Δευτέρα 12 Ιανουαρίου 2026

Η Επιστολή του Μεγάλου Βασιλείου προς τους Νικοπολίτες και η Ζ Οικουμενικη Σύνοδος (Ένα αξιόλογο εκκλησιολογικό κείμενο)

 

 


Επιμέλεια  κειμένου: Πρωτοπρεσβύτερος Δημήτριος Αθανασίου

Εισαγωγικά

Η επιστολή του Μεγάλου Βασιλείου προς τους Νικοπολίτες αποτελεί ένα σημαντικό θεολογικό και ποιμαντικό κείμενο της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Μέσα από αυτήν, αναδεικνύεται η στάση της Εκκλησίας απέναντι σε όσους χειροτονούνται από αιρετικούς, με σαφή διάκριση μεταξύ των ηγετών των αιρέσεων και εκείνων που παρασύρθηκαν χωρίς δική τους ευθύνη. Η επιστολή συνδυάζει αυστηρότητα και δικαιοσύνη, επιβεβαιώνοντας τη θεία ενέργεια των μυστηρίων και ταυτόχρονα διαφυλάσσοντας την καθαρότητα της πίστης και την πνευματική προστασία των πιστών. Πρόκειται για ένα κείμενο που φωτίζει τη σοφία της Εκκλησίας στην αντιμετώπιση των αιρέσεων, την εφαρμογή της ποιμαντικής διάκρισης και τη σημασία της προσωπικής ευθύνης στην πίστη.

π.Δ.Α

 

ΚΕΙΜΕΝΟ

Οὐκ οἶδα ἐπίσκοπον μηδὲ ἀριθμήσαιμι ἐν ἱερεῦσι Χριστοῦ τὸν παρὰ τῶν βεβήλων χειρῶν ἐπὶ καταλύσει τῆς πίστεως εἰς προστασίαν προβεβλημένον. Αὕτη ἐστὶν ἡ ἐμὴ κρίσις.

Ὑμεῖς δὲ, εἴ τινα ἔχετε μεθ' ἡμῶν μερίδα, ταυτὰ ἡμῖν φρονήσετε δηλονότι· εἰ δὲ ἐφ' ἑαυτῶν βουλεύεσθε, τῆς ἰδίας γνώμης ἕκαστός ἐστι κύριος· ἡμεῖς ἀθῷοι ἀπὸ τοῦ αἵματος τούτου.

Ταῦτα δὲ ἔγραψα οὐχ ὑμῖν ἀπιστῶν, ἀλλὰ τό τινων ἀμφίβολον στηρίζων ἐκ τοῦ γνωρίσαι τὴν ἐμαυτοῦ γνώμην, ὡς μὴ προσληφθῆναί τινας εἰς κοινωνίαν μηδὲ τῆς χειρὸς αὐτῶν ἐπιβολὴν δεξαμένους μετὰ ταῦτα εἰρήνης γενομένης βιάζεσθαι ἑαυτοὺς ἐναριθμεῖν τῷ ἱερατικῷ πληρώματι.

Οὐκ ἔστιν οὕτως, καθὼς νοεῖτε. Ὁ μὲν πατὴρ τοὺς μὴ αὐθεντήσαντας τῆς αἱρέσεως, ἀλλ' ὑποσυρέντας καὶ βίαν παθόντας ἀποδέχεται εἰς ἱερωσύνην, μόνους δὲ τοὺς προϊσταμένους ἢ γεννήτορας τῶν αἱρέσεων [αὐτοῖς] εἰς ἱερωσύνην οὐ προσεδέξατο, εὖ γε καὶ καλῶς καὶ δικαίως τοῦτο ἀποφαινόμενος.

Και πάλιν οἶδε ὁ ἅγιος Ἀθανάσιος, ὡς διωχθέντα εἰς Ῥώμην διαφόρως καὶ ἀτίμῳ φυγῇ, ὑπὸ τῶν προϊσταμένων τῆς Ἀρειανικῆς αἱρέσεως. Ὅτε δὲ παρρησίαν ἐλάμβανον ἐκείνου ἀναχωροῦντος, εἰς τὴν προτέραν αἵρεσιν ἐπανήρχοντο καὶ διωγμὸν κατὰ τῶν εὐσεβῶν ἐκίνουν.

Ἀποδέδεικται ἱκανῶς, τιμιώτατοι ἀδελφοί, ὅτι οἱ ἐξ αἱρετικῶν προσερχόμενοι δεκτοί εἰσιν· ἐὰν δέ τις ἐπίτηδες πρὸς αἱρετικὸν πορευθῇ καὶ λάβῃ χειροτονίαν, ἄδεκτος ἔστω.

 

 

Μετάφραση

Ο Μέγας Βασίλειος γράφει στους πιστούς της Νικοπόλεως τα εξής:

1.            Δεν μπορώ να θεωρήσω έγκυρο ιερέα ή επίσκοπο κάποιον που χειροτονήθηκε από βέβηλους (δηλαδή αιρετικούς) που έχουν καταλύσει την πίστη. Αυτό είναι η κρίση μου.

2.            Αν κάποιοι από εσάς έχουν συμμετοχή μαζί μας και θέλετε να δώσετε γνώμη, να το κάνετε, αλλά αν αποφασίσετε μόνοι σας, ο καθένας είναι υπεύθυνος για τις πράξεις του· εμείς δεν φέρουμε καμία ευθύνη.

3.            Δεν λέω ότι οι χειροτονημένοι από αιρετικούς είναι εντελώς άκυροι· λέω ότι πρέπει να προσέχουμε να μην αναμιχθούν με το σώμα της Ορθόδοξης Εκκλησίας όσοι επιμένουν στην αίρεση, ακόμα και αν μετά υπάρξει ειρήνη.

4.            Όσους δεν ήταν ηγέτες της αίρεσης αλλά αναγκάστηκαν ή παρασύρθηκαν, τους δέχεται η Εκκλησία στην ιερωσύνη.

5.            Μόνο όσους ήταν ηγέτες ή δημιουργοί της αίρεσης, δεν τους δέχεται. Αυτό είναι δίκαιο και σωστό.

6.            Το παράδειγμα του Αγίου Αθανασίου δείχνει ότι οι αντίπαλοι της πίστης προσπαθούσαν να επαναφέρουν τους πιστούς στην αίρεση, αλλά η Εκκλησία κράτησε τη σωστή στάση.

7.            Συμπερασματικά, όσοι χειροτονούνται από αιρετικούς χωρίς δική τους επιλογή ή επίγνωση της αίρεσης γίνονται δεκτοί, ενώ όποιος επιλέγει επίτηδες να χειροτονηθεί από αιρετικό δεν γίνεται δεκτός.

 

 

ΣΧΟΛΙΑ

Η επιστολή του Μεγάλου Βασιλείου στηρίζεται στη βασική ορθόδοξη πίστη ότι η ιερωσύνη προέρχεται από τον Θεό και όχι απλώς από ανθρώπους. Όταν ο Πατριάρχης Ταράσιος λέει ότι «η χειροτονία είναι εκ Θεού», συμφωνεί με τον Άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο, ο οποίος διδάσκει ότι, αν και ο Θεός δεν χειροτονεί ο ίδιος όλους, ενεργεί μέσα από όλους. Αυτό σημαίνει ότι η ιερωσύνη δεν εξαρτάται αποκλειστικά από το πόσο άγιος ή άψογος είναι ο επίσκοπος που χειροτονει.. Ο Θεός ενεργεί μέσα στα μυστήρια της Εκκλησίας ακόμη και όταν οι άνθρωποι που συμμετέχουν δεν είναι τέλειοι. Έτσι, η χειροτονία έχει πραγματική και αντικειμενική ισχύ, ακόμη και αν έγινε σε περιβάλλον αίρεσης.

Παρά ταύτα, η Εκκλησία δεν δέχεται χωρίς διάκριση όλους όσους χειροτονήθηκαν από αιρετικούς. Ο Μέγας Βασίλειος ξεχωρίζει καθαρά δύο κατηγορίες ανθρώπων. Η πρώτη είναι οι ηγέτες της αίρεσης, αυτοί δηλαδή που είχαν ενεργό ρόλο στη δημιουργία και διάδοσή της. Επειδή οι απόψεις τους είναι βαθιά ριζωμένες και έχουν μεγάλη ευθύνη για την πλάνη, η Εκκλησία δεν τους δέχεται στην ιερωσύνη, ώστε να προστατεύσει την πίστη. Η δεύτερη κατηγορία είναι όσοι παρασύρθηκαν ή χειροτονήθηκαν χωρίς τη θέλησή τους και χωρίς να έχουν ηγετικό ρόλο. Αυτοί μπορούν να γίνουν δεκτοί, γιατί η αίρεση δεν έχει επηρεάσει βαθιά τη συνείδησή τους, αρκεί να μετανοήσουν και να αποδεχθούν ξεκάθαρα την ορθόδοξη πίστη.

Με τον τρόπο αυτό φαίνεται η ποιμαντική σοφία της Εκκλησίας. Δεν απορρίπτει άδικα όσους παρασύρθηκαν, αλλά ταυτόχρονα προστατεύει το δόγμα από όσους το υπονόμευσαν συνειδητά. Η Εκκλησία εξετάζει όχι μόνο αν έγινε μια χειροτονία, αλλά και τις συνθήκες, τα κίνητρα και την πνευματική κατάσταση του ανθρώπου. Σκοπός της είναι να διαφυλάξει την πίστη και την ενότητα της κοινότητας, χωρίς να στερήσει τη σωτηρία από εκείνους που δεν φέρουν προσωπική ευθύνη. Παράλληλα, τονίζεται ότι όποιος επιλέγει συνειδητά να χειροτονηθεί από αιρετικό αναλαμβάνει προσωπική ευθύνη και αποκόπτεται από την Εκκλησία.

Συνολικά, η διδασκαλία αυτή δείχνει ότι, από τη μία πλευρά, η χάρη του Θεού ενεργεί στα μυστήρια ακόμη και μέσα σε δύσκολες και ατελείς ανθρώπινες συνθήκες, και από την άλλη πλευρά, η Εκκλησία έχει καθήκον να διατηρεί καθαρή την πίστη. Ταυτόχρονα, αφήνει χώρο για τη φιλανθρωπία και την επανένταξη όσων παρασύρθηκαν χωρίς δική τους ευθύνη, δείχνοντας ότι η αλήθεια και η αγάπη δεν αντιτίθενται, αλλά πορεύονται μαζί.

Η σχετική συζήτηση της επιστολής στην Ζ Οικουμενική Σύνοδο.

Η επιστολή του Μεγάλου Βασιλείου συζητήθηκε και στη Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδο, η οποία συγκλήθηκε κυρίως για να καταδικάσει την Εικονομαχία και να αποκαταστήσει τη σωστή τιμή των ιερών εικόνων. Παράλληλα όμως, η Σύνοδος ασχολήθηκε και με πρακτικά εκκλησιαστικά ζητήματα, όπως το θέμα των χειροτονιών που είχαν γίνει από αιρετικούς. Στο πλαίσιο αυτό, οι μοναχοί κατέθεσαν την επιστολή του Μεγάλου Βασιλείου προς τους Νικοπολίτες και ζήτησαν να διαβαστεί, ώστε να αποτελέσει οδηγό για την εκκλησιαστική πράξη.

Κατά τη συζήτηση, καθοριστική ήταν η παρέμβαση του Πατριάρχη Ταράσιου. Ο Ταράσιος τόνισε ότι η Εκκλησία δεν μπορεί να δεχθεί στην ιερωσύνη όσους χειροτονήθηκαν συνειδητά και εκούσια από αιρετικούς, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για τους ίδιους τους ηγέτες της αίρεσης. Αυτοί φέρουν μεγάλη ευθύνη για τη διάδοση της πλάνης και, γι’ αυτό, δεν μπορούν να έχουν θέση στο ιερατικό σώμα της Εκκλησίας. Αντίθετα, ο Πατριάρχης ξεκαθάρισε ότι μπορούν να γίνουν δεκτοί όσοι παρασύρθηκαν ή χειροτονήθηκαν με πίεση, χωρίς δική τους ευθύνη. Η στάση αυτή δείχνει ποιμαντική σοφία, γιατί προστατεύει την πίστη, αλλά ταυτόχρονα φροντίζει ανθρώπους που δεν έφταιξαν συνειδητά.

Οι μοναχοί συμφώνησαν με αυτή τη διάκριση και υπογράμμισαν, σύμφωνα με την επιστολή του Μεγάλου Βασιλείου, ότι δεν πρέπει να θεωρείται ιερέας του Χριστού όποιος προβλήθηκε από «ακάθαρτα χέρια» για να καταστρέψει την πίστη. Ήταν ξεκάθαρα αντίθετοι στην αποδοχή των ηγετών της αίρεσης, αλλά δέχονταν την αποκατάσταση εκείνων που χειροτονήθηκαν αναγκαστικά ή από άγνοια.

Τελικά, η Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδος αποδέχθηκε και επικύρωσε αυτή τη διάκριση. Αποφασίστηκε ότι οι ηγέτες της αίρεσης δεν γίνονται δεκτοί στην ιερωσύνη, ενώ όσοι παρασύρθηκαν ή υπέστησαν βία μπορούν να γίνουν δεκτοί, αφού μετανοήσουν και ομολογήσουν καθαρά την ορθόδοξη πίστη. Η απόφαση αυτή δεν έμεινε θεωρητική, αλλά καθιερώθηκε ως πρακτικός κανόνας για τη μελλοντική εκκλησιαστική ζωή, με στόχο τόσο την προστασία της πίστης όσο και τη σωστή ποιμαντική φροντίδα των ανθρώπων.

(ΠΗΓΗ Βιβλίο .Ιερομονάχου Ευγενίου -Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΟΥ ΜΟΛΥΣΜΟΥ)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Δημοφιλείς αναρτήσεις

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου