<ΤΟ ΕΚΚΛΗΤΟΝ>
<Κανονική καί νομική θεώρηση>
῾Ο Μητροπολίτης Μεσσηνίας μέ τήν ἀπό 24.8.2009 ἐπιστολή του, τήν ὁποία ἀπευθύνει στόν <Τοποτηρητή> τῆς Μητρόπολης ᾿Αττικῆς καί τήν 'οποία κοινοποιεῖ καί στό Μακαριώτατο ᾿Αρχιεπίσκοπο καί σέ ὅλα τά μέλη τῆς ῾Ιεραρχίας, ἀναφέρεται στίς ἐξελίξεις πού συνδέονται μέ τή διαδικασία πλήρωσης τῆς πολύπαθης Μητρόπολης ᾿Αττικῆς καί τήν ὑφιστάμενη σήμερα κανονική καί νομική κατάσταση τοῦ πρώην Μητροπολίτη.
Θά ἑστιάσουμε τίς ἀναφορές μας σέ δύο θέματα, πού θίγονται στό κείμενο τῆς ἐπιστολῆς καί θά τοποθετηθοῦμε εὐθέως καί ἐξαρχῆς· ῞
Οσα ὑποστηρίζονται, ἀναφορικά μέ τή σημερινή κανονική καί νομική κατάσταση καί τοῦ πρώην Μητροπολίτη καί αὐτῆς τῆς Μητρόπολης, εἶναι προδήλως ἀβάσιμα. Καί γιά νά χρησιμοποιήσουμε τήν προσήκουσα καί ἀκριβῆ νομική ὁρολογία <ἐρείδονται ἐπί ἐσφαλμένης νομικῆς προϋποθέσεως>.
Καί θά γίνουμε ἀπόλυτα σαφεῖς.
-Α
᾿Αναφέρεται ὁ Σεβασμιώτατος στό <τεκμήριον ἀθωότητος> ὑπό τό ὁποῖο (κατ᾿ αὐτόν) τελεῖ σήμερα ὁ πρώην Μητροπολίτης, μέχρις ἐξαντλήσεως κάθε ἐνδίκου μέσου, ποινικοῦ καί ἐκκλησιαστικοῦ. Καί, καθ᾿ ὅσον ἀφορᾶ στήν ἐξέλιξη τῆς ποινικῆς διαδικασίας, μετά τήν ἀμετάκλητη 778/2009 ἀπόφαση τοῦ ᾿Αρείου Πάγου (βλ. σελ. 98) καί τήν ἐπικύρωση μέ αὐτή τῆς ποινῆς τῆς ἑξαετοῦς κάθειρξης, γιά τό κακούργημα τῆς ὑπεξαίρεσης χρημάτων ἀπό τήν Ι.Μ. τοῦ ῾Οσίου ᾿Εφραίμ, τό ἐπικαλούμενο ἀπό τό Σεβασμιώτατο <τεκμήριον ἀθωότητος> ἔπαυσε αὐτομάτως καί αὐτοδικαίως νά ὑφίσταται. ῎Αλλως ἡ συνύπαρξη ἀμετάκλητης ποινικῆς καταδίκης καί τεκμηρίου ἀθωότητος θά ἀποτελοῦσε, κατά σχῆμα ὀξύμωρο, δικονομική πρωτοτυπία. ῞Οποια ἄλλη διαδικασία καί ἐάν ἐπινοηθεῖ, μετά τήν ἀμετάκλητη ἔκβαση τῆς ποινικῆς ὑπόθεσης, δέν μεταβάλλει τήν καταδίκη καί δέν ἐπαναφέρει παντάπασι τό τεκμήριο ἀθωότητος. Συνεπῶς, κατ᾿ ἀναντίρρητη διαπίστωση, ἡ ὅλη ποινική διαδικασία ἔχει κλείσει πλέον ὁριστικά μέ τήν ἀμετάκλητη καταδικαστική ἀρειοπαγιτική ἀπόφαση.
-Β
᾿Αναφορικά μέ τό δεύτερο θέμα, δηλαδή τῆς ἄσκησης τοῦ δικαιώματος <τοῦ ἐκκλήτου> ἀπό τόν κατάδικο Μητροπολίτη ἐνώπιον τοῦ Πατριαρχείου, ἐδῶ παρατηρεῖται πλήρης σύγχυση. ῾Ο ἰσχύων Καταστατικός Χάρτης τῆς ᾿Εκκλησίας (ΚΧΕΕ), ὁ ὁποῖος καταρτίσθηκε τό ἔτος 1977 ἀπό τήν τότε διοίκηση τῆς ᾿Εκκλησίας καί προωθήθηκε στή Βουλή πρός ψήφιση, ἄρα ἀποτελεῖ νόμο τοῦ Κράτους (590/1977), ὁρίζει στήν παράγ. 1 τοῦ ἄρθρ. 44 ὅτι <Τά παραπτώματα τῶν κληρικών..., τά συνεπαγόμενα κανονικάς κυρώσεις, ἐκδικάζονται ὑπό τῶν ᾿Εκκλησιαστικών δικαστηρίων...>, στή δέ ἑπόμενη παράγ. 2 ὅτι <Τό δικαίωμα ἐκκλήτου ἐνώπιον τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κατά τελεσιδίκων ἀποφάσεων ἐπιβαλλουσῶν ποινήν ἀργίας, ἐκπτώσεως ἀπό τοῦ θρόνου ἤ καθαιρέσεως... ἔχουν καί οἱ Μητροπολῖται τῆς Αὐτοκεφάλου ᾿Εκκλησίας τῆς ῾Ελλάδος...>.
᾿
Από τήν ἑρμηνεία, ἀλλά καί ἀπό αὐτή τή γραμματική διατύπωση τῶν διατάξεων αὐτών, προκύπτει, ότι τό δικαίωμα <τοῦ ᾿Εκκλήτου> ἀσκεῖται <ΠΑΡΑΔΕΚΤΩΣ>, τότε μόνο, ὅταν ἔχουμε τελεσίδικη ἀπόφαση Ε.Δ., τά ὁποῖα δικάζουν τά κανονικά (ΜΟΝΟ) παραπτώματα τῶν κληρικῶν, καί κατ᾿ ἐπέκταση καί τῶν ᾿Αρχιερέων, καί τά ὁποῖα ἐπιβάλλουν τίς ποινές τῆς ἀργίας, τῆς ἔκπτωσης καί τῆς καθαίρεσης. Συνεπῶς ἀπαραίτητη δικονομική- νομική προπόθεση γιά τήν ἄσκηση τοῦ <᾿Εκκλήτου> ἀποτελεῖ ἀποκλειστικά καί μόνο ἡ ἔκδοση ΤΕΛΕΣΙΔΙΚΗΣ ΑΠΟΦΑΣΕΩΣ των Ε.Δ. Δηλαδή ἀποφάσεως, σέ πρῶτο καί δεύτερο βαθμό, τῶν ᾿Εκκλησιαστικῶν Δικαστηρίων, τά ὁποῖα ἐρευνοῦν καί ἐξετάζουν, κατά τήν ἐπιβαλλόμενη δικονομική τάξη, τήν ὑπόθεση καί ὡς πρός τήν κανονική καί ὡς πρός τήν νομική καί ὡς πρός τήν πραγματική (οὐσιαστική) βάση καί καταλήγουν, μετ᾿ ἐκτίμηση καί ἀξιολόγηση ὅλων τῶν στοιχείων, στήν ἐπιβολή τῶν παραπάνω ἐκκλησιαστικῶν ποινῶν. Μέ ἄλλα λόγια, ἡ ἄσκηση τοῦ <᾿Εκκλήτου> προποθέτει <ΔΙΚΑΙΟΔΟΤΙΚΗ ΚΡΙΣΗ> τῶν ᾿Εκκλησιαστικῶν Δικαστηρίων, μετά ἀπό πλήρη καί οὐσιαστική ἔρευνα τῆς ὑπόθεσης, πού παραπέμφθηκε ἐνώπιόν τους.
Μέ τήν παράθεση τῶν παραπάνω νομικῶν διαπιστώσεων, ἀβίαστα ἄγεται κάθε καλόπιστος ἑρμηνευτής τῶν οἰκείων διατάξεων στήν παραδοχή, ὅτι τό δικαίωμα τοῦ <᾿Εκκλήτου> οὐδόλως συνάπτεται μέ τίς εἰδικές ρυθμίσεις καί τήν εἰδική διαδικασία πού προβλέπει καί καθιερώνει τό παρακάτω ἄρθρ. 160 τοῦ νόμου 5383/1932 <Περί ᾿Εκκλησιαστικῶν Δικαστηρίων καί τῆς πρό αὐτῶν διαδικασίας>.
Εἰδικά μέ τίς ρυθμίσεις καί τή διαδικασία, πού προβλέπονται ἀπό τό ἄρθρο 160, πρέπει νά λεχθοῦν καί τά ἑπόμενα, τά ὁποῖα ἀποτελοῦν ἀναντίρρητες νομικές διαπιστώσεις, ἡ ἄγνοια τῶν ὁποίων δέ συγχωρεῖται σέ ὑπεύθυνους ἐκκλησιαστικούς παράγοντες.
Τό ἄρθρο 160 τοῦ Ν. 5383/1932 ἐπιβάλλει στή Διοίκηση τῆς ᾿Εκκλησίας νά χωρήσει, μετά τήν ἀμετάκλητη καταδίκη σε κάθειρξη τοῦ Μητροπολίτη, κατά δέ-σμια ἐνέργεια <ἄνευ ἑτέρας τινός διαδικασίας> στήν ἀπαγγελία τῆς καθαίρεσης.
῾Η ἐνέργεια αὐτή, καίτοι κατά νόμο ἀνήκει στό ᾿Εκκλησιαστικό Δικαστήριο, δέν ἀποτελεῖ δικαιοδοτική κρίση, ἀλλά καθαρή καί ἀναμφισβήτητη δέσμια διοικητική ἐνέργεια. Δηλαδή στήν προκειμέ-νη περίπτωση τό Ε.Δ., ὡς συλλογικό διοικητικό ὄργανο, ὀφείλει νά προέλθει στήν ἔκδοση διαπιστωτικῆς διοικητικῆς πράξης, μέ μοναδικό ἀντικείμενο τήν κήρυξη τῆς καθαίρεσης τοῦ Μητροπολίτη, χωρίς νά προέρχεται περαιτέρω σέ καμία δικαιοδοτική κρίση ἤ ἄλλη οὐσιαστική ἐκτίμηση τῶν πραγματικῶν δεδομένων, παρά σέ μόνη τή διαπίστωση ὅτι ἡ καταδικαστική ἀπόφαση τοῦ Ποινικοῦ Δικαστηρίου κατέστη ἀμετάκλητη. ῾Η πράξη αὐτή τοῦ Ε.Δ. εἶναι διοικητική (ὄχι δικαιοδοτική) καί ἐπιβάλλεται στή Διοίκηση τῆς ᾿Εκκλησίας (ὡς Ν.Π.Δ.Δ.) κατά <δέσμια ἐνέργεια>. Τυχόν παράλειψη ἔκδοσης τῆς πράξης αὐτῆς ἀποτελεῖ <παράλειψη νόμιμης ὀφειλόμενης ἐνέργειας> καί θεμελιώνει καί ποινικές εὐθύνες (ἄρθρ. 259 ΠΚ, σέ συνδυασμό με ἄρθ. 13) καί διοικητικές, μέ συνέπεια τήν προσβολή τῆς παράνομης παράλειψης μέ αἴτηση ἀκυρώσεως στό ΣτΕ.
Πρέπει δέ νά τονιστεῖ, ὅτι ὁ νόμος 5383/1932 περί ΕΔ., συνεπῶς καί τό ἄρθρο 160, ρητῶς ἀναφέρεται ὡς ἰσχύων μέ τήν εἰδική διάταξη τῆς παραγ. 1 τοῦ ἄρθρ. 44 τοῦ Κ.Χ.Ε. ᾿Επί πλέον δέ αὐτός ὁ Κ.Χ.Ε., πρίν ψηφισθεῖ ἀπό τή Βουλή καί δημοσιευθεῖ στήν Ε.Τ.Κ., τέθηκε ὑπό τήν κρίση τοῦ Πατριαρχείου καί δόθηκε ἡ σχετική ἔγκριση. Συνεπῶς, ὅσα κατά καιρούς καί ἀπό διαφόρους ὑποστηρίζονται, ὅτι ὁ νόμος αὐτός ἀνάγεται σέ ἄλλους χρόνους καί σέ ἄλλες ἐποχές ἤ προβάλλονται ἄλλα τινά, ἐκφεύγουν τῆς σοβαρότητας ὡς στερούμενα παντελῶς νομικῆς βάσεως.
Μετά τά ὅσα ἐκτέθηκαν, διαπιστώνει κανείς ὅτι τό δικαίωμα τοῦ <᾿Εκκλήτου> δέν μπορεῖ νά ἀσκηθεῖ παραδεκτῶς στήν περίπτωση τοῦ ἄρθρου 160. ᾿Αφοῦ στήν περίπτωση αὐτή ἡ καθαίρεση, μετά τήν ἀμετάκλητη ποινική καταδίκη γιά κακούργημα, ἀπαγγέλλεται μέ ἁπλή διαπιστωτική διοικητική πράξη καί μάλιστα δέσμιας ἐνέργειας, κατά τήν εἰδική ἐπιταγή <ἄνευ ἑτέρας τινός διαδικασίας>, ἐνῶ ἡ διάταξη τῆς παραγ. 2 τοῦ ἄρθρου 44 Κ.Χ.Ε., πού καθιερώνει τό δικαίωμα τοῦ <᾿Εκκλήτου>, ἀναφέρεται ὄχι σέ ἁπλές διαπιστωτικές διοικητικές πράξεις, ἀλλά σέ <τελεσίδικες ἀποφάσεις Ε.Δ.>, τά ὁποῖα, ὅπως τονίσθηκε, ἐκδίδουν τίς ἀποφάσεις αὐτές, ὄχι <ἄνευ ἑτέρας διαδικασίας>, ἀλλά μετά πλήρη δικαιοδοτική κρίση δύο βαθμῶν δικαιοδοσίας καί μετά πλήρη καί ἐμπεριστατωμένη ἔρευνα τῆς ὑπόθεσης καί μετ᾿ ἐκτίμηση καί ἀξιολόγηση τῶν στοιχείων.
Στό σημεῖο αὐτό τῶν ἀναφορῶν μας θά πρέπει νά παραθέσουμε καί ἕνα συναφές ἀπόσπασμα προηγούμενου σχολίου μας γιά τό ἴδιο θέμα, πρός πληρέστερη κατανόηση τῶν παραπάνω νομικῶν καί ἐκκλησιαστικῶν τοποθετήσεών μας. Γράφαμε σχετικῶς·
Πέραν τῶν κανονικῶν παραπτωμάτων ἡ ἔννομη τάξη, σέ κάθε εὐνομούμενη Πολιτεία, ἐπιβάλλει ἕνα πλαίσιο συμπεριφορῶν τῶν πολιτῶν καί θέτει συγκεκριμέ-νες ἀπαγορεύσεις καί δεσμεύσεις. Και ἀπ᾿ αὐτές τίς συμπεριφορές δέν ἐξαιροῦνται, δέν πρέπει νά ἐξαιροῦνται, οὔτε οἱ κληρικοί οὔτε, πολύ περισσότερο, οἱ ᾿Αρχιερεῖς. ῾Η ἀρχή τῆς ἰσότητας, τήν ὁποία καί τό δικό μας Σύνταγμα ἀνάγει σέ θεμελιώδη ἀρχή, ἐπιβάλλει τήν αὐτή, ἴση μεταχείριση γιά ὅλους ἀνεξαιρέτως τούς πολίτες πάσης φύσεως καί πάσης κατηγορίας. Καί ἐκεῖνος, πού παραβαίνει τούς κανόνες τοῦ κοινοῦ ποινικοῦ κώδικα, ὅποιος καί νά εἶναι, διαπράττει, μέ τίς προποθέσεις καί τίς διακρίσεις τοῦ νόμου, κολάσιμο ποινικό ἀδίκημα, καί οἱ ἐμπίπτοντες σέ αὐτές τίς παραβάσεις δέν πρέπει νά ἔχουν διάφορη ποινική μεταχείριση.
Πρέπει ἐδῶ νά τονισθεῖ ὅτι εἶναι σαφής ἡ διάκριση μεταξύ κανονικῶν παραπτωμάτων καί ποινικῶν ἀδικημάτων. Τά πρῶτα ἀναφέρονται μόνο σέ κληρικούς καί εἰδικῶς γι᾿ αὐτά ἀκολουθεῖται ἡ κανονική ἐκκλησιαστική διαδικασία, χωρίς τήν παραμικρή παρέμβαση τῆς κοσμικῆς εξουσίας. Τα δεύτερα ἀφοροῦν σέ ὅλους τούς πολίτες τοῦ κράτους, ἀνεξαρτήτως ἰδιότητας καί κατηγορίας, οἱ ὁποῖοι, δέν εἶναι ἐπιτρεπτό, νά ἔχουν διάφορη καί ἄνιση μεταχείριση ἀπό τήν Πολιτεία. Καί εἶναι βέβαιο ὅτι ὅλα τά κανονικά παραπτώματα δέν εἶναι καί ποινικά ἀδικήματα. ῞Οταν π.χ. κάποιος κληρικός ἀπέχει τῶν τελετουργικῶν του καθηκόντων ἐπί μακρόν, ὅταν κάποιος κληρικός εἶναι κατά συνήθεια μέθυσος, ὅταν κάποιος κληρικός εἶναι ὁμοφυλόφιλος (τό <κάποιος> πολλαπλασιάστε το μέ ὅποιο συντελεστή νομίζετε) κ.ἄ., αὐτά ἀποτελοῦν μόνο κανονικά παραπτώματα καί δέν ἐνδιαφέρουν τήν Πολιτεία, παρά μόνο τήν ᾿Εκκλησιαστική Διοίκηση. ῾Η Πολιτεία ἐπεμβαίνει μέ τίς ρυθμίσεις τῆς ποινικῆς της νομοθεσίας μόνο στίς περιπτώσεις τῶν ποινικών παραβάσεων. ᾿Εδῶ ἡ μεταχείριση τῶν πολιτῶν πρέπει νά εἶναι ἡ αὐτή καί δέν ἐπιδέχεται διακρίσεις.
῾Η ᾿Εκκλησία στίς νομικές της σχέσεις, κατά τό κρατοῦν σήμερα σύστημα, εἶναι Νομικό Πρόσωπο δημοσίου Δικαίου. Τοῦτο ρητῶς ὁρίζεται στόν Καταστατικό της Χάρτη μέ τή διάταξη τῆς παραγ. 4 τοῦ ἄρθρου 1. Καί, κατά πάγια νομολογία τοῦ ᾿Ανώτατου ᾿Ακυρωτικοῦ Δικαστηρίου (Σ.τ.Ε.), οἱ Μητροπολίτες εἶναι <ὄργανα διοικήσεως> ὡς Προϊστάμενοι τοῦ Ν.Π.Δ.Δ. τῆς Μητροπόλεώς των καί ὡς μετέχοντες στή διοίκηση τοῦ Ν.Π.Δ.Δ. τῆς᾿Εκκλησίας. Συνέπεια τούτου εἶναι ὅτι, ὅταν ἡ Πολιτεία καθορίζει ὁρισμένες συνέ-πειες, πού ἐπάγονται σοβαρά ποινικά ἀδικήματα (ἰδία κακουργήματα) γιά κάθε ὄργανο διοικήσεως, δέ νοεῖται ἐξαίρεση ἀπ᾿ αὐτή τή μεταχείριση τῶν ᾿Αρχιερέων, ὡς ὀργάνων διοικήσεως καί αὐτῶν, πάντα κατά τό κρατοῦν σήμερα σύστημα τῶν σχέσεων ᾿Εκκλησίας καί Πολιτείας.
Καί ὡς χαρακτηριστικό παράδειγμα ἀναφέρουμε τοῦτο. ῞Οταν κάποιο ὄργανο τῆς Πολιτείας, καταδικαζόμενο ἀμετάκλητα γιά ὁρισμένα βαρύτατα ἀδικήματα (π.χ. κλοπή, ὑπεξαίρεση, ἀπάτη, κ. ά.) ἐκπίπτει ἀμέσως, καί μάλιστα μέ διαπιστωτική διοικητική πράξη, ἀπό τήν ἄσκηση τῶν διοικητικῶν του καθηκόντων, δέν εἶναι ποτέ ἀνεκτό ἀπό τήν ἐσωτερική ἔννομη τάξη, ὅταν Μητροπολίτης, καταδικασθείς καί αὐτός ἀμετάκλητα στά αὐτά ποινικά ἀδικήματα, νά ἀναγνωρίζεται καί νά ἐνεργεῖ πλέον ὡς <ὄργανο διοικήσεως>, νά διοικεῖ τό Νομικό Πρόσωπο τῆς Μητροπόλεως, νά συνεργάζεται ἀκωλύτως, ὡς νόμιμο ὄργανο, μέ τά ἄλλα πολιτειακά ὄργανα, νά προεξάρχει τῶν τελετῶν καί ἐκδηλώσεων, νά παρακάθεται ἐπισήμως μεταξύ ὑπουργῶν καί νομαρχῶν, κ.ἄ.
Τοῦτο ἀποτελεῖ συνέπεια τῆς ἀρχής τῆς ἴσης μεταχείρισης, πού ἐπιβάλλει, κατά θεμελιώδη ἀρχή, τό Σύνταγμα. Καί μέ τήν ἔννοια αὐτή, τό ἄρθρο 160 τοῦ Ν. 5383/1932, πού ἰσχύει καί σήμερα, κατά ρητή καί εἰδική ἀναφορά, στή διάταξη τῆς παραγ. 1 τοῦ ἄρθρου 44 τοῦ Καταστατικοῦ Χάρτη, ἐπιβάλλοντας <κατά δέ-σμια διοικητική ἐνέργεια> καί ὄχι μέ <δικαιοδοτική κρίση>, τήν καθαίρεση Μητροπολίτη, πού καταδικάσθηκε ἀμετάκλητα για κακούργημα, εἶναι ἀπολύτως συμβατό μέ τό ἰσχύον Σύνταγμα, ἀνεξάρτητα ὅτι πέραν αὐτοῦ συνάδει καί μέ τούς ῾Ιερούς Κανόνες (βλ. ΚΕ~ ῾Αγίων ᾿Αποστόλων κ.ά.).
ΕΠΙΜΕΤΡΟ·
῾Ως γενικό συμπέρασμα ὅλων ὅσων ἀναλυτικῶς παρατέθηκαν, πρέ-πει νά λεχθεῖ τοῦτο. Τό δικαίωμα τοῦ <᾿Εκκλήτου>, πού προβλέπει καί καθιερώνει τό ἄρθ. 44 παράγ. 2 ΚΧΕ, δέν μπορεῖ νά ἀσκηθεῖ στήν περίπτωση τοῦ ἄρθρου 160, γιά τόν ἀπόλυτο λόγο ὅτι δέν ἔχουμε ἀπόφαση Ε.Δ., πού νά ἐκδόθηκε κατά τήν εἰδική ἐκκλησιαστική δικονομική διαδικασία κατά πλήρη δικαιοδοτική κρίση σέ δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, ἀλλά ἔχουμε ἁπλή διαπιστωτική διοικητική πράξη δέ-σμιας ἐνέργειας μετά ἀπό ἀμετάκλητη ποινική καταδίκη γιά κακούργημα. Γιά μόνο τό λόγο αὐτό ἡ προσφυγή τοῦ <᾿Εκκλήτου> ἐνώπιον τοῦ Πατριαρχείου πρέπει νά ἀπορριφθεῖ <τύποις> ὡς ἀπαράδεκτη καί ὡς μή προβλεπόμενη ἀπό τήν διαδικασία τοῦ ἄρθρ. 160. ᾿Αντίθετη ἐκδοχή θά ἀποτελοῦσε ἄλλωστε παρέμβαση στίς λειτουργίες τῆς ῾Ελλαδικῆς ἔννομης τάξης καί θά ἀντέβαινε προδήλως καί στό ἰσχύον Σύνταγμα καί στούς νόμους τῆς ῾Ελληνικῆς Πολιτείας.
῾Ο Σχολιαστής
"ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΠΛΗΡΟΦΟΡΗΣΙ", μητροπολίτου Αττικής και Μεγαρίδος Νικοδήμου (1.10.2009)
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης (Atom)
Δημοφιλείς αναρτήσεις
-
Η ΣΙΓΟΝΤΑΡΟΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΤΙΚΗ «αρχή» των «Ακτίνων» : Αφήστε το σχόλιό σας και να είστε σίγουρος, πως αν εκφράζει την Παράδοση της Εκκλησίας,...
-
του Τριανταφυλλου Τασιοπουλου απο Εφημριδα ΑΓΩΝΑΣ Λαρισας. Κοινοποιήθηκε στους εξής: Δημόσια Πατερα Θεοδωρε, δεν γνωριζα οτι και εσεις συμμ...
-
πρωτοπρεσβύτερος Δημήτριος Αθανασίου Παρατηρείται σήμερα η ευρεία και συχνά ανεύθυνη χρήση της φράσης «πάσι τοις αιρετικοίς ανάθεμα » σε ...
-
Σε πολλές ηλεκτρονικές σελίδες δημοσιεύτηκε το παρακάτω κείμενο, το οποίο λέγεται ότι είναι η ΟΜΟΛΟΓΙΑ ΠΙΣΤΕΩΣ που ζήτησε η Σύνοδος τη...
-
Η πρόσφατη δημοσίευση του άρθρου «Μία απαραίτητη διευκρίνιση για τη φράση “πάσι τοις αιρετικοίς ανάθεμα”» ( https://apotixisi.blogspot.com/...
-
Πληροφοριες μας απο εγκυροτατη πηγη αναφερουν οτι ο πατηρ Βασιλειος Θερμος μηνυθηκε στην Ιερα συνοδο για προσβολη του ηθους και του δογμα...
-
Σε προηγούμενη δημοσίευση είχαμε κάνει μια ανοικτή πρόσκληση στους αναγνώστες του ιστολογίου για τη διερεύνηση του εξής θέματος: ...
-
Εισαγωγικά Στην ενότητα αυτή εξετάζεται η άποψη ότι τα μυστήρια (όπως η Θεία Κοινωνία ή το Βάπτισμα) μπορεί να στερούνται τη θεία χά...
-
(Άρθρο του μακαριστού Ιωάννη Καρδάση διαμορφωμένο ως προς την έκταση) 1. Το βιβλικό γεγονός ως θεολογική μαρτυρία Το όραμα του Αγίου ...
-
Η συμμετοχή του ιερέα σε κοσμική/χορωδιακή εκτέλεση και η ασυμβατότητα με τη λειτουργική του αποστολή 2. Ο ιερέας ως λειτουργός και οι...
Αγαπητέ Οδυσσέα, χαίρε!
ΑπάντησηΔιαγραφήΦαντάζομαι θα ικανοποιήσε τώρα που "έχεις και το πεπόνι και το μαχαίρι". Όμως ένοια σου "ο βασιλιάς είναι γυμνός". Μόνος θα μείνεις με τους ομοίους σου, να κάνετε την επαναστατική σας γυμναστική. Λίγη σοβαρότης δεν θα έβλαπτε!
Αλήθεια πως και δεν διεκδικήσατε ακόμη να αποφαίνεσθε επί όλων των θεμάτων καταργώντας ακόμη και την όποια Σύνοδο. Εσείς έχετε γνώμη για όλα!
ΤΥΧΙΚΟΣ
Αγαπητέ Οδυσσέα,
ΑπάντησηΔιαγραφήΔεν μάθαμε αν το “τεκμήριον αθωότητος” ο Μητροπολίτης Μεσσηνίας το εμπνεύστηκε πριν, κατα τη διάρκεια ή μετά το φαγητό του. Έχει μεγάλη σημασία.
Αμέθυστος