Πρόκληση αποτελεί η επίσημη σελίδα της Αρχιεπισκοπής Ιταλίας στο Facebook με την ανάρτησή της, διότι αποδεικνύει πόσο πολύ έχουν προχωρήσει οι ενωτικές διαδικασίες μεταξύ των εκκλησιών. Οι Εκκλησίες της Κωνσταντινουπόλεως, αλλά και οι άλλες, οι οποίες συμμετείχαν στο Συμπόσιο των Χριστιανικών Εκκλησιών και υπέγραψαν την επαίσχυντη Συμφωνία, σκανδαλίζουν με την απαράδεκτη στάση τους, διότι προδίδουν την Ορθόδοξη Πίστη και την Εκκλησία του Χριστού.
Η δήλωση του παπικού καρδιναλίου:
«Δεν πρόκειται για έναν κανονισμό συγκατοίκησης, αλλά για την πλήρη κοινωνία· μόνο αυτή είναι ενότητα»
θα έπρεπε να ξυπνήσει τις υπνωτούσες συνειδήσεις των Μητροπολιτών της Εκκλησίας της Ελλάδος. Τι άλλο πρέπει να δουν, για να αντιδράσουν;
Δημοσιεύουμε μέρος της αναρτήσεως:
Απόσπασμα αναρτήσεως
Υπεγράφη στις 23 Ιανουαρίου 2026, στον καθεδρικό ναό του Μπάρι, με την ευκαιρία του πρώτου Συμποσίου των Χριστιανικών Εκκλησιών, το πρώτο Οικουμενικό Σύμφωνο μεταξύ των Χριστιανικών Εκκλησιών στην Ιταλία.
Το κείμενο, με τίτλο «Σύμφωνο για μία κοινή πορεία μαρτυρίας», αποτελείται από έξι άρθρα και αντιπροσωπεύει έναν θεμελιώδη σταθμό για τον αποκαλούμενο «ιταλικό διάλογο».
Μεταξύ των υπογραφόντων συγκαταλέγονται:
- Ο καρδινάλιος Ματτέο Μαρία Τσούππι, Αρχιεπίσκοπος Μπολόνιας και πρόεδρος της Ιταλικής Επισκοπικής Συνόδου (CEI).
- Ο Μητροπολίτης Πολύκαρπος για τη Σεβασμία Ορθόδοξη Αρχιεπισκοπή Ιταλίας (Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως).
- Ο Μητροπολίτης Σιλουανός για την Ορθόδοξη Ρουμανική Επισκοπή.
- Ο Ντανιέλε Γκαρρόνε, πρόεδρος της Ομοσπονδίας Ευαγγελικών Εκκλησιών στην Ιταλία.
- Εκπρόσωποι της Ευαγγελικής Λουθηρανικής Εκκλησίας, της Ορθόδοξης Βουλγαρικής Εκκλησίας, της Βαλδεσιανής Εκκλησίας, της Ευαγγελικής Βαπτιστικής Χριστιανικής Ένωσης, καθώς και εκπρόσωπος του Πατριαρχείου Μόσχας στην Ιταλία.
Συνολικά δεκαοκτώ υπογραφές, οι οποίες μαρτυρούν ευρεία οικουμενική συμμετοχή.
Οι Εκκλησίες που υπέγραψαν υπογραμμίζουν ότι η σημασία του Συμφώνου δεν έγκειται σε μία απλή τυπική πράξη, αλλά αναδύεται από μία κοινή, ώριμη και βαθιά πορεία, η οποία έχει τραφεί από τη συνάντηση, τον διάλογο και τη διάκριση, τόσο σε εθνικό όσο και σε τοπικό επίπεδο.
Τα έξι άρθρα του Συμφώνου
- Ενότητα και συμφιλίωση.
Οι διαιρέσεις μεταξύ των Εκκλησιών αναγνωρίζονται ως πληγές στο Σώμα του Χριστού και σημεία της αμαρτίας. Γίνεται επίκληση της χάριτος για συγχώρηση και αμοιβαία συμφιλίωση. - Επιλογή του διαλόγου ακόμη και στις συγκρούσεις.
Ο διάλογος αποτελεί οδό που πρέπει να ακολουθείται με σταθερότητα, ακόμη και μπροστά σε διαφωνίες ή πιέσεις που ενδέχεται να προκαλέσουν ρήξεις. - Κοινές δράσεις για δικαιοσύνη και αλληλεγγύη.
- Ενιαία και δημόσια μαρτυρία.
- Σταθερός αδελφικός διάλογος.
Προβλέπονται τακτικές συναντήσεις προσευχής, διάκρισης και συγκεκριμένης συνεργασίας. Κάθε Εκκλησία θα προωθήσει πρωτοβουλίες για την αμοιβαία γνωριμία και εκτίμηση μεταξύ των πιστών των διαφόρων ομολογιών. - Τελική επίκληση.
Το Σύμφωνο παραδίδεται στο έλεος του Θεού, ώστε να το ευλογήσει και να το καταστήσει καρποφόρο. Επικαλείται το Άγιο Πνεύμα για την ανακαίνιση των καρδιών και την πορεία προς την πλήρη ενότητα.
Στην παρέμβασή του, ο καρδινάλιος Τζούππι υπογράμμισε:
«Δεν πρόκειται για έναν κανονισμό συγκατοίκησης, αλλά για την πλήρη κοινωνία· μόνο αυτή είναι ενότητα».
Επεσήμανε επίσης ότι μία σοβαρή οικουμενική πορεία μπορεί να καταστεί ζύμη κοινωνικής συνοχής και ειρήνης.
Το Σύμφωνο αυτό αντιπροσωπεύει ένα ιστορικό γεγονός άνευ προηγουμένου και θέτει τα θεμέλια για ένα μέλλον συνεργασίας, σεβασμού και κοινής χριστιανικής μαρτυρίας στο πλαίσιο της σύγχρονης ιταλικής κοινωνίας.
(ΠΗΓΗ.ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΤΥΠΟΣ)
Θεολογικός σχολιασμός
Το λεγόμενο «Οικουμενικό Σύμφωνο για μία κοινή πορεία μαρτυρίας», το οποίο υπεγράφη στο Μπάρι με τη συμμετοχή Ορθοδόξων Ιεραρχών, συνιστά άλλον ένα σοβαρό εκκλησιολογικό εκτροχιασμό.
Το περιεχόμενό του, σε συνδυασμό με τις δηλώσεις Ρωμαιοκαθολικών αξιωματούχων περί «πλήρους κοινωνίας», αποκαλύπτει μία αντίληψη περί ενότητας ξένη και ασύμβατη προς την Ορθόδοξη Παράδοση.
Η Ορθόδοξη Εκκλησία ομολογεί ότι είναι Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική. Δεν αποτελεί κλάδο, ούτε τμήμα ενός ευρύτερου χριστιανικού σώματος. Ο Άγιος Κυπριανός Καρχηδόνος είναι απολύτως σαφής: «Ἐκτὸς τῆς Ἐκκλησίας σωτηρία οὐκ ἔστιν».
Η ενότητα της Εκκλησίας δεν κατακερματίζεται ούτε τραυματίζεται· παραμένει αδιαίρετη. Όσοι αποκόπτονται από την ορθή πίστη, αποκόπτονται από την Εκκλησία, δεν παραμένουν εντός αυτής ως “πληγωμένα μέλη”.
Η παρουσίαση των διαιρέσεων ως «πληγών στο Σώμα του Χριστού» και ως αποτέλεσμα αμοιβαίας ενοχής όλων των «Εκκλησιών» αποτελεί καθαρή εκκλησιολογική πλάνη. Ο Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός διδάσκει ρητά ότι οι Λατίνοι δεν είναι σχισματικοί απλώς, αλλά αιρετικοί, και γι’ αυτό δεν υπάρχει κοινωνία μαζί τους χωρίς προηγούμενη αποκήρυξη των πλανών τους. Η αλήθεια της πίστεως δεν αποτελεί αντικείμενο διαπραγμάτευσης ούτε συμψηφισμού.
Ιδιαίτερα αποκαλυπτική είναι η δήλωση περί επιδιώξεως «πλήρους κοινωνίας». Στην Ορθόδοξη θεολογία, πλήρης κοινωνία σημαίνει κοινωνία πίστεως και μυστηρίων, κοινό Ποτήριο και κοινή Εκκλησία. Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος τονίζει ότι «οὐδὲν οὕτως ὀργίζει τὸν Θεὸν ὡς ἡ τῆς πίστεως διαφθορά». Δεν υφίσταται «πλήρης κοινωνία» χωρίς πλήρη ταυτότητα πίστεως. Κάθε άλλη χρήση του όρου αποτελεί θεολογική απάτη.
Η προώθηση «κοινής μαρτυρίας» και «ενιαίας δημόσιας παρουσίας» χωρίς προηγούμενη ομολογία της μίας αληθινής πίστεως αναιρεί τον ίδιο τον χαρακτήρα της μαρτυρίας. Η Εκκλησία μαρτυρεί την Αλήθεια, δεν τη συγκαλύπτει. Ο Απόστολος Παύλος προειδοποιεί: «Εἴ τις ὑμᾶς εὐαγγελίζεται παρ’ ὃ εὐηγγελισάμεθα, ἀνάθεμα ἔστω» (Γαλ. 1,8). Η συμπαράταξη με αιρέσεις στο όνομα μιας γενικής “χριστιανικής ενότητας” οδηγεί αναπόφευκτα σε ψευδομαρτυρία.
Η υπογραφή Ορθοδόξων Ιεραρχών σε τέτοια κείμενα προσκρούει ευθέως στην κανονική Παράδοση της Εκκλησίας. Ο 15ος Κανόνας της Πρωτοδευτέρας Συνόδου επαινεί εκείνους που διακόπτουν την εκκλησιαστική κοινωνία με Επισκόπους οι οποίοι «γυμνῇ τῇ κεφαλῇ» κηρύττουν πλάνη, ακριβώς για να προστατευθεί το πλήρωμα από τη σύγχυση. Όταν οι ποιμένες υπογράφουν κείμενα που θολώνουν τα όρια της Εκκλησίας, η ευθύνη τους δεν είναι απλώς ποιμαντική, αλλά δογματική.
Τέλος, η επίκληση του Αγίου Πνεύματος για την ευλογία ενός Συμφώνου που αποσιωπά την αλήθεια της πίστεως και εξισώνει την Εκκλησία με τις αιρέσεις συνιστά σοβαρή θεολογική αστοχία. Το Άγιο Πνεύμα είναι το Πνεύμα της Αληθείας και «ὅπου ἡ Ἐκκλησία, ἐκεῖ καὶ τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ», όπως διδάσκει ο Άγιος Ειρηναίος Λυώνος. Δεν ευλογεί κατασκευασμένες ενότητες ούτε οδούς που παρακάμπτουν την Ορθόδοξη Ομολογία.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου