Πέμπτη, 7 Απριλίου 2016

Η ΚΑΤΑΝΤΙΑ ΤΩΝ ΘΕΟΛΟΓΙΚΩΝ ΣΧΟΛΩΝ Συζήτηση στην Ημερίδα της Θεολογικής Σχολής για τη Μεγάλη Σύνοδο:

Αμηχανία και πολλά
φλέγοντα αναπάντητα ερωτήματα
«…μόλις  ακούσθηκε  η  λέξις  ‘’αίρεση’’,  βιάσθηκε  να  δώσει  τέλος  στην  ημερίδα»...!!!
   Κατά την ημερίδα της Θεολογικής Σχολής, που έλαβε χώρα στις 5 Απριλίου 2016 με θέμα: "Η θεματική της Αγίας και Μεγάλης Πανορθοδόξου Συνόδου 2016", σε ερώτημα του Θεοφιλεστάτου Επισκόπου Αβύδου, που προέκυψε κατά τη συζήτηση πάνω στην περί μεικτών γάμων θεματολογία, «ποιοί είναι οι ετερόδοξοι και ποιοί οι αιρετικοί;»
εντύπωση προκάλεσε η αμηχανία των συμμετεχόντων, οι οποίοι απέφυγαν να δώσουν σαφείς απαντήσεις.
  Μπορεί ο Θεοφιλέστατος να ήθελε πράγματι να δοθεί κάποια λογική διευκρίνηση στη διάκριση των δύο παραπάνω όρων, όμως το ζήτημα, που θίγει το παραπάνω ερώτημα, από μόνο του παίρνει μιά βαρύνουσα θεολογική τροπή για εμάς τους ορθοδόξους πιστούς: Μήπως σήμερα οι αιρετικοί είναι οι Παπικοί, μήπως οι Προτεστάντες, μήπως οι Αντιχαλκηδόνιοι; Δύσκολο ερώτημα σε μια δύσκολη συγκυρία της Οικουμενιστικής φάσης των διμερών διαλόγων, στην οποία η ‘’αγαπολογία’’ προηγείται και απαγορεύει τέτοιες βαριές συζητήσεις. Έτσι εξηγείται και η εν τέλει αφωνία πάνω στο θέμα αυτό, αλλά και η παράξενη στάση του διευθύνοντος τη συζήτηση, ο οποίος καίτοι είχε προαναγγείλει μια δεύτερη σειρά συζητήσεων, μόλις σε κάποια ερώτηση ακούσθηκε η λέξις ‘’αίρεση’’, βιάσθηκε να ακυρώσει την προαναγγελία νέων συζητήσεων και να δώσει τέλος στην ημερίδα.
  Αλήθεια, αν στην θέση των ανωτέρω παρευρίσκονταν ορθόδοξοι Πατέρες, Άγιοι, αλλά και οι μεγάλου θεολογικού αναστήματος παραδοσιακοί διδάσκαλοι της Ορθοδόξου Εκκλησίας, προγενέστεροι αλλά και νεότεροι, όπως ο Ιουστίνος Πόπποβιτς, ο όσιος Πορφύριος κ.ά., αναμφίβολα θα προσδιόριζαν και θα ονομάτιζαν τους αιρετικούς. Εξ άλλου, όπως βλέπουμε στην Ιστορία των Συνόδων, κάθε φορά που το πλήρωμα της Εκκλησίας ταλανιζόταν από αιρέσεις, συγκαλείτο σύνοδος προς αντιμετώπιση του κινδύνου. Στην προκείμενη όμως περίπτωση της συγκληθησόμενης ‘’Μεγάλης Συνόδου’’ όχι μόνο δεν γίνεται αναφορά σε κάποια αίρεση, αλλά και στα προτεινόμενα προς συζήτηση κείμενα αποφεύγεται ακόμη και ο ίδιος ό όρος ‘’αίρεση’, αντικαθιστώμενος από τον σαφώς πολύ πιο ήπιο όρο ‘’ετερόδοξος’’.
  Τελικά, αναρωτιέται κανείς: Σήμερα δεν υπάρχουν αιρέσεις; Τί καλείται να διευθετήσει η Σύνοδος;  
 
Μάλιστα, η απορία αυτή εντείνεται πολύ περισσότερο, αν αναλογισθεί κανείς ότι και το φλέγον ζήτημα των δικαιοδοσιών παραπέμπεται στις καλένδες εξ αιτίας της μεγάλης δυσκολίας του. Γιατί λοιπόν συγκαλείται Σύνοδος; Μήπως η μεγάλη σωτηριολογική αναγκαιότητα σήμερα είναι να ‘’αναβαθμισθεί’’ η νηστεία των ευσεβών χριστιανών, με
τάσεις συγκλίνουσες ή μάλλον προσαρμοζόμενες σε όσα συμβαίνουν στους δυτικότροπους χριστιανούς; Οι θεωρούμενες από κάποιους ως ‘’μεγάλες’’ ή ως ‘’μοναστηριακές’’ νηστείες είναι λοιπόν ο κίνδυνος των ημερών μας; Ή μήπως επείγει τόσο πολύ να βρεθεί κάποιος εκμοντερνισμένος τρόπος συνύπαρξης της Εκκλησίας μας με άλλες ‘’ετερόδοξες’’ κοινότητες, που όμως θα πρέπει να θεωρούνται και αυτές ως ‘’εκκλησίες’’, όπως υποστηρίζεται από τους υπερμάχους της θεματολογίας της Συνόδου, είτε χάριν κάποιας αγαπητικής προσφοράς, είτε επειδή θεωρείται ότι οι νεότερες (μετά τη δεύτερη χιλιετία) αποκλίσεις από την αποστολική μας παράδοση δεν έχουν καταδικασθεί από κάποια σύνοδο, ώστε να θεωρηθούν ώς αιρέσεις;
   Η απάντηση στα επιχειρήματα αυτά είναι εύλογη: Ιδού η ευκαιρία να γίνει λόγος για αιρέσεις. Αντιθέτως, όμως βλέπουμε να αποφεύγεται ακόμη και ο όρος ΄΄αίρεσις΄΄. Εξ άλλου, η αγαπητική στάση προς τους ετεροδόξους επιβάλλει τον έλεγχο της πλάνης και όχι αντίθετα τη συγκάλυψή της με το να αποφεύγουμε τις ευθείες αναφορές σ’ αυτήν. Σε διαφορετική περίπτωση, όχι μόνον δεν εφαρμόζεται η εντολή του Κυρίου ‘’αγάπα τον πλησίον σου ως σεαυτόν’’, αλλά και γίνεται βλάβη ακόμη και στην οργανική ενότητα που αντιπροσωπεύει ο όρος ‘’σεαυτόν’’, η οποία στην παρούσα συγκυρία είναι το σώμα της Εκκλησίας που κατά τα ήδη φαινόμενα εξωθείται σε νέους διχασμούς.
  Τι συμβαίνει λοιπόν στην πραγματικότητα; Τί υποθάλπτουν οι παραπάνω προφάσεις; Μήπως πρόκειται για κάποια προσαρμογή στο γενικότερο κλίμα της παγκοσμιοποίησης (βλέπε μωσαϊκοποίησης και ισοπέδωσης των πάντων, εθνών, πολιτισμών, θρησκειών κ.λπ); Η Εκκλησία είναι μία ή η Εκκλησία για κάποιους είναι και οι αιρετικοί; Είναι ο παπισμός αίρεση ή ΄΄Εκκλησία΄΄; Τί θα πούμε για τους προτεστάντες και όλους τους θεωρούμενους ως ‘’ομολόγους’’ μας στη συμμετοχή μας στο Παγκόσμιο Συμβούλιο των Εκκλησιών; Είναι κι αυτοί ‘’εκκλησίες’’;
  Αλήθεια, με ποια λογική χρησιμοποιείται για τις διάφορες αιρετικές ομάδες ο όρος ‘’Εκκλησία’’, αφού η Εκκλησία είναι Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική; Πότε χαρακτηρίστηκαν οι αιρέσεις σε συνοδικά κείμενα της Εκκλησίας ως “Εκκλησίες”;
 Δεν επαρκούν βέβαια οι δικαιολογούσες το θέμα υποδεικνυόμενες (από τους παραπάνω εισηγητές) επί μέρους προσωπικές επιλογές Πατέρων κυρίως του Δ΄ αιώνα (Μ. Βασίλειος) που –κατά τη διάσπαση των αρειανικών ομάδων και τις έντονες διαμάχες μεταξύ Ομοίων, Ανομοίων και Ομοιουσιανών– βρήκαν την ευκαιρία να σύρουν προς την Ορθοδοξία μερικούς πλανηθέντες (κυρίως τους Ομοιουσιανούς) αποκαλώντας τους κατ’ οικονομίαν ως ΄΄εκκλησία’’. Το ερώτημα παραμένει ακέραιο: Πότε Σύνοδος αποκαλεί την αίρεση ως ‘’Εκκλησία’’;
  Tέλος, θα θέλαμε να δώσουμε μεγαλύτερη έμφαση σε έναν απλό προβληματισμό, τον οποίο προδιαγράφουμε παραπάνω: Όλες οι Οικουμενικές Σύνοδοι, που συνεκλήθησαν, συνεκλήθησαν για την προάσπιση της Εκκλησίας καταδικάζοντας αιρέσεις και κακοδοξίες.  Η μέλλουσα να συνέλθει Αγία και Μεγάλη Σύνοδος ποιά κακοδοξία ή ποιά αίρεση θα αντιμετωπίσει;
  Σε μια τέτοια Ημερίδα, στη Θεολογική Σχολή, είναι ανάγκη να δίνονται καθαρές και σύμφωνες με την παράδοση της Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας μας απαντήσεις με κατά Χριστόν αγάπη αλλά και αγιοπνευματική αλήθεια, διότι όπως ο Θεός Λόγος και το Άγιον Πνεύμα συνεργάζονται στο έργον της θείας Οικονομίας για τη σωτηρία μας, έτσι και η αγάπη στην Ορθόδοξη Θεολογία είναι αληθεύουσα και η αλήθεια αγαπώσα. Ο διαχωρισμός αυτών των δύο αρετών, στην πορεία της Θεολογίας, δεν λύνει, αλλά αντιθέτως δημιουργεί προβλήματα για το παρόν και το μέλλον της.
ΣΤΑΥΡΟΣ ΑΒΑΓΙΑΝΝΗΣ

3 σχόλια:

  1. Ποιοι είναι οι αιρετικοί; Διαβάστε την τοποθέτηση του Δρος Κων/νου Σιαμάκη Φιλολόγου - Βιβλικού Θεολόγου, αντιγραμμένη από το philologus.gr στο άρθρο "Οι κατηχούμενοι".

    Α) Ἡ ἐκκλησία τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ εἶναι μία, ὅπως λέει τόσο ἡ Καινὴ Διαθήκη ὅσο καὶ τὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως. κι αὐτὴ εἶναι ἡ ὀρθόδοξη ἐκκλησία. ἂν ἀμφιβάλλαμε γι’ αὐτό, ἔπρεπε νὰ τὴν ἀγνοήσουμε, καὶ νὰ τρέξουμε ἔντρομοι καὶ στὴ δυτικὴ Εὐρώπη καὶ στὸν Εἰρηνικὸ ὠκεανὸ καὶ στὰ πέρατα τῆς γῆς, νὰ βροῦμε τὴ μία ἐκκλησία καὶ νὰ βαπτιστοῦμε τὸ βάπτισμά της, πρὶν πεθάνουμε ἀβάπτιστοι καὶ χάσουμε τὴ σωτηρία μας. ἀλλιῶς θὰ ἤμασταν ἀνέντιμοι. δὲν ἀφιβάλλουμε ὅμως καθόλου ὅτι ἡ μία αὐτὴ ἐκκλησία εἶναι ἡ δική μας ἡ ὀρθόδοξη, ποὺ βρίσκεται σὲ πολλὰ μέρη τῆς γῆς, καὶ στὴν Ἑλλάδα ἔχει σήμερα τὸ μεγαλείτερο μέρος τοῦ πληθυσμοῦ. ἄλλη ἐκκλησία δὲν ὑπάρχει, οὔτε ὑπῆρξε ποτέ, ὅσο κι ἂν διάφοροι "θεολογοῦντες" καὶ θεοκάπηλοι, σημειώνοντας ἐπιδόσεις στὸ νὰ λὲν τὰ πιὸ χοντρὰ ψέμματα στοὺς πιὸ ἤπιους τόνους, μιλοῦν γιὰ "ἐκκλησία". ἂς τὸ ποῦν ἀπερίφραστα• εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχουν δυὸ ἐκκλησίες, ἢ καὶ περισσότερες, παραδεκτὲς ὅλες ἢ τοὐλάχιστο δύο ἀπὸ τὸν ἕνα Κύριο τῆς ἐκκλησίας, καὶ νὰ εἶναι ὁ ἴδιος νυμφίος δίγαμος; ἢ εἶναι δυνατὸν νὰ βλέπῃ εὐμενῶς μιὰ κάποια ἄλλη συνέλευσι, ποὺ ἰσχυρίζεται ὅτι εἶναι κι αὐτὴ νύμφη του, σὰ νὰ πρόκηται γιὰ κανέναν Ἀμερικανὸ πρόεδρο ἀπὸ κείνους ποὺ δὲν ξέρουν μὲ πόσες πλάγιασαν καὶ πόσες μποροῦν νὰ τοὺς ἐκβιάσουν;
    Ὅλοι οἱ χριστώνυμοι πληθυσμοί, οἱ ἔξω ἀπὸ τὴν ὀρθόδοξη ἐκκλησία, μορμόνοι, χιλιασταί, λουθηρανοί, πεντηκοστιανοί, ἀγγλικανοί, κουάκεροι, παπικοί, μεθοδισταί, ἀντβεντισταί, κλπ. εἶναι αἱρετικοί, σφετερισταὶ μόνο τοῦ ζηλευτοῦ χριστιανικοῦ ὀνόματος, ἄξιοι τιμωρίας καὶ μόνο γιὰ τὴν ἀντιποίησι αὐτὴ τοῦ ἐνδόξου ὀνόματος, ὅπως ἀκριβῶς ὁ κάθε τσαρλατάνος καὶ λωποδύτης ποὺ συστήνεται ἀλλοῦ ὡς εἰσαγγελέας, ἀλλοῦ ὡς συνταγματάρχης, κι ἀλλοῦ ὡς βιομήχανος. πουθενὰ ἔξω ἀπὸ τὴ μία ἐκκλησία μας δὲν ὑπάρχει τίποτε τὸ πνευματικῶς ὑπαρκτό, τίποτε τὸ τελεστικῶς ἔγκυρο, τίποτε τὸ χριστιανικὸ κι ἐκκλησιαστικό. τὰ πλήθη τῶν προειρημένων συστημάτων καὶ τῶν παρομοίων τους εἶναι ἀβάπτιστα καὶ χωρὶς πνεῦμα ἅγιο, οἱ δὲ φερόμενοι ὡς ἡγέτες, ποιμένες, καὶ κληρικοί τους εἶναι χωρὶς καμμιὰ ἱερωσύνη• ἀβάπτιστοι λαϊκοί. ὅ,τι εἶναι ὁ εἰδωλολάτρης Ταϋλανδὸς Ξιού, ποὺ δὲν ἄκουσε οὔτε γιὰ τὴν ὕπαρξι τῆς Χριστιανικῆς πίστεως καὶ ἐκκλησίας, ἢ ἡ γριὰ Χούγιου ἀπὸ τὴν Ταγκανίκα, ποὺ κι αὐτὴ δὲν ἄκουσε τίποτε τὸ σχετικό, τὸ ἴδιο εἶναι καὶ κάθε τσαρλατάνος τοῦ κόσμου ποὺ παριστάνει τὸν ἀρχιπάστωρα ἢ πάπα ἢ ὅπως ἀλλιῶς αὐτοκαλοῦνται οἱ ἀπατεῶνες τοῦ εἴδους αὐτοῦ, ὅσους ὀρόφους κι ἂν ἔχῃ τὸ καπέλλο ποὺ φοράει, καὶ μ’ ὅποια ὑφάσματα κι ἂν τυλίγῃ τὸ κορμί του.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Β) Δὲν πρέπει ὅμως νὰ παραγνωρίζουμε ποτὲ ὅτι μέσα στὰ πλήθη ἐκεῖνα, ποὺ οἱ ἀρχηγοί τους σφετερίζονται τὸ ἔνδοξο ὄνομα, ὑπάρχουν ψυχὲς ποὺ ἀγαποῦν τὸν Κύριο, διαβάζουν τὴ Βίβλο, ζοῦν εὐλαβῶς —δὲν θὰ πῶ εὐσεβῶς—, ἐπιθυμοῦν τὴ σωτηρία τους, κάνουν ὅ,τι μποροῦν γιὰ τὸ θεὸ τῆς Βίβλου, ὅπως ἦταν ὁ Γουτεμβέργιος, ἡ Μαρία Τζώνς, ὁ Παστέρ, καὶ ἄλλοι διαπρεπεῖς καὶ ἀφανεῖς. αὐτοὶ εἶναι κατηχούμενοι• καὶ δὲν ἔχω λόγους ν’ ἀμφιβάλλω γιὰ τὴ σωτηρία τους, μιὰ καὶ βρίσκονται στὴν ἐξουσία τοῦ ἐλεήμονος καὶ παντοδυνάμου Κυρίου. καὶ εἶναι κατηχούμενοι ποὺ κατηχοῦνται ἀπὸ τὴ Βίβλο, ὅταν τὴ διαβάζουν. διότι ἡ Βίβλος εἶναι λόγος κατηχήσεως, ὅπως αὐτοχαρακτηρίζεται (Λκ 1,4• Πρξ 1,1). ὑπῆρξαν καὶ μάρτυρες κατηχούμενοι, γιὰ τὴ σωτηρία τῶν ὁποίων δὲν ἀμφιβάλλουμε. ὁποιοσδήποτε ἔξω ἀπὸ τὴν ἐκκλησία διαβάζει τὴ Βίβλο, ζῇ χριστιανικά, καὶ ἔχει ἐνδιαφέρον γιὰ τὴ σωτηρία του, χωρὶς ἀπὸ τὰ τρία αὐτὰ νὰ κερδίζῃ τίποτε τὸ ἐπίγειο, δὲν εἶναι βέβαια Χριστιανός, ὅταν δὲν ἔχῃ τὸ βάπτισμα τῆς μιᾶς ἐκκλησίας, ἀλλά, ἐφ’ ὅσον δὲν ἀπέκρουσε καμμιὰ εὐκαιρία νὰ βαπτιστῇ, ποὺ πραγματικὰ τοῦ δόθηκε, εἶναι ὁπωσδήποτε κατηχούμενος. καλὰ θὰ ἦταν ἕνας τέτοιος νὰ γνωρίσῃ ὅλη τὴν ἀλήθεια καὶ νὰ βαπτιστῇ Χριστιανός. ἀλλὰ καὶ ἔτσι, ἂν τοῦ συμβῇ νὰ πεθάνῃ ἀβάπτιστος, ἐν Κυρίῳ θὰ κοιμηθῇ, διότι ὡς κατηχούμενος θὰ κοιμηθῇ.
    Ὁτιδήποτε ἄλλο κι ἂν πῇ κανείς, γιὰ ἄλλη δηλαδὴ ἐκκλησία ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ὀρθόδοξη, ἢ γιὰ Χριστιανοὺς ἔξω ἀπ’ αὐτή, ὅ,τι κι ἂν εἶναι αὐτὸς ποὺ θὰ τὸ πῇ, ὅ,τι τίτλους κι ἂν φοράῃ, αὐτὸ ποὺ λέει εἶναι ψέμμα, ἄκρως ἐπικίνδυνο ψέμμα, κι αὐτὸς εἶναι μόνο ἀπατεώνας˙ τίποτε ἄλλο. φυσικὰ οἱ ἀρχηγοὶ καὶ ἀξιωματοῦχοι τῶν αἱρετικῶν, ἂν ἰσχυρίζωνται ὅτι εἶναι κάτι, τὴ δουλειά τους κάνουν˙ τίποτε τὸ παράξενο. καὶ οἱ λωποδύτες ποὺ παριστάνουν τὸν εἰσαγγελέα, τὸ βιομήχανο, τὸ συνταγματάρχη, τὸ λὲν αὐτὸ πολὺ συχνότερα ἀπὸ τοὺς πραγματικοὺς φορεῖς τῶν ἀξιωμάτων αὐτῶν. εἶναι ὁ τρόπος τῆς δουλειᾶς των. ΄΄Δικοί μας΄΄ ἄνθρωποι ἂν τὸ λέν, εἶναι μόνο γελοῖα ὑποκείμενα, ποὺ παριστάνουν ὅτι εἶναι αὐτὸ ποὺ φαίνονται, ἐπειδὴ δὲν ἔχουν τὴν τιμιότητα νὰ βροῦν ἕναν ἔντιμο τρόπο βιοπορισμοῦ, κέρδους, προβολῆς, καὶ τακτοποιήσεώς των. ἐπικίνδυνοι ἀπατεῶνες, ἀξιόποινοι κακοποιοί, γελοῖα ὑποκείμενα.
    Τὸ γιατί ἡ μία ἐκκλησία εἶναι ἡ ὀρθόδοξη εἶναι μακρὸς λόγος, καὶ δὲν θὰ τὸ πῶ τώρα ἐδῶ. ἐδῶ κάτι ἄλλο εἶναι ἐκεῖνο ποὺ πρέπει νὰ λεχθῇ. ὅποιος ἀμφιβάλλει γι̉̉ αὐτό, πρέπει, ἂν εἶναι τίμιος μὲ τὸ θεό, μὲ τὸν ἑαυτό του, καὶ μὲ τοὺς ἄλλους, νὰ φύγῃ ἀμέσως ἀπ̉̉̉̉̉ αὐτή, καὶ ν̉ ἀναζητήσῃ τὴν ἀληθινὴ καὶ ὁπωσδήποτε μία ἐκκλησία ὁπουδήποτε ἀλλοῦ. ὅταν καὶ ἀμφιβάλλῃ καὶ παραμένῃ σ̉ αὐτή, εἶναι πονηρὸς ἄνθρωπος μὲ ὕποπτο σκοπό, ποὺ εἶναι ὁποιοσδήποτε ἄλλος ἐκτὸς ἀπὸ τὴ σωτηρία του. κι ἂν ἡ ὀρθόδοξη ἐκκλησία δὲν ἦταν ἡ μία, ἡ ἄλλη ἐκείνη, ποὺ θὰ ἦταν ἀληθινή, θὰ ἦταν μία. δυὸ ἐκκλησίες νὰ δεχτῇ κανείς, βλασφημεῖ τὸν Κύριο καὶ τὸν βγάζει ψεύτη ἢ ἀνόητο. καὶ δὲν νομίζω ὅτι σὲ μιὰ σύγκρισι ἀνάμεσα σ̉ αὐτὸν καὶ στὸν Κύριο ὁ ψεύτης κι ὁ ἀνόητος εἶναι ὁ Κύριος.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Γ) ΣΗΜΑΝΤΙΚΟ

    Καὶ μιὰ ἐπισημείωσι. τὸ σταλακτιτικὸ σπήλαιο τῶν Ἰωαννίνων, τὶς ἀρχαιότητες τῶν Μυκηνῶν, τὸ βῆμα τοῦ ἀποστόλου Παύλου στὴ Βέροια, καὶ τὸ δάσος τῶν φοινίκων στὴν Κρήτη μπορεῖ νὰ τὰ δῇ ὁποιοσδήποτε τουρίστας κι ἀπὸ τὴ Σιγκαπούρη κι ἀπὸ τὴ Ῥώμη κι ἀπὸ παντοῦ, εἴτε ἀνήκει σὲ κάποια θρησκεία εἴτε ὄχι, εἴτε στὴ θρησκεία του εἶναι λαϊκὸς εἴτε γκουρού, πάπας, μουφτῆς, μάγος, πάστωρας. μπορεῖ καὶ φωτογραφίες νὰ τραβήξῃ. μὲ τὴν ἱερὰ σύνοδο τῆς ὀρθοδόξου ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ἀλλόθρησκοι καὶ ἑτερόδοξοι μποροῦν νὰ ζητοῦν νὰ ἐπικοινωνήσουν ὅσοι εἶναι ἔμποροι χαρτιοῦ, ἂν θέλουν νὰ γίνουν προμηθευταί της, ὅσοι ξέρουν νὰ στήνουν ῥαδιοσταθμούς, ἂν θέλουν ν̉ ἀναλάβουν κάποιον δικό της, ὅσοι πουλοῦν ἔγχρωμα τζάμια, ἂν θέλουν νὰ συμμετάσχουν σὲ μειοδοτικὸ διαγωνισμὸ γιὰ προμήθεια, κλπ.. εἶναι εὔκολο˙ τὸ αἴτημά τους νὰ ἐπικοινωνήσουν μὲ τὴν ἱερὰ σύνοδο δὲν ἀποτελεῖ αὐθάδεια οὔτε ἀσέβεια. ἄνθρωποι ὅμως ποὺ ἰσχυρίζονται ὅτι εἶναι θρησκευτικοὶ ἡγέτες καὶ λειτουργοὶ κάποιων θρησκευμάτων, εἴτε αὐτὰ αὐτοκαλοῦνται ΄΄ἐκκλησίες΄΄ εἴτε ἀλλιῶς, καὶ θέλουν γιὰ ΄΄πνευματικοὺς΄΄ λόγους νὰ ἐπικοινωνήσουν μὲ τὴν ἡγεσία τῆς ἐκκλησίας, μόνο σὲ μιὰ περίπτωσι θὰ μποροῦσαν νὰ ἐπικοινωνήσουν˙ ἂν ζητοῦν ἀπὸ τὴ μία ἐκκλησία νὰ βαπτιστοῦν Χριστιανοί. καὶ κατ̉ ἄτομο βέβαια, ὄχι ὁμαδικά. μὴ Χριστιανὸς ἄνθρωπος μόνο γιὰ τὸν ἑαυτό του μπορεῖ νὰ διαπραγματεύεται μὲ ὁποιαδήποτε ἐκκλησιαστικὴ ἀρχή. ἂν καὶ σὲ μιὰ τέτοια ἀξιέπαινη περίπτωσι θὰ τοὺς συμβούλευα ν̉ ἀπευθυνθοῦν καλλίτερα στὸν προϊστάμενο μιᾶς ὁποιασδήποτε ἐνορίας. ἔχει ἐκεῖνος τὴν ἐπάρκεια νὰ τοὺς κατηχήσῃ καὶ νὰ τοὺς βαπτίσῃ. δὲν νομίζω ὅτι γιὰ τὸ αἴτημά τους αὐτὸ εἶναι εὐσεβὲς ν̉ ἀπαιτοῦν σώνει καὶ καλὰ νὰ ἐπικοινωνήσουν ὅλοι μὲ τὴν ἱερὰ σύνοδο.
    Αὐτὰ πρέπει νὰ γνωρίζουν ὅλα τὰ μέλη τῆς μιᾶς ἐκκλησίας.

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Δημοφιλείς αναρτήσεις

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου