Πρωτοπρεσβύτερος Δημήτριος Αθανασίου
Εισαγωγή
Το ζήτημα της καύσης των νεκρών επανέρχεται συχνά στον σύγχρονο δημόσιο διάλογο, ιδίως στο πλαίσιο κοινωνικών, υγειονομικών και πρακτικών αναγκών. Η Ορθόδοξη Εκκλησία, ωστόσο, διατηρεί σταθερά τη θέση της υπέρ της ταφής του ανθρώπινου σώματος, όχι από νομικισμό ή κοινωνική συνήθεια, αλλά για βαθύτατους θεολογικούς, αγιογραφικούς και συμβολικούς λόγους. Η στάση αυτή πηγάζει από την κατανόηση του ανθρώπου ως ενιαίας και αδιαίρετης ψυχοσωματικής ύπαρξης και από την πίστη στην ανάσταση των νεκρών.
Αγιογραφική κατοχύρωση της ταφής του σώματος
1. Η Παλαιά Διαθήκη και ο σεβασμός προς το ανθρώπινο σώμα
Στην Παλαιά Διαθήκη, η ταφή παρουσιάζεται ως πράξη σεβασμού, τιμής και μνήμης προς τον άνθρωπο. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο Αβραάμ, ο οποίος στο βιβλίο της Γενέσεως (κεφ. 23) αγοράζει το σπήλαιο της Μαχπελά για να ενταφιάσει τη Σάρα. Η πράξη αυτή δεν έχει απλώς πρακτικό χαρακτήρα, αλλά φανερώνει τη συνείδηση ότι το ανθρώπινο σώμα αξίζει φροντίδα και τιμή ακόμη και μετά τον θάνατο.
Ανάλογη είναι και η περίπτωση του Ιωσήφ (Γεν. 50), του οποίου η ταφή γίνεται με ιδιαίτερη επιμέλεια και σεβασμό. Στην αγιογραφική παράδοση, η καύση δεν εμφανίζεται ως φυσικός τρόπος διαχείρισης του νεκρού σώματος, αλλά συνδέεται κυρίως με ειδωλολατρικές πρακτικές, τιμωρίες ή ακραίες συνθήκες. Η ταφή, αντιθέτως, καθιερώνεται ως ιερή και θεολογικά φορτισμένη πράξη.
2. Η Καινή Διαθήκη και το πρότυπο του Χριστού
Η χριστιανική κατανόηση της ταφής θεμελιώνεται πρωτίστως στο γεγονός της ταφής του ίδιου του Χριστού. Ο Ιωσήφ από Αριμαθαίας φροντίζει με ευλάβεια το σώμα του Κυρίου και το τοποθετεί σε καινούργιο μνήμα (Ματθ. 27,57-60· Μάρκ. 15,42-46). Η ταφή του Χριστού αποτελεί πρότυπο για τη ζωή και την πράξη της Εκκλησίας και δηλώνει ξεκάθαρα ότι το σώμα δεν είναι κάτι ξένο προς το έργο της σωτηρίας.
Ο Απόστολος Παύλος, αναφερόμενος στην ανάσταση των νεκρών (Α΄ Κορ. 15,35-44), χρησιμοποιεί το παράδειγμα του σπόρου που σπείρεται στη γη για να αναστηθεί σε νέα μορφή. Η ταφή, συνεπώς, εκφράζει την πίστη ότι το σώμα, αν και φθαρτό, προορίζεται να μεταμορφωθεί και να συμμετάσχει στη ζωή της αναστάσεως ως «πνευματικό σώμα».
Το όραμα του προφήτη Ιεζεκιήλ και η θεολογία της ανάστασης
1. Η αγιογραφική αφήγηση (Ιεζ. 37,1-14)
Στο όραμα της κοιλάδας με τα ξερά οστά, ο προφήτης Ιεζεκιήλ γίνεται μάρτυρας της θεϊκής δύναμης που αναγεννά τη ζωή. Τα οστά ενώνονται, καλύπτονται με σάρκα και δέρμα και δέχονται το πνεύμα της ζωής, ώστε να αναστηθεί πλήθος ζωντανών ανθρώπων. Το όραμα αυτό θέτει με σαφήνεια το ερώτημα της δυνατότητας της ζωής μετά τον θάνατο και απαντά με την παντοδυναμία του Θεού.
2. Θεολογική ερμηνεία
Τα ξερά οστά συμβολίζουν τον νεκρωμένο Ισραήλ της εξορίας, αλλά ταυτόχρονα προαναγγέλλουν την καθολική ανάσταση των νεκρών. Η ανασύσταση δεν αφορά μόνο την ψυχή, αλλά και το σώμα, υπογραμμίζοντας την ενότητα της ανθρώπινης υπόστασης. Το πνεύμα που ζωοποιεί τα οστά φανερώνει ότι η σωτηρία δεν είναι πνευματική αφαίρεση, αλλά αποκατάσταση ολόκληρου του ανθρώπου.
3. Σύνδεση με τη χριστιανική διδασκαλία
Το όραμα του Ιεζεκιήλ λειτουργεί ως θεμέλιο για τη χριστιανική πίστη στην ανάσταση, όπως αυτή διατυπώνεται πληρέστερα στην Καινή Διαθήκη. Η Εκκλησία αντλεί από αυτό τη βεβαιότητα ότι το σώμα είναι φορέας της θείας υπόσχεσης και ότι η φροντίδα του μετά θάνατον δεν είναι τυπική πράξη, αλλά ομολογία πίστεως.
Θεολογικοί λόγοι της μη αποδοχής της καύσης των νεκρών
1. Η αξία του σώματος ως εικόνας του Θεού
Στην Ορθόδοξη θεολογία, ο άνθρωπος είναι εικόνα Θεού όχι μόνο ως ψυχή, αλλά ως ψυχοσωματική ενότητα. Το σώμα θεωρείται ναός του Αγίου Πνεύματος και όργανο κοινωνίας με τον Θεό. Η ταφή εκφράζει τον σεβασμό προς αυτή την ιερότητα, ενώ η καύση θεωρείται ότι αλλοιώνει τον θεολογικό συμβολισμό της τιμής προς το ανθρώπινο σώμα.
2. Πίστη στην ανάσταση και νίκη επί του θανάτου
Η ταφή αποτελεί έμπρακτη ομολογία της πίστης στην ανάσταση των νεκρών. Αν και η καύση δεν αναιρεί δογματικά τη δυνατότητα της ανάστασης, εντούτοις παραμορφώνει τη συμβολική και ηθική διάσταση της εκκλησιαστικής πίστης, μετατοπίζοντας το βάρος από την αναμονή της αναγέννησης στην εξαφάνιση του σώματος.
3. Μνήμη, σχέση και εκκλησιαστική συνέχεια
Η ταφή διατηρεί ζωντανή τη μνήμη του κεκοιμημένου και ενισχύει τη σχέση των ζωντανών με την Εκκλησία των αγίων. Ο τάφος λειτουργεί ως τόπος προσευχής, μνήμης και ελπίδας. Η καύση, αντίθετα, αποδυναμώνει αυτή τη βιωματική και κοινοτική διάσταση.
4. Παράδοση και ηθική
Ιστορικά, η καύση συνδέεται με ειδωλολατρικές αντιλήψεις και δεν εντάσσεται στο εκκλησιαστικό ήθος της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης. Η Ορθόδοξη Εκκλησία, σεβόμενη την ανθρώπινη ελευθερία, δεν επιβάλλει, αλλά προτείνει την ταφή ως πράξη σύμφωνη με την πίστη, την παράδοση και την ηθική της.
Συμπέρασμα
Η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν αποδέχεται την καύση των νεκρών όχι από κοινωνική ακαμψία, αλλά επειδή αυτή προσβάλλει τον σεβασμό προς το ανθρώπινο σώμα, αλλοιώνει τον συμβολισμό της ανάστασης και αντιβαίνει στη θεολογική και πνευματική της παράδοση. Η ταφή παραμένει πράξη πίστης, τιμής και ελπίδας, έκφραση της βεβαιότητας ότι ο θάνατος δεν είναι το τέλος, αλλά η προσδοκία της ζωής εν Χριστώ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου