Παρασκευή, 27 Απριλίου 2018

Άγιος Πατριάρχης αποπειράθηκε να εξαπατήσει τον Σουλτάνο! του Δρ Φιλολογιας-Θεολογιας Αντων. Ελευθεριαδη.


Άγιος, σύμφωνα με την ετυμολογία της λέξης, είναι ο καθαρός, ο αγνός, ο αφιερωμένος στο Θεό και τον συνάνθρωπο, αυτός που έχει βιώσει τη Γιαχβεϊκή παρακέλευση του «καθ’ ομοίωσιν» με τον Θεό και Δημιουργό του. Είναι η κατά Χάριν Θεού θεουμένη προσωπικότητα.
Απέναντι σε αυτήν την απόλυτη αντίληψη που ενστερνίζεται η αγία μας Εκκλησία, ας μου επιτραπεί, για λόγους οικονομίας του λόγου, να αναφέρω ένα ιστορικό στοιχείο, ένα περιστατικό  που ωστόσο έρχεται εν μέρει να προκαλέσει συνειδησιακό κυματισμό προβληματισμών και να την ανατρέψει στο πλαίσιο της χριστιανικής ηθικής και του κοσμικού jus positivum.
Να αποδειχθεί δηλαδή ότι και ένας άγιος μπορεί να έχει διαπράξει ένα «κακό», να έχει επιτελέσει «μια απαγορευμένη πράξη» με αθώα βέβαια και ανιδιοτελή εσωτερικά κίνητρα και να δικαιωθεί από την συνείδηση της εκκλησίας, η οποία συνείδηση, στην ανατολική της τουλάχιστον Παράδοση, κατατάσσει κάποιον με δικά της κριτήρια στη χορεία των αγίων.
Πριν όμως αναφερθεί αυτό το περιστατικό,  δεν θα ήταν άσκοπο να μιλήσουμε με λίγα λόγια για την έννοια του φιλοσοφικού αξιώματος «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα», το οποίο έρχεται στα χείλη των ηθικολογούντων και των πολιτικών, των συνηγόρων κάθε είδους σκοπιμοτήτων, προκειμένου να δικαιολογήσουν πράξεις που δεν έχουν νόμιμη βάση, είναι προφανώς αδικήματα που τιμωρούνται από το νόμο (Παράβαλε τις παλαιότερες δηλώσεις του  Βασίλη Παλαιοκώστα, κατηγορούμενου ως εγκέφαλου της απαγωγής του προέδρου του Συνδέσμου Βιομηχανιών Βορείου Ελλάδος (ΣΒΒΕ) Γιώργου Μυλωνά, ότι προέβη σε απαγωγή για λύτρα για να βοηθήσει τους πτωχούς συνανθρώπους του!).
Με τη λέξη  λοιπόν «σκοπός» εννοούμε τον στόχο, στον οποίο επιδιώκει να φτάσει κάποιος, ενώ τα «μέσα» είναι το σύνολο των μεθόδων και των αναγκαίων ενεργειών για να πετύχουμε το σκοπό που έχουμε θέσει. Αναμφίβολα, σε δύο περιπτώσεις η συζήτηση δεν δημιουργεί δυσκολίες. Η μία περίπτωση είναι, όταν ο σκοπός είναι ανήθικος και τα μέσα το ίδιο ανήθικα.
Η ληστεία, για παράδειγμα, είναι κοινωνικά και ποινικά κολάσιμη πράξη, γιατί τόσο ο σκοπός που επιδιώκεται όσο και τα μέσα που χρησιμοποιούνται είναι αθέμιτα. Η δεύτερη περίπτωση είναι, όταν ο σκοπός είναι ηθικός και τα μέσα είναι ηθικά.


Κοινωνικά είναι, για παράδειγμα, δικαιωμένη η κινητοποίηση ολόκληρου στόλου για τη διάσωση ενός ναυαγού. Το αληθινό όμως πρόβλημα που τίθεται είναι αν και κατά πόσο είναι δίκαιο και σωστό να χρησιμοποιούμε μέσα ανήθικα, απρεπή και παράνομα, προκειμένου να πετύχουμε κάποιον ηθικό σκοπό: π.χ. να ψευδολογήσουμε ή να βάλουμε τους άλλους να ψευδολογήσουν για να μην απελπίσουμε το διπλανό μας, να απατήσουμε, να κλέψουμε έναν πλούσιο για να εμποδίσουμε έναν πτωχό να πεθάνει από την πείνα. Μέσα σε αυτές τις τραγικές περιστάσεις, άραγε ο σκοπός αγιάζει τα μέσα; Ηθικοποιείται αυτό που μοναχό του είναι κακό;
Σε αυτό το ερώτημα ο Ν. Μακιαβέλι (1469-1527) δε διστάζει να απαντήσει, ναι, ο σκοπός δικαιώνει και τα αθέμιτα μέσα, τους πιο αποτρόπαιους βασανισμούς, ακόμα και το θάνατο. Για τον Μακιαβέλι ο βομβαρδισμός των συριακών εγκαταστάσεων παραγωγής χημικών όπλων από τους Αμερικανούς και τους συμμάχους τους, παρά τις παράπλευρες απώλειες χιλιάδων αθώων αμάχων  πολιτών, είναι απόλυτα δικαιωμένη ηθικά πράξη.
Το πρόβλημα λοιπόν που δημιουργείται είναι αν μπορεί το ίδιο να ισχύσει στην περίπτωση ενός αγίου ανθρώπου, ενός προσώπου του οποίου ο βίος, κατά την «εκτίμηση» της συνείδησης του πληρώματος της Εκκλησίας, ήταν άμεμπτος, θυσία στην υπηρεσία του Χριστού και του συνανθρώπου.
Με τον απαιτούμενο σεβασμό και με πνεύμα συγκαταβατικότητας ας   εξετάσουμε έναν άνθρωπο, συγκεκριμένα έναν Πατριάρχη, έναν Εθνάρχη των Ελλήνων της Πόλης, λίγα χρόνια μετά την αποφράδα ημέρα της πτώσης της Βασιλεύουσας (1453).
Σε τέτοιες δύσκολες για το Έθνος περιστάσεις έχουμε στο θρόνο έναν Πατριάρχη, ο οποίος κατηγορήθηκε ότι διέπραξε απάτη σε βάρος της τουρκικής επικυριαρχίας. Πρόκειται για τον κατοπινό άγιο Νήφωνα, τότε Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως (1486-1508).  
Απλώς να υπενθυμίσω ότι ο Παναγιώτατος Οικουμενικός Πατριάρχης κ. Βαρθολομαίος προ ολίγων ετών επισκέφθηκε το Άγιο Όρος με αφορμή τις εορταστικές εκδηλώσεις για τα 500 χρόνια από την κοίμηση του δεύτερου κτήτορα της ιεράς μονής Διονυσίου, Αγίου Νήφωνα.  
Αξίζει λοιπόν να πούμε λίγα λόγια για τον πολυκύμαντο βίο του αγίου Νήφωνα  που θα μας φέρει πιο κοντά στην εξήγηση της συγκεκριμένης συμπεριφοράς του απέναντι στον τούρκο κατακτητή.
Ο Νήφων καταγόταν από την Πελοπόννησο και το κοσμικό του όνομα ήταν Νικόλαος. Ακολούθησε κάποιον μοναχό Αντώνιο και εκάρη μοναχός στην Επίδαυρο, παίρνοντας το όνομα Νήφων.
Ακολούθησε κατόπιν έναν μοναχό Ζαχαρία και εγκαταστάθηκε στην Μονή της Θεοτόκου στην Αχρίδα και αργότερα στη Μονή Διονυσίου στο Άγιο Όρος. Εκεί χειροτονήθηκε διάκονος και κατόπιν ιερέας. Αργότερα εξελέγη Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης και το 1486 κλήθηκε στον Οικουμενικό Θρόνο, από τον οποίο όμως εξαναγκάσθηκε να αποχωρήσει μόλις συμπλήρωσε τριετία (1488).
Έπειτα, το 1497, επανεκλέχθηκε Οικουμενικός Πατριάρχης, αλλά μόλις συμπλήρωσε ένα έτος εξέπεσε του αξιώματος εκ νέου. Την τρίτη φορά που του προτάθηκε να αναλάβει, το 1502, αρνήθηκε και αποσύρθηκε στη Μονή Διονυσίου, στο Άγιο Όρος, όπου και απεβίωσε το 1508. Αμέσως μετά το θάνατό του τιμήθηκε ως άγιος σε πολλές περιοχές των Βαλκανίων και η Ορθόδοξη Εκκλησία τον κατέταξε στο Αγιολόγιό της μόλις εννέα έτη αργότερα, ορίζοντας να τιμάται η μνήμη του στις 11 Αυγούστου (νέου ημερολογίου).
Το περιστατικό που ουσιαστικά κόστισε την πρώτη πατριαρχία του είναι το εξής:
Ο προκάτοχός του πατριάρχης Συμεών πέθανε αδιάθετος, χωρίς διαθήκη δηλαδή,   αφήνοντας μια αξιόλογη περιουσία, η οποία έπρεπε να φορολογηθεί από το τουρκικό δημόσιο ή ακόμα κινδύνευε να περιέλθει ολόκληρη σε αυτό. Αρμόδιος υπάλληλος ήταν ο γιος τού φιλόσοφου Γ. Αμιρούτζη Σκεντέρμπεης, ο οποίος γνώριζε καλά τον Συμεών και τα σχετικά με την οικογενειακή κατάσταση, αφού και οι δύο κατάγονταν από την Τραπεζούντα.
Ο Νήφων έχοντας την επιθυμία και την πρόθεση να αποφύγει την μεγάλη φορολογία ή να την περιορίσει στο ελάχιστο εμφάνισε κάποιον ονόματι Βασίλειον, μικρανεψιό του Συμεών, ως τον νόμιμο κληρονόμο του. Την απάτη αυτή την υποστήριξε μάλιστα με ψευδορκία εκ μέρους ιερέων, οι οποίοι παρακινήθηκαν προς τούτο από την ίδια την Πατριαρχική Σύνοδο, προς όφελος βέβαια της Εκκλησίας. Ο σουλτάνος, ο οποίος πληροφορήθηκε αυτά τα συμβάντα, δεν άργησε να διακόψει τις σχέσεις του με τη Μεγάλη Εκκλησία και να επιβάλει βαριές κυρώσεις εναντίον της. Πληροφορούμαστε από την “Έκθεση Χρονική” (Κ. Σάθα, Μεσαιωνική Βιβλιοθήκη, Ζ΄ 595-596) ότι ο γιός τού Αμιρούτζη, που ήταν «χασνατάρμπασης» (=υπουργός οικονομικών) του Σουλτάνου ενδιαφερόταν να περιέλθει η περιουσία του Συμεών στο τουρκικό δημόσιο.
(Ποτέ δεν έλειψαν στην ιστορία οι τσανακογλύφτες, όπως λέμε στην αργκώ διάλεκτο!). Να προσθέσουμε εδώ ότι οι τότε κρατούντες έκλεψαν «κεκοσμημένα»  ιερά Ευαγέλια, ιερά καλύμματα, αργυρά δεκανίκια αξίας πάνω από 180 χιλιάδες γρόσια.
Τους κληρικούς που ψευδόρκησαν έβαλαν στη φυλακή, ακολούθησε απηνής διωγμός. Μετά την ανακάλυψη της «απάτης» που χρησιμοποίησε ο Πατριάρχης Νήφων ο διωγμός γενικεύθηκε και ο σουλτάνος Βαγιαζήτ Β΄«οργισθείς τον πατριάρχην εξέωσεν, εξέβαλεν αυτόν ου μόνον του θρόνου αλλά και της πόλεως».
Ο ευλογημένος πατριάρχης Νήφων για υπόθεση άσχετη με τις προθέσεις του κατέστη ανεπιθύμητος στην Υψηλή Πύλη και εκδιώχθηκε από τον πατριαρχικό θρόνο. Αποδεικνύεται ωστόσο ότι υπήρξε αδαής περί την τουρκική αρπακτικότητα με ελληνικό όμως βραχίονα!
Ασφαλώς, ο πολιτικός φιλόσοφος Νικολό Μακιαβέλι θα τασσόταν «υπέρ» του κατόπιν αγίου Νήφωνα, εφαρμόζοντας το δόγμα του «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα». Αντίθετα, ο κατ’ εξοχήν φιλόσοφος του καθαρού λόγου και της ηθικής απολυτότητας Εμμάνουελ Καντ (1724-1804) θα τον καταδίκαζε τελεσίδικα, γιατί μεταχειρίσθηκε ανέντιμα μέσα για να εξυπηρετήσει έναν μεγάλο και ιερό σκοπό, το συμφέρον δηλαδή της εκκλησίας.
Όπως εύκολα συμπεραίνουμε, ούτε η ηθική των μέσων ούτε η ηθική των σκοπών με ανήθικα μέσα ικανοποιεί το γενικότερο δημόσιο αίσθημα δικαιοσύνης που ενδιαφέρεται κυρίως για τη θεμελίωση των αρχών του δικαίου σε μια συντεταγμένη και ευνομούμενη κοινωνία. Αυτό που ενδιαφέρει το κράτος δικαίου είναι η αντικειμενική απόδοση δικαιοσύνης. Ωραία στη θεωρία.
Και το ερώτημα: Θα μπορούσαμε να μιλάμε για ένα τέτοιο κράτος δικαίου την εποχή της πιο στυγνής βαρβαρότητας που είχε εγκατασταθεί στις χώρες της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, μετά το 1453; Φαίνεται λοιπόν ότι το δίλημμα μεταξύ του ηθικού και του νόμιμου είναι διαχρονικό. Για την Εκκλησία όμως και τη συνείδηση των πιστών της δεν υφίσταται τέτοιο θέμα. Προέχει η καθαρότητα της καρδίας και έπεται το κριτήριο της λεγομένης κοινωνικής και πολιτικής ηθικής.
•    Ο Αντώνης Ιακώβου Ελευθεριάδης είναι καθηγητής Δρ. Φιλολογίας και Θεολόγος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Δημοφιλείς αναρτήσεις

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου