Επιμέλεια έρευνας: πρωτοπρεσβύτερος
Δημήτριος Αθανασίου
Εισαγωγή
Το παρόν άρθρο επιχειρεί μια συστηματική εξέταση των
βλάσφημων και αιρετικών απόψεων του Καζαντζάκη, εστιάζοντας στα τρία κύρια
πεδία της σκέψης του: τη θεολογία του θεού, τη διδασκαλία για τον Ιησού Χριστό
και τη θεολογία της παναγίας. Θα αναδειχθούν οι αποκλίσεις του από την ορθόδοξη
πίστη, οι φιλοσοφικές του επιρροές, καθώς και η σχέση του με την εκκλησιαστική
παράδοση.
Από ποιους επηρεάστηκε ο Καζαντζάκης.
Φιλόσοφοι και Στοχαστές
1.Ανρί Μπεργκσόν
Ο Νίκος Καζαντζάκης γνώρισε τον Ανρί Μπεργκσόν όταν
πήγε στο Παρίσι για σπουδές. Ο Μπεργκσόν ήταν τότε από τους πιο διάσημους
φιλοσόφους της Ευρώπης και δίδασκε στο Κολλέγιο της Γαλλίας. Ο Καζαντζάκης τον
είχε καθηγητή του και μάλιστα έγραψε ένα δοκίμιο για τη φιλοσοφία του.
Η πιο σημαντική ιδέα που πήρε ο Καζαντζάκης από τον
Μπεργκσόν είναι η ζωτική ορμή. Αυτό σημαίνει ότι η ζωή δεν είναι κάτι στατικό
και ακίνητο, αλλά μια δύναμη που συνεχώς κινείται, εξελίσσεται και αλλάζει. Σαν
ένα ποτάμι που τρέχει και δεν σταματά ποτέ.
Ο Μπεργκσόν πίστευε ότι υπάρχει μια δημιουργική
δύναμη μέσα σε όλη την ύλη που την ωθεί να εξελίσσεται. Αυτή η δύναμη δεν είναι
έξυπνη ούτε σχεδιάζει τι θα κάνει. Απλώς αγωνίζεται να ξεπεράσει τα εμπόδια και
να ανέβει ψηλότερα. Ο Καζαντζάκης πήρε αυτή την ιδέα και την έκανε θρησκεία.
Γι' αυτόν, ο θεός δεν είναι κάποιος που κάθεται στον ουρανό και τα ξέρει όλα.
Είναι μια δύναμη που αγωνίζεται, που παλεύει, που πέφτει και σηκώνεται ξανά.
2. Φρειδερίκο Νίτσε και τον Καρλ Μαρξ
Ο Νίκος Καζαντζάκης επηρεάστηκε βαθιά από δύο
σημαντικούς στοχαστές του δέκατου ένατου αιώνα, τον Φρειδερίκο Νίτσε και τον
Καρλ Μαρξ. Και οι δύο τον βοήθησαν να διαμορφώσει τη δική του ξεχωριστή
κοσμοθεωρία, που συνδύαζε στοιχεία και από τους δύο, αλλά τα μετέτρεψε με τον
δικό του τρόπο.
Ο Νίτσε άσκησε τεράστια επίδραση στον Καζαντζάκη,
ιδιαίτερα με την ιδέα του ότι μετά το θάνατο του Ιησού οι μαθητές του
δημιούργησαν έναν μύθο που απείχε πολύ από την αυθεντική του διδασκαλία. Αυτή η
σκέψη οδήγησε τον Καζαντζάκη να αμφισβητήσει την εκκλησιαστική παράδοση και να
αναζητήσει τον αληθινό Χριστό πίσω από τα δόγματα. Ο Νίτσε του έδωσε επίσης την
έννοια του υπερανθρώπου, ενός ανθρώπου που ξεπερνά τα όρια του, που δεν δέχεται
έτοιμες αλήθειες, αλλά δημιουργεί το δικό του νόημα στη ζωή. Ο Καζαντζάκης είδε
στον ήρωά του, είτε αυτός λεγόταν Αλέξης Ζορμπάς είτε Οδυσσέας, αυτόν ακριβώς
τον υπερανθρώπου που αγωνίζεται να ξεπεράσει τον εαυτό του. Επίσης, από τον
Νίτσε πήρε την αντίληψη της θυσίας ως ανδρικής αρετής. Για τον Νίτσε, η θυσία
δεν είναι αδυναμία, αλλά δύναμη, η ικανότητα του ανθρώπου να αρνηθεί το εύκολο
για χάρη του υψηλού. Ο Καζαντζάκης έκανε αυτή την ιδέα καρδιά της δικής του
θεολογίας, όπου ο άνθρωπος πρέπει να θυσιάσει τα πάντα, ακόμα και τη ζωή του,
για να πετύχει την ενότητα με το θείο.
Παράλληλα, ο Καρλ Μαρξ επηρέασε τον Καζαντζάκη με
τον υλισμό του. Ο Μαρξ έλεγε ότι η ύλη είναι η βάση της πραγματικότητας και ότι
οι ιδέες προέρχονται από τις υλικές συνθήκες της ζωής. Ο Καζαντζάκης υιοθέτησε
αυτή την άποψη, αλλά της έδωσε μια πνευματική διάσταση που δεν υπήρχε στον
Μαρξ. Για τον Καζαντζάκη, ο θεός δεν βρίσκεται σε κάποιον υπερουράνιο κόσμο,
μακριά από τη γη και τα ανθρώπινα προβλήματα. Αντίθετα, ο θεός υπάρχει εντός
της ύλης, μέσα στην ίδια τη ζωή, στην πάλη, στον ιδρώτα και στο αίμα των ανθρώπων.
Αυτή η υλιστική προσέγγιση τον έκανε να απορρίψει την παραδοσιακή θεολογία που
μιλά για έναν θεό έξω από τον κόσμο. Για τον Καζαντζάκη, η λύτρωση δεν έρχεται
από ψηλά, αλλά από μέσα, από την ίδια την πάλη του ανθρώπου με την ύλη και την
ιστορία.
Η σύνθεση των δύο αυτών επιρροών είναι μοναδική. Από
τον Νίτσε πήρε την κριτική στη θρησκεία ως θεσμό και την έννοια του
υπερανθρώπου. Από τον Μαρξ πήρε την έμφαση στην ύλη και την ιστορική δράση.
Αλλά ο Καζαντζάκης δεν έμεινε απλώς σε αυτά. Προσέθεσε το δικό του στοιχείο,
που ήταν η πνευματικότητα. Για τον Μαρξ, η θρησκεία είναι όπιο του λαού. Για
τον Νίτσε, είναι ηθική των δούλων. Για τον Καζαντζάκη, όμως, η αληθινή θρησκεία
είναι η πάλη του ανθρώπου να ξεπεράσει την ύλη και να ενωθεί με τη δύναμη που
κινεί τα πάντα. Αυτό που ο Μαρξ έβλεπε ως ταξική πάλη και ο Νίτσε ως βούληση
για δύναμη, ο Καζαντζάκης το είδε ως θεϊκό αγώνα, ως σωτηρία του θεού μέσα από
τον άνθρωπο.
Η επίδραση της θεωρίας της εξελίξεως του
Δαρβίνου στον Καζαντζάκη
Η επίδραση της θεωρίας της εξελίξεως του Δαρβίνου
στον Καζαντζάκη, είναι αναμφισβήτητη και την συναντάμε σε διάφορα έργα του,
είτε σαν αυτούσια φιλοσοφική ιδέα, είτε σαν ιδέα στο στόμα των ηρώων του.
Άλλωστε ο Καζαντζάκης μετέφρασε στα ελληνικά το βιβλίο του Δαρβίνου, Περί
καταγωγής των ειδών. Έτσι στην Ασκητική, διαβάζουμε: «Έλεος να σε
κυριέψει για το πλάσμα τούτο που ξεκόρμισε ένα πρωί από τους πίθηκους, γυμνό,
ανυπεράσπιστο, χωρίς κέρατα και δόντια, μονάχα με μια σπίθα φωτιά στο μαλακό
του καύκαλο. Στο Αναφορά στο Γκρέκο γράφει για το πιστεύω του: «Ο άνθρωπος δεν
είναι κανακάρικο, προνομιούχο πλάσμα του Θεού, ... κι αν ξύσεις λίγο το πετσί
μας, αν ξύσεις λίγο την ψυχή μας, θα βρεις από κάτω τη γιαγιά μας τη μαϊμού».
Κι αλλού, μέσα στο ίδιο βιβλίο λίγο πιο κάτω γράφει: «Ένα ζώο κίνησε από
χιλιάδες χρόνια να φτάσει, μα ακόμα δεν έφτασε... ο πίθηκος· βρισκόμαστε ακόμα
στα μισά του δρόμου, στον πιθηκάνθρωπο», και ακόμη, «το δίποδο χτήνος
ακολουθώντας άλλους δρόμους από τους διανοητικούς, κατόρθωσε να γίνει άνθρωπος».Αυτά
βέβαια δεν είναι περίεργα, αφού τα αποδεχότανε, και ήτανε, ιδέες του συρμού. Το
περίεργο πάντως είναι, ότι βάζει και στο στόμα του Χριστού του, στον Τε λευταίο
Πειρασμό να λέει λόγια δαρβινιστή! «Ο άνθρωπος (συλλογίζονταν ο Ιησούς) κι αν
κατάφερνε, με ακατάπαυτον αγώνα, να σταθεί στα πισινά του ποδάρια, δε θα
μπορούσε ποτέ να γλιτώσει από το ζεστό, τρυφερό σφιχταγκάλιασμα της μάνας του
της μαϊμούς». Σ’ αυτό βέβαια, πάλι δεν καινοτομεί εντελώς, γιατί ακολουθεί τα
χνάρια του πνευματικού του πατέρα του Νίτσε. Ο Νίτσε έγραψε στο
Ζαρατούστρα. «Κάνατε το δρόμο από το σκουλήκι στον άνθρωπο κι έχετε
ακόμη μέσα σας πολύ σκουλήκι. Άλλοτε ήσασταν πίθηκοι και τώρα ακόμη ο άνθρωπος
είναι πιο πίθηκος από κάθε πίθηκο». Και, «ο δρόμος μας πάει προς τα πάνω από το
είδος στο υπερ–είδος. Αλλά και μέσω του Μπερξόν ο Καζαντζάκης, έμμεσα, έρχεται
σ’ επαφή με το Δαρβινισμό αφού ο Μπερξόν ακολουθούσε την θεωρία της
κατευθυνόμενης, της δημιουργού εξέλιξης. Έτσι παρατηρεί κανείς ότι ο
Καζαντζάκης κατέληγε εκεί που κατέληγε, ακολουθώντας διάφορα ομοιογενή
μονοπάτια. Όλα τα μονοπάτια του τον οδηγούσαν εκεί που αυτός ήθελε να φτάσει.
Α΄. Η Θεολογία του Θεού:
1.1 Η Ανατροπή της Παραδοσιακής
Θεολογίας
Ο Καζαντζάκης απορρίπτει κατηγορηματικά την
παραδοσιακή αντίληψη ενός παντοδύναμου, αναλλοίωτου και παντογνώστη θεού. Αντ'
αυτού, παρουσιάζει έναν θεό που αγωνίζεται, που βρίσκεται σε διαρκή κίνδυνο και
που χρειάζεται τον άνθρωπο για να σωθεί:
«Ο θεός μου δεν είναι παντοδύναμος. Αγωνίζεται,
γιατί είναι σε κίνδυνο κάθε στιγμή· τρέμει και παραπαίει σε κάθε ζωντανό
πλάσμα, και κραυγάζει. Νικιέται αδιάκοπα, αλλά σηκώνεται πάλι, γεμάτος αίμα και
χώμα, για να πετάξει πάλι στη μάχη».
Αυτή η αντίληψη επηρεάστηκε βαθιά από τη φιλοσοφία
του Ανρί Μπεργκσόν και την έννοια της ζωτικής ορμής, καθώς και από την ιδέα της
συνεχούς εξέλιξης και πάλης. Ο θεός του Καζαντζάκη δεν είναι στατικό ον, αλλά
μια δυναμική δύναμη που εξελίσσεται μέσα από την ιστορία και την ανθρώπινη
εμπειρία.
Η άποψη αυτή έρχεται σε ευθεία αντίθεση με το
χριστιανικό δόγμα του παντοδύναμου και αιώνιου θεού, όπως διατυπώνεται στην
ορθόδοξη παράδοση. Η έννοια του θεού που αγωνίζεται και κινδυνεύει αποτελεί
ουσιαστικά άρνηση της θείας αιωνιότητας και του αναλλοίωτου της Θεότητας.
1.2 Η Έννοια του Σωτήρα του Θεού
Στην κεντρική φιλοσοφική του πραγματεία «Ασκητική:
Σωτήρες του Θεού» (1927), ο Καζαντζάκης παρουσιάζει μια επαναστατική ανατροπή
της παραδοσιακής διδασκαλίας περί σωτηρίας. Ο τίτλος σημαίνει «Σωτήρες του
Θεού» και υποδηλώνει ότι ο άνθρωπος δεν είναι απλώς παθητικός αποδέκτης της
θείας σωτηρίας, αλλά ενεργός συμμέτοχος στη λύτρωση του ίδιου του θεού.
Η κεντρική ιδέα είναι ότι ο θεός γεννιέται μέσα από
την πνευματική πάλη του ανθρώπου. Κάθε άνθρωπος που αγωνίζεται να υπερβεί τα
όρια του, που παλεύει για την ελευθερία και την αρετή, συμβάλλει στη γέννηση
και την εξέλιξη του θεού. Αυτή η σχέση είναι αμοιβαία: ο θεός χρειάζεται τον
άνθρωπο για να πραγματωθεί, και ο άνθρωπος χρειάζεται τον θεό για να βρει νόημα
στον αγώνα του.
Αυτή η αντίληψη αντιστρέφει πλήρως τη χριστιανική
σωτηριολογία, όπου ο θεός είναι αυτός που σώζει τον άνθρωπο, και όχι το
αντίστροφο. Η ιδέα ότι ο άνθρωπος σώζει τον θεό αποτελεί βασική αίρεση που
αρνείται την παντοδυναμία και την αυτάρκεια του θείου.
1.3 Ο Θεός ως Άβυσσος και Σιωπή
Σε πολλά έργα του, ο Καζαντζάκης παρουσιάζει τον θεό
ως άβυσσο, ως σιωπή που καλεί τον άνθρωπο να πέσει μέσα της. Αυτή η αντίληψη
έχει στοιχεία μυστικισμού, αλλά και υπαρξισμού. Ο θεός δεν είναι ένα πρόσωπο
που απαντά στις προσευχές, αλλά μια δύναμη που προκαλεί τον άνθρωπο να
ξεπεράσει τον εαυτό του.
Στο μυθιστόρημα «Ο Καπετάν Μιχάλης» (1950), ο ήρωας
βλέπει τον θεό ως σιωπηλό και απόμακρο, αλλά ταυτόχρονα ως την απόλυτη πρόκληση
για την ανδρεία και την ελευθερία. Η σχέση με τον θεό είναι μια σχέση αντρικής
φιλίας και ανταγωνισμού, παρόμοια με τη σχέση του Αβραάμ με τον θεό ή του Ιακώβ
που παλεύει με τον άγγελο.
Η άρνηση του προσωπικού χαρακτήρα του θεού και η
αντικατάστασή του από μια απρόσωπη δύναμη έρχεται σε σύγκρουση με την
χριστιανική πίστη σε έναν θεό που αγαπά, που μιλά και που σχετίζεται προσωπικά
με τον άνθρωπο.
1.4 Η Θεολογία της Πάλης και της Θυσίας
Για τον Καζαντζάκη, η σχέση με τον θεό δεν είναι μια
σχέση ησυχασμού και παρηγοριάς, αλλά μια συνεχής πάλη. Ο άνθρωπος πρέπει να
θυσιάσει τα πάντα – την αγάπη, την ευτυχία, τη ζωή του – για να συναντήσει τον
θεό. Αυτή η θυσία δεν είναι τιμωρία, αλλά ο μόνος δρόμος για τη λύτρωση.
1.5 Ο Θεός και ο Υλισμός
Παρά την έντονη θρησκευτικότητά του, ο Καζαντζάκης
διατηρεί μια υλιστική προσέγγιση. Ο θεός δεν υπάρχει σε έναν υπερουράνιο κόσμο,
αλλά εντός της ύλης, μέσα στην ίδια τη ζωή και την πάλη. Αυτή η άποψη τον
φέρνει κοντά στον υλισμό του Μαρξ, αλλά με μια πνευματική διάσταση: η ύλη δεν
είναι άψυχη, αλλά φορέας μιας δυναμικής δύναμης που εξελίσσεται προς το πνεύμα.
Β΄. Η Διδασκαλία για τον Ιησού Χριστό: Ο
Άνθρωπος που Έγινε Θεός
2.1 Ο Καζαντζάκης
αποδέχεται την αίρεση ΤΟΥ ΥΙΟΘΕΤΙΣΜΟΥ
Ο Καζαντζάκης αποδέχεται μια αιρετική
προσέγγιση στη χριστολογία, γνωστή ως υιοθετισμός: Ο υιοθετισμός είναι αρχαία
χριστολογική αίρεση που αναπτύχθηκε κατά τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες.
Διδάσκει ότι ο Ιησούς Χριστός δεν ήταν θεός από τη γέννησή του, αλλά έγινε θεός
κατά τη διάρκεια της ζωής του. Σύμφωνα με αυτή την άποψη, ο Ιησούς ήταν απλός
άνθρωπος που υιοθετήθηκε από τον θεό λόγω της ηθικής του τελειότητας και της
υπακοής του.
Υπάρχουν δύο κύριες μορφές υιοθετισμού. Ο
ΒΑΠΤΙΣΜΑΤΙΚΟΣ ΥΙΟΘΕΤΙΣΜΟΣ. Αυτός που διδάσκει ότι ο Ιησούς έγινε
θεός κατά τη βάπτισή του στον Ιορδάνη ποταμό. Τη στιγμή της βάπτισης, το πνεύμα
του θεού κατέβηκε πάνω του και τον υιοθέτησε. Αυτή ήταν η άποψη των Εβιωνιτών
και άλλων αιρετικών ομάδων του δεύτερου αιώνα.
Ο υιοθετισμός της σταύρωσης διδάσκει ότι ο Ιησούς
έγινε θεός κατά τη σταύρωση ή την ανάστασή του. Η θυσία του στον σταυρό ήταν η
πράξη που τον έκανε θεό.
Ο υιοθετισμός καταδικάστηκε από την ορθόδοξη
εκκλησία ως αίρεση γιατί αρνείται την ενανθρώπηση του θεού λόγου από τη
σύλληψη, χωρίζει τον Ιησούς σε δύο πρόσωπα, τον άνθρωπο Ιησού και τον θεό που
τον υιοθέτησε, αρνείται την αιώνια θεότητα του Χριστού και υποβαθμίζει τη
σημασία της σάρκωσης. Η καταδίκη έγινε επίσημα στην πρώτη οικουμενική σύνοδο
της Νίκαιας το 325 μ.Χ. και επιβεβαιώθηκε σε μεταγενέστερες συνόδους.
Σύμφωνα με τον Καζαντζάκη ο Ιησούς δεν ήταν θεός από
τη γέννησή του, αλλά έγινε θεός μέσα από την πνευματική του πάλη και την τελική
υποταγή στο θέλημα του πατέρα. Αυτή η άποψη έρχεται σε αντίθεση με την ορθόδοξη
διδασκαλία περί της θείας φύσης του Χριστού από τη στιγμή της σύλληψής του.
Στον «Τελευταίο Πειρασμό» (1954), ο Ιησούς
παρουσιάζεται ως ένας άνθρωπος που παλεύει μεταξύ πνεύματος και σαρκός, μεταξύ
της επιθυμίας για μια κανονική ανθρώπινη ζωή (οικογένεια, παιδιά, ειρήνη) και
της θεϊκής του αποστολής.
Ο υιοθετισμός αποτελεί αρχαία αίρεση που αρνείται
την ενανθρώπηση του θεού λόγου και υποστηρίζει ότι ο Ιησούς υιοθετήθηκε ως θεός
κατά τη βάπτισή του ή κατά τη σταύρωσή του. Αυτή η άποψη καταδικάστηκε από τις
οικουμενικές συνόδους της εκκλησίας.
2.2 Η Σύγκρουση Πνεύματος και Σαρκός
Στον πρόλογο του «Τελευταίου Πειρασμού», ο
Καζαντζάκης γράφει:
«Η διπλή ουσία του Χριστού – η λαχτάρα τόσο
ανθρώπινη, τόσο υπεράνθρωπη, του ανθρώπου να κατακτήσει τον θεό... ήταν πάντα
ένα βαθύ, ακατανόητο μυστήριο για μένα. Η αρχή μου αγωνία και πηγή όλων των
χαρών και των λυπών μου από τη νιότη μου και μετά ήταν η αδιάκοπη, ανελέητη
μάχη μεταξύ πνεύματος και σαρκός... και η ψυχή μου είναι η αρένα όπου αυτά τα
δύο στρατεύματα συγκρούστηκαν και συναντήθηκαν».
Αυτή η διαλεκτική ανάμεσα στο ανθρώπινο και το θεϊκό
αποτελεί τον πυρήνα της διδασκαλίας του. Για τον Καζαντζάκη, ο Χριστός είναι
«μισός θεός, μισός άνθρωπος» – μια έκφραση που χρησιμοποιείται για να
περιγράψει την τεταμένη σχέση των δύο φύσεων σε ένα πρόσωπο.
Αυτή η διατύπωση αποκλίνει από την ορθόδοξη
διδασκαλία των δύο φύσεων του Χριστού που είναι ασυγχύτως ενωμένες, και
προσεγγίζει την αίρεση του νεστοριανισμού που χωρίζει τις δύο φύσεις.
2.3 Ο Τελευταίος Πειρασμός: Το Δίλημμα
της Ανθρώπινης Φύσης
Το μυθιστόρημα παρουσιάζει τον Ιησού να
αντιμετωπίζει τον τελευταίο πειρασμό πάνω στον σταυρό: ένας άγγελος (που
αποδεικνύεται ότι είναι ο σατανάς) τον απομακρύνει από το σταυρό και του
προσφέρει μια ζωή γεμάτη, με οικογένεια και παιδιά. Ο Ιησούς ζει αυτή τη ζωή
μέχρι τα γεράματα, μέχρι που οι μαθητές του – με επικεφαλής τον Ιούδα – τον
κατηγορούν ότι προδόθηκε την αποστολή του.
Στο έργο αυτό, ο Καζαντζάκης εξερευνά το ερώτημα: Τι
θα συνέβαινε αν ο Χριστός είχε επιλέξει την ανθρώπινη ευτυχία αντί για τη
θυσία; Η απάντηση που δίνεται είναι ότι αυτό θα ήταν η νίκη του κακού – ο
Χριστός πρέπει να αρνηθεί την ανθρώπινη ευτυχία για να εκπληρώσει τη θεϊκή του
αποστολή.
Η παρουσίαση του Ιούδα ως ήρωα που κατηγορεί τον Χριστό για προδοσία της αποστολής του αποτελεί ανατροπή της παραδοσιακής εκκλησιαστικής ερμηνείας.
Γ΄. Η Θεοτοκολογία του
Καζαντζάκη
Σε αντίθεση με την εκτενή ανάπτυξη της μορφής του
Χριστού, ο Καζαντζάκης δεν ασχολείται εκτενώς με την Παναγία στα κύρια έργα
του. Στον «Τελευταίο Πειρασμό» (1954), η Παναγία εμφανίζεται κυρίως ως στοιχείο
του παρασκηνίου, με τον Ιησού να αισθάνεται την πίεση της μητρικής προσδοκίας
και της κοινωνικής ντροπής για την ανώμαλη συμπεριφορά του.
Στον «Χριστό ξανασταυρώνεται» (1954), το μυθιστόρημα
εστιάζει στην αναπαράσταση των παθών σε ένα χωριό της ανατολής, όπου οι
χαρακτήρες υποδύονται ρόλους (Χριστός, Ιωάννης, Ιούδας, Μαγδαληνή), αλλά δεν
υπάρχει αντίστοιχος ρόλος για την παναγία. Αυτή η απουσία είναι ενδεικτική της
επιλογής του Καζαντζάκη να επικεντρωθεί στη σύγκρουση πνεύματος και σαρκός μέσα
από αρσενικά πρόσωπα.
Παρά την άμεση απουσία της παναγίας, η μητρική
διάσταση του θείου εμφανίζεται έμμεσα στη φιλοσοφία του Καζαντζάκη. Στην
«Ασκητική» του, ο θεός παρουσιάζεται ως ένα ον που γεννιέται, παλεύει και
εξελίσσεται μαζί με τον άνθρωπο. Η έννοια του σωτήρα του θεού υποδηλώνει μια
αμοιβαία σχέση δημιουργίας και λύτρωσης, όπου ο άνθρωπος συμμετέχει ενεργά στη
γέννηση του θεού μέσα από την πνευματική του πάλη.
Αυτή η προσέγγιση έρχεται σε αντίθεση με την
παραδοσιακή ορθόδοξη θεολογία της Παναγίας, όπου η παναγία ως Θεοτόκος είναι η
γέφυρα μεταξύ ουρανού και γης, η πύλη του θείου που γεννά τον θεάνθρωπο. Για
τον Καζαντζάκη, η γέννηση του θεού συμβαίνει μέσα στην ψυχή του κάθε ανθρώπου
που αγωνίζεται.
Σε πολλά έργα του Καζαντζάκη, η Μαρία Μαγδαληνή
αναλαμβάνει ρόλο που υποκαθιστά εν μέρει την παναγία. Στον «Τελευταίο
Πειρασμό», η Μαγδαληνή εμφανίζεται ως σύμβολο της σαρκικής αγάπης που ο Χριστός
πρέπει να υπερβεί, αλλά και ως η πρώτη μάρτυρας της ανάστασης. Στον «Χριστό
ξανασταυρώνεται», η Κατερίνα (που υποδύεται τη Μαγδαληνή) είναι μια χήρα που
ερωτεύεται τον Μανολιό (Χριστό), συνδυάζοντας την πνευματική και σαρκική αγάπη.
Αυτή η επιλογή δείχνει ότι ο Καζαντζάκης προτιμά να
εξερευνά τη γυναικεία παρουσία μέσα από τη σύγκρουση ερωτικής και πνευματικής
αγάπης, παρά μέσα από τη μητρική στοργή που αντιπροσωπεύει η παναγία.
Η απουσία ανάπτυξης της θεολογίας της παναγίας στο
έργο του Καζαντζάκη μπορεί να ερμηνευθεί μέσα από:
- Την
ανδροκεντρική δομή της σκέψης του: Ο Καζαντζάκης εστιάζει στην αρσενική
ηρωική μορφή που παλεύει με τον θεό (πρότυπα του Αβραάμ, Μωυσή, Χριστού,
Οδυσσέα).
- Την
επιρροή του Νίτσε: Η έννοια του υπερανθρώπου και η αντίληψη της θυσίας ως
ανδρικής αρετής.
Δ΄. Συγκριτική Θεολογική Ανάλυση
Η θεολογία του Νίκου Καζαντζάκη διαφέρει ριζικά από
την ορθόδοξη θεολογία σε βασικά σημεία. Σύμφωνα με την ορθόδοξη πίστη, ο Θεός
είναι τριαδικός, αιώνιος και αναλλοίωτος. Για τον Καζαντζάκη, ο Θεός
εξελίσσεται και αγωνίζεται μαζί με τον άνθρωπο. Η εκκλησία διδάσκει ότι ο Θεός
είναι παντοδύναμος, ενώ ο Καζαντζάκης παρουσιάζει έναν θεό που είναι σε κίνδυνο
και χρειάζεται τον άνθρωπο για να σωθεί.
Στην ορθόδοξη θεολογία, ο άνθρωπος σώζεται από τον
Θεό. Ο Καζαντζάκης αντιστρέφει αυτή τη σχέση και λέει ότι ο άνθρωπος σώζει τον
Θεό. Η σωτηρία στην ορθόδοξη παράδοση έρχεται μέσα από την εκκλησιαστική ζωή
και τα μυστήρια. Για τον Καζαντζάκη, η σωτηρία έρχεται μέσα από την ατομική
πνευματική πάλη και τη θυσία του κάθε ανθρώπου.
Ο ορθόδοξος Θεός είναι προσωπικός και σχετίζεται με
τον άνθρωπο μέσα από την αγάπη. Ο θεός του Καζαντζάκη είναι δύναμη που προκαλεί
τον άνθρωπο να ξεπεράσει τα όριά του. Σε ό,τι αφορά τον Ιησού Χριστό, η
εκκλησία διδάσκει ότι είναι θεός και άνθρωπος από τη σύλληψή του, με τις δύο
φύσεις ασυγχύτως ενωμένες. Ο Καζαντζάκης υιοθετεί τον υιοθετισμό και
παρουσιάζει τον Ιησού να γίνεται θεός μέσα από την πνευματική του πάλη, με
ένταση και σύγκρουση μεταξύ πνεύματος και σαρκός.
Τέλος, για την ορθόδοξη εκκλησία, η ανάσταση του
Χριστού είναι ιστορικό γεγονός. Ο Καζαντζάκης ερμηνεύει την ανάσταση συμβολικά,
ως νίκη του πνεύματος επί της σαρκός και όχι ως πραγματικό ιστορικό συμβάν.
4.2 Ορθόδοξες Ανησυχίες και Αιρετικές
Εκφράσεις
Από ορθόδοξη σκοπιά, η θεολογία του Καζαντζάκη είναι
αιρετική. Η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος εξέδωσε επίσημη καταδίκη το
1955, αφορίζοντας τα έργα του «Ασκητική» και «Ο Τελευταίος Πειρασμός»
ως ασεβή και αιρετικά.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου