(Από τον πρόλογο του βιβλίου του
επισκόπου Αρτεμίου-ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΟΜΟΛΟΓΙΑ ΠΙΣΤΕΩΣ)
Οργανική ενότητα Παράδοσης και Πατέρων
Το κείμενο θεμελιώνει την εκκλησιολογία του σε μια
συμβιωτική — σχεδόν ταυτολογική — σχέση μεταξύ Παράδοσης και Πατέρων:
«Η πίστη στην Παράδοση δημιούργησε τους
Πατέρες και οι Πατέρες με τη σειρά τους διατήρησαν την ιερή Παράδοση. Το ένα
χωρίς το άλλο είναι αδιανόητο και ανύπαρκτο».
Αυτή η διατύπωση υποδηλώνει ότι η Εκκλησία δεν
νοείται ως ιστορικός θεσμός που εξελίσσεται μέσα στον χρόνο, αλλα ως ένας «μυστικός Θεανθρώπινος οργανισμός» όπου η χρονική
διάσταση υποτάσσεται στην οντολογική. Ο π. Ιουστίνος (και ο Αρτέμιος μαζί του)
απορρίπτει κάθε έννοια «εξέλιξης» ή «προσαρμογής» της παράδοσης. Η Εκκλησία δεν
«αναπτύσσει» την πίστη, αλλά την «επαναλαμβάνει» ως δεδομένη.
Το κριτήριο της αγιότητας: Βίος και
δόγμα ως ενότητα
Η εκκλησιολογία αυτή στηρίζεται σε ένα διπλό
κριτήριο που αναφέρεται ρητά:
«Τα χαρακτηριστικά των Αγίων Πατέρων
είναι κυρίως δύο: 1. η μεγάλη αγιότητα της ζωής και 2. η ορθόδοξη λάμψη της
διδασκαλίας».
Εδώ έχουμε μια συνένωση ασκητικής και δογματικής
ορθότητας που αποκλείει τη δυνατότητα θεολογικής αναθεώρησης από μη ασκητές. Η
θεολογία δεν είναι ακαδημαϊκή δραστηριότητα αλλά αποκάλυψη που βιώνεται. Ο π.
Ιουστίνος θεωρείται «φωτεινό αστέρι» — όχι για το έργο του ως διανοούμενου,
αλλά για τη ζωή του ως ασκητή. Αυτό εξηγεί γιατί το κείμενο επιμένει τόσο πολύ
στην ασκητική του ζωή (νηστεία, προσευχή, δάκρυα) ως θεολογική προϋπόθεση.
Η Εκκλησία ως «Σώμα» και τα Μυστήρια ως «εκκλησιαστική
πληρότητα»
Η πιο αυστηρή εκκλησιολογική δήλωση έρχεται όταν ο
Αρτέμιος παραθέτει τον π. Ιουστίνο:
«Η Θεία Ευχαριστία είναι τα πάντα και
όλοι στην Εκκλησία: τόσο ο ίδιος ο Θεάνθρωπος Κύριος Χριστός, όσο και η ίδια η
Εκκλησία ως Σώμα Του».
Αυτό είναι κλασική εκκλησιολογία, αλλά με μια
ριζοσπαστική προέκταση: δεν υπάρχουν Άγια Μυστήρια εκτός αυτής της Εκκλησίας. Η
αναγνώριση μυστηρίων αιρετικών συνιστά «εβραϊκή προδοσία» — μια σκληρή χρήση
του όρου που συνδέει τον οικουμενισμό με την προδοσία του Χριστού. Η
εκκλησιολογία γίνεται εδώ αυστηρά οντολογική: η Εκκλησία δεν είναι κοινότητα
πιστών αλλά Σώμα Χριστού, και ως τέτοιο δεν επιδέχεται μερικότητας ή
πολλαπλότητας.
Η υποταγή της αγάπης στην αλήθεια
Το κεντρικό θεολογικό πρόβλημα του κειμένου είναι η
σχέση δύο αρετών που στο Ευαγγέλιο παρουσιάζονται ως αλληλένδετες. Ο Οσιος Ιουστίνος προτείνει μια σαφή ιεραρχία:
«Η ουσία της αγάπης είναι η αλήθεια· και
η αγάπη ζει λέγοντας την αλήθεια». «Δεν υπάρχει
'διάλογος αγάπης' χωρίς διάλογο αλήθειας. Διαφορετικά, ένας τέτοιος διάλογος
είναι αφύσικος και ψευδής».
Εδώ η αγάπη δεν είναι πρωταρχική κατηγορία αλλά
παράγωγη της αλήθειας. Ζει «λέγοντας την αλήθεια», δηλαδή η ύπαρξή της
εξαρτάται από την ορθόδοξη ομολογία. Αυτή η σχέση αντιστρέφει την προτεραιότητα
που βλέπουμε στον Απόστολο Παύλο (Α΄ Κορ. 13), όπου η αγάπη «υπερέχει» ακόμη
και της πίστης. Στο κείμενο του επισκοπου Αρτεμίου, η αγάπη δεν υπερέχει· υποτάσσεται.
Είναι το μέσον, όχι ο σκοπός.
Η «αγάπη» ως ναρκωτικό
Η πιο προκλητική διατύπωση είναι:
«Όλες οι προσπάθειες υπεράσπισης ή
δικαιολόγησης τέτοιων στάσεων με 'αγάπη' απέναντι στους αιρετικούς, 'διάλογο
αγάπης', 'επιθυμία για ενότητα' κ.λπ. δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια
ένεση ναρκωτικών για να νανουρίσουν και να νεκρώσουν την εκκλησιαστική
συνείδηση».
Αυτή η ιατρική μεταφορά αποκαλύπτει μια παθολογική
αντίληψη του οικουμενισμού: δεν είναι απλώς λάθος, αλλά συστημική ασθένεια που
εξουδετερώνει την κριτική ικανότητα της Εκκλησίας. Η «αγάπη» που δεν στηρίζεται
στην αλήθεια είναι όχι απλώς ανεπαρκής, αλλά επικίνδυνη παραπλάνηση. Ο διάλογος
«αγάπης» χωρίς αλήθεια είναι «αφύσικος και ψευδής» — δηλαδή, κατά την ορολογία
του κειμένου, παρά φύσιν.
Η πατερική παράδοση του Αγίου Μαξίμου
Ομολογητή
Για να νομιμοποιήσει αυτή τη στάση, το κείμενο
επικαλείται τον Άγιο Μάξιμο Ομολογητή:
«Δεν έχω φτάσει στο σημείο να συμβουλεύω
ότι η δυσαρέσκεια έχει μεγαλύτερη αξία από την αγάπη για τον άνθρωπο... [αλλά]
δεν το ονομάζω αγάπη αλλά ΛΑΘΟΣ και απομάκρυνση από τη θεία αγάπη όταν κάποιος
υποστηρίζει αιρετικό σφάλμα».
Η χρήση του οσιου Μαξίμου είναι στρατηγική: παρουσιάζει
μια παράδοση όπου η αγάπη δεν συγχωρεί το σφάλμα, όπου η «θεία αγάπη» έχει ως
προϋπόθεση την ορθοδοξία. Αυτό επιτρέπει στον Αρτέμιο να ισχυριστεί ότι η
σκληρή στάση δεν είναι έλλειψη αγάπης, αλλά η μόνη αυθεντική μορφή της. Η
«αγάπη» που ανέχεται την αίρεση είναι, κατά τον Μάξιμο, «λάθος» — δηλαδή, όχι
απλώς αδύναμη, αλλά ψευδής.
Η «Εκκλησία» έναντι των «ψευδοεκκλησιών»
Η παναίρεση του οικουμενισμού
Ο π. Ιουστίνος (μέσω Αρτεμίου) προτείνει μια
ταξινόμηση των αιρέσεων που ενοποιεί τον παπισμό, τον προτεσταντισμό και τον
οικουμενισμό:
«Δεν υπάρχει ουσιαστική διαφορά εδώ
μεταξύ παπισμού, Προτεσταντισμού, οικουμενισμού και άλλων αιρέσεων... όλες
αυτές οι ψευδοεκκλησίες δεν είναι τίποτα περισσότερο από αίρεση μετά από
αίρεση. Έχουν ένα κοινό όνομα: παναίρεση».
Η έννοια της «παναίρεσης» είναι κλειδί: δεν
πρόκειται για πολλές αιρέσεις αλλά για μία μετα-αίρεση που ενσωματώνει όλες τις
προηγούμενες. Ο οικουμενισμός είναι χειρότερος από τις μεμονωμένες αιρέσεις
επειδή δεν αρνείται συγκεκριμένο δόγμα αλλά ολόκληρο τον Θεάνθρωπο,
αντικαθιστώντας τον με «έναν Ευρωπαίο άνθρωπο». Η κριτική εδώ είναι
ανθρωπολογική πριν γίνει δογματική: ο οικουμενισμός αποτελεί ανθρωποκεντρική
μετάλλαξη της χριστοκεντρικής πίστης.
Το Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών ως
συνέλευση αιρετικών
Η στάση απέναντι στο ΠΣΕ είναι απόλυτη:
«[Το ΠΣΕ] δεν είναι τίποτα περισσότερο
από μια συλλογή όλων των πιθανών αιρέσεων».
Αυτό σημαίνει ότι η συμμετοχή Ορθόδοξων εκπροσώπων
στο ΠΣΕ δεν είναι απλώς άστοχη διπλωματία, αλλά εκκλησιολογική αυτοκτονία —
αναγνώριση ότι οι αιρέσεις έχουν εκκλησιαστική υπόσταση. Η κριτική είναι
οντολογική: το ΠΣΕ δεν είναι «συμβούλιο εκκλησιών» αλλά «συλλογή αιρέσεων»,
δηλαδή μια μη-Εκκλησία που παρουσιάζεται ως Εκκλησία.
Η αδυναμία της «ενότητας» χωρίς μετάνοια
Η προϋπόθεση για οποιαδήποτε σχέση είναι η μετάνοια
και η είσοδος στην αληθινή Εκκλησία:
«Χωρίς μετάνοια και είσοδο στην αληθινή
Εκκλησία του Χριστού, είναι αφύσικο και άνευ νοήματος να μιλάμε για κάποιο
είδος ενοποίησης των 'εκκλησιών', για διάλογο αγάπης, για κοινό ποτήριο».
Εδώ η εκκλησιολογία γίνεται αποκλειστικά εισοδική
(exclusive): δεν υπάρχει «έξω» που να έχει εκκλησιαστική αξία. Η «ενότητα» δεν
είναι στόχος προς επιδίωξη αλλά αποτέλεσμα που προϋποθέτει την αποδοχή της
ορθόδοξης εκκλησιολογίας. Ο διάλογος δεν είναι μέσο αναζήτησης
αλληλοκατανόησης, αλλά προσκλητική πράξη: καλεί τον άλλον να εγκαταλείψει την
«πλάνη» του.
Η αμετακίνητη ομολογία:
Το κείμενο επιμένει σε μια οντολογική
αμεταβλητότητα:
«Αν ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά της
Αλήθειας είναι η αμετάβλητη φύση της, επειδή η 'αλήθεια' είναι πάντα και παντού
'η ίδια' και ίση με τον εαυτό της, όπως ακριβώς ο Θεός είναι αμετάβλητος...
έτσι και ο Πατέρας Ιουστίνος έχει ένα χαρακτηριστικό που είναι δύσκολο να
βρεθεί ακόμη και σε μερικούς από τους μεγάλους Αγίους Πατέρες».
Η αμεταβλητότητα του π. Ιουστίνου (ύφος, γλώσσα,
χειρόγραφο) παρουσιάζεται ως θεολογικό σημάδι: δεν είναι αδυναμία προσαρμογής,
αλλά μαρτυρία της αλήθειας. Ο χρόνος δεν είναι πεδίο εξέλιξης αλλά πεδίο
επανάληψης. Το κείμενο θαυμάζει ρητά ότι ο π. Ιουστίνος «από τη νεότητά του...
μέχρι την τελευταία γραπτή του σκέψη, παρέμεινε πάντα... πιστός στον εαυτό του,
ή μάλλον στην Αλήθεια».
Η ιστορία ως επανάληψη, όχι πρόοδος
Αυτή η αντίληψη αποκλείει την ιστορική θεολογία ως
αυτόνομο πεδίο. Η ιστορία δεν είναι χώρος όπου η Εκκλησία «μαθαίνει» ή
«αναπτύσσεται», αλλά χώρος όπου επαναλαμβάνει την ίδια ομολογία απέναντι σε
νέες μορφές του ίδιου πάντα σφάλματος. Η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος της Κρήτης,
που αναφέρεται υπαινικτικά ως «προδοσία», δεν είναι νέα Σύνοδος αλλά νέα μορφή
παλαιού σφάλματος.
Η στάση απέναντι στους αιρετικούς: Αγάπη
χωρίς συμβιβασμό
Η διάκριση μεταξύ προσώπου και
διδασκαλίας
Το κείμενο προσπαθεί να αποφύγει την κατηγορία του
μίσους:
«Αυτή η στάση του Πατέρα Ιουστίνου
απέναντι στους αιρετικούς δεν σημαίνει με κανέναν τρόπο μίσος, αλλά μάλλον την
κραυγή μιας ψυχής που λαχταρά τον Χριστό για το σφάλμα και την καταστροφή
εκείνων για τους οποίους ο Χριστός πέθανε στον Σταυρό».
Εδώ έχουμε μια προσπάθεια διάκρισης: η κριτική δεν
απευθύνεται στο πρόσωπο αλλά στο «σφάλμα». Ωστόσο, η διάκριση αυτή είναι
τυπική, επειδή το «σφάλμα» ταυτίζεται με το πρόσωπο όταν το πρόσωπο επιμένει
στο σφάλμα. Η «κραυγή» είναι αγωνία για τη σωτηρία του αιρετικού, αλλά η
σωτηρία προϋποθέτει την εγκατάλειψη της αίρεσης.
Η σκληρότητα ως μορφή αγάπης
Η επίκληση του Μαξίμου Ομολογητή ολοκληρώνει αυτή τη
λογική:
«Να είναι κανείς σκληρός και
ασυμβίβαστος, γιατί δεν το ονομάζω αγάπη αλλά ΛΑΘΟΣ... όταν κάποιος υποστηρίζει
αιρετικό σφάλμα».
Η σκληρότητα δεν είναι έλλειψη αγάπης, αλλά η μόνη αυθεντική μορφή της. Η «υποστήριξη» του αιρετικού στο σφάλμα του — ακόμη και με «αγάπη» — είναι «λάθος». Αυτό σημαίνει ότι η αγάπη δεν μπορεί να εκφραστεί ως αποδοχή, αλλά μόνο ως πρόσκληση σε μετάνοια.
Πηγη.Ιστοσελιδα επθσκοπης Ρασκας-Πριζρενης εν εξορια.κειμενο διαμορφωμενο

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου