωσης τοῦ ἐπίσημου Πατριαρχικοῦ ἀνακοινωθέντος, ὁ πρωτοπρεσβύτερος Γεώργιος Τσέτσης ὑπογράμμισε:
«...Τό "ἔκκλητον" οὔτε Φαναριωτικῆς ἐμπνεύσεως "κατασκεύασμα" εἶναι, οὔτε τό Αὐτοκέφαλο τῆς Ἑλλαδικῆς Ἐκκλησίας προσβάλλει, οὔτε συνιστᾶ παρέμβαση στά τοῦ οἴκου της, οὔτε δέ ἀσκεῖται προκειμένου νά προβληθεῖ τό γόητρο τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καί ἐπεκταθοῦν τά "λεγόμενα κυριαρχικά του δικαιώματα" στήν Ἑλλάδα. Τό "ἔκκλητο" εἶναι ἕνα θεσμικό προνόμιο, τό ὁποῖο παρεχώρησε στήν Ἐκκλησία Κωνσταντινουπόλεως ἡ Δ΄ Οἰκουμενική Σύνοδος (451), μέ τούς 9ο καί 17ο κανόνας της, προκειμένου ἡ Πρώτη τῆς Ὀρθοδοξίας Καθέδρα νά ἀποφαίνεται ἀμετάκλητα ὁσάκις ἀναφύονται διαφορές μεταξύ Ἐπισκόπων καί τῆς προϊσταμένης ἐκκλησιαστικῆς τους Ἀρχῆς (τήν ἐποχή ἐκείνη τῶν Ἐξάρχων καί τῶν Μητροπολιτῶν), καί νά ρυθμίζει ἔκτακτες ἀνάγκες καί καταστάσεις. Καθώς ἀποφαίνεται ὁ σχολιαστής τῶν Ἱ. Κανόνων Ματθαῖος Βλάσταρις, "τῷ Κωνσταντινουπόλεως προέδρῳ, ἔξεστι καί τάς ἐν τοῖς ἄλλοις θρόνοις γινομένας ἀμφισβητήσεις ἐπιτηρεῖν καί διορθοῦσθαι καί πέρας ἐπιτιθέναι ταῖς κρίσεσιν"».


2. Σύνοψη τῶν Πατριαρχικῶν ἀρχῶν.

Στή σύντομη αὐτή Πατριαρχική δήλωση καίκατά προέκτασηστήν ἐπικουρική στήριξη, πού εἰσέφερε ὁ πρωτοπρεσβύτερος Γεώργιος Τσέτσης, διαγράφονται καί τονίζονται δυό θεμελιακές ἀρχές, οἱ ὁποῖες προβάλλονται ὡς ὀργανωτικές κατευθύνσεις καί ἐπιταγές τῶν Ἱερῶν Κανόνων τῆς Ἐκκλησίας μας. 1. Τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο εἶναι τό ἀνώτατο δικαστικό Σῶμα, πού δέχεται τίς τελικές προσφυγές, τό ἔκκλητο, τῶν Ἀρχιερέων, πού δικάζονται καί καταδικάζονται ἀπό τά κατά τόπους Ἐκκλησιαστικά Δικαστήρια. Τό "ἔκκλητον" παραχωρήθηκε γιά νά΄ἀποφαίνεται ἡ Πρώτη τῆς Ὀρθοδοξίας Καθέδρα τελεσίδικα. 2. «Τοῦτο ἀποτελεῖ κανονικόν δικαίωμα αὐτοῦ, τό ὁποῖον οὐδείς ἐπιτρέπεται νά ἀμφισβητήση».



3. Οἱ αὐθεντικές ἑρμηνεῖες.

Λυπᾶμαι βαθύτατα, πού θά ἀναγκαστῶ νά΄καταθέσω ἀμφισβήτηση καί ἀντίθετη ἄποψη. Ἀνατρέχοντας στίς ἑρμηνεῖες τῶν δυό αὐτῶν Ἱερῶν Κανόνων, πού μᾶς κληροδότησαν ἁγιασμένες προσωπικότητες καί φωτισμένοι Κανονολόγοι, διαπιστώνουμε, πώς οἱ Κανόνες 9 καί 17 τῆς Τέταρτης Οἰκουμενικῆς Συνοδου δέν ὑπηρετοῦν τήν ἀπόλυτη ἐξουσία τοῦ Θρόνου τῆς Κωνσταντινούπολης. Ἡ τέτοια ἑρμηνεία ἀποτελεῖ παραχάραξη. Μετακίνηση τοῦ κέντρου βάρους τῆς Ἱεροκανονικῆς ὁδηγίας καί παρεμβολή φιλοδοξιῶν, πού ἐκτρέπουν ἀπό τήν ἀποστολική ταπεινότητα στήν κοσμική ἀλαζονεία. Μεταφέρω ἐδῶ κάποια ἀποσπάσματα ἀπό τίς χαρισματικές ἑρμηνευτικές προσεγγίσεις στούς δυό αὐτούς Ἱερούς Κανόνες. Καί πιστεύω, πώς οἱ ἀναγνῶστες μου θά διακρίνουν τήν παραχάραξη. Ὁ Βαλσαμώνας, Κανονολόγος τοῦ ιβ αἰώνα, ἑρμηνεύει: «Εἰ κληρικός ἔχει ἀγωγήν κατά τοῦ ἰδίου ἐπισκόπου, ἤ καθ᾿ ἑτέρου ἐπισκόπου, τά τῆς ὑποθέσεως ἐξετασθήσονται παρά τῷ μητροπολίτῃ τῆς ἐπαρχίας. Εἰ δέ κατά μητροπολίτου ἔχει ἀγωγήν ἐπίσκοπος, ἤ κληρικός τοῦ μητροπολίτου, διορίζεται ὁ κανών δικάζειν τήν ὑπόθεσιν, ἤ τόν ἔξαρχον τῆς διοικήσεως, ἤ τόν πατριάρχην Κωνσταντινουπόλεως». Στό ἴδιο κείμενό του, ὁ ἑρμηνευτής Βαλσαμώνας, προσδιορίζει μέ σαφήνεια, ποιός εἶναι ὁ ἔξαρχος τῆς διοικήσεως, πούκατά τήν ἐποχή τῆς διατύπωσης τῶν σχετικῶν Κανόνωνεἶχε ἰσότιμο μέ τόν Πατριάρχη δικαίωμα ἐκδίκασης. «Ὁ μέν τοι ἔξαρχος τῆς διοικήσεώς ἐστιν, ὡς ἐμοί δοκεῖ, οὐχ ὁ ἑκάστης ἐπαρχίας μητροπολίτης, ἀλλ᾿ ὁ τῆς ὅλης διοικήσεως μητροπολίτης. Διοίκησις δέ ἐστιν ἡ πολλάς ἐπαρχίας ἔχουσα ἐν ἑαυτῇ». Τήν ἴδια ἑρμηνεία δίνει καί ὁ Ζωναρᾶς: «Εἰ δέ κληρικοί τῷ ἰδίῳ ἐπισκόπῳ "ἐπεγκαλοῦσιν" ἤ ἑτέρῳ, καί δίκην ἐνιστῶσι κατ᾿ αὐτοῦ, τούς τῆς ἐπαρχίας ἐκείνης ἐπισκόπους καθίζει δικαστάς ὁ κανών. Συνιόντες γάρ, ἀκροάσονται τῶν ὑποθέσεων, καί ψηφίσονται. Εἰ δέ πρός τόν μητροπολίτην τῆς ἐπαρχίας ἔχει πρᾶγμα, ἤγουν ἀμφιβολίαν τινά καί δίκην ἐπίσκοπος, ἤ κληρικός, τόν τῆς διοικήσεως ἐκείνης, παρ᾿ ᾗ καί οἱ ἀμφισβητοῦντες ἀλλήλοις εἰσίν, ἔξαρχον, βούλεται ὁ κανών διαιτητήν τῆς ὑποθέσεως γίνεσθαι, ἤ τόν Κωνσταντινουπόλεως ἀρχιεπίσκοπον. Ἐξάρχους δέ τῶν διοικήσεων, τούς πατριάρχας εἶναι φασίν, ἄλλοι δέ τούς μητροπολίτας». Ὁ Ἀριστηνός, τρίτος ἑρμηνευτής τῆς ἴδιας ἐποχῆς, συμφωνεῖ μέ τούς δυό προηγούμενους, προσθέτει, μόνο, τήν παρατήρηση, ὅτι τό προνόμιο νά δικάζει ἐκτός ἀπό τόν ἔξαρχο, ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινούπολης, δέ δόθηκε σέ ἄλλο Πατριάρχη. Ἄν περάσουμε καί στίς ἑρμηνεῖες τοῦ 17ου Ἱεροῦ Κανόνα, πού μᾶς τίς προσφέρουν, μετά ἀπό βαθειά μελέτη καί μέ εὐαισθησία ἀκρίβειας, οἱ ἴδιοι ἑρμηνευτές, θά πάρουμε περισσότερες πληροφορίες, πού θά μᾶς βοηθήσουν νά ἀποσαφηνίσουμε τά ἐρωτηματικά μας. Ὁ Ζωναρᾶς, μεταξύ πολλῶν ἄλλων, γράφει: «...Ὅτε δέ ἐπίσκοπος κατά μητροπολίτου αὐτοῦ δίκην ἔχει, τότε τῷ Κωνσταντινουπόλεως ἐπιτρέπειν τό δικαστήριον. Οὐ γάρ πάντων δέ τῶν μητροπολιτῶν πάντως ὁ Κωνσταντινουπόλεως καθιεῖται δικαστής, ἀλλά τῶν ὑποκειμένων αὐτῷ. Οὐ γάρ δή καί τούς τῆς Συρίας μητροπολίτας, ἤ τούς τῆς Παλαιστίνης, καί Φοινίκης, ἤ τούς τῆς Αἰγύπτου, ἄκοντας ἑλκύσει δικάσασθαι παρ᾿ αὐτῷ. ἀλλ᾿ οἱ μέν τῆς Συρίας, τῷ τῆς Ἀντιοχείας ὑπόκεινται φόρῳ, οἱ δέ τῆς Παλαιστίνης, τῷ τοῦ Ἱεροσολύμων, οἱ δέ τῆς Αἰγύπτου, παρά τῷ Ἀλεξανδρείας δικάσονται, παρ᾿ ᾧ καί χειροτονοῦνται, καί οἷς περ ὑπόκεινται». Ὁ Βαλσαμώνας ἐπικυρώνει: «...Ἐάν μητροπολίτης ἀδικῇ ἐπίσκοπον αὐτοῦ, παρά τῷ ἐξάρχῳ τῆς διοικήσεως, ἤ παρά τῷ πατριάρχῃ, τά περί τῆς ἐνορίας κριθήσεται...».


4. Οἱ ἰσότιμοι δικαστές.

Καί οἱ τρεῖς σοφοί καί ἱεροπρεπεῖς κανονολόγοι, ἑρμηνεύοντας τούς δυό αὐτούς Ἱερούς Κανόνες τῆς τέταρτης Οἰκουμενικῆς Συνόδου, δέν μιλοῦν γιά κλιμάκωση τῆς δικαστικῆς διαδικασίας. Δέν κάνουν λόγο γιά ἕνα σχῆμα, πού διακινεῖ τό δικαστικό φάκελλο ἀπό τό μητροπολίτη τῆς περιοχῆς στόν ἔξαρχο τῆς διοίκησης καί ἀπό αὐτόν στόν Πατριάρχη τῆς Κωνσταντινούπολης, γιά νά ἐκδικαστεῖ ἐκεῖ σέ τελευταῖο βαθμό. Τό διαζευκτικό σχῆμα τῆς διατύπωσης, (ἤ τόν ἕνα ἤ τόν ἄλλο) κάνει φανερό, ὅτι ὁ Μητροπολίτης, ὁ ἐγκατεστημένος στήν ἕδρα τῆς ἐξαρχίας καί ὁ Πατριάρχης τῆς Κωνσταντινούπολης εἶναι ἰσότιμοι καί ἰσόκυροι. Καί ὁ μηνυτής Ἐπίσκοπος, πού δέν ἔχει ἐμπιστοσύνη στό δικαστή, προϊστάμενό του μητροπολίτη, ἤ πού ἐγείρει΄δίκη κατά τοῦ προϊσταμένου του («κατά μητροπολίτου αὐτοῦ δίκην ἔχει») τότε «διορίζεται ὁ Κανών δικάζειν τήν ὑπόθεσιν, ἤ τόν ἔξαρχον τῆς διοικήσεως, ἤ τόν πατριάρχην Κωνσταντινουπόλεως». Στήν περίπτωση, πού οἱ δυό αὐτοί Ἱεροί Κανόνες θέσπιζαν κλιμακωτή ἐκδίκαση, θά ἀποσαφήνιζαν, ὅτι ἡ ἐκδίκαση στό Πατριαρχεῖο δέν εἶναι πρωτόδικη. Ὅτι ἡ διαβίβαση τῆς ὑπόθεσης στόν Πατριάρχη καί στό, περί αὐτόν, δικαστικό σῶμα, εἶναι παραπομπή στό ἀνώτατο καί μεῖζον δικαστήριο. Μετά ἀπό αὐτή τήν ἀποσαφήνιση, ὁ ἰσχυρισμός τοῦ Πατριάρχη Βαρθολομαίου καί τῶν συνεργατῶν του, ὅτι «Τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο εἶναι τό ἀνώτατο δικαστικό Σῶμα, πού δέχεται τίς τελικές προσφυγές, τό ἔκκλητο, τῶν Ἀρχιερέων», ἐμφανίζεται ἕωλο καί ἀδικαίωτο. Μπορεῖγιά τούς γνωστούς ἱστορικούς λόγουςνά τό δέχτηκε ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, μετά τήν ἔκδοση τῆς Πατριαρχικῆς Πράξης τοῦ 1928, ἀλλά ἡ ἀποδοχή αὐτή δέν ἀνταποκρίνεται καί δέν εὐθυγραμμίζεται μέ τό γράμμα καί μέ τό πνεῦμα τῶν δυό Ἱερῶν Κανόνων, πού θέσπισαν οἱ Πατέρες μας στήν τέταρτη Οἰκουμενική Σύνοδό τους. Πρός μείζονα καί πειστική κατοχύρωση τοῦ δικαιώματος ἀνώτατης δικαστικῆς κρίσης, πού διεκδικεῖ σήμερα ἡ Πατριαρχική ἐξουσία, ἐπιστρατεύει ὁ πρωτοπρεσβύτερος Γεώργιος Τσέτσης τό σχόλιο τοῦ Ματθαίου Βλάσταρη, ὅτι «τῷ Κωνσταντινουπόλεως προέδρῳ ἔξεστι καί τάς ἐν τοῖς ἄλλοις θρόνοις» ἀνωμαλίας νά ἐπιτηρεῖ καί νά διορθώνει. Ἀτύχησε, ὡστόσο ὁ πρωτοπρεσβύτερος κατά τήν ἐπιστράτευση αὐτοῦ τοῦ σχολίου, γιατί δέν πρόσεξε, ὅτι ἡ διατύπωση «ἔξεστι» δέν ἐπιβεβαιώνει θεσμοθετημένη ὑποχρέωση, ἀλλά δηλώνει ἁπλή δυνατότητα, ἐνδεχόμενης ἀνάμιξης, σέ περίπτωση ἀνάγκης, δίχως ἡ παρέμβαση νά δημιουργεῖ Κανόνα ἤ Δίκαιο. Μιά τέτοια παρέμβαση μπορεῖ νά ἐπιχειρηθεῖ μόνο, ὅταν δυσχερεῖς συνθῆκες ἐμποδίζουν τήν ὁμαλή καί σύμφωνα μέ τίς προδιαγραφές τῶν Ἱερῶν Κανόνων ἀντιμετώπιση τῆς κρίσης.


5. Ὁ 28ος Ἱερός Κανόνας.

Θά ὑπομνήσω, ὅτι στόν Κώδικα τῶν Ἱερῶν Κανόνων, πού θέσπισε ἡ Τέταρτη Οἰκουμενική Σύνοδος, περιλαμβάνεται καί ὁ 28ος, πού ἀφορᾶ, ἀποκλειστικά καί μόνο, στό Πατριαρχεῖο τῆς Κωνσταντινούπολης. ‘Αναβαθμίζει τίς τιμητικές διακρίσεις τοῦ Πατριαρχικοῦ προσώπου καί διαγράφει, μέ ἀκρίβεια, τήν εὐρύτερη περιοχή δράσης του καί τή μορφή τῶν παρεμβάσεών του. Τόν μεταφέρω ἐδῶ, στό σύνολό του, γιά νά διακριβώσει ὁ ἀναγνώστης, ποιά προνόμια ἀπένειμε ἡ Σύνοδος στόν Πατριάρχη τῆς Κωνσταντινούπολης καί γιά ποιό λόγο τόν τίμησε τόσο ἁπλόχερα. Καί γιά νά συμπεράνει, ποιά ἀπό αὐτά μποροῦν νά διατηρήσουν καί σήμερα τή λειτουργικότητά τους καί ποιάγιά τόν ἕνα ἤ τόν ἄλλο λογοἀποσύρθηκαν στό μουσεῖο τῆς ἱστορίας. «Πανταχοῦ τοῖς τῶν ἁγίων Πατέ¬ρων ὅροις ἑπόμενοι, καί τόν ἀρτίως ἀναγνωσθέντα Κανόνα τῶν ἑκατό πεντήκοντα Θεοφιλεστάτων ᾿Επι¬σκόπων, τῶν συναχθέντων ἐπί τοῦ τῆς εὐσεβοῦς μνήμης μεγάλου Θεοδο¬σίου, τοῦ γενομένου βασιλέως ἐν τῇ βασιλίδι Κωνσταντινο῞πόλεως νέᾳ Ρώμῃ, γνωρίζοντες· τά αὐτά καί ἡμεῖς ὁρίζομέν τε καί ψηφιζόμεθα περί τῶν πρεσβείων τῆς ἁγιωτάτης ᾿Εκκλησίας, τῆς αὐτῆς Κωνσταντινουπόλεως νέας Ρώμης. Καί γάρ τῷ θρόνῳ τῆς Πρεσβυτέρας Ρώμης διά τό βασιλεύειν τήν πόλιν ἐκείνην, οἱ Πατέρες εἰκότως ἀποδεδώκασι τά πρεσβεῖα· καί τῷ αὐτῷ σκοπῷ κινούμενοι οἱ ἑκατόν πεντήκοντα Θεοφιλέστατοι ᾿Επίσκοποι, τά ἴσα πρεσβεῖα ἀπένειμαν τῷ τῆς νέας Ρώμης ἁγιωτάτῳ θρόνῳ, εὐλόγως κρίναντες, τήν βασιλείᾳ καί συγκλή¬τῳ τιμηθεῖσαν πόλιν, καί τῶν ἴσων ἀπολαύουσαν πρεσβείων τῇ πρε¬σβυτέρᾳ Βασιλίδι Ρώμῃ, καί ἐν τοῖς ἐκκλησιαστικοῖς ὡς ἐκείνην μεγαλύ¬νεσθαι πράγμασι, δευτέραν μετ᾿ ἐ¬κείνην ὑπάρχουσαν. Καί ὥστε τούς τῆς Ποντικῆς, καί τῆς ᾿Ασιανῆς, καί τῆς Θρακικῆς Διοικήσεως Μητρο¬πολίτας μόνους, ἔτι δέ καί τούς ἐν τοῖς βαρβαρικοῖς ᾿Επισκόπους τῶν προειρημένων Διοικήσεων χειροτονεῖσθαι ὑπό τοῦ προειρημένου ἁγιωτάτου θρόνου τῆς κατά Κων¬σταντινούπολιν ἁγιωτάτης ᾿Εκ¬κλη¬σίας· δηλ. ἑκάστου Μητροπο¬λίτου τῶν προειρημένων Διοική¬σεων, μετά τῶν τῆς ἐπαρχίας ᾿Ε¬πι¬σκόπων χειροτονοῦντος τούς τῆς ἐπαρχίας ᾿Επισκόπους, καθώς τοῖς θείοις Κα¬νόσι διηγόρευται. Χειροτονεῖσθαι δέ, καθώς εἴρηται, τούς Μητροπο¬λί¬τας τῶν προειρημένων Διοική¬σεων παρά τοῦ Κωνσταν¬τινουπό¬λεως ᾿Αρχιεπισκόπου, ψηφι¬σμάτων συμφώνων, κατά τό ἔθος, γινομέ¬νων, καί ἐπ᾿ αὐτόν ἀναφερομένων».

Εἶναι σαφές:

Ἐπειδή ἡ Κωνσταντινούπολη ἀναδείχτηκε ἡ βασιλεύουσα τοῦ ἀνατολικοῦ Ρωμαϊκοῦ κράτους, ἀπονεμήθηκαν στόν Ἐπίσκοπό της ἴσα πρεσβεῖα τιμῆς, μέ ἐκεῖνα τοῦ Ἐπισκόπου τῆς «πρεσβυτέρας» Ρώμης. Καίπαράλληλα πρός τίς τιμητικές διακρίσεις τοῦ προσφέρθηκε τό δικαίωμα νά χειροτονεῖ, μόνο, τούς Μητροπολίτες τῆς Ποντικῆς τῆς Ἀσιανῆς, καί τῆς Θρακικῆς Διοικήσεως, καί τούς ἐπισκόπους τῶν βαρβαρικῶν περιοχῶν αὐτῶν τῶν διοικήσεων. Ἡ παρουσία του, κατά τίς χειροτονίες, ἦταν τιμητική καί ἀναγνωριστική τῆς πρωτοκαθεδρίας του, ἀλλά δέ σηματοδοτοῦσε δικαίωμα οἱασδήποτε ὑπεροχικῆς, αὐθαίρετης παρέμβασης στή διοίκηση τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας, ἔστω καί ἄν αὐτή ἀνῆκε στό γεωγραφικό πλαίσιο τῆς Ποντικῆς, τῆς Ἀσιανῆς, καί τῆς Θρακικῆς Διοικήσεως. Πολύ περισσότερο, δέν τοῦ ἄνοιγε ὁρίζοντα παρέμβασης καί ἐπιρροῆς στίς δικαιοδοσίες καί στούς προβληματισμούς τῶν ἄλλων Πατριαρχείων ἤ τῶν Αὐτοκέφαλων Ἐκκλησιῶν.

Ἡ ἀντιπαράθεση τοῦ Ἱεροῦ αὐτοῦ Κανόνα μέ τούς δυό, τῆς ἴδιας Οἰκουμενικῆς Συνόδου, πού τούς ἐπικαλεῖται, σήμερα, τό Πατριαρχεῖο, γιά νά στερεώσει καί νά ἐπιβάλει τήν Οἰκουμενικότητά του, ἀποκαλύπτει, ποῦ βρίσκεται τό «ἠθελημένο» λάθος.
Μετά τήν ἀποσαφήνιση τῆς ὁριοθέτησης δραστηριοτήτων καί ἐπεμβάσεων, πού κάνει ὁ 28ος Ἱερός Κανόνας, προκύπτει, ὅτι καί τό δικαίωμα προσφυγῆς στή δικαστική κρίση τοῦ Πατριάρχη τῆς Κωνσταντινούπολης παρεχόταν καί παρέχεται ἴσαμε σήμεραμόνο στούς Ἐπισκόπους καί στούς Μητροπολίτες τῶν περιοχῶν τῆς δικαιοδοσίας του.
Οἱ ἄλλοι, εἶχαν καί ἔχουν τό δικαίωμα καί τή δυνατότητα νά προσφύγουν στούς ἄλλους Πατριάρχες, «παρ᾿ ὧν καί χειροτονοῦνται καί οἷς περ ὑπόκεινται» καί σ᾿ αὐτούς νά ἀναθέσουν τήν ἐπίλυση ἤ τήν ἐκδίκαση τοῦ προβλήματός τους.
Ἡ ἱστορική ἐξέλιξη, πού κύλησε ἀπό τόν πέμπτο αἰώνα ἴσαμε τόν εἰκοστό πρῶτο, ἀνάδειξε Πατριάρχες καί σέ ἄλλες περιοχές τοῦ πλανήτη, ἀναγνώρισε μιά σειρά Αὐτοκέφαλων Ἐκκλησιῶν, πού διοικοῦνται καί διαποιμαίνονται ἐλεύθερα καί αὐτόνομα καί συμπίεσεἀθέλητα καί ἀπροσδόκητατά προνόμια καί τίς ἁρμοδιότητες κάποιων ἐπιφανῶν θρόνων.
Οἱ ἀπροσδόκητες ἐξελίξεις μπορεῖ νά ἐγγράφουν σελίδες κατήφειας καί ὀδύνης γιά κάποιους, «εἰθισμένους» στίς δοξαστικές ὑπερχειλίσεις. Ἀνοίγουν, ὅμως, ταυτόχρονα, καί ὁρίζοντες νέας δράσης γιά τούς γνήσιους λειτουργούς τῆς Οἰκουμενικῆς Ἐκκλησίας.


6. Ὁ ἄπραγος Ἱερώνυμος.

Ἡ συγκεκριμένη ἐμπλοκή καταχωρίζει σοβαρή ἀνικανότητα καί ἀπροσμέτρητη ἐνοχή στό ἱστορικό ὁδοιπορικό τοῦ Ἀθηνῶν Ἱερώνυμου.
Τό «Φανάρι» κινήθηκε, φώναξε, ἀπείλησε, διατύπωσε, μέ ὕφος τραχύ, τίς ἀπαιτήσεις του.
Ἡ Ἀθήνα, δειλή, ἄπραγη, μάζα συρόμενη, δήλωσε δουλική ὑποταγή, δίχως νά καταθέσει σοβαρή καί πειστική ἀντιπρόταση.
Ἡ ἐκεῖθεν πλευρά, ἐπιστράτευσε τούς δυό Ἱερούς Κανόνες τῆς Τέταρτης Οἰκουμενικῆς Συνόδου, τούς μετέγραψε σύμφωνα μέ τίς δικές της σκοπιμότητες καί τίς ἐπέβαλε πεισματικά.
Καί ἡ ἐντεῦθεν, ἀμπαρώθηκε στό καβούκι τοῦ θυμοῦ καί παράτησε, ἀκυβέρνητο τό σκάφος τῆς Ἑλλαδικῆς Ἐκκλησίας.
Θά μποροῦσε, ἤρεμα, ὁ κ. Ἱερώνυμος, νά ἀνοίξει τό «Πηδάλιο» τῶν Ἱερῶν Κανόνων.
Νά τούς μελετήσει προσεκτικά καί νά τούς παρουσιάσει, μέ πειστική ἀνάλυση, γιά νά ἀνακόψει τή δυναστική ἐπέλαση.
Ἀλλά, ποῦ τό θάρρος;
Ποῦ ἡ θεολογική καί Ἱεροκανονική πληρότητα;
Ποῦ ἡ συνέπεια τοῦ χρέους;
Ποῦ ἡ ἀφοβία μπροστά στίς ἀπειλές τοῦ μοναχοῦ Μπεζενίτη;
Τό σκυμμένο κεφάλι τοῦ ἄτολμου Ἱερώνυμου ἄνοιξε καινούργιες πληγές στό ἱερό Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας.
Καί φόρτισε μέ βαρειές συννεφιές τόν ἐκκλησιαστικό μας ὁρίζοντα.

(Συνεχίζεται)

1 σχόλιο:

  1. Γράφει ο Αττικής Νικόδημος, για τον κη΄ της Δ΄. Ισχύει όμως αυτός ο κανόνας; Ας δούμε κάποια γεγονότα:

    Τον κη΄ της Δ΄ δεν υπογράφει ο Ρώμης Λέων Α΄, παρά την έκκληση των Πατέρων της Συνόδου (αγίου Νεκταρίου, Τα αίτια του Σχίσματος). Ο δε άγιος Ανατόλιος συμφωνεί με τον Λέοντα και τον βεβαιώνει, ότι: "άνευ της εγκρίσεώς του, ουδείς από τους κανόνες θα εφαρμοστεί" (Πισιδίας Μεθόδιου, Έλληνες και Λατίνοι).

    Ο λς΄ της Πενθέκτης είναι παρόμοιος με τον κη΄ της Δ΄. Όταν ο Ρώμης Κων/νος επισκέπτεται την Κων/πολη, ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός Β΄ γονυπέτησε προ αυτού (πρωτοφανές για αυτοκράτορα, προ του Σχίσματος!), ώστε να δεήσει να υπογράψει τους κανόνες της Πενθέκτης. Πράγματι ο Πάπας εδέησε να υπογράψει τους μισούς από τους κανόνες της Πενθέκτης (αυτούς, που τον συνέφεραν). Πάντως δεν υπογράφει τον λς΄(Ράνσιμαν, Δύση και Ανατολή σε Σχίσμα).

    Και έρχεται κατόπιν, ο Κων/πόλεως άγιος Ιγνάτιος και υπογράφει τον λίβελλο Αδριανού Β΄: "ακολουθούμεν την του αποστολικού θρόνου αυθεντίαν" (Πισιδίας, ως ανωτέρω).

    Όλα αυτά τα ωραία στην Αδιαίρετη (κατά τον "άγιο" Πειραιώς) Εκκλησία. Αντίδραση καμία, γι' αυτό και θέριεψε ο Παπισμός και οι Παπικοί ("ους έθρεψε το μάννα").

    ΙΚ

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Δημοφιλείς αναρτήσεις

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου