ΕΝΑ ΣΥΓΚΛΟΝΙΣΤΙΚΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΟΜΟΛΟΓΙΑΣ
Έρευνα-σχόλια:πρωτοπρεσβύτερος Δημήτριος Αθανασίου
Εισαγωγικά.
Αναστάσιμη η σημερινή μέρα αλλά το μικρό ορθόδοξο ποίμνιο της επισκοπής Ρασκας- Πριζρένης εν εξορία συνεχίζουν να ζούν τον δικό του πολιτικό και εκκλησιαστικό διωγμό. Ο Επίσκοπος «Ράσκας-Πριζρένης εν εξορία» Ξενοφών δημοσιοποίσε μέσω της ιστοσελιδας της επισκοπής ΈΝΑ ΣΥΓΚΛΟΝΙΣΤΙΚΌ ΚΕΙΜΕΝΟ με τίτλο:
«ΔΕΥΤΕΡΗ ΜΕΓΑΛΟΤΕΣΣΑΡΑΚΟΣΤΙΑΝΗ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΘΛΙΨΗΣ ΓΙΑ ΤΟ ΚΟΣΣΒΟ – Η κορύφωση του πογκρόμ του Μαρτίου».
( Ο επίσκοπος Ξενοφών ηγείται της
Επαρχίας Ράσκας-Πριζρένης εν εξορία μετά τον θάνατο του επισκόπου Αρτεμίου. Η επισκοή χωρίστηκε από το Σερβικό
Ορθόδοξο Πατριαρχείο μετά την απομάκρυνση του Επισκόπου Αρτεμίου το 2010).Η επιστολή -Εγκύκλιος αποτελεί διακήρυξη της εκκλησιαστικής και εθνικής διάβρωσης που προκαλεί η αίρεση του Οικουμενισμού, με παράδειγμα την περίπτωση του Κοσσυφοπεδίου.
Ο Οικουμενισμός ως το θρησκευτικό σκέλος της παγκοσμιοποίησης
στοχεύει στην κατάργηση των εθνικών ιδιαιτεροτήτων και τη δημιουργία μιας
ισοπεδωτικής «πανθρησκείας». Αν η Ορθοδοξία μετατραπεί σε μέρος ενός «πολυπολιτισμικού
χριστιανικού μείγματος», θα επέλθει εξασθένηση του εθνικού φρονήματος και θα
χαθεί ο συνεκτικός ιστός του έθνους.
Οι οικουμενιστικές κινήσεις κατευθύνονται από διεθνή κέντρα
εξουσίας, όπως οι ΗΠΑ και η ΕΕ. Στόχος αυτών των παρεμβάσεων θεωρείται ο
έλεγχος των τοπικών εκκλησιών και η αποδυνάμωση των παραδοσιακών δυνάμεων.
Προκειμένου να κατανοήσουμε το περιεχόμενο της Εγκυκλίου παραθέτουμε τα εξής ιστορικά γεγονότα.
Σύντομα
ιστορικά στοιχεία.
Το
ζήτημα του Κοσσυφοπεδίου
Η δημιουργία του ζητήματος στο Κοσσυφοπέδιο δεν
είναι αποτέλεσμα ενός μοναδικού γεγονότος, αλλά μια μακρά διαδικασία σύγκρουσης
δύο λαών —Σέρβων και Αλβανών— για την ίδια γη, με διαφορετικά επιχειρήματα η
καθεμία.
Για τους Σέρβους, το Κοσσυφοπέδιο είναι η
«Ιερουσαλήμ» τους, το πνευματικό και πολιτιστικό τους λίκνο, όπου το 1389
δόθηκε η εμβληματική μάχη εναντίον των Οθωμανών. Για τους Αλβανούς, αποτελεί τη
δική τους πατρίδα λόγω της αδιαμφισβήτητης πληθυσμιακής τους πλειοψηφίας τους
τελευταίους αιώνες.
Η σύγχρονη κρίση άρχισε να διαμορφώνεται τον 20ό
αιώνα. Μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους και τη δημιουργία της Γιουγκοσλαβίας, οι
εντάσεις παρέμεναν υπό έλεγχο λόγω της σιδηράς πυγμής του Γιόσιπ Μπροζ Τίτο.
Το σύνταγμα του 1974 έδωσε στο Κοσσυφοπέδιο καθεστώς «αυτόνομης επαρχίας» εντός
της Σερβίας, γεγονός που ικανοποίησε προσωρινά τους Αλβανούς αλλά εξόργισε τους
Σέρβους εθνικιστές.
Η κατάσταση εκτραχύνθηκε στα τέλη της δεκαετίας του
1980, όταν ο Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς ανακάλεσε την αυτονομία του
Κοσσυφοπεδίου, επιβάλλοντας άμεσο έλεγχο από το Βελιγράδι. Αυτό οδήγησε σε μια
δεκαετία παθητικής αντίστασης των Αλβανών, η οποία στα τέλη του '90 μετατράπηκε
σε ένοπλο αγώνα από τον UÇK (Απελευθερωτικός Στρατός του Κοσσυφοπεδίου).
Η βίαιη καταστολή από τις σερβικές δυνάμεις και οι
καταγγελίες για ανθρωπιστική καταστροφή προκάλεσαν τη διεθνή επέμβαση. Το 1999,
το ΝΑΤΟ εξαπέλυσε βομβαρδισμούς εναντίον της Γιουγκοσλαβίας, αναγκάζοντας τον
Μιλόσεβιτς να αποσύρει τα στρατεύματά του. Έκτοτε, η περιοχή τέθηκε υπό τη
διοίκηση του ΟΗΕ και την προστασία της ειρηνευτικής δύναμης KFOR.
Το τελικό ρήγμα ήρθε το 2008, όταν το
Κοσσυφοπέδιο ανακήρυξε μονομερώς την ανεξαρτησία του. Ενώ πολλές δυτικές χώρες
(όπως οι ΗΠΑ και οι περισσότερες χώρες της ΕΕ) την αναγνώρισαν, η Σερβία, η
Ρωσία, η Κίνα, αλλά και χώρες όπως η Ελλάδα και η Ισπανία, δεν την αποδέχτηκαν.
Έτσι, το Κοσσυφοπέδιο παρέμεινε σε ένα διεθνές μετέωρο βήμα, οδηγώντας στις
σημερινές ατέρμονες διαπραγματεύσεις για την εξεύρεση μιας λύσης που θα
ισορροπεί ανάμεσα στην εδαφική ακεραιότητα και την αυτοδιάθεση.
Η
Μαρτινή Σφαγή (Μάρτιος 2004)
Η Μαρτινή Σφαγή (Σφαγές του Μαρτίου 2004)
αναφέρεται στο κύμα βίαιων επιθέσεων κατά του σερβικού πληθυσμού στο
Κοσσυφοπέδιο και τη Μετόχια. Αποτελεί μια από τις μελανότερες σελίδες της
σύγχρονης ιστορίας της περιοχής.
Συνοπτικά Στοιχεία
|
Χαρακτηριστικό |
Λεπτομέρειες |
|
Ημερομηνία |
17-18 Μαρτίου 2004 |
|
Τόπος |
Κοσσυφοπέδιο και Μετόχια |
|
Ανθρώπινες Απώλειες |
28 Σέρβοι νεκροί, χιλιάδες τραυματίες |
|
Υλικές Καταστροφές |
35 εκκλησίες/μονές καταστράφηκαν, 900+ σπίτια
κάηκαν |
|
Εκτοπισμός |
4.000+ Σέρβοι αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τις
εστίες τους |
Το Χρονικό των Γεγονότων
Η βία πυροδοτήθηκε από την είδηση ότι Αλβανόπουλα
πνίγηκαν στον ποταμό Ιμπάρ, με τη φήμη να καταλογίζει την ευθύνη σε
Σέρβους. Παρά το γεγονός ότι οι ισχυρισμοί αποδείχθηκαν μεταγενέστερα ψευδείς,
προκάλεσαν οργανωμένες μαζικές επιθέσεις κατά σερβικών κοινοτήτων.
Η Στάση της Διεθνούς Κοινότητας:
Η KFOR (διεθνής στρατιωτική δύναμη) και η UNMIK (διοίκηση του ΟΗΕ) δέχθηκαν
δριμεία κριτική για την αδράνειά τους, καθώς απέτυχαν να προστατεύσουν τον
άμαχο πληθυσμό και την πολιτιστική κληρονομιά της περιοχής.
Στο επίκεντρο της πολιτικής πραγματικότητας
βρίσκεται η Συμφωνία της Αχρίδας, η οποία επιχειρεί να επιβάλει μια
«σιωπηρή αναγνώριση» μεταξύ Βελιγραδίου και Πρίστινας. Η Πρίστινα (Αλβανική
πλευρά) επιδιώκει την πλήρη διεθνή
κυριαρχία και την ένταξη σε οργανισμούς όπως ο ΟΗΕ, ενώ το Βελιγράδι προσπαθεί
να διασφαλίσει την Ένωση Σερβικών Δήμων, ένα καθεστώς αυτονομίας που θα
προστατεύει τον σερβικό πληθυσμό και την πολιτιστική κληρονομιά της περιοχής. Η
Δύση πιέζει για μια τελική λύση που θα εξασφαλίσει τη σταθερότητα στα Βαλκάνια,
ζητώντας από τις δύο πλευρές οδυνηρούς συμβιβασμούς.
Ωστόσο, αυτή η διπλωματική προσέγγιση βρίσκει σφοδρή
αντίσταση από εκκλησιαστικούς κύκλους, όπως εκφράζεται μέσα από την οπτική του Επισκόπου
Ξενοφώντος. Για αυτή την πλευρά, κάθε μορφή διαλόγου ή αποδοχής των δυτικών
σχεδίων αποτελεί μια «διαρκή προδοσία». Καταγγέλλουν την πολιτική ηγεσία του
Βελιγραδίου για ενδοτισμό και την εκκλησιαστική ηγεσία του Πατριαρχείου για
υποκριτική στάση, υποστηρίζοντας ότι θυσιάζουν το «Κοσσυφοπεδιακό τάμα» και την
πνευματική ταυτότητα του έθνους στον βωμό του ευρωπαϊκού εκσυγχρονισμού.
Ο επίσκοπος Ξενοφών
εξαπολύει δριμύ κατηγορητήριο κατά της εκκλησιαστικής ηγεσίας του Πατριαρχείου,
κατηγορώντας την για υποκρισία και «βουβή σιωπή» απέναντι στις δυτικές πιέσεις.
Η κριτική του εστιάζει στη λεγόμενη «σχολή της Μπάτσκα», την οποία ταυτίζει με
έναν οικουμενισμό που θεωρεί αντισερβικό και ξένο προς την παράδοση,
υποστηρίζοντας ότι η προσέγγιση με το Βατικανό και τη Δύση αποδυναμώνει την
πνευματική αντίσταση του λαού. Θεωρεί ότι η προσέγγιση με το Βατικανό και το
Οικουμενικό Πατριαρχείο (Φανάρι) αποδυναμώνει την Ορθοδοξία, καθιστώντας την
πιο «δυτική» και συμβιβαστική. Μέσω των θρησκευτικών διαλόγων, η εκκλησιαστική
ηγεσία προετοιμάζει το έδαφος για να αποδεχθεί ο λαός την απώλεια του
Κοσσυφοπεδίου, ακολουθώντας τις εντολές των δυτικών κέντρων εξουσίας.
Η κατάσταση στο Κοσσυφοπέδιο σήμερα.
Η κατάσταση στο Κοσσυφοπέδιο σήμερα (2026) παραμένει
ένα από τα πιο περίπλοκα και εύφλεκτα ζητήματα στην Ευρώπη. Παρόλο που δεν
υπάρχει ενεργή πολεμική σύρραξη μεγάλης κλίμακας, η ένταση είναι διαρκής,
ιδιαίτερα στο βόρειο τμήμα της περιοχής.
Το Κοσσυφοπέδιο αποτελεί πεδίο γεωπολιτικού
ανταγωνισμού. Η Δύση πιέζει για ταχεία ένταξη της περιοχής στους
ευρωατλαντικούς θεσμούς, ενώ η Ρωσία στηρίζει τη σερβική θέση στον ΟΗΕ,
εμποδίζοντας την πλήρη διεθνή αναγνώριση της Πρίστινας.
Για τους Σέρβους που ζουν στους θύλακες (νότια του
ποταμού Ιμπάρ), η κατάσταση είναι ακόμα πιο δύσκολη: Ζουν σε μικρές κοινότητες
περιτριγυρισμένες από αλβανικό πληθυσμό, με περιορισμένη πρόσβαση σε υπηρεσίες
και συνεχή ανησυχία για την ασφάλεια των θρησκευτικών τους μνημείων.
Κύρια χαρακτηριστικά της Επιστολής
Η επιστολή γράφτηκε γύρω στην 22η επέτειο της σφαγής
κατά των Σέρβων στο Κοσσυφοπέδιο και τη Μετόχια .Είναι μια εξαιρετικά
επικριτική και πένθιμη ποιμαντική επιστολή απευθυνόμενη στους Σέρβους
Ορθόδοξους πιστούς, γραμμένη κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Τεσσαρακοστής. Ο
επίσκοπος Ξενοφών στην επιστολή του:
Α. Κατηγορεί τόσο την κυβέρνηση του Βελιγραδίου (τρέχουσα και προηγούμενες) για αποικιακές, αντιεθνικές, παραδοσιακές πολιτικές όσο και το Πατριαρχείο του Βελιγραδίου για συνενοχή μέσω σιωπής, οικουμενισμού και «προδοσίας κατά του λαού» Β. Εντοπίζει την ρίζα της προδοσίας του Κοσσυφοπεδίου στην οικουμενιστική-παγκοσμιοποιητική ιδεολογία της «σχολής της Μπάτσκα-Κοβίλι» (με αναφορά στον Επίσκοπο Ειρηναίο της Μπάτσκα-Μπέτσκι), και συγκεκριμένα στην δίωξη του Επισκόπου Αρτεμίου — τον οποίο αποκαλεί «τον μόνο αληθινό υπερασπιστή της αγίας πίστης και της αγίας γης του Κοσσυφοπεδίου». Η επαρχία βρίσκεται σε εξορία για πάνω από 15 χρόνια, μαρτυρώντας ανοιχτά για αυτές τις προδοσίες.
|
ΕΠΕΞΗΓΗΣΕΙΣ Με το ονομα Κόβιλ
δεν αναφερετε σε κάποιο πρόσωπο με το αλλά
στην Ιερά Μονή Κόβιλ (Manastir Kovilj) στη Σερβία, η οποία
διαδραματίζει κεντρικό ρόλο στην πνευματική και πολιτική διαμάχη που
περιγράφει ο Επίσκοπος Ξενοφών. Η Μονή Κόβιλ, που βρίσκεται στην περιοχή της
Βοϊβοντίνα, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα πνευματικά κέντρα της Σερβικής
Ορθόδοξης Εκκλησίας. Ωστόσο, στο κείμενο του Επισκόπου Ξενοφώντος, ο όρος «Κοβίλι»
(ή η σχολή της Μπάτσκα-Κοβίλι) χρησιμοποιείται για να περιγράψει μια συγκεκριμένη ομάδα
ιεραρχών και μοναχών. Αυτή η «σχολή»
συνδέεται άμεσα με τον Επίσκοπο Ειρηναίο (Μπούλοβιτς) της Μπάτσκα, ο
οποίος υπήρξε πνευματικός πατέρας πολλών σύγχρονων στελεχών της Εκκλησίας,
συμπεριλαμβανομένου και του σημερινού Πατριάρχη Σερβίας, Πορφυρίου (ο οποίος
διετέλεσε ηγούμενος της μονής Κόβιλ). Για τους
επικριτές τους, όπως ο Ξενοφών, η Μονή Κόβιλ συμβολίζει τον «εκσυγχρονιστικό
οικουμενισμό». Θεωρούν ότι από εκεί ξεπήδησε μια γενιά επισκόπων που
είναι υπερβολικά κοντά στην κρατική εξουσία και τη Δύση, και οι οποίοι —κατά
την άποψή του— είναι πρόθυμοι να θυσιάσουν την παραδοσιακή σερβική στάση για
το Κοσσυφοπέδιο προκειμένου να διατηρήσουν καλές σχέσεις με την Ευρώπη και το
Βατικανό. Έτσι, όταν το κείμενο αναφέρεται στο «Κοβίλ», δεν μιλά απλώς για
ένα μοναστήρι, αλλά για το ιδεολογικό κέντρο μιας πολιτικής που ο Ξενοφών
θεωρεί «αντισερβική» και «ανορθόδοξη». |
Γ. Καταγγέλει Την «αχτισαριστική-βρυξελλιώτικη-αχρίδικη»
προδοσία (αναφορά σε διεθνείς συμφωνίες για το Κοσσυφοπέδιο), την παθητική
και ενεργητική συνενοχή της εκκλησιαστικής ηγεσίας, τον «οικουμενισμό»
ως θανάσιμη απειλή για την Ορθόδοξη πίστη. Όταν η Εκκλησία «προδίδει» την
πίστη, προδίδει εύκολα και τη γη, και τον λαό.
«Η Εκκλησία του Βελιγραδίου προδίδει το Κοσσυφοπέδιο
— και αυτή είναι η μεγαλύτερη προδοσία από όλες», γράφει στην εγκύκλιο ο
επίσκοπος Ξενοφων. Με αυτή τη βαριά κατηγορία εξαπολύει μια σφοδρή επίθεση κατά των δύο
τελευταίων Πατριαρχών, του προηγούμενου Ειρηναίου και του σημερινού Πορφυρίου,
καταλογίζοντάς τους πλήρη υποταγή σε πολιτικά και ξένα συμφέροντα. Σύμφωνα με
το μήνυμά του, η ηγεσία της Εκκλησίας επιλέγει τη σιωπή την ώρα που η κυβέρνηση
παραδίδει το Κοσσυφοπέδιο, αποδεχόμενη «προδοτικές» διεθνείς συμφωνίες, όπως
αυτές του Αχτισάρι, των Βρυξελλών και της Οχρίδας. Για τον ίδιο, η ιεραρχία δεν
υπηρετεί πλέον τον σερβικό λαό, αλλά έχει καταστεί όργανο των «παγκοσμιοποιητών»,
της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Βατικανού.
|
ΕΠΕΞΗΓΗΣΕΙΣ Η Διπλωματική
Διαδρομή προς την Ανεξαρτητοποίηση Το Σχέδιο
Αχτισάαρι (2007) αποτέλεσε τον θεμέλιο λίθο της ανεξαρτησίας του
Κοσσυφοπεδίου. Ο ειδικός απεσταλμένος του ΟΗΕ, Μάρτι Άχτισααρι, πρότεινε ένα
καθεστώς «εποπτευόμενης ανεξαρτησίας», το οποίο, ενώ προέβλεπε εκτεταμένα
δικαιώματα και αυτονομία για τη σερβική μειονότητα, άνοιγε διάπλατα την πόρτα
για την απόσχιση. Αν και η Σερβία και η Ρωσία απέρριψαν το σχέδιο στο
Συμβούλιο Ασφαλείας, η Πρίστινα (Αλβανική πλευρά) το χρησιμοποίησε ως βάση για τη μονομερή
ανακήρυξη της ανεξαρτησίας της το 2008. Για τους επικριτές, όπως ο Ξενοφών,
αυτό ήταν το πρώτο μεγάλο βήμα της «διεθνούς προδοσίας». Στη συνέχεια,
η Συμφωνία των Βρυξελλών (2013) σηματοδότησε μια δραματική στροφή στην
πολιτική του Βελιγραδίου. Υπό την πίεση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η Σερβία
συμφώνησε να διαλύσει τους λεγόμενους «παράλληλους θεσμούς» στο βόρειο
Κοσσυφοπέδιο. Αυτό σήμαινε ότι οι σερβικές αστυνομικές δυνάμεις και τα δικαστήρια
που λειτουργούσαν εκεί υπό τον έλεγχο του Βελιγραδίου έπρεπε να ενσωματωθούν
στο νομικό και διοικητικό πλαίσιο της Πρίστινας. Σε αντάλλαγμα, η Σερβία
έλαβε την υπόσχεση για την ίδρυση της «Ένωσης Σερβικών Δήμων», η οποία όμως
δεν υλοποιήθηκε ποτέ. Ο Επίσκοπος Ξενοφών θεωρεί αυτή τη συμφωνία ως το
σημείο όπου η σερβική κυβέρνηση άρχισε να «παραδίδει» τον λαό της στους
Αλβανούς. Τέλος, η Συμφωνία
της Αχρίδας (2023) αποτελεί την πιο σύγχρονη και αμφιλεγόμενη προσπάθεια
εξομάλυνσης. Πρόκειται για ένα παράρτημα εφαρμογής ενός ευρωπαϊκού σχεδίου
που απαιτεί από τη Σερβία να αναγνωρίσει de facto το Κοσσυφοπέδιο.
Αυτό σημαίνει ότι, παρόλο που το Βελιγράδι δεν υπογράφει επίσημα την
ανεξαρτησία, δεσμεύεται να συμπεριφέρεται προς το Κοσσυφοπέδιο ως προς ένα
κυρίαρχο κράτος (αναγνωρίζοντας διαβατήρια, σύμβολα και μη εμποδίζοντας την
ένταξή του σε διεθνείς οργανισμούς). Για τη «σκληρή γραμμή» της Εκκλησίας, η
συμφωνία αυτή είναι η τελική επιβεβαίωση της «αχρίδικης προδοσίας», καθώς
θεωρούν ότι το Βελιγράδι αποδέχεται σιωπηλά το τέλος της σερβικής κυριαρχίας
στην ιερή γη του Κοσσυφοπεδίου. Αυτά τα τρία
ορόσημα αποτελούν για τον Επίσκοπο Ξενοφώντα την πολιτική απόδειξη μιας
«διαρκούς σφαγής» που συντελείται πλέον στα τραπέζια των διαπραγματεύσεων, με
τη συναίνεση —όπως ο ίδιος υποστηρίζει— της εκκλησιαστικής ηγεσίας |
Το «έγκλημα» που τους προσάπτει υπερβαίνει τα όρια
της πολιτικής, καθώς προσλαμβάνει βαθιά θρησκευτικό χαρακτήρα. Θεωρεί πως ο
οικουμενισμός και η προσέγγιση με Καθολικούς και Προτεστάντες αποτελούν
«εξευτελισμό της ορθόδοξης πίστης», υποστηρίζοντας τη θέση ότι όταν μια
Εκκλησία προδίδει το δόγμα της, είναι νομοτελειακά έτοιμη να προδώσει τόσο τη
γη όσο και τον λαό της. Αυτή η στάση πηγάζει και από ένα βαθύ προσωπικό
παράπονο: ο ίδιος και η επαρχία του βρίσκονται σε εξορία εδώ και 15 χρόνια,
επειδή στήριξαν τον επίσκοπο Αρτέμιο, τον οποίον θεωρεί ως τον μοναδικό αληθινό
υπερασπιστή του Κοσσυφοπεδίου. Ενώ το Πατριαρχείο τους απορρίπτει ως
σχισματικούς, εκείνος επιστρέφει την κατηγορία, χαρακτηρίζοντας την επίσημη
ηγεσία ως προδότες.
Δ. Το αίτημά του είναι σαφές και επιτακτικό: δεν
αρκεί μια απλή μνημόνευση των θυμάτων της σφαγής του 2004 για λόγους
εντυπώσεων. Απαιτεί από την Εκκλησία να υψώσει το ανάστημά της ενάντια στην
κυβέρνηση και να σταματήσει την προδοσία «με μια κίνηση του στυλό»,
προειδοποιώντας για τη θεία δικαιοσύνη που θα αντιμετωπίσουν όσοι επιλέγουν τη
σιωπή. Εν κατακλείδι, το μήνυμά του συνοψίζεται σε μια κραυγή αγωνίας από την
εξορία: κατηγορεί την κυβέρνηση ότι παραδίδει το Κοσσυφοπέδιο στους Αλβανούς
και την ηγεσία της Εκκλησίας ότι ευλογεί αυτή την πράξη με τη στάση της,
τονίζοντας ότι αμφότεροι θα κληθούν σύντομα να λογοδοτήσουν.
Η επιστολή τελειώνει με βιβλικές παραθέσεις
(Αποκάλυψη 22:20 και Α' Κορινθίους 16:22), καλώντας για θεία δικαιοσύνη και
ευλογία στους υποφέροντες πιστούς.
Το
Κοσσυφοπέδιο ως Διαρκές Τραύμα και η Καταγγελία της Εκκλησιαστικής Προδοσίας
Για τον Επίσκοπο Ξενοφώντα, τα γεγονότα στο
Κοσσυφοπέδιο δεν αποτελούν απλώς μια ιστορική ανάμνηση, αλλά μια ανοιχτή πληγή
και ένα σύμβολο απόλυτης εγκατάλειψης. Η οπτική του εστιάζει στην πεποίθηση ότι
ο σερβικός λαός προδόθηκε διπλά: αφενός από τη διεθνή κοινότητα και αφετέρου
από την ίδια του την κυβέρνηση. Αυτή η σταδιακή πολιτική παράδοση της περιοχής
περιγράφεται ως ένα «διαρκές έγκλημα», μια μεταφορική συνέχεια της σφαγής που
συντελείται πλέον μέσω της διπλωματίας και των υπογραφών.
Η κριτική του, ωστόσο, στρέφεται με ιδιαίτερη
σφοδρότητα κατά της εκκλησιαστικής ηγεσίας του Πατριαρχείου, την οποία
κατηγορεί για υποκρισία. Χρησιμοποιώντας τη σκληρή φράση «θυμούνται τους
νεκρούς αλλά θάβουν τους ζωντανούς», καταγγέλλει ότι η επίσημη Εκκλησία
παραμελεί την προστασία όσων Σέρβων παραμένουν στην περιοχή. Κατά τον επίσκοπο,
η «αχτισαριστική, βρυξελλιώτικη και αχρίδικη» προδοσία του Κοσσυφοπεδίου
—δηλαδή οι διεθνείς συμφωνίες που απεμπολούν τα κυριαρχικά δικαιώματα της
Σερβίας— δεν θα μπορούσε ποτέ να υλοποιηθεί χωρίς την παθητική ή ενεργητική
έγκριση των Πατριαρχών του Βελιγραδίου, τους οποίους αποκαλεί ειρωνικά
«αγαπημένους του Βατικανού και του Ζάγκρεμπ».
Στο επίκεντρο αυτής της καταγγελίας βρίσκεται η
λεγόμενη «σχολή της Μπάτσκα-Κοβίλι» και ο επίσκοπος Ειρηναίος, ο οποίος
περιγράφεται ως ο ιδεολόγος μιας καταστροφικής, οικουμενιστικής και
«ασφαλίτικης» πολιτικής. Ο Ξενοφών απορρίπτει το επιχείρημα του
εκσυγχρονιστικού ρεαλισμού —ότι δηλαδή η Εκκλησία πρέπει να ακολουθεί τον
«τροχό του κόσμου» για να μην συνθλιβεί— θεωρώντας το ως μια αντιλαϊκή και
ανορθόδοξη στάση που ποδοπατά το «Κοσσυφοπεδιακό τάμα».
Τέλος, ο επίσκοπος προσδίδει στο ζήτημα μια βαθιά
θρησκευτική διάσταση, συνδέοντας την επέτειο των γεγονότων με τη Μεγάλη
Σαρακοστή. Αυτή η σύμπτωση του επιτρέπει να ταυτίσει το θρησκευτικό πένθος με
το πολιτικό, κάνοντας λόγο για μια περίοδο σημαδεμένη από νέες «προδοσίες» που
παραπέμπουν στα Πάθη. Προειδοποιεί, ωστόσο, ότι πέρα από τους τροχούς της
διπλωματίας και του ευκαιρισμού, υπάρχει ο «τροχός της θείας δικαιοσύνης», ο
οποίος αργά ή γρήγορα θα διορθώσει και θα εξαλείψει όσους πρόδωσαν την Καινή
Διαθήκη και τα ιερά προσκυνήματα του λαού τους.
Ιστορικά, το κείμενο ερμηνεύεται ως η φωνή της «Αντι-οικουμενιστικής
και Αντι-δυτικής» τάσης, η οποία βλέπει τη σημερινή ηγεσία της Σερβίας
(πολιτική και εκκλησιαστική) ως μια συνέχεια των ιστορικών «προδοτών» που
θυσίασαν την ιερή γη του Κοσσυφοπεδίου για την πολιτική επιβίωση και την
ευρωπαϊκή προοπτική.
ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ
ΞΕΝΟΦΩΝ: ΔΕΥΤΕΡΗ ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ ΠΕΝΘΟΥΣ ΓΙΑ ΤΟ ΚΟΣΣΥΦΟΠΕΔΙΟ
18 Μαρτίου 2026
Προς τους πατέρες και αδελφούς, τις μητέρες και
αδελφές, τα τέκνα του Αγίου Σάββα, απευθύνω κραυγή, χαιρετισμό και
προειδοποίηση· και προς τους ισχυρούς αυτού του κόσμου που κατέχουν την εξουσία
στον λαό μας, κρατική και εκκλησιαστική, εύχομαι έλεος και συγχώρεση από τον
Θεό, και ουρανογήινη δικαιοσύνη από τον Κύριο Χριστό!
Συμπληρώθηκαν τρία ολόκληρα χρόνια και μερικές
ημέρες από την Πρώτη μας Κραυγαλέα Επιστολή Θλίψης, στην οποία κραυγάζαμε και
προειδοποιούσαμε, ικετεύαμε και υποδεικνύαμε, για πολλοστή φορά, την πρωτοφανή
προδοσία του λαού μας και των ιερών του Κοσσυφοπεδίου μέσω των τότε
παρασκηνιακών προδοτικών συμφωνιών των Βρυξελλών και της Αχρίδας.
Μετά από τρία χρόνια, τίποτα καινούργιο: πάλι Μεγάλη
Τεσσαρακοστή, πάλι επαίσχυντες προδοσίες και παραδόσεις, και η εκκωφαντική
σιωπή εκείνων που θα έπρεπε να μιλούν, να μη σωπαίνουν και να κραυγάζουν μέχρι
τον ουρανό!
Μεγάλη Τεσσαρακοστή, Εβδομάδα της
Σταυροπροσκυνήσεως, και ο Κύριος Χριστός μιλά και προειδοποιεί για την
αυταπάρνηση και την άρση του σταυρού μας, για τη διακονία του πλησίον, ώστε να
Του μοιάσουμε έστω και λίγο· ενώ εμείς μνημονεύουμε προσευχητικά τα θύματα του
πογκρόμ του Μαρτίου 2004, θρηνούμε ακόμα περισσότερο και υψώνουμε τη φωνή μας
ενώπιον Θεού και ανθρώπων, εξ ονόματος εκείνων των θυμάτων του σερβικού λαού
πάνω στους οποίους αυτό το πογκρόμ συνεχίζεται, εντείνεται και —είναι τρομερό
και μόνο να το σκέφτεται κανείς, πόσο μάλλον να το γράφει— οδηγείται στο τέλος
του, μέσα σε όλη την ηρωδιακή παραφροσύνη και αναίδειά του, στο Κοσσυφοπέδιο
και τα Μετόχια· ένα τέλος, δυστυχώς, όπως ακριβώς το φαντάζεται εδώ και καιρό ο
εχθρός μας.
Από την αποικιοκρατική εξουσία του παρόντος και των
προηγούμενων καθεστώτων στο Βελιγράδι (ας μην ξεχνάμε και την πρώην εξουσία, τη
συμμετοχή της στη δημιουργία των «ενσωματωμένων περασμάτων» και τις κυνικές
υποσχέσεις του Μπ. Στεφάνοβιτς προς τους συγκεντρωμένους Σέρβους ότι οι Αλβανοί
τελωνειακοί θα πίνουν απλώς καφέ εκεί και θα χαιρετούν τους περαστικούς), δεν
περιμέναμε ποτέ τίποτα καλύτερο εκτός από προδοσία, κατά την εκτέλεση των
εντολών που τους έχουν οριστεί και τις οποίες εφαρμόζουν με τόση δουλοπρέπεια
όλα αυτά τα χρόνια.
Γι' αυτό, δεν στρέφονται τα δάχτυλα, αλλά τα μάτια,
οι συνειδήσεις και οι καρδιές προς τις εκκλησιαστικές αρχές, με επικεφαλής τον
προηγούμενο και τον νυν πατριάρχη και την πατριαρχική ελίτ, η οποία βοηθά τόσο
δουλοπρεπώς τους κοσμικούς ηγεμόνες σε αυτή την πρωτοφανή προδοσία. Αν η
κρατική εξουσία είναι —και ποιος με σώας τας φρένας και ελάχιστη συνείδηση θα
μπορούσε να διαπιστώσει το αντίθετο— αντισυνταγματική, αντεθνική και συνολικά
συνθηκολογική-προδοτική, υπηρετώντας τα νεοαποικιακά συμφέροντα του παγκοσμιοποιητικού-τρανσανθρωπιστικού
θηρίου, αν είναι εχθρός και μητριά αυτού του λαού, όπως πράγματι είναι, με τη
μεγαλύτερη θλίψη διαπιστώνουμε ότι το ίδιο είναι επί του παρόντος και η
εκκλησιαστική-διοικητική κορυφή του καταισχυμένου Πατριαρχείου Βελιγραδίου. Για
τον πιστό λαό η Εκκλησία είναι πάντα στοργική μητέρα. Αν δεν είναι αυτή, αλλά
μια μοιχαλίδα μητριά, τότε είναι πράγματι Εκκλησία ή μια φαινομενικά
σχεδιασμένη προσομοίωσή της;
Η «αχτισααρική», η βρυξελλιώτικη, η αχριδική και
κάθε άλλη προδοσία του Κοσσυφοπεδίου και των Μετοχίων, του εκεί λαού, των ιερών
και των νεκροταφείων, η οποία υπογράφηκε και εφαρμόστηκε σιωπηρά, υπουλα και
φαύλα έγινε αποδεκτή και εγκρίθηκε από το παρόν και τα προηγούμενα καθεστώτα
στο Βελιγράδι, δεν θα μπορούσε ποτέ να επιβιώσει χωρίς την παθητική όσο και την
ενεργητική έγκριση και την εκκωφαντική σιωπή των καταληψιών και των σημερινών
προκαθημένων του Πατριαρχείου Βελιγραδίου, των προσφιλών εραστών του Βατικανού
και του Ζάγκρεμπ.
Είναι προφανές ότι η πεμπτουσία ολόκληρης της
προδοσίας του Κοσσυφοπεδίου και των Μετοχίων, καθώς και του σερβικού λαού
συνολικά, επιτεύχθηκε ακριβώς μέσω της αντεθνικής προδοσίας της εκκλησιαστικής
ηγεσίας, εμπνευσμένης από τον χιλιοειπωμένο οπορτουνισμό της οικουμενιστικής
και αντισερβικής σχολής Μπάτσκας-Κόβιλ, από όπου αναδύονται επίσκοποι
φαναριώτικου, αντεθνικού και μη ορθόδοξου τύπου.
Σύμφωνα με τα λόγια ενός τέτοιου επισκόπου-γερακιού
του Κόβιλ: «ο τροχός αυτού του κόσμου τραβάει τον δρόμο του, και εμείς, αν δεν
πάμε μαζί του, θα συνθλιβούμε!». Αυτό το «πιστεύω» της Μπάτσκας και του Κόβιλ,
με το οποίο τους διδάσκει ο επίσκοπος Μπάτσκας-Βιέννης Ειρηναίος, ο ιδεολόγος
της καταστροφής της Σερβικής Εκκλησίας και του λαού, έχει γίνει το
θρησκευτικο-πολιτικό φυλλάδιο του σημερινού Πατριαρχείου Βελιγραδίου.
|
|
Ας μην ξεχνούν όμως αυτοί οι κήρυκες του
οικουμενισμού ότι ο τροχός της δικαιοσύνης του Θεού πατάει βαθιά και
αμετάκλητα, διορθώνει και εκμηδενίζει όλους τους άλλους τροχούς αυτού του
κόσμου, και εκείνους που τους σπρώχνουν, αλλά και όλους εκείνους που συμβαδίζουν
αναίσχυντα με αυτούς τους τροχούς, πατώντας με τέτοια πορεία και την Καινή και
την Κοσσοβική και τη Μοναχική, καθώς και κάθε άλλη διαθήκη και ιερότητα.
Σήμερα υποκριτικά μνημονεύετε στα τρισάγια τα θύματα
του πογκρόμ του Μαρτίου, αλλά δεν υψώνετε φωνή μπροστά στο καθεστώς του
Βελιγραδίου, το οποίο είναι το πλέον υπεύθυνο για την προδοσία της αγίας μας
κοσσοβικής γης και του εκεί λαού μας, που έχει εγκαταλειφθεί στο έλεος των
τρομοκρατικών αρχών της Πρίστινας. Ενώ υποκριτικά γράφετε επιστολές στους
ισχυρούς του κόσμου, που είναι απασχολημένοι με νέους πολέμους και ανηλεείς
σκοτωμούς, στους ισχυρούς της δικής σας αυλής μοιράζετε υποκριτικά παράσημα για
το κακό και σωπαίνετε μπροστά στην προδοσία!
Αν δεν ντρέπεστε τη δικαιοσύνη του Θεού, ούτε
φοβάστε τον Θεό, φοβηθείτε και ντραπείτε τα θύματα του πογκρόμ του
Κοσσυφοπεδίου, για να μη γίνει η προσευχή σας γι' αυτά αμαρτία, γιατί
προσεύχεστε για τους νεκρούς, αλλά θάβετε τους ζωντανούς, γιατί γι' αυτούς δεν
νοιάζεστε.
Όμως ποιον, που διαθέτει έστω και λίγη συνείδηση και
μνήμη, θα έπρεπε να εκπλήσσουν αυτές οι τραγικές τελευταίες πράξεις του
κοσσοβικού δράματος και της προδοσίας στο Πατριαρχείο Βελιγραδίου, με το
πρωτοφανές προδοτικό κρεσέντο τους, αν γνωρίζουμε και βλέπουμε ότι η θανατηφόρα
ρίζα της προδοσίας ποτίστηκε με το πάτημα και την οικουμενιστική προδοσία της
ορθόδοξης πίστης, και λιπάνθηκε με τον διωγμό του Επισκόπου Αρτεμίου, του
μοναδικού ειλικρινούς υπερασπιστή της αγίας πίστης και της αγίας κοσσοβικής γης;
Όποιος προδίδει το μεγαλύτερο και σημαντικότερο, την
ορθόδοξη πίστη, αυτός πολύ πιο εύκολα προδίδει με ιουδαϊκό φίλημα και το
Κοσσυφοπέδιο και τα Μετόχια και τον ίδιο του τον λαό, γιατί όποιος δεν φοβάται
τον Θεό, αυτός ούτε τους ανθρώπους ντρέπεται!
Για περισσότερα από 15 χρόνια στην εξορία, η Επαρχία
μας μαρτυρεί ανοιχτά για όλες αυτές τις προδοσίες, αλλά ελπίζουμε μόνο στον
Θεό, που μας σώζει από τον πειρασμό και την καταιγίδα. Χαιρόμαστε όμως και για
τις σποραδικές (ασφαλώς ανεπαρκείς) αφυπνίσεις του λαού μας, ο οποίος σιγά-σιγά
αντιλαμβάνεται αυτό που η Επαρχία μας μαρτυρεί εδώ και δεκαετίες: ότι η κύρια
προδοσία προήλθε από το Πατριαρχείο Βελιγραδίου και ότι η ρίζα της προδοσίας
βρίσκεται εκεί. Αν ήταν ορθόδοξοι, όπως δεν είναι, ο «Σέρβος» Πατριάρχης και οι
«Σέρβοι Ορθόδοξοι» επίσκοποι, με μια μονοκονδυλιά θα μπορούσαν να σταματήσουν
την αγωνία του Κοσσυφοπεδίου και την προδοσία του καθεστώτος του Βελιγραδίου.
Όμως, είναι θλιβερό που ήδη δύο πατριάρχες επιλέγουν
να είναι μέρος της προδοσίας και όχι μέρος του αγώνα, τόσο για το Κοσσυφοπέδιο
και την επιβίωση του λαού μας, όσο και για τη διαφύλαξη της Αγίας Εκκλησίας και
την καθαρότητα της πίστης.
Ο καθένας σε αυτόν τον αιώνα επιλέγει το μέρος του
και προετοιμάζει για τον εαυτό του το αιώνιο μερίδιό του. Εμείς πάλι, σε αυτές
τις άγιες ημέρες της νηστείας, μπορούμε να συνεχίσουμε να θρηνούμε αυτή την
πρωτοφανή προδοσία της εκκλησιαστικής ηγεσίας, αλλά όχι να σωπαίνουμε γι'
αυτήν, προσευχόμενοι στον Μόνο Αληθινό Απονεμητή της Δικαιοσύνης, να μην
αργήσει —όπως και δεν θα αργήσει— ώστε να αποδώσει στον καθένα, όχι σύμφωνα με
τα λόγια και τις ανειλικρινείς εκκλήσεις (όπως αυτές του Πατριαρχείου Βελιγραδίου
για την προστασία του λαού στο Κοσσυφοπέδιο), αλλά σύμφωνα με τα έργα και την
πρόθεση.
Επικαλούμενοι την ευλογία του Θεού στον, οπωσδήποτε
κλονισμένο αλλά όχι θεοεγκαταλελειμμένο, ευσεβή λαό μας, τις θυγατέρες και τους
γιούς της Ορθόδοξης Εκκλησίας, θυμόμαστε την υπόσχεση της Αποκάλυψης: «Λέγει ὁ μαρτυρῶν ταῦτα·
Ναί, ἔρχομαι ταχύ. Ἀμήν, ναὶ ἔρχου,
Κύριε Ἰησοῦ!»
(Αποκ. 22:20), καθώς και την προειδοποίηση του Αποστόλου Παύλου προς Κορινθίους
και προς όλους εμάς: «Εἴ
τις οὐ φιλεῖ
τὸν Κύριον Ἰησοῦν
Χριστόν, ἤτω
ἀνάθεμα. Μαράν ἀθά!» (Α' Κορ. 16:22).
Στο μέσο της Μεγάλης Πασχαλινής Νηστείας
και στην 22η επέτειο του Μαρτινού Κοσσοβικού Πογκρόμ Ο
Επίσκοπος Ράσκας και Πριζρένης στην Εξορία +Ξενοφών


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου