Πέμπτη, 25 Ιουνίου 2015

ΕΙΣ ΤΟΥΣ ΕΣΧΑΤΟΥΣ ΚΑΙΡΟΥΣ ΟΙ ΕΥΣΕΒΕΙΣ ΘΑ ΔΙΩΧΘΟΥΝ ΚΑΙ ΟΙ ΠΟΝΗΡΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΚΑΙ ΟΙ ΓΟΗΤΕΣ (ΟΙ ΑΠΑΤΕΩΝΕΣ) ΘΑ ΠΡΟΚΟΨΟΥΝ ΕΠΙ ΤΩ ΧΕΙΡΟΝ ΠΛΑΝΩΝΤΕΣ ΚΑΙ ΠΛΑΝΩΜΕΝΟΙ

ΕΙΣ ΤΟΥΣ ΕΣΧΑΤΟΥΣ ΚΑΙΡΟΥΣ ΟΙ ΕΥΣΕΒΕΙΣ ΘΑ ΔΙΩΧΘΟΥΝ

ΚΑΙ ΟΙ ΠΟΝΗΡΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΚΑΙ ΟΙ ΓΟΗΤΕΣ (ΟΙ ΑΠΑΤΕΩΝΕΣ)


ΘΑ ΠΡΟΚΟΨΟΥΝ ΕΠΙ ΤΩ ΧΕΙΡΟΝ ΠΛΑΝΩΝΤΕΣ ΚΑΙ ΠΛΑΝΩΜΕΝΟΙ



ΕΠΙΚΑΙΡΟ· ΤΩΡΑ ΠΟΥ ΒΛΕΠΟΜΕ ΤΟ ΚΑΚΟ ΝΑ ΣΤΕΦΑΝΩΝΕΤΑΙ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ, ΘΑ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΟΥΜΕ

 

 

Ἀδελφοί μου, θὰ  ήθελα μόνο νὰ σᾶς δείξω τὴν ἑρμηνεία τοῦ χωρίου αὐτοῦ, τῆς προφητείας τοῦ ἀποστόλου Παύλου, ὁ ὁποῖος εἶπε, ὅτι ἐν τοῖς ἐσχάτοις χρόνοις, ὅταν πλησιάζῃ πλέον νὰ σημάνῃ τὸ μεγάλο σήμαντρο τῆς δευτέρας παρουσίας, ὅτι τότε, λέει, οἱ μὲν εὐσεβεῖς θὰ διωχθοῦν, οἱ δὲ πονηροὶ καὶ γόητες καὶ ἀπατεῶνες θὰ προκόψουν.


―Ναί, καλὰ αὐτά, θὰ πῇς, πάτερ μου. Ἀλλὰ ἡμεῖς είμεθα ρεαλισταί, ἐμεῖς εἴμεθα πραγματισταί. 

Ἐμεῖς δὲ᾿ ζοῦμε στὰ ὄνειρα· ἐμεῖς βλέπουμε τὴν πραγματικότητα. Τί νὰ τὴν κάνω τὴν ἀρετή; τί νὰ τὴν κάνω τὴν τιμιότητα; τί νὰ τὸ κάνω νὰ εἶνε κανεὶς εὐσεβὴς καὶ νὰ πηγαίνῃ στὴν ἐκκλησία καὶ ν᾿ ἀνάβῃ τὸ κερί του καὶ νὰ πιστεύῃ εἰς τὸν Χριστό, τὴν ὥρα κατὰ τὴν ὁποία βλέπομεν τὸ κακὸν νὰ στεφανώνεται εἰς τὸν κόσμον; Δὲ᾿ βλέπεις, σοῦ λέγει, δὲ᾿ βλέπεις; Βλέπεις ἐκεῖνον τὸν νέον τὸν ἀλήτη, ὁ ὁποῖος ποτέ του δὲν κάθησε πάνω στὸ θρανίο νὰ μαλλιάσῃ ἡ καρέκλα νὰ γίνῃ ἐπιστήμων, ἀλλὰ ὁ ὁποῖος ἔγινε ἕνας δονζουὰν καὶ περιφέρεται μέσ᾿ στὰ σοκάκια τοῦ Κολωνακίου; Δὲν τὸν βλέπεις αὐτὸν ὅτι παντρεύτηκε καὶ πῆρε τὴν πλουσιώτερη κόρη τῆς πόλεώς μας; Καὶ δὲ᾿ βλέπεις ἐκείνη τὴν ἄλλη τὴν ξετσίπωτη, ἡ ὁποία ποτέ της δὲ᾿ γνώρισε ἀρετὴ καὶ κακίαν, παρ᾿ ὅλο ποὺ εἶνε ἀντροχωρίστρα, δὲν τὴ βλέπεις αὐτὴ ποὺ τρέχει· ποτέ της δὲν ἔπιασε στὰ χέρια της μέσ᾿ στὸ σπίτι πιάτο νὰ καθαρίσῃ καὶ νὰ σκουπίσῃ, ἀλλὰ τὴ βλέπεις μὲ τὰ νύχια της· δὲν τὴ βλέπεις αὐτὴ πῶς κατώρθωσε, ἡ ξετσίπωτη αὐτή, νὰ πάρῃ τὸν καλύτερο ἄντρα τῆς πόλεώς μας; Καὶ δὲ᾿ βλέπεις τὸν ἄλλο, ὁ ὁποῖος ξεκίνησε ἕνας μικρὸς στὸ χωριό του καὶ τώρα ἔχει, μὲ τὶς ἀπάτες καὶ τὶς ἀδικίες, μὲ τὶς κλοπὲς καὶ τὶς πλαστογραφίες καὶ μὲ τὰς φοροδιαφυγὰς καὶ μὲ ὅλα τὰ μέσα τὰ ἄτιμα, δὲ᾿ βλέπεις ὅτι ἔχει κατάστημα μέσα εἰς στὸ κέντρο τῆς ὁδοῦ Αἰόλου καὶ τῆς ὁδοῦ Ἑρμοῦ; Δὲ᾿ βλέπεις τὸν ἄλλον ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος μὲ τὰ ψεύδη καὶ τὶς ἀπάτες κατώρθωσε νὰ ἀνέβῃ εἰς τὰ ὕψιστα ἐκκλησιαστικὰ ἢ πολιτικὰ ἀξιώματα; Δὲ᾿ βλέπεις λοιπὸν ὅλα αὐτά;


Τὰ βλέπω, τὰ βλέπω, ἀδελφοί μου. Ἀλλὰ «μὴ ταρασσέσθω ὑμῶν ἡ καρδία μηδὲ δειλιάτω» (Ἰωάν. 14,27) Προσέξτε. Ὤ λόγια τοῦ Παύλου, ὤ λόγια τῆς Γραφῆς! Προσέξατε· οὔτε ἕνα γιῶτα δὲν θὰ διαψευσθῇ.



―ὅλα ἔχουν τὴν ἐφαρμογή τους―, οὔτε μιὰ τελεία δὲν θὰ ἐκπέσῃ (Ματθ. 5,18). Τί λέγει; Γιά προσέξτε. Θὰ προκόψουν, λέγει· ἀλλὰ πῶς λέει; «ἐπὶ τὸ χεῖρον» (Β΄ Τιμ. 3,13). Θὰ προκόψουν ―δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία―, θὰ παρουσιάσουν μίαν πρόοδο. Ἀλλ᾿ αὐτὴ ἡ πρόοδος ἔχει καὶ ἄλλη ὄψι. Πρέπει νὰ δῇς καὶ τὸ ἄλλο φύλλο. Νὰ μὴ δῇς μόνο τὴν πρόοδό τους τὴν κοσμική, ἀλλὰ νὰ γυρίσῃς νὰ δῇς καὶ τὴν ἄλλη ὄψι. Ὅπως τὸ φύλλο, ὅπως τὸ ὕφασμα ἔχει δυὸ ὄψεις, ἔτσι κατὰ παρόμοιον τρόπον πρέπει νὰ δῇς ὅτι καὶ πίσω ἀπὸ τὴν πονηρία ὑπάρχει καὶ κάποια ἄλλη ἐπιφάνεια. Ποιά ἐπιφάνεια; Δὲ᾿ βλέπεις, δὲν ξέρεις, δὲν ἀκοῦς; Ὅτι ἐκεῖνο ποὺ λέγανε οἱ ἀρχαῖοι; «Μηδένα πρὸ τοῦ τέλους μακάριζε».

 

«Οἱ πονηρευόμενοι ἐξολοθρευθήσονται»



Ἄσ᾿ τονε, ἄσ᾿ τονε. Τὸν βλέπεις τώρα νὰ προοδεύῃ. Ἐκεῖ ποὺ βλέπεις τὸν οὐρανὸ καὶ εἶνε πεντακάθαρος, ξαφνικὰ παρουσιάζεται ὁ κεραυνός. Δὲ᾿ βλέπεις; ὅλοι αὐτοὶ οἱ ὁποῖοι φαίνονται τώρα νὰ προοδεύουν, θὰ ἔρθῃ μιὰ στιγμὴ ποὺ θὰ πέσῃ ἐπάνω τους ὁ κεραυνός. Ναί, θὰ ἔρθῃ ἡ ὥρα κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ τιμωρηθοῦν καὶ αὐτοί. Ἤτανε γλυκὰ τὰ χρήματα ὅταν στὰ χέρια του ὁ Ἰούδας ἔπαιρνε τὰ τριάκοντα ἀργύρια καὶ τὰ μετροῦσε καὶ τὰ ξαναμετροῦσε καὶ τὰ χάιδευε.Ὅταν ἔπαιρνε τὰ χρήματα αὐτά, εἶχε χαρὰν καὶ ἀγαλλίασιν. Ἀλλὰ δὲς τὸ τέλος του. Ἐκρεμάστηκε ἀπὸ ἕνα κλαδὶ συκιᾶς.

 

Δὲ᾿ βλέπεις τὸν Κάϊν; Εὐχαριστοῦνταν τὴν ὥρα ποὺ ἔβλεπε κάτω τὸν ἀδελφό του νὰ σπαρταράῃ. Ἀλλὰ Ἐντὸς ὀλίγου ὅμως αὐτὸς ὁ Θεὸς τοῦ εἶπε· Κάϊν, «στένων καὶ τρέμων ἔσῃ ἐπὶ τῆς γῆς» (Γέν. 4,12). Ὅπως τὸ φύλλο σείεται ἐπάνω εἰς τὸ δένδρο, ἔτσι καὶ αὐτὸς ἐσείετο μέσα εἰς τὸν κόσμον.



Δὲ᾿ βλέπεις αὐτοὺς τοὺς ἄλλους οἱ ὁποῖοι καυχῶνται καὶ ὑπερηφανεύονται γιὰ τὴ δημοκρατία τους, καὶ ἔρχεται κατόπιν ἡ στιγμὴ ποὺ εἶνε αὐτοὶ οἱ μεγαλοὶ δικτάτορες;



Ποῦ εἶνε αὐτοὶ οἱ μεγάλοι στρατηγοί, οἱ ὁποῖοι πατήσανε ἐπάνω σὲ πτώματα καὶ ἀνῆλθαν εἰς τὰ ὕπατα ἀξιώματα;

 
Ποῦ εἶνε ὅλοι αὐτοὶ οἱ ὁποῖοι μὲ τὶς πονηρίες καὶ ἀπάτες κ.λπ. ἔγιναν μεγάλοι καὶ τρανοί; «Μηδένα πρὸ τοῦ τέλους μακάριζε». Εἶνε γεγονός, σᾶς τὸ δίνω γραμμένο, ὅτι ἡ πρόοδος αὐτῶν εἶνε φαινομενική. Εἶνε πρόοδος «ἐπὶ τὸ χεῖρον», ὅπως λέγει ὁ ἀπόστολος, καὶ ὄχι ἐπὶ τὸ βέλτιον. Εἶνε γεγονὸς αὐτὸ τὸ ὁποῖο λέγει ἡ ἁγία Γραφή. Τί λέγει ἡ ἁγία Γραφή; «Οἱ πονηρευόμενοι ἐξολοθρευθήσονται» (Ψαλμ. 36,9). Δὲ᾿ μπορεῖ νὰ ἀλλάξῃ ὁ νόμος τοῦ Θεοῦ· «οἱ πονηρευόμενοι ἐξολοθρευθήσονται».  

Διαβάστε τὴν ἱερὰν ἱστορίαν, διαβάστε τὴν παγκόσμιο ἱστορία, ῥίψατε κ᾿ ἕνα βλέμμα μέσα εἰς τὴν κοινωνία. Ἔχετε ὑπομονὴ ἐν τῷ κόσμῳ τούτῳ, καὶ θὰ δῆτε τὸ τέλος τῶν πονηρῶν. Εἶνε ἄθλιο. Εἶνε τέλος Ἰούδα, εἶνε τέλος Κάϊν, εἶνε τέλος ὅλων τῶν προδοτῶν καὶ ὅλων τῶν κακοποιῶν στοιχείων. 


Ὄχι, ἀδελφοί! καὶ ἂν ἀκόμα ὁ διάβολος, μᾶς στρώσῃ τὴν γῆν μὲ χρυσάφι, καὶ νὰ μᾶς δώσῃ ὁλόκληρον τὴν γῆν, ὄχι ποτέ, ποτέ ἐμεῖς νὰ μὴ συνθηκολογήσουμε μὲ τὸν διάβολο. Νὰ μείνουμε σταθεροί, ἀκλόνητοι. «Στῶμεν καλῶς». Ἐσύ, κοπέλλα μου, μὴ βλέπεις τὴν ξετσίπωτη γυναῖκα. 

Κ᾿ ἐσύ, νέε μου, μὴ βλέπεις τὸν ἀλήτη ὁ ὁποῖος προοδεύει. Κ᾿ ἐσὺ ὁ ἄλλος, ὁ ἐργατικός, μὴ βλέπεις τὸν ἄλλον ὁ ὁποῖος ἀνέβη στὰ ἀξιώματα. 

Ὄχι, παιδί μου· προτιμότερο νὰ εἶσαι στρατιώτης, δεκανέας τίμιος, παρὰ στρατηγὸς ἄτιμος· προτιμότερο εἶνε νὰ εἶσαι νεωκόρος εὐσεβὴς παρὰ πατριάρχης ἄτιμος. Προτιμότερο εἶνε νὰ εἶσαι φτωχαδάκι, παρὰ πλούσιος μπουζουὰς ἀτιμάζων τὰ πάντα, προτιμότερο νὰ εἶσαι μία κυρία μετὰ τῶν μεγάλων καὶ ὑψηλῶν. 

Προτιμότερο εἶνε νὰ εἶσαι πτωχὸς μὲ τὸ Χριστό, παρὰ πλούσιος μὲ τὸν διάβολο. Προτιμότερο εἶνε νὰ ζήσῃς μὲ τὴ πτωχεία, μὲ τὴν τιμιότητα, μὲ τὴν εὐσέβειαν μέσα εἰς τὸν κόσμον αὐτόν, μὲ τὸ μέτωπο καθαρό, νὰ εἶσαι τίμιος καὶ εἰλικρινής, παρὰ νὰ εἶσαι δόλιος καὶ ὑποκριτής. Διότι οἱ «πονηρευόμενοι ἐξολοθρευθήσονται» (ἔ.ἀ.), «πονηροὶ δὲ καὶ γόητες ἄνθρωποι προκόψουσι ἐπὶ τὸν χεῖρον, πλανῶντες καὶ πλανώμενοι» (Β΄ Τιμ. 3,13).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου