Σάββατο 31 Ιανουαρίου 2026

 

Ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος ως «ατυχές θύμα του αρχεκάκου όφεως» (κατά την ιδίαν αυτού λογικήν … !)



Το αρθρο παρέχει στούς Ὀρθοδόξους τίς φωτογραφίες τοῦ αὐθεντικοῦ κειμένου τοῦ Πατριάρχου Βαρθολομαίου, βλασφημήσαντος (1998) κατά τῶν Ἁγίων Πατέρων, ὡς «ἀτυχῶν θυμάτων τοῦ ἀρχεκάκου ὄφεως» !

Εἰσαγωγή

1. Οἱ Ἅγιοι Πατέρες δῆθεν «ἀτυχῆ θύματα τοῦ ἀρχεκάκου ὄφεως»
2. Σταχυολογήματα ἀπό τήν ἐν λόγῳ ὁμιλία-προσφώνηση Βαρθολομαίου
⬛ Καί οἱ Ἀποστολικοί Πατέρες «ἡττήθηκαν ἀπό τόν διάβολο» ! …
⬛ Ἀπαγορεύεται ἡ ἱεραποστολή Ὀρθοδόξων στούς αἱρετικούς …
⬛  Ὅποιος ὀρθοδοξεῖ διώκεται
3. Ἀντιδράσεις στήν κορυφαία βλασφημία τοῦ Οἰκ. Πατριάρχου Βαρθολομαίου
Ἡ Ἱερά Κοινότης τοῦ Ἁγίου Ὄρους (1999)
Ὁ μακαριστός Καθηγούμενος Γέρων π. Χρυσόστομος Πῆχος (2017)
Σημειώσεις τέλους

Εἰσαγωγή

Ἡ μακρά σειρά τῶν αἱρετικῶν Πατριαρχῶν, Κωνσταντινουπόλεως καί ἄλλων Θρόνων, παρουσιάζεται εὐδιάκριτη στόν ὁρίζοντα τῆς ἐκκλησιαστικῆς Ἱστορίας, ζωγραφισμένη ἄλλωστε μέ χρώματα ἐξαιρέτως μελανά. Πολλοί ἀπό τούς αἱρετικούς αὐτούς Πατριάρχες, ὄντες πολλές φορές οἱ ἴδιοι καί αἱρεσιάρχες, δηλ. πρωτοστάτες (ἤ καί εἰσηγητές) τῆς κατ’ αὐτούς αἱρέσεως, συνδέθηκαν μέ πολύ συγκεκριμένες αἱρετικές θεολογικές θέσεις, δικές τους ἤ ἄλλων ὁμοφρόνων τους· οἱ θέσεις αὐτές συχνά συνοψίζονται σέ σύντομες αἱρετικές προτάσεις λίγων λέξεων («ἦν ποτε ὅτε οὐκ ἦν» τῶν Ἀρειανῶν, «Χριστοτόκος, οὐ Θεοτόκος» τῶν Νεστοριανῶν, «μία φύσις τοῦ Λόγου σεσαρκωμένη» τῶν Μονοφυσιτῶν [1] κ.ἄ.). Εἶναι βεβαίως προφανές, ὅτι, ὅταν κάποιος θεσμικῶς Ὀρθόδοξος Ἐπίσκοπος καί Πατριάρχης ἀρχίσει νά κηρύσσει αἱρετικά φρονήματα, ἐξακολουθεῖ μέν νά διατηρεῖ τά προνόμια τοῦ θεσμοῦ, γίνεται ὅμως ἀντιληπτός καί καταγγέλλεται μόνον βάσει τῶν αἱρετικῶν κηρυγμάτων του. Δέν ἐνεργοποιεῖται κάποια «φωτεινή ἐπιγραφή» ὑπέρ κεφαλήν αὐτοῦ, ἡ ὁποία νά γράφει «εἶμαι αἱρετικός» (!!!). Θά πεῖτε: «αὐτονόητον». Δυστυχῶς, δέν εἶναι πλέον … Διότι ἔχει ἐκλείψει ἡ γνώση τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἱστορίας …

Ἡ μακρά διαδρομή, φθίνουσα τώρα,  τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως κ. Βαρθολομαίου (Ἀρχοντώνη) ἔχει συνδεθεῖ ὄχι μόνον μέ τήν παναίρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ἀλλά καί μέ δυσεξαρίθμητες ἄλλες αἱρέσεις (ὅπως τῆς ἐκκλησιολογικῆς Μοναρχίας του), ἀλλά καί ἐκκλησιαστικές παρά τούς ἱ. Κανόνας παρανομίες, λόγῳ τῆς πολυμέρειας, ἤ μᾶλλον πολυπραγμοσύνης, τοῦ ἀνδρός, λόγῳ τῆς «σιδηρᾶς» πολιτικῆς του, καί τῆς ὀλεθρίου ἐν γένει πορείας πού ἐπέλεξε νά ἀκολουθήσει παρεκκλίνων ἀπό τήν δογματική Πίστη καί Θεολογία τῶν Ἁγίων Πατέρων. Οἱ πλεῖστες ἀποκλίνουσες θέσεις καί ἐνέργειες τοῦ κ. Βαρθολομαίου (καί ἄλλων [2]) ἀποτυπώνονται σέ μακροτάτη σειρά ἄρθρων μέ τίτλο «Πατριάρχου Βαρθολομαίου, Οἰκουμενιστικά λεχθέντα καί πραχθέντα» [3], τῆς Συνάξεως Ὀρθοδόξων Κληρικῶν καί Μοναχῶν, τά ὁποῖα δημοσιεύονται στήν μαχητική μας «Κατάνυξη».

1. Οἱ Ἅγιοι Πατέρες δῆθεν «ἀτυχῆ θύματα τοῦ ἀρχεκάκου ὄφεως»

Ὅμως στόν νοῦν  τῶν Ὀρθοδόξων, ὄχι τῶν κατ’ ὄνομα, ἀλλά τῶν ἀληθῶν, καμμία αἱρετική φράση δέν ἔχει συνδεθεῖ μέ τόν Πατριάρχη Βαρθολομαῖο τόσο, καί ἐπί τόσο μακρόν χρόνο, ὅσο ἐκείνη ἡ βλάσφημη φράση του τοῦ 1998, ἡ ὁποία ἀφοροῦσε στούς Ἁγίους Θεολόγους Πατέρες πού διέσωσαν τήν Ὀρθοδοξία ἀπό τόν Παπισμό, καί ἡ ὁποία τούς χαρακτήριζε «ἀτυχῆ θύματα τοῦ ἀρχεκάκου ὄφεως», δηλαδή τοῦ σατανᾶ. Στήν ὅλη συνάφεια ἐκείνη, ὁ κ. Βαρθολομαῖος ἀναφέρεται ἐν πρώτοις στήν εὐθύνη ὅλων τῶν Χριστιανῶν (καί τῶν Ὀρθοδόξων … [!] ) γιά τήν δῆθεν διάσπαση τῆς χριστιανικῆς ἑνότητος καί γιά τόν σκανδαλισμό πού προκύπτει μεταξύ τῶν θύραθεν, τῶν μή Χριστιανῶν, ἀπό τήν διάσπαση αὐτή. Αὐτήν παραθέτουμε ἐδῶ σήμερα στό πρωτότυπο, σέ φωτογραφίες ἀπό τήν αὐθεντική ἔκδοση.

 Ἡ ἐπακόλουθη γνωστή ἐν λόγῳ φράση ἔχει ὁλόκληρη ὡς ἑξῆς: «Ἡ συναίσθησις τῆς βαρείας ἡμῶν εὐθύνης ταύτης ὀφείλει νά κατευθύνῃ ἡμᾶς πρός μίαν σύντονον καί ἐπίπονον καί ἀδιάκοπον προσπάθειαν πρός ἐπίτευξιν τῆς ἑνότητος ἡμῶν ἐν τῇ πίστει, ἐν τῷ συνδέσμῳ τῆς εἰρήνης. Ἡ μετάνοια ἡμῶν διά τό παρελθόν εἶναι ἀπαραίτητος. Δέν πρέπει νά σπαταλήσωμεν τόν χρόνον εἰς ἀναζητήσεις εὐθυνῶν. Οἱ κληροδοτήσαντες εἰς ἡμᾶς τήν διάσπασιν προπάτορες ἡμῶν ὑπῆρξαν ἀτυχῆ θύματα τοῦ ἀρχεκάκου ὄφεως καί εὑρίκονται ἤδη εἰς χεῖρας τοῦ δικαιοκρίτου Θεοῦ. Αἰτούμεθα ὑπέρ αὐτῶν τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ, ἀλλ’ ὀφείλομεν ἐνώπιον Αὐτοῦ ὅπως ἐπανορθώσωμεν τά σφάλματα ἐκείνων» [4]. 

Δέν θά ἀναλωθοῦμε ἐδῶ σέ ἐκτενῆ ἀνάλυση τῆς πατριαρχικῆς ὁμιλίας αὐτῆς· ἐκφωνήθηκε πάντως ἐνώπιον τοῦ ἐπικεφαλῆς τῆς παπικῆς ἀντιπροσωπείας Ἀρχιεπισκόπου Βαλτιμόρης Καρδιναλίου Οὐΐλλιαμ Κῆλερ (William Keeler), στόν ὁποῖον καί ἀπευθυνόταν ὡς προσφώνηση στίς 29 Νοεμβρίου τοῦ 1998 στό Φανάρι, στόν Πατριαρχικό Ἱ. Ν. τοῦ Ἁγίου Γεωργίου, κατά τήν διάρκεια τῆς ἐτησίου, Θρονικῆς τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ἑορτῆς τοῦ Ἁγίου Ἀποστόλου Ἀνδρέου τοῦ Πρωτοκλήτου.

Ἐξηγώντας τόν τίτλο τοῦ παρόντος ἄρθρου ὀφείλω νά ἐπισημάνω, ὅτι, ἐάν πάντως ἀληθεύει στή σκέψη τοῦ κ. Βαρθολομαίου Ἀρχοντώνη ἡ φράση του, ὅτι οἱ Πατέρες ὑπῆρξαν «ἀτυχῆ θύματα τοῦ ἀρχεκάκου ὄφεως», ἀκριβῶς ἐπειδή κληροδότησαν σέ ἐμᾶς τήν διάσταση ἀπό τούς αἱρετικούς Παπικούς, τότε πολύ περισσότερο ὁ ἴδιος ὁ κ. Βαρθολομαῖος εἶναι περιφανέστατο, οἰκουμενικῶν διαστάσεων, ἐθελόκακο θῦμα τοῦ διαβόλου, διότι δημιούργησε μόνος του τήν μεγαλύτερη τούς τελευταίους αἰῶνες διάσπαση ἐντός τῆς Ὀρθοδοξίας (μεταξύ ὁμοφρόνων), ἐξ αἰτίας τοῦ οὐκρανικοῦ ζητήματος, καί παρά τίς προειδοποιήσεις, μέ τήν ἐπακόλουθη ἀκοινωνησία (ἀποτείχιση) τῶν ἑκατομμυρίων ἀδικηθέντων Ρώσσων Ὀρθοδόξων ἀπέναντι στήν ἁμαρτήσασα Ἐκκλησία ΚΠόλεως· διάσταση πρό τούτου προέκυψε καί μέ τήν μετά θεολογικῆς ἐπιγνώσεως καί ἐν δικαίῳ ἀποχή τεσσάρων μειζόνων Ἐκκλησιῶν (Πατριαρχείων, Ἀντιοχείας, πρεσβυγενοῦς, Ρωσσίας, Βουλγαρίας καί Γεωργίας) ἀπό τήν «Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδο» τοῦ Κολυμπαρίου τῆς Κρήτης τό 2016, ἡ ὁποία ἐκήρυξεν αἵρεση [5]. Ἡ δέ θλιβερά πνευματική καταδίκη καί ἀπομόνωση τοῦ κ. Βαρθολομαίου δέν φαίνεται μόνον στίς κατάρες μέ τίς ὁποῖες τόν «μνημονεύουν» οἱ Ὀρθόδοξοι τῆς Οὐκρανίας [6] (οἱ ὁποῖες κατάρες θά τόν συνοδεύουν δυστυχῶς κατά τήν ἔξοδό του ἐκ τῶν ἐνθένδε), οἱ Ὀρθόδοξοι οἱ παντοιοτρόπως διωκόμενοι ἀπό τούς νεο-Ναζί καί ἐθνικιστές ὁμόσπονδους τοῦ κ. Βαρθολομαίου, ἀλλά καί στήν ἀποκαρδιωτική γιά τόν «σιδηροῦν» αἱρεσιάρχη τοῦ Φαναρίου εἰκόνα τοῦ προσφάτου ἑορτασμοῦ γιά τά 1700 χρόνια τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου· ἐκεῖ ὑποδέχθηκε τόν ἕτερο αἱρεσιάρχη, ἤδη καταδικασμένο ἀπό τήν Ἐκκλησία, τόν Πάπα Ρώμης Λέοντα ΙΔ΄, «αἱμωδιάζοντα» καί ἀμήχανο, ὁ κ. Βαρθολομαῖος συνοδευόμενος μόνον ἀπό τόν ἐξ ἴσου δεινό προδότη τῶν Ὀρθοδόξων τῆς Οὐκρανίας καί τῆς Ρωσσίας, ἀλλά καλό φίλο ἐπιφανῶν Μασόνων (Σπυρίδωνος Καμαλάκη, Νικολάου Λάου κ.ἄ.) [7], Πατριάρχη Ἀλεξανδρείας κ. Θεόδωρο Β΄.

2. Σταχυολογήματα ἀπό τήν ἐν λόγῳ ὁμιλία-προσφώνηση Βαρθολομαίου

Τήν παροῦσα προσφώνηση τοῦ αἱρεσιάρχου παραδίδω ὁλόκληρη σέ μορφή αὐθεντικῶν φωτογραφιῶν τοῦ πρωτοτύπου, διότι πρό μηνῶν μοῦ ἀμφισβητήθηκε ἀπό Ὀρθοδόξους ἡ γνησιότητα τῆς διαβολικῆς πατριαρχικῆς φράσεως, καί μοῦ ζητήθηκε ἡ ἐξασφάλιση τοῦ πρωτοτύπου … Ἰδού λοιπόν,  παρακάτω παρέχεται ὁλόκληρη σέ φωτογραφίες (οἱ φωτογραφίες δημοσιεύονται στό τέλος τοῦ ἄρθρου, μετά τίς σημειώσεις).

⬛ Καί οἱ Ἀποστολικοί Πατέρες «ἡττήθηκαν ἀπό τόν διάβολο» ! …

Κάνοντας ἀρχικῶς δειγματοληπτική ἐπιλογή ἀπό τήν ἴδια προσφώνηση, ἐπισημαίνουμε ἐν πρώτοις τήν συναφῆ θέση τοῦ κ. Βαρθολομαίου, ὅτι θύματα τοῦ πονηροῦ ὄφεως διαβόλου ὑπῆρξαν ἐπίσης καί οἱ διάδοχοι τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων (οἱ Ἀποστολικοί Πατέρες): «… ἀτυχῶς, ὁ πονηρός ὄφις κατώρθωσε νά ἐνσπείρῃ διχόνοιαν καί ἀμφισβητήσεις καί πλάνας ἀκόμη καί μεταξύ τῶν διαδόχων τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, εἰς τρόπον ὥστε ἡ ὑπό τοῦ Κυρίου ἀποκαλυφθεῖσα ἀλήθεια νά ἔχῃ ἐν πολλοῖς καταστῆ ἀντικείμενον ἐρίδων καί διενέξεων καί ἀνθρωπίνων ἐπινοήσεων, δηλαδή νά ἔχῃ ὑποταχθῇ εἰς τήν ἀνθρωπίνην θέλησιν, ἀντί νά φωτίζῃ καί κατευθύνῃ αὐτήν» [8] (ἐμφάσεις του ἀρθρογράφου).

Γνωρίζω καλῶς, λόγῳ «εἰδικότητος», ὅτι τέτοια μομφή κατά τῶν Ἁγίων Πατέρων καί Διδασκάλων, καί πρωτίστως τῶν πρώτων μεταποστολικῶν αἰώνων, ἀπευθύνουν στήν Ἐκκλησία οἱ Μασόνοι καί Θεοσοφιστές [9], διότι ἀκριβῶς ἐκεῖνοι οἱ Πατέρες, τῶν πρώτων αἰώνων, διέσωσαν τήν Ἐκκλησία ἀπό τίς πλάνες τῶν διαβολικῶν «ἀρχαιομασόνων» Γνωστικῶν, τούς ὁποίους Γνωστικούς οἱ Μασόνοι καί Θεοσοφιστές θεωροῦν ὄχι μόνον θεολογικούς προγόνους τους, ἀλλά καί τήν αὐθεντική μορφή Χριστιανισμοῦ! [10]. Ἀλλά νά μέμφεται τούς Ἁγίους Πατέρας καί ὁ διαφημιζόμενος «ἡγέτης τῆς Ὀρθοδοξίας» κ. Βαρθολομαῖος [11]; Καί ἐνῷ ἡ Ἐκκλησία στήν ὑμνολογία Της εὐγνωμονεῖ τούς Ἁγίους Πατέρες ὡς δῶρον ἐκ Θεοῦ, ἀκριβῶς διότε διέσωσαν ἀσινῆ τήν Πίστιν καί μᾶς ὁδήγησαν σέ αὐτήν; «Ὑπερδεδοξασμένος εἶ, Χριστέ ὁ Θεός ἡμῶν, ὁ φωστῆρας ἐπί γῆς τούς Πατέρας ἡμῶν θεμελιώσας, καί δι’ αὐτῶν πρός τήν ἀληθινήν Πίστιν πάντας ἡμᾶς ὁδηγήσας, Πολυεύσπλαγχνε, δόξα Σοι» [12]. Πρόκειται ὄντως περί πρωτοφανοῦς καί ἀνυπερβλήτου πατριαρχικοῦ θρᾶσους! Πόσο «παραπέμπει» αὐτή ἡ φράση τοῦ Πατριάρχου στό λεγόμενο στήν θεόπνευστη Ἀποκάλυψη τοῦ Εὐαγγελιστοῦ Ἰωάννου (13, 6) «Καί ἤνοιξε τό στόμα αὐτοῦ εἰς βλασφημίαν πρός τόν Θεόν, βλασφημῆσαι τό ὄνομα Αὐτοῦ καί τήν σκηνήν Αὐτοῦ, τούς ἐν τῷ Οὐρανῷ σκηνοῦντας», δηλαδή τούς Ἁγίους Πατέρας.

⬛ Ἀπαγορεύεται ἡ ἱεραποστολή Ὀρθοδόξων στούς αἱρετικούς …

Σέ ἄλλο σημεῖο τῆς ὁμιλίας, ὁ κ. Βαρθολομαῖος παραιτεῖται τοῦ καθήκοντος τῆς Ἐκκλησίας (τό ὁποῖον καί ψέγει) νά ἐφέλκει τούς ἑτεροδόξους (αἱρετικούς) στήν Ὀρθοδοξία· γράφει: «Ἐφ’ ὅσον δηλονότι μία Ἐκκλησία ἀναγνωρίζει ὅτι ἄλλη τις Ἐκκλησία εἶναι ταμιοῦχος τῆς θείας χάριτος καί χορηγός τῆς σωτηρίας, ἀποκλείεται, ὡς ἀντιφάσκουσα εἰς τήν παραδοχήν ταύτην, ἡ προσπάθεια ἀποσπάσεως πιστῶν ἀπό τῆς μιᾶς καί προσαρτήσεως αὐτῶν εἰς τήν ἑτέραν. Διότι ἑκάστη τοπική Ἐκκλησία δέν εἶναι ἀνταγωνίστρια τῶν ἄλλων τοπικῶν Ἐκκλησιῶν, ἀλλ’ ἕν σῶμα μετ’ αὐτῶν […] Ἕνεκα τούτου ὡρισμένα προσηλυτιστικά μορφώματα ἐκκλησιαστικῶν δραστηριοτήτων, ἀνεκτά μέν προσωρινῶς, ὡς κληρονομούμενον, ἀλλ’ ὑπό μεταμόρφωσιν, παρελθόν, δέν δύνανται νά ἀναπτύσσωνται τῇ ὑποστηρίξει τῆς μιᾶς τῶν διαλεγομένων Ἐκκλησιῶν είς βάρος τῆς ἄλλης, ταυτοχρόνως μετά τῆς διεξαγωγῆς τοῦ διαλόγου, διότι τοῦτο σημαίνει ἄρνησιν ἐν τῇ πράξει τῶν ἐν τῇ θεωρίᾳ συμφωνουμένων» [13] (ἐμφάσεις [bolds] του ἀρθρογράφου).

Προσέξτε ἐδῶ τίς πλάνες τοῦ συντάκτου τοῦ κειμένου, δηλαδή – πιθανῶς – τοῦ κ. Βαρθολομαίου (διότι τά πατριαρχικά κείμενα δέν εἶναι πάντοτε – ἤ μᾶλλον σχεδόν οὐδέποτε – προϊόν τῆς πατριαρχικῆς γραφίδος):

(α) Ὀνομάζει ψευδῶς – μέ πονηρία – «τοπικές» τίς «ἐκκλησίες», τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία καί τήν παπική «ἐκκλησία», ἀποκρύπτοντας ὅτι πρόκειται γιά ἑτερόδοξες (ἄλλου δόγματος) κοινότητες καί ὄχι γιά τοπικές· γιά τόν Πατριάρχη καί τούς κατ’ αὐτόν προπαγανδιστές τοῦ ψεύδους, ὁ Παπισμός, τόν ὁποῖον προσφωνεῖ μέ τήν παροῦσα ὁμιλία στό πρόσωπο τοῦ Καρδιναλίου Keeler, δῆθεν δέν εἶναι αἱρετική κοινότητα, αἵρεση, ἀλλά «Ἐκκλησία», ἡ ὁποία διαφέρει μέ ἐμᾶς μόνον τοπικῶς, κατά τήν δικαιοδοσία καί τά ὅρια, ἀλλά ὄχι δογματικῶς (διότι ἔτσι ἔχουν οἱ Τοπικές Ἐκκλησίες τῶν Ὀρθοδόξων)· παρακάτω, βεβαίως, ἀναγκάζεται νά στραφεῖ στήν ὁρολογία περί «διαλεγομένων ἐκκλησιῶν», ἀποκαλύποντας ὅτι ὁμιλεῖ περί ἑτεροδόξων, αἱρετικῶν. Διότι ὁ διάλογος γίνεται περί τῶν δογμάτων πού μᾶς διαχωρίζουν, τούς ἀληθεῖς Χριστιανούς, τούς Ὀρθοδόξους, ἀπό τούς αἱρετικούς, τούς κιβδηλεύοντες τά ἱερά Δόγματα. Ἔχοντας τοῦτο ὑπ’ ὄψιν, κατανοοῦμε τό αἱρετικό ὑπόβαθρο τῆς ἐπιμονῆς τοῦ κ. Βαρθολομαίου στό Κολυμπάρι (καί τοῦ Ἀλβανίας Ἀναστασίου καί ἄλλων), νά χαρακτηρισθοῦν οἱ αἱρετικοί «ἐκκλησίες», καθώς καί ἔγινε

(β) Εἶναι προφανές, ὅτι γιά τόν αἱρεσιάρχη κ. Βαρθολομαῖο ὑπάρχουν ἐντός τῆς Ἐκκλησίας κληρονομούμενα «μορφώματα», τά ὁποῖα ὑπόκεινται σέ «μεταμόρφωση», ἀνεκτά μέν προσωρινῶς, ἀλλ’ ὄχι ἐπί πολύ (οἱ αἰώνιοι ἐκκλησιαστικοί θεσμοί, ὅταν δέν ἀρέσουν στούς αἱρετικούς ρασοφόρους, ἐξαίφνης γίνονται … «μορφώματα», καλά πού δέν εἶπε καί «καρκινώματα»). Βεβαίως, ἡ πατριαρχική θέση ἐδῶ στρέφεται κατ’ ἐξοχήν κατά τῆς Οὐνίας, ἀλλ’  «ἐπί τῇ εὐκαιρίᾳ» καταργεῖ καί τήν ὀρθόδοξη ἱεραποστολή πρός τούς αἱρετικούς, ἐπί τῇ βάσει τῆς ἀμοιβαιότητος, τῆς «ἐπί ἴσοις ὅροις» σχέσεως Ὀρθοδόξων καί αἱρετικῶν. Ἡ μετα-πατερικότητα τῆς θέσεως αὐτῆς εἶναι προφανής, ὅπως εἶναι προφανής καί ὁ ρόλος τοῦ Πατριάρχη καί τῶν ὁμοφρόνων του ὡς αὐτο-στρατευμένων καί ἐν ἐπιγνώσει «μετατροπέων», δηλαδή ὑπονομευτῶν, τῆς Ἐκκλησίας. Ὅμως γιά τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, δέν ὑπάρχει τίποτε στήν Παράδοσή Της ἐλλιπές ἤ πλεονάζον (… ὡς «μόρφωμα» … ! ), χρῆζον μετατροπῆς. Στήν Ὁμολογία τῆς Πατριαρχικῆς Συνόδου τοῦ 1727, τῶν Πατριαρχῶν Παϊσίου ΚΠόλεως, Σιλβέστρου Ἀντιοχείας καί Χρυσάνθου Ἱεροσολύμων, ὁρίζεται: 

 «… πιστεύειν καί φρονεῖν ὅσα ἡ καθ’ ἡμᾶς τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησία παρέλαβε καί διασῴζει μέχρι τοῦδε ἀπαραμείωτα καί ἀνόθευτα εἰς τό παντελές, εἴτε δόγματα Πίστεως, ὅρους τε καί κανόνας, εἴτε παραδόσεις τῆς Ἐκκλησίας ἐγγράφους τε καί ἀγράφους· ὀφείλομεν ἄρα καί περιέπειν ταῦτα πάντα καί ἐνστερνίζεσθαι ὅλῃ ψυχῇ, διανοίᾳ τε καί προθυμίᾳ, καί μηδέ κεραίαν ἐκ τούτων ἀθετεῖν ἤ μεταποιεῖν ἤ προστιθέναι ἤ ἀφαιρεῖν […] Καί γάρ καί μικρά παρέγκλισις καί μεταποίησις ἐν τοῖς περί Θεοῦ λόγοις εἰς κρημνόν φέρει καί βάραθρα, καί βυθῷ ψυχικῆς ἀπωλείας παραπέμπει τόν ὁπωσοῦν ἐκτραπέντα τῆς εὐθείας καί τῆς ἀληθείας διαμαρτήσαντα» [14]. 

Ἡ ὡς ἄνω ἀπόφαση συστοιχεῖ μέ ἐπανειλημμένες δογματικές ἀποφάνσεις τῶν Συνόδων, Οἰκουμενικῶν καί ἄλλων, ὅτι στήν Πίστη καί τήν Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας δέν πρέπει οὔτε νά προστίθεται οὔτε νά ἀφαιρεῖται τίποτε, διότι τίποτε δέν ἐλλείπει, οὔτε καί περισσεύει σέ Αὐτήν, ἡ δέ προσθήκη ἤ ἀφαίρεση συνιστᾷ ἀμφισβήτηση καί ἐξύβριση τῶν Ἁγίων Πατέρων: [15].

(γ) Ἡ ἀπαρέσκεια τοῦ κ. Βαρθολομαίου πρός τήν ὀρθόδοξη ἱεραποστολή πρός τούς αἱρετικούς, δέν εἰσάγεται ἐδῶ τό πρῶτον, ἀλλ’ ἁπλῶς ἐπαναλαμβάνεται ἐκ νέου· διότι ἔχει ἤδη τήν σαφῆ ἔκφρασή της καί στό Κείμενο τοῦ Balamandτῆς «Βελεμενδείου Συμφωνίας», πέντε χρόνια ἐνωρίτερα (Ἰούνιο 1993). Τό κείμενο ἐκεῖνο ὑπέγραψαν δυστυχῶς ἐννέα ἐκπροσωπούμενες Τοπικές Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες (Κπόλεως, Ἀλεξανδρείας, Ἀντιοχείας, Ρωσσίας, Ρουμανίας, Κύπρου, Πολωνίας, Ἀλβανίας καί Φινλανδίας) [16] καί ἀποτελεῖ τήν πλέον ἐπίσημη ἀποδοχή ἐκ μέρους «Ὀρθοδόξων» τῆς ἐκκλησιαστικότητος τοῦ αἱρετικοῦ Παπισμοῦ. Ἡ Συμφωνία τοῦ Balamand, ἀντέστρεψε τήν καταδίκη τῆς Οὐνίας ἐκ μέρους Ὀρθοδόξων καί Παπικῶν, ἡ ὁποία εἶχε ἐπιτευχθεῖ ἐν πολλοῖς χάρις στόν καθηγητή Θεόδωρο Ζήση στό Freising τοῦ Μονάχου τόν Ἰούνιο τοῦ 1990, ἐπί Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κυροῦ Δημητρίου. Ἡ ἄνοδος στόν Θρόνο τοῦ κ. Βαρθολομαίου μετά τόν αἰφνίδιο θάνατο τοῦ κυροῦ Δημητρίου (Ὀκτ 1991), «ἦλθε στήν ὥρα», γιά νά «διασώσει» τόν κινδυνεύοντα (λόγῳ ὀρθοδόξου ἐπιμονῆς καί νίκης στό Freising) διάλογο Ὀρθοδόξων καί αἱρετικῶν Παπικῶν.

Τό Kείμενο τοῦ Balamand περιλαμβάνει λοιπόν ἐν προκειμένῳ μεταξύ ἄλλων αἱρετικῶν θέσεων τήν παραίτηση ἀπό τήν ἱεραποστολή πρός τούς αἱρετικούς καί τήν ἀπόρριψή της: (παρ. §13) «Ἑκατέρωθεν ἀναγνωρίζεται ὅτι ὅσα ἐνεπιστεύθη ὁ Χριστός εἰς τήν Ἐκκλησίαν του […] δέν δύνανται νά θεωρηθοῦν ὡς ἀποκλειστική ἰδιοκτησία μιᾶς τῶν ἡμετέρων Ἐκκλησιῶν [δηλ. Ὀρθοδόξων καί Παπικῶν]. Εἶναι σαφές, ὅτι ἐντός τοῦ πλαισίου τούτου ἀποκλείεται πᾶς ἀναβαπτισμός»[17].Καί παρακάτω, (παρ. §15) «… ἐν τῇ προσπαθείᾳ ἡ ὁποία καταβάλλεται διά τήν ἀποκατάστασιν τῆς ἑνότητος δέν πρόκειται περί ἐπιζητήσεως τῆς μεταστροφῆς τῶν προσώπων μιᾶς Ἐκκλησίας εἰς τήν ἄλλην [δηλ. Ὀρθοδόξων καί Παπικῶν] πρός ἐξασφάλισιν τῆς σωτηρίας των» [18]. Ἐπίσης, ἐπαναλαμβάνεται παλαιά δέσμευση μεταξύ Οἰκ. Πατριάρχου Δημητρίου καί Πάπα Ἰωάννου Παύλου Β΄: (παρ. §18) «Ἐν τῷ πνεύματι τούτῳ, ὁ Πάπας Ἰωάννης Παῦλος Β΄καί ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης Δημήτριος Α΄ ἐτόνισαν ἀπό κοινοῦ: “Ἀπορρίπτομεν πᾶσαν μορφήν προσηλυτισμοῦ, πᾶσαν στάσιν ἥτις θά ἐξελαμβάνετο ἤ θά ἠδύνατο νά ἐκληφθῇ ὡς ἔλλειψις σεβασμοῦ” (7 Δεκεμβρίου 1987)» [19]Καί στούς «Πρακτικούς Κανόνες» (§§19-35) τοῦ Κειμένου τοῦ Balamand, πού ἀνακλοῦν τίς προηγούμενες δογματικές-ἐκκλησιολογικές προδοτικές θέσεις (§§1-18), γράφεται καί πάλιν:  (§27) «Ἔργον τῶν ἰθυνόντων εἶναι νά βοηθήσουν τούς πιστούς των νά ἐνισχύσουν τήν πιστότητά των πρός τήν ἰδίαν Ἐκκλησίαν καί πρός τήν παράδοσίν της, νά διδάξουν δέ αὐτάς νά ἀποφεύγουν ὄχι μόνον τήν βίαν, εἴτε σωματικήν εἴτε λεκτικήν εἴτε ἠθικήν, ἀλλά καί πᾶν ὅ,τι δύναται νά ὁδηγήσῃ εἰς περιφρόνησιν τῶν ἄλλων χριστιανῶν καί εἰς ἀντιμαρτυρίαν, ἀποτελοῦσαν χλευασμόν τοῦ ἔργου τῆς σωτηρίας, πού εἶναι ἡ ἐν Χριστῷ καταλλαγή»[20].

Ὑπενθυμίζουμε, ὅτι οἱ ἱεροί Κανόνες διακηρύσσουν ἐμφατικῶς τήν ὑποχρέωση τῶν Ὀρθόδοξων Ἐπισκόπων (ἐπί ποινῇ ἀκοινωνησίας ἤ ἐκπτώσεώς τους) νά προσπαθοῦν νά μεταστρέψουν τούς αἱρετικούς στήν Ὀρθοδοξία, στήν Ἐκκλησία: «Ἤρεσεν ἵνα, οἵτινες δήποτε ἀμελῶσι τῶν τόπων, τῶν ἀνηκόντων τῇ αὐτῶν καθέδρᾳ, πρός τό τούτους κερδᾶναι εἰς τήν καθολικήν ἑνότητα, ἐγκληθῶσιν ἀπό τῶν γειτνιώντων αὐτοῖς ἐπιμελῶν Ἐπισκόπων, περί τοῦ μή ἀναβάλλεσθαι τοῦτο πράξαι» κ.λπ., καί ἐπίσης: «Ἐάν ἐν τοῖς Ματρικίοις, ἤγουν ἐν ταῖς καθέδραις, Ἐπίσκοπος ἀμελής γένηται κατά τῶν αἱρετικῶν, ὑπομνησθείη ὑπό τῶν γειτνιώντων Ἐπισκόπων ἐπιμελῶν καί ὑποδειχθείη αὐτῷ ἡ ἰδία περιφρόνησις πρός τό μή ἔχειν ἀπολογίαν» κ.λπ. [21].

⬛   Ὅποιος ὀρθοδοξεῖ διώκεται

Τό τρίτο σημεῖο πού ἐπισημαίνουμε, προέρχεται ἀπό τόν ἐπίλογο τῆς προσφωνήσεως πρός τόν Καρδινάλιο Keeler, ὅπου ὁ Πατριάρχης κ. Βαρθολομαῖος εἶπε: «Καί μαρτυροῦμεν τῇ ἀληθείᾳ περί τοῦ ἐσταυρωμένου Χριστοῦ, συνεσταυρωμένοι μετ’ Αὐτοῦ διά τῆς ἀγάπης. Τό κήρυγμα τῆς ἀληθείας ἐπιβεβαιοῦται διά τῆς σταυρώσεως τοῦ κηρύσσοντος» [22].

Εἶναι περίεργο, ὅτι ὁ Πατριάρχης Βαρθολομαῖος, ὁ ἐκστομίσας (Ὀκτώβριο 2021) τήν ἄκρως «μή ἀγαπητική» φράση «σκασίλα μου», γιά τήν Ἐκκλησία τῆς Ρωσσίας καί τήν ἀκοινωνησία (ἀποτείχισή) της πρός τό Φανάρι [23], φράση ἡ ὁποία παραπέμπει στόν ἀδελφοκτόνο Κάιν «μήτι φύλαξ εἰμί τοῦ ἀδελφοῦ μου;» [24], εἶναι περίεργο, ὅτι κάποτε ὑπολόγιζε καί σκεπτόταν τήν Ἐσταυρωμένη ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ καί τῶν πιστῶν Του …

Ἐπειδή ὅμως ἐν προκειμένῳ ὁ κ. Βαρθολομαῖος ἀληθεύει στήν διαπίστωσή του γιά τήν ἐπιβεβαίωση τοῦ κηρύγματος τῆς ἀληθείας, ἄς σκεφθεῖ τέλος πάντων, ποιοί στήν Οὐκρανία εἶναι οἱ «συνεσταυρωμένοι τῷ Χριστῷ» διά τῆς ἀγάπης πρός τήν κανονική Ἐκκλησία Του, καί τίνων τό κήρυγμα ἐκεῖ ἐπιβεβαιώνεται μέ τήν «σταύρωση τῶν κηρυσσόντων». Καί ἄς ἀναλογισθεῖ ἐπίσης, ὅτι εἶναι καί ὁ ἴδιος μέτοχος τῆς κακίας τῶν σταυρωτῶν, μέ τίς ναζιστικῆς (μπαντερικῆς) προελεύσεως ἰαχές του «Σλάβα Οὐκραΐνα (Γιερόϊαμ Σλάβα)» … 

3. Ἀντιδράσεις στήν κορυφαία βλασφημία τοῦ Οἰκ. Πατριάρχου Βαρθολομαίου

Ἡ πρωτοφανής ὡς ἄνω βλάσφημη φράση τοῦ ἐκπεσόντος Πατριάρχου κατά τῶν Ἁγίων Πατέρων ὡς «ἀτυχῶν θυμάτων τοῦ ἀρχεκάκου ὄφεως» – προερχομένη ἀπό πρωτοφανές, διαβολικῆς ἐμπνεύσεως, θρᾶσος – ἔτυχε βεβαίως τότε (τό 1998, πρό 28 ἐτῶν) δριμυτάτης κριτικῆς ἀπό μέρους τῶν Ὀρθοδόξων!

Ἡ Ἱερά Κοινότης τοῦ Ἁγίου Ὄρους (1999)

Σέ ἄγνωστη στούς πολλούς κίνηση διαμαρτυρίας της, ἡ Ἱερά Κοινότης τοῦ Ἁγίου Ὄρους τόν Μάΐο τοῦ 1999 ἀπέστειλε ἐπιστολή στόν Οἰκουμενικό Πατριάρχη κ. Βαρθολομαῖο (ἀρ. πρωτ. Φ. 2/7/639, 11/24 Μαΐου 1999) μέ τήν ὁποία διαμαρτύρεται γιά τίς θεολογικές παρεκτροπές του, ἀκόμη καί γιά τό ἴδιο τό γεγονός, ὅτι προσφάτως ὁ κ. Βαρθολομαῖος εἶχε στείλει ἐπιστολή ἐπευλογήσεως τοῦ νεοεποχικοῦ περιοδικοῦ «God and Religion» (ὅπου βεβαίως δέν ὑπῆρξε ὁ μόνος· παρόμοια ἐκτενῆ ἐπιστολή ἀπέστειλε καί ὁ Ἀναστάσιος Ἀρχιεπίσκοπος τῆς Ἀλβανίας, γνωστός αἱρετικός Οἰκουμενιστής  [25], καί ἄλλοι ὑψηλοί Κληρικοί [26]).

Ἑπισημαίνεται ἐπίσης ἐπικριτικῶς στήν ἐπιστολή τοῦ Ἁγίου Ὄρους μεταξύ ἄλλων, ὅτι: «Καί αὐτοί μέν [οἱ Λατῖνοι], ὡς αἴτιοι τοῦ σχίσματος, εὑρίσκονται εἰς χεῖρας τοῦ δικαιοκρίτου Θεοῦ. Οἱ ἅγιοι Πατέρες ὅμως, οἱ ὁποῖοι δικαίως ἀπέκοψαν τήν αἱρετικήν Ρώμην ἀπό τό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας ὡς ἀνίατον μέλος καί συνέρραψαν τόν ἄρραφον χιτῶνα τοῦ Χριστοῦ, δύνανται νά εἶναι “ἀτυχῆ θύματα τοῦ ἀρχεκάκου ὄφεως;” Ποῖος Ὀρθόδοξος δέν θλίβεται καί μόνον ἀκούων τοιοῦτον λόγον;»· 

Τήν ἐπιστολή αὐτή ὅλη (ὡς κείμενο) καί τήν πατριαρχική ἀπάντηση (ὡς γεγονός) τήν γνωρίζουμε μόνον χάρις στό γνωστό ὀρθόδοξο μαχητικό περιοδικό «Παρακαταθήκη», ὅπου ἡ πρώτη ἐδημοσιεύθη ὁλόκληρη [27].

Ποιά ὑπῆρξε ἡ ἀπάντηση καί ποιά τά ἐπιχειρήματα (προφάσεις, δηλαδή) τοῦ Πατριάρχου Βαρθολομαίου σέ αὐτή τήν ἁγιορειτική διαμαρτυρία καί στό συγκεκριμένο θέμα «τῶν ἀτυχῶν θυμάτων τοῦ διαβόλου» θεοφόρων Ἁγίων Πατέρων; Θαυμάστε: (α) Ὅτι ὡς θύματα τοῦ ἀρχεκάκου ὄφεως δῆθεν δέν ἐννοοῦσε ὁ κ. Βαρθολομαῖος τούς δικούς μας Πατέρες, ἀλλά τούς Λατίνους· ὅμως, ἔπρεπε δῆθεν νά τό «σερβίρει» εὐγενικῶς καί ἐμμέτρως, καί ἔτσι χρησιμοποίησε μέ ἀσάφεια τό «ἡμῶν» («… Οἱ κληροδοτήσαντες εἰς ἡμᾶς τήν διάσπασιν προπάτορες ἡμῶν … »). Ἰδού ἡ «ὡραία» αὐτή πατριαρχική καί σοφιστική ἐφεύρεση: «Ἐχρησιμοποιήσαμεν χάριν εὐγενείας πρῶτον πληθυντικόν πρόσωπον, ἀντί τοῦ ἠχοῦντος ὡς ἀγροίκου δευτέρου». (β) Ὅτι ἡ πατριαρχική διπλωματία, ἡ γραπτή ἔκφρασή της καί τά ἐκεῖ διατυπούμενα νοήματα, εἶναι πολύ ὑψηλά γιά νά μποροῦν νά τά ἀντιλαμβάνονται οἱ ἀναγνῶστες (προφανῶς, οἱ Ἁγιορεῖτες Πατέρες τῆς Ἱερᾶς Κοινότητος), δηλαδή «… εἶναι συνήθης εἰς χώρους ἀνωτέρας διανοήσεως, ὅπου τά νοήματα συλλαμβάνονται εἰς δεύτερον καί τρίτον ἐπίπεδον ὑπό τό γράμμα τῶν κειμένων» [28]. Δυστυχῶς, δέν ἐδημοσιεύθη ὁλόκληρη αὐτή ἡ θρασεῖα πατριαρχική, ἐξ 22 σελίδων, ἀπάντηση.

Γνωρίζουμε, βεβαίως, ὅτι ἡ θεολογική καί πνευματική κατάρτιση τῶν ἐκκρίτων Ἁγιορειτῶν, ἰδίως ἐκείνης τῆς ἐποχῆς (1999), ὑπερεῖχε παρασάγκας ἐν πολλοῖς τῆς καταρτίσεως τῆς Πατριαρχικῆς Αὐλῆς στό Φανάρι· αὐτή μεταγενεστέρως ἀναγκάσθηκε καί ἐπέτυχε ἐπί Πατριάρχου Βαρθολομαίου, «περιάγοντος τήν θάλασσαν καί τήν ξηράν», νά στρατολογεῖ Ἑλλαδῖτες φερτούς θεολόγους, ἐλλείψει γηγενῶν τῆς Πόλεως, γιά νά ἀνταποκριθεῖ στίς διοικητικές ἀνάγκες τοῦ Οἰκ. Πατριαρχείου καί νά τροφοδοτεῖ τόν μηχανισμό τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, θεολογικῶς καί πρακτικῶς.

Ὁ μακαριστός Καθηγούμενος Γέρων π. Χρυσόστομος Πῆχος (2017)

Στήν γνωστή μήνυσή του κατά τοῦ Πατριάρχου Βαρθολομαίου τόν Φεβρουάριο τοῦ 2017, «ἐνώπιον τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος», ὁ μακαριστός Καθηγούμενος τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ζωοδόχου Πηγῆς Λογγοβάρδας τῆς Πάρου, Ἀρχιμανδρίτης π._Χρυσόστομος (Πῆχος, ✝2021), συμπεριέλαβε στίς κατηγορίες κατά τοῦ ἐκπεσόντος στό φρόνημα Πατριάρχου κ. Βαρθολομαίου καί ὅσες ὡς ἄνω ἐξετέθησαν βλασφημίες του περί τῶν δῆθεν «ἀρχεκάκων θυμάτων» τοῦ ἀρχεκάκου ὄφεως Ἁγίων Πατέρων. Ἰδού τί σημειώνει ὁ μακαριστός διάδοχος τοῦ Ὁσίου Φιλοθέου τοῦ Ζερβάκου Γέρων Χρυσόστομος, στόν εἱρμό τῆς παραθέσεως καί ἄλλων θεολογικῶν πλανῶν τοῦ κ. Βαρθολομαίου:

«Παρατηροῦμεν εἰς τό ἀπόσπασμα αὐτό, ὅτι ἡ τοποθέτησις τοῦ Παναγιωτάτου ἔναντι τῶν ἱ. Κανόνων δέν παραμένει ἁπλῶς ἡ ἰδία, ἀλλά ἐπεκτείνεται ἀκόμη καί εἰς τά πρόσωπα τῶν θεοφόρων Πατέρων, οἱ ὁποῖοι χαρακτηρίζονται “θύματα τοῦ ἀρχεκάκου ὄφεως”. Οἱ ἅγιοι Πατέρες, οἱ ὁποῖοι ὡς πύργοι ἄσειστοι καί ὡς ἀστέρες πολύφωτοι τοῦ νοητοῦ στερεώματος, κατά τόν ὑμνῳδόν, φωτίζουν τόν δρόμον πού πρέπει νά ἀκολουθῶμεν ὠς Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί, εἶναι “θύματα τοῦ ἀρχεκάκου ὄφεως”. Νά εἴπωμεν, ὅτι ὁ χαρακτηρισμός αὐτός ἐπεκτείνεται καί εἰς τούς ἀναριθμήτους μάρτυρας καί ὁσιομάρτυρας, οἱ ὁποῖοι μέ τό τίμιον αἷμά τους ἐπότισαν καί ποτίζουν τό ἀειθαλές δένδρον τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως; Εἶναι ἤ δέν εἶναι ἡ θέσις αὐτή ἑτεροδιδασκαλία;» [29].

Βεβαίως, ἡ μήνυση αὐτή ἔμεινε «ἐσαεί» ἀναπάντητη καί ἀνενέργητη ἀπό τήν Ἱερά Σύνοδο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος· ὁ δέ γνωστός τότε «πραιτωριανός» τοῦ Πατριάρχου κ. Βαρθολομαίου, καί παλαιός συμφοιτητής του ἐν Ἰταλίᾳ, ἐκδότης καί ἀρθρογράφος Ἀντώνιος Ἰακώβου Ἐλευθεριάδης (θανών στίς 17 Νοεμβρίου 2021 !!! ), ὁ προφορικῶς καί γραπτῶς διαβεβαιούμενος (!) πάντας, ὅτι ὁ κ. Βαρθολομαῖος «οὐδεμίαν σχέσιν ἔχει πρός τήν Μασονίαν» (!), ἐπιτέθηκε κατά τῆς μηνύσεως τοῦ μακαριστοῦ π. Χρυσοστόμου, σέ ἄρθρο του μέ τίτλο: «Ο “Νεοζηλωτισμός” κτυπά την θύρα της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος» [30].

Αὐτά, ἐν συντομίᾳ περί τῆς ἱστορίας τοῦ κειμένου αὐτοῦ. Εἴκοσι ἑπτά καί πλέον ἔτη ἀπό τήν ἐκστόμιση τῆς βλασφημίας αὐτῆς κατά τῶν Ἁγίων Πατέρων ὑπό τοῦ (τύποις) Οἰκουμενικοῦ  Πατριάρχου κ. Βαρθολομαίου, τό πατριαρχικόν θρᾶσος συνεχίζει νά εἶναι ἀτιμώρητον ἐκ μέρους τῆς Καθολικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας· ἀλλ’ ἐν τέλει (ἐγγίζοντι), «ἀπολοῦνται ἁμαρτωλοί ἐν ἡμέρᾳ κρίσεως Κυρίου εἰς τόν αἰῶνα, ὅταν ἐπισκέπτηται ὁ Θεός τήν γῆν ἐν κρίματι αὐτοῦ» [31].

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΤΕΛΟΥΣ

  • [1] Περί τοῦ πρώτου, βλ. ἐνδεικτικῶς ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΜΟΝΑΧΟΣ ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΟΣ, Χρονικόν Σύντομον 4, 181, PG 110, 613B. Περί τοῦ δευτέρου βλ. ἐνδεικτικῶς ΘΕΟΔΩΡΗΤΟΣ ΚΥΡΟΥ, Αἱρετικῆς κακομυθίας ἐπιτομή 4, 12, PG 83, 436A.B. Περί τῶν Μονοφυσιτῶν βλ. λόγου χάριν ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ, Ἔκδοσις ἀκριβής τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως 4, 11 (55) PG 94, 1024C.1025A· ὅπου ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός ἑρμηνεύει ὀρθῶς (διφυσιτικῶς, δηλαδή ὀρθοδόξως) τήν φράση αὐτή τοῦ Ἁγίου Κυρίλλου, βάσει τοῦ ἰδίου τοῦ Κυρίλλου (τῆς ἐπιστολῆς Πρός Σούκενσον), ἀπορρίπτοντας τήν ὑπό τῶν Μονοφυσιτῶν παρερμηνεία της.
  • [2] «Οἰκουμενιστῶν λεχθέντα καί πραχθέντα», https://katanixi.gr
  • [3] Ἁπό 22 Ἀπρ 2019, https://katanixi.gr
  • [4] «Ἡ Θρονική Ἑορτή τῆς Ἁγίας τοῦ Χριστοῦ Μεγάλης Ἐκκλησίας», Ἐπίσκεψις, ἔτος 29ο, ἀριθμ. 563 (30 Νοε 1998), σελ. 6.
  • [5] Τήν αἵρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, διότι σέ ἐπίσημο συνοδικό κείμενό της (Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρός τόν λοιπόν χριστιανικόν κόσμον) ἀνεγνώρισε τούς ἑτεροδόξους ὡς «Ἐκκλησίες»· εἶναι σαφές, ὅτι ἡ αἵρεση αὐτή εἶναι – κατά τίς προβλέψεις τοῦ 15ου ἱ. Κανόνος της Πρωτοδευτέρας (ΑΒ΄) Συνόδου – «παρά τῶν Ἁγίων Πατέρων ἤ Συνόδων κατεγνωσμένη». Βλ. τά ἑξῆς ἄρθρα περί τῆς καταδίκης τοῦ Οἰκουμενισμοῦ ἀπό τούς συγχρόνους Ἁγίους καί Γέροντες, ἀλλά καί  ἀπό τήν Σύνοδο τῆς ROCOR (τῶν Ρώσσων τῆς Διασπορᾶς, ἀπό τούς ὁποίους ἀναδείχθηκαν ὁ Ἅγιος Ἰωάννης Μαξίμοβιτς καί ὁ Γέρων Σεραφείμ Ρόουζ): «Οι σύγχρονοι Άγιοι και Γέροντες της Ορθοδοξίας για τον Οικουμενισμό» (08 Ὀκτ 2017) https://agiosiosif.gr, καί ἀκόμη «Ὑπάρχει συνοδική καταδίκη τοῦ Οἰκουμενισμοῦ; Ναί!» (15 Ἀπρ 2021) https://orthodoxostypos.gr/ὑπάρχει-συνοδικὴ-καταδίκη-τοῦ-οἰκο/ .  
  •  [6] Ὅπως μᾶς μεταφέρθηκε πρό ὀλίγων μηνῶν ἀπό ἐπαΐοντα Ἐπίσκοπο Τοπικῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἀνατολικῆς Εὐρώπης σέ τηλεφωνική μας ἐπικοινωνία.
  • [7] Βλ. τά ἀναφερόμενα σέ αὐτό τό θέμα, σέ ἄρθρο τοῦ γράφοντος – ἰδιαιτέρως ἐπίκαιρο σήμερα – μέ παρεμφερές θέμα: «Ἡ Μασονία στήν Ἱερά Μητρόπολη Θεσσαλονίκης» (17 Ἰαν 2021), στήν ἑνότητα 3.Α. (καί ὑποσημειώσεις 29-34) https://katanixi.gr.
  • [8] «Ἡ Θρονική Ἑορτή …», ἔνθ’ ἀνωτ., σελ. 5.
  • [9] Πρβλ. H.P. BLAVATSKY, Isis Unveiled: A Master-key to the Mysteries of Ancient and Modern Science and Theology, vol. II – Theology, New York 1877, p. 123: «Clement describes Basilides, the Gnostic, as “a philosopher devoted to the contemplation of divine things”. This very appropriate expression may be applied to many of the founders of the more important sects which later were all engulfed in one – that stupendous compound of unintelligible dogmas enforced by Irenaeus, Tertullian, and others, which is now termed Christianity. If these must be called heresies, then early Christianity itself must be included in the number. Basilides and Valentinus preceded Irenaeus and Tertullian; and the two latter Fathers had less facts than the two former Gnostics to show that their heresy was plausible. Neither divine right nor truth brought about the triumph of their Christianity; fate alone was propitious […] The religion which the primitive teaching of the early few apostles most resembled –  a religion preached by Jesus himself – is the elder of these two, Buddhism».
  • [10] Βλ. χαρακτηριστικῶς ISABEL COOPER- OAKLEY, Traces of a Hidden Tradition in Masonry and Mediæval Mysticism, ἐκδ. The Theosophical Publishing Society, London 1900, σελ. 11: «We can see that the [sic] esoteric teachings which in Egypt, in Persia and in Greece were kept from the ears of an illiterate multitude precisely because it was known that they could not, in their then uneducated and ignorant condition understand the deeper truth of Nature and God. Hence the secrecy with which these pearls of great price were guarded and handed on with slight modifications into the possession of those grand early Christians, the Gnostics, the so-called heretics; […] … these occult traditions have been bequeathed to the mystic bodies of our own times. Persecuted by Protestants on one side and by Catholics on the other, the history of mysticism is the history of martyrdom».
  • [11] Σύμφωνα μέ τόν τίτλο τοῦ ἐξωφύλλου τοῦ διαθρησκειακοῦ, νεοεποχικοῦ περιοδικοῦ “Θεός καί Θρησκεία· God & Religion”, τεῦχος 1ο (Μάρτιος 1999), τό ὁποῖο ἐξέδιδε ὁ ἐκδότης καί φίλος τοῦ κ. Βαρθολομαίου κ. Ἄρης Τερζόπουλος.
  • [12] Ἀπολυτίκιον τῆς Κυριακῆς τῶν Ἁγίων 318 Πατέρων τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου (ΣΤ΄ ἀπό τοῦ Πάσχα).
  • [13] «Ἡ Θρονική Ἑορτή …», ἔνθ’ ἀνωτ., σελ. 7. 
  • [14] Ὁμολογία Πίστεως τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Συνόδου τοῦ 1727, Προοίμιον, στό ΙΩ. ΚΑΡΜΙΡΗΣ, Τά Δογματικά καί Συμβολικά Μνημεῖα τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, τόμ. Β΄, Akademische Druck- und Verlaganstalt, Graz-Austria, 1968σελ. 863[943].
  • [15] ◼ Χαρακτηριστικός ἐν προκειμένῳ ὁ «Ὅρος Πίστεως» (ἡ κυρία δηλ. καί ἐπίσημη δογματική τῆς Συνόδου ἀπόφαση) τῆς Ζ΄ ἐν Νικαίᾳ Οἰκουμενικῆς Συνόδου (τοῦ σωτηρίου ἔτους 787).
    «Μετά πάσης τοίνυν ἀκριβείας ἐρευνήσαντές τε καί διασκεψάμενοι, καί τῷ σκοπῷ τῆς ἀληθείας ἀκολουθήσαντες, οὐδέν ἀφαιροῦμεν, οὐδέ προστίθεμεν, ἀλλά πάντα τά τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας ἀμείωτα διαφυλάττομεν» (ΙΩ. ΚΑΡΜΙΡΗΣ, Τά Δογματικά καί Συμβολικά Μνημεῖα τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, τόμ. Α΄, ἐν Ἀθήναις 1960 [ἔκδ. 2α], σελ. 239).
    Καί στά προηγηθέντα πρακτικά τῆς Δ΄ Συνεδρίας τῆς Συνόδου:
    «Ἡμεῖς δέ κατά πάντα τῶν αὐτῶν θεοφόρων Πατέρων ἡμῶν τά δόγματα καί πράγματα κρατοῦντες, κηρύσσομεν ἐν ἑνί στόματι καί μιᾷ καρδίᾳ μηδέν προστιθέντες, μηδέν ἀφαιροῦντες τῶν ἐξ αὐτῶν παραδοθέντων ἡμῖν· ἀλλά τούτοις βεβαιούμεθα, τούτοις στηριζόμεθα· οὕτως ὁμολογοῦμεν, οὕτως διδάσκομεν, καθώς αἱ ἅγιαι καί οἰκουμενικαί ἕξ Σύνοδοι ὥρισαν καί ἐβεβαίωσαν» (ΙΩ. ΚΑΡΜΙΡΗΣ, Τά Δογματικά …, τόμ. Α΄, ἔνθ’ ἀνωτ., σελ. 242) – (οἱ ἐμφάσεις [bolds] εἶναι τοῦ ἀρθρογράφου). 
    Συνεπῶς, στῶν Ἁγίων Πατέρων οὔτε τά δόγματα, οὔτε τά πράγματα, τά θεωρούμενα ὑπό τοῦ αἱρεσιάρχου κ. Βαρθολομαίου ὡς «μορφώματα», ἐπιτρέπεται προσθήκη ἤ ἀφαίρεση !   
    ◼ Ἰδού τί λέγει καί ἡ (πιστευομένη ὡς Η΄ Οἰκουμενική) ἐπί Μ. Φωτίου Σύνοδος τοῦ ἔτους 879/880: τό «ἀναλλοίωτον» καί «ἀκαινοτόμητον» δέν ἀφορᾷ μόνον στά δόγματα, ἀλλά σέ ὅλη τήν τάξη τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία ἐξισώνεται μέ τά θεῖα, θεόφθογγα, τοῦ Χριστοῦ Δόγματα: 
    «Τοῦ Κυρίου καί Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ τήν σεπτήν καί θείαν διδασκαλίαν τοῖς τῆς διανοίας κόλποις ἀδιστάκτῳ γνώμῃ καί Πίστεως τεθεμελιωμένην καθαρότητι, καί τῶν Αὐτοῦ ἁγίων μαθητῶν καί Ἀποστόλων τάς ἱεράς διατάξεις καί τούς κανονικούς τύπους ἀπλανεστάτῃ κρίσει συνεξισοῦντές τε καί συνδιασῴζοντες […] Οὕτω περί τούτων φρονοῦντές τε καί κηρύττοντες, τόν ἄνωθεν ἐκ Πατέρων καί μέχρις ἡμῶν κατεληλυθότα τῆς ἀκραιφνεστάτης τῶν Χριστιανῶν Πίστεως ὅρον καί διανοίᾳ καί γλώσσῃ στέργομέν τε καί πάσῃ διαπρυσίῳ τῇ φωνῇ περιαγγέλλομεν, οὐδέν ἀφαιροῦντες, οὐδέν προστιθέντες, οὐδέν ἀμείβοντες [σ.σ. δηλ. ἀντικαθιστῶντες], οὐδέν κιβδηλεύοντες. Ἡ μέν γάρ ἀφαίρεσις καί πρόσθεσις, μηδεμιᾶς ὑπό τῶν τοῦ πονηροῦ τεχνασμάτων ἀνακινουμένης αἱρέσεως, κατάγνωσιν εἰσάγει τῶν ἀκαταγνώστων καί ὕβριν τῶν Πατέρων ἀναπολόγητον» (ΙΩ. ΚΑΡΜΙΡΗΣ, Τά Δογματικά …, τόμ. Α΄, ἔνθ’ ἀνωτ., σελ. 268) – (οἱ ἐμφάσεις [bolds] εἶναι τοῦ ἀρθρογράφου).
    Ἄν ἡ μετατροπή τῶν πατερικῶν δογμάτων καί θεσμῶν, διά προσθήκης ἤ ἀφαιρέσεως κ.τ.σ., συνιστᾷ ἐξύβριση τῶν Ἁγίων Πατέρων «ἀναπολόγητον», σύμφωνα μέ τίς ὡς ἄνω ἀποφάσεις τῆς Η΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου (879/880), τότε τί συνιστᾷ ἡ ὑπό τοῦ Βαρθολομαίου expressis verbis κατάδειξη τῶν Ἁγίων Πατέρων ὡς «θυμάτων τοῦ σατανᾶ»;  Καημένοι αἱρετικοί … 
    ◼ Τά ἴδια γράφει καί ὁ Πατριάρχης Ἱερεμίας Β΄ στήν μνημειώδη δογματική ἀπάντησή του (σωτ. ἔτους 1573/1581), πρός τόν ἐπίλογο, στούς Γερμανούς θεολόγους τῆς Βυρτεμβέργης, ἐπικαλούμενος τήν μαρτυρία τοῦ Μεγάλου Βασιλείου: «Χρή τόν πρό τῶν ὀφθαλμῶν ἔχοντα τό τοῦ Χριστοῦ δικαστήριον, εἰδότα ὅσος ὁ κίνδυνος τοῖς τολμῶσιν ἀφελεῖν τι ἤ προσθῆναι τῶν παραδεδομένων ὑπό τοῦ Πνεύματος, μή παρ’ ἑαυτοῦ φιλοτιμεῖσθαι καινοτομεῖν, ἀλλά τοῖς προκατηγγελμένοις ὑπό τῶν Ἁγίων ἐφησυχάζειν» (ΙΩ. ΚΑΡΜΙΡΗΣ, Τά Δογματικά …, τόμ. Α΄, ἔνθ’ ἀνωτ., σελ. 502). Τό παράθεμα μέ παραλλαγές ἀπό τό Μ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ, Πρός Εὐνόμιον Β΄ (περί Υἱοῦ), 8,  PG 29, 585B).
  • [16] Ἐνῷ ἀπουσίαζαν ἕξι: οἱ Τοπικές Ἐκκλησίες Ἱεροσολύμων, Σερβίας, Βουλγαρίας, Γεωργίας, Ἑλλάδος καί ἡ τῶν Χωρῶν Τσεχίας-Σλοβακίας. 
  • [17] «Ἡ Οὐνία ὡς μέθοδος ἑνώσεως κατά τό παρελθόν, καί σημερινή ἀναζήτησις τῆς πλήρους κοινωνίας» (Τό ἐπίσημον κείμενον τῆς 7ης ὁλομελοῦς συνελεύσεως τῆς διεθνοῦς μικτῆς ἐπιτροπῆς τοῦ θεολογικοῦ διαλόγου Καθολικῆς Ἐκκλησίας καί Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἐν Βελεμενδίῳ τῇ 23ῃ Ἰουνίου 1993) §13, στό ΑΝΤ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ, Θεολογικός Διάλογος Ὀρθοδόξων καί Ρωμαιοκαθολικῶν (Ἱστορία-Κείμενα-Προβλήματα), ἐκδ. Ἀφῶν Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη – Ἀθήνα 1996σελ. 212.
  • [18] «Ἡ Οὐνία ὡς μέθοδος ἑνώσεως …», αὐτόθι, §15, σελ. 213.
  • [19] «Ἡ Οὐνία ὡς μέθοδος ἑνώσεως …», αὐτόθι, §18, σελ. 214.
  • [20] «Ἡ Οὐνία ὡς μέθοδος ἑνώσεως …», αὐτόθι, §27, σελ. 217.
  • [21] Ἱεροί Κανόνες Καρθαγένης 131ος  καί 132ος  ἀντιστοίχως (παρομοίας σημασίας εἶναι καί ὁ 133ος ).
  • [22] «Ἡ Θρονική Ἑορτή …», ἔνθ’ ἀνωτ., σελ. 8.
  • [23] ΑΠΕ-ΜΠΕ, «Βαρθολομαίος: Σκασίλα μου που δεν με μνημονεύει το Ρωσικό Πατριαρχείο» (29 Οκτ 2021) https://www.kathimerini.gr Βλ. καί ΕΛ. ΚΟΣΜΙΔΗΣ, «Στο Κιλκίς, η “Σκασίλα μου” του Πατριάρχη έγινε “Θα τους περάσει”» (26 Σεπ 2024) https://katanixi.gr !
  • [24] Γέν. 4, 9
  • [25] Βλ. μερικές σχετικές πεπλανημένες θέσεις του κρινόμενες ἄριστα στό βιβλίο Πρωτ. ΙΩ. ΦΩΤΟΠΟΥΛΟΣ, Θεανθρώπινη Καθολικότητα ἤ Πανθρησκειακή Παγκοσμιότητα; (Κριτικές τοποθετήσεις στό βιβλίο «Παγκοσμιότητα καί Ὀρθοδοξία» τοῦ Ἀρχιεπ. Ἀλβανίας κ. Ἀναστασίου), Ἀθῆναι 2003. 
  • [26] “Θεός καί Θρησκεία· God & Religion”, τεῦχος 0 (Ἰανούαριος 1999), σελ. 1-15, ὅπου μεταξύ ἄλλων, ἀπέστειλαν χαιρετισμούς ὁ ΚΠόλεως Βαρθολομαῖος (δύο μεστές «ὁλοθύμως» γραμμένες σελίδες), οἱ κυροί Ἀλεξανδρείας Πέτρος Α΄ καί Κύπρου Χρυσόστομος Α΄(ἀπό 11 γραμμές ἕκαστος), ὁ Ἀθηνῶν Χριστόδουλος (2 γραμμές τυπικές), ὁ Ἀλβανίας Ἀναστάσιος (μία σελίδα θερμῶς φιλικοῦ περιεχομένου), οἱ Ἀμερικῆς Σπυρίδων, Αὐστραλίας Στυλιανός, Ἑλβετίας Δαμασκηνός, Γερμανίας Αὐγουστῖνος κ.ἄ.
  • [27] «Ἁγιορειτικός Ἔλεγχος Πατριαρχικῶν Λόγων», Παρακαταθήκη 7 (Ἰούλ-Αὔγ 1999), 9-13.
  • [28] «Ἡ Πατριαρχική Ἀπάντησις», Παρακαταθήκη 7 (Ἰούλ-Αὔγ 1999) 13ἑ.
  • [29] Ἀρχιμ. Χρυσόστομος Πῆχος (Καθηγούμενος Ἱ. Μ. Ζωοδόχου Πηγῆς Λογγοβάρδας Πάρου) «Κατάγνωσις ἑτεροδιδασκαλιῶν τῆς Α.Θ.Π τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ.κ. Βαρθολομαίου, ἐνώπιον τῆς Ἱ. Συνόδου τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος», Θεοδρομία ΙΘ΄ 1 (Ἰαν-Μαρ 2017)· πρβλ. ἐπίσης τό αὐτό κείμενο τμηματικῶς καί στήν Παρακαταθήκη 113 (Μάρ-Ἀπρ 2017) 12-14. Βλ. ἐπίσης καί τήν δημοσίευση: https://katanixi.gr
  • [30] Βλ. ὁλόκληρη τήν ἀνταλλαγή ἐπιστολῶν μεταξύ τοῦ Γέροντος π. Χρυσοστόμου καί τοῦ ἐκλιπόντος Ἀντωνίου Ἰακ. Ἐλευθεριάδη στήν ἱστοσελίδα τοῦ τελευταίου: https://eleftheriadis.edu.gr
  • [31] Σοφ Σολ. 15, 12

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Δημοφιλείς αναρτήσεις

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου