ΑΓΙΟΠΑΤΕΡΙΚΗ ΑΠΑΝΤΗΣΗ
ΣΕ ΟΡΘΟΛΟΓΙΣΤΙΚΗ
ΚΡΙΤΙΚΗ ΜΕΛΕΤΗ
ΑΠΑΝΤΗΣΗ
KATAΠΕΛΤΗΣ
ΣΤΗΝ ΚΡΙΤΙΚΗ ΜΕΛΕΤΗ
ΤΗΣ ΜΗΤΡ. ΠΕΙΡΑΙΩΣ
ΑΠΟ ΤΟΝ ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟ
π. ΕΥΘΥΜΙΟ ΤΡΙΚΑΜΗΝΑ
Β΄ Μέρος
Αποτειχισι:
Ωστε παππουληδες, χαρακτηριζετε τον ΑΚΑΘΑΙΡΕΤΟ ιερομοναχο Ευθυμιο Τρικαμηνα, "οσιολογιωτατο μοναχο" και δεν ντρεπεστε;
Ετσι βλεπετε τους "αφορισμους και τις καθαιρεσεις" των ΑΠΟΤΕΙΧΙΣΜΕΝΩΝ;
Ως κανονικες;
Και που το στηριζετε αυτο;
Σε ποιον Ιερο Κανονα, ω σοφολογιωτατοι;
Στους κανονες του Αννα και του Καϊαφα, στους Αρχιερεις της Αισχυνης, ή στους κανονες του Κυκλωπα;
Λιγη ντροπη, παππουληδες, δεν βλαπτει.
Και αν συνεχισετε με το ιδιο αντορθοδοξο στυλ και ηθος, θα μεινετε στην ιστορια ως ...παππουληδες και τιποτα περισσοτερο.
===================
Στή συνέχεια θά ἀναφερθῶ καί στό κύριο
μέρος τῆς κριτικῆς σας μελέτης. Ἐδῶ ἔχω, πατέρες, νά σᾶς ἐπισημάνω ἀδελφικά ἕνα
μεγάλο ἑρμηνευτικό λάθος, τό ὁποῖο θέλω νά πιστεύω ὅτι ἐκάνατε ἠθελημένα, ἐπειδή
δηλαδή σᾶς ἐξυπηρετοῦσε στήν δυνητική ἑρμηνεία τοῦ Κανόνος τήν ὁποία
καινοτομώντας θέλετε νά ἐπιβάλλετε. Διότι, ἄν τό ἐκάνατε τό ἑρμηνευτικό αὐτό
λάθος χωρίς νά τό γνωρίζετε, τότε λυπᾶμαι ὅλους ἐκείνους πού θά στηριχθοῦν ἐπάνω
σας, ἐξαιτίας τοῦ ὅτι εἶστε ὑπεύθυνοι στό ἐπί τῶν αἱρέσεων γραφεῖο τῆς
Μητροπόλεως Πειραιῶς. Τό λάθος αὐτό εἶναι ἡ ἑρμηνεία πού
δίδετε στό πατερικό λόγιο «ἑπόμενοι τοῖς ἁγίοις
Πατράσι».
Γράφετε λοιπόν στήν σελίδα
3 τά ἑξῆς:
«Πολύ
σοφά ἐδῶ, οἱ ἅγιοι Πατέρες πού συνέγραψαν αὐτόν τόν κανόνα θέτουν ὡς ἀσφαλιστική
δικλεῖδα τήν κατάγνωση ἀπό Σύνοδο ἤ ἀπό Ἁγίους Πατέρες. Καί τοῦτο διότι μᾶς ὑποχρεώνει
νά βαδίσουμε “ἑπόμενοι τοῖς Ἁγίοις Πατράσι”, ἀκολουθοῦντες καί ὄχι
προπορευόμενοι τῶν Ἁγίων Πατέρων καί προαρπάζοντες τήν κρίση αὐτῶν σχετικά μέ
τήν αἵρεση. Μᾶς ὑποχρεώνει μέ ἄλλα λόγια νά στηριχθοῦμε στήν διάγνωση, πού ἐκεῖνοι
ἔκαμαν, μέ τήν δύναμη καί τόν φωτισμό τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ὡς πρός τήν ἐν λόγῳ αἵρεση».
Τό ἑρμηνευτικό σας λάθος, πατέρες, ἐντοπίζεται
εἰς τό ὅτι διαστρέφετε τήν ἔννοια τοῦ πατερικοῦ αὐτοῦ λογίου καί δίδετε τήν ἑρμηνεία
ὅτι πρέπει νά ὑπάρχουν οἱ ἅγιοι Πατέρες στήν ἐποχή μας, οἱ ὁποῖοι θά
καταδικάσουν τήν αἵρεσι καί ἐμεῖς νά τούς ἀκολουθήσωμε γιά νά μήν «προαρπάσωμε τήν κρίσι αὐτῶν σχετικά μέ τήν
αἵρεσι». Ὡς ἐκ τούτου, μή ὑπαρχόντων τῶν Πατέρων αὐτῶν, ἐμεῖς παραμένουμε
μέσα στήν αἵρεσι, ἀκολουθοῦμε κατά πόδας τούς αἱρετικούς, τούς ἀναγνωρίζομε ὡς
ποιμένες εἰς τύπον Χριστοῦ κλπ.
Τό «ἑπόμενοι
τοῖς ἁγίοις Πατράσι», ὅμως, δέν ἔχει αὐτήν τήν ἔννοια, ἀλλά σημαίνει πώς πρέπει νά πράξωμε καί ἐμεῖς αὐτά τά ὁποῖα ἔπραξαν ἐκεῖνοι.
Δηλαδή οἱ Πατέρες τῆς κάθε ἐποχῆς «ἑπόμενοι
τοῖς ἁγίοις Πατράσι» κατεδίκασαν τίς αἱρέσεις τῆς ἐποχῆς των. Ὡς ἐκ τούτου
δέ καί ἐμεῖς «ἑπόμενοι τοῖς ἁγίοις
Πατράσι» καταδικάζομε τήν αἵρεσι τῆς ἐποχῆς μας. Ἄν δέ τήν καταδικάσωμε δέν
ἀκολουθοῦμε τά ἴχνη τῶν Ἁγίων. Δι’ αὐτό καί τό «Μέγα λεξικό τῆς Ἑλληνικῆς
γλώσσης» ἔχει στήν λέξι «ἕπομαι» καί τίς
ἔννοιες «συνακολουθῶ, ἀκολουθῶ ἐπί τά ἴχνη τινός, συμφωνῶ κλπ».
Ἐπίσης τό «ἑπόμενοι τοῖς ἁγίοις Πατράσι» ἔχει καί τήν ἔννοια τοῦ ἀποδέχομαι ὅσα
ἐκεῖνοι ἐθέσπισαν. Μέ αὐτήν τήν ἔννοια ἔχει διατυπωθῆ ὁ Α’ Κανόνας τῆς Ζ’ Οἰκουμενικῆς
Συνόδου, ὁ ὁποῖος λέγει: «ἀσπασίως τοὺς
θείους κανόνας ἐνστερνιζόμεθα, καὶ ὁλόκληρον τὴν αὐτῶν διαταγὴν καὶ ἀσάλευτον
κρατύνομεν, τῶν ἐκτεθέντων ὑπὸ τῶν ἁγίων σαλπίγγων τοῦ Πνεύματος, τῶν
πανευφήμων Ἀποστόλων, τῶν τε ἕξ ἁγίων οἰκουμενικῶν συνόδων, καὶ τῶν τοπικῶς
συναθροισθεισῶν ἐπὶ ἐκδόσει τοιούτων διαταγμάτων, καὶ τῶν ἁγίων Πατέρων ἡμῶν· Ἐξ
ἑνὸς γὰρ ἅπαντες καὶ τοῦ αὐτοῦ Πνεύματος αὐγασθέντες, ὥρισαν τὰ συμφέροντα. Καὶ
οὓς μὲν τῷ ἀναθέματι παραπέμπουσι, καὶ ἡμεῖς ἀναθεματίζομεν· οὓς δέ τῇ
καθαιρέσει, καὶ ἡμεῖς καθαιροῦμεν· οὓς δὲ τῷ ἀφορισμῷ, καὶ ἡμεῖς ἀφορίζομεν· οὓς
δὲ ἐπιτιμίῳ παραδιδόασι, καὶ ἡμεῖς ὡσαύτως ὑποβάλλομεν».
Δηλαδή ἐδῶ οἱ Πατέρες τῆς Ζ΄ Οἰκουμενικῆς
«ἑπόμενοι τοῖς ἁγίοις Πατράσι» ἀποδέχονται
ὅσα ἐκεῖνοι ἐθέσπισαν. Ἀπό αὐτό γίνεται κατανοητό ὅτι ὁ Πατριάρχης Ἀθηναγόρας
πού ἦρε τά ἀναθέματα κατά τῶν Παπικῶν δέν ἦτο «ἑπόμενος τοῖς ἁγίοις Πατράσι», ἀλλά τοῖς αἱρετικοῖς. Τό ἴδιο καί ὁ
νῦν Πατριάρχης Βαρθολομαῖος, ὁ ὁποῖος ὄχι μόνον ἀνεγνώρισε ὅσα ὁ Ἀθηναγόρας ἔπραξε,
ἀλλά ἐπιπλέον ἀπεκάλεσε τούς Πατέρες αὐτούς «θύματα
τοῦ ἀρχεκάκου ὄφεως», οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται στήν κρίσι τοῦ Θεοῦ, δι’ αὐτό
καί ἐμεῖς πρέπει νά προσευχώμεθα γιά τήν συγχώρησί των!
Τό «ἑπόμενοι
τοῖς ἁγίοις Πατράσι» λοιπόν ἔχει τήν ἔννοια ὅτι καί ἐμεῖς βαδίζομε στά ἴχνη
των καί δέν μένομε ἀδρανεῖς, ἀκολουθώντας τούς αἱρετικούς καί συναγελαζόμενοι
μέ αὐτούς, περιμένοντας –σύμφωνα μέ τήν ἑρμηνεία σας πατέρες– νά ἐμφανισθοῦν
κάποιοι ἅγιοι Πατέρες, οἱ ὁποῖοι νά καταδικάσουν καί μάλιστα συνοδικῶς τήν αἵρεσι
καί ἐμεῖς νά τούς ἀκολουθήσωμε.
Aὐτό
τό ἴδιο τό βλέπομε στόν ὅρο πίστεως τῆς ΣΤ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ὁ ὁποῖος
μεταξύ τῶν ἄλλων ἀναφέρει: «Ἑπομένη τε ταῖς
τε ἁγίαις καί οἰκουμενικαῖς πέντε Συνόδοις καί τοῖς ἁγίοις καί ἐγκρίτοις
Πατράσι καί συμφώνως ὁρίζουσα, ὁμολογεῖ τόν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν, τόν ἀληθινόν
Θεόν ἡμῶν, τόν ἕνα τῆς ἁγίας, ὁμοουσίου καί ζωαρχικῆς Τριάδος, τέλειον ἐν θεότητι
καί τέλειον τόν αὐτόν ἐν ἀνθρωπότητι...».
Ἐν συνεχείᾳ ἀναφέρονται οἱ Πατέρες τῆς
ΣΤ’ Οἰκουμενικῆς στόν ὅρο πίστεως τῆς Δ’ Οἰκουμενικῆς περί τῶν δύο φύσεων τοῦ
Χριστοῦ καί συνεχίζει: «Καί δύο φυσικάς
θελήσεις, ἤτοι θελήματα ἐν αὐτῷ, καί δύο φυσικάς ἐνεργείας ἀδιαιρέτως, ἀτρέπτως,
ἀμερίστως, ἀσυγχύτως, κατά τήν τῶν ἁγίων Πατέρων διδασκαλίαν ὡσαύτως
κηρύττομεν∙ καί δύο μέν φυσικά θελήματα οὐχ ὑπεναντία, μή γένοιτο, καθώς οἱ ἀσεβεῖς
ἔφησαν αἱρετικοί, ἀλλ’ ἑπόμενον τό ἀνθρώπινον αὐτοῦ θέλημα, καί μή ἀντιπῖπτον ἤ
ἀντιπαλαῖον, μᾶλλον μέν οὖν καί ὑποτασσόμενον τῷ θείῳ αὐτοῦ καί πανσθενεῖ
θελήματι» (Ἰωαν. Ρωμανίδου, πρωτοπρ., Δογματική καί Συμβολική Θεολογία τῆς Ὀρθοδόξου
Καθολικῆς Ἐκκλησίας, Β΄ Τόμος, σελ. 68, 69).
Ἐδῶ λοιπόν βλέπομε τούς Πατέρας τῆς ΣΤ’
Οἰκουμενικῆς Συνόδου, «ἑπόμενοι τοῖς ἁγίοις
Πατράσι», νά καταδικάζουν τήν αἵρεσι τῆς ἐποχῆς των, ἡ ὁποία ἦτο τῶν
Μονοθελητῶν καί Μονοενεργητῶν.
Ἐπίσης στήν 4η Συνεδρία τῆς
Ζ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου οἱ Πατέρες διακηρύττουν τά ἑξῆς: «Ἡμεῖς δέ κατά πάντα τῶν αὐτῶν θεοφόρων πατέρων ἡμῶν τά δόγματα καί
πράγματα κρατοῦντες, κηρύσσομεν ἐν ἑνί στόματι καί μιᾷ καρδίᾳ, μηδέν
προστιθέντες, μηδέν ἀφαιροῦντες τῶν ἐξ αὐτῶν παραδοθέντων ἡμῖν∙ ἀλλά τούτοις
βεβαιούμεθα, τούτοις στηριζόμεθα∙ οὕτως ὁμολογοῦμεν, οὕτως διδάσκομεν, καθώς αἱ
ἅγιαι καί οἰκουμενικαί ἕξ σύνοδοι ὥρισαν καί ἐβεβαίωσαν» (στό ἴδιο βιβλ.,
σελ. 123).
Σύμφωνα τώρα, πατέρες, μέ τήν ἑρμηνεία
πού δίδετε στό «ἑπόμενοι τοῖς ἁγίοις
Πατράσι», διδάσκετε τελείως διαφορετικά καί προφανῶς καινοτομεῖτε∙ ὅταν οἱ ἅγιοι
Πατέρες μᾶς διδάσκουν νά ἀπομακρυνώμεθα πάραυτα ἀπό τούς αἱρετικούς, νά τούς ἀντιμετωπίζωμε
ὅπως τόν λύκο καί τό φίδι, ἐσεῖς διδάσκετε νά εἴμεθα ἑνωμένοι καί ἐνσωματωμένοι
μέ αὐτούς, νά τούς ἀντιμετωπίζωμε ὡς εἰς τύπον καί τόπον Χριστοῦ, περιμένοντας
τήν ἀπόφασι τῆς Συνόδου. Ἐδῶ, ἐπί πλέον, μέ τήν διδασκαλία σας ὁδηγεῖτε τούς
πιστούς εἰς τό νά ἀκολουθήσουν τήν εὔκολη καί πλατεῖα ὁδό, ἐφ’ ὅσον στήν πρᾶξι
βλέπομε ὅτι οἱ διωγμοί καί οἱ καθαιρέσεις ἀρχίζουν ἀπό τότε πού θά παύσης νά
τούς ἀναγνωρίζης ὡς εἰς τύπον καί τόπον Χριστοῦ, δηλαδή ὅταν ἀποτειχισθῆς ἀπό αὐτούς.
Τό σημαντικό εἶναι, ὅπως ἐτονίσαμε, ὅτι
σέ ὅλη τήν μελέτη σας ἀπουσιάζει ὁ πατερικός λόγος καί δι’ αὐτό καί στήν ἑρμηνεία
πού ἐδώσατε στό πατερικό αὐτό λόγιο, ἐστηριχθήκατε ἀποκλειστικῶς καί μόνο στόν ὀρθολογισμό∙
δι’ αὐτό τό διαστρέψατε, τό ἐντάξατε καί τό στρατολογήσατε στήν δυνητική ἑρμηνεία
τοῦ Κανόνος. Περιττόν βεβαίως νά ἀναφέρωμε ὅτι ἡ ἑρμηνεία αὐτή πού δίδετε ἐξυπηρετεῖ
τά μέγιστα τούς Οἰκουμενιστές, διότι ἐσεῖς κατ’ οὐσίαν ἀναμένετε νά καταδικασθῆ
ἡ αἵρεσις συνοδικῶς, δηλαδή νά καταδικάσουν οἱ ἴδιοι οἱ Οἰκουμενιστές τούς ἑαυτούς
των. Αὐτοί δέ ὀφείλουν νά σᾶς εὐχαριστήσουν ὑπερβαλλόντως διά τήν συμβολή σας αὐτή
στήν προσπάθεια πού καταβάλλουν ἐναγωνίως διά τήν ἕνωσι τῶν «Ἐκκλησιῶν». Ἑπομένως
ἐν κατακλεῖδι ἐπί τοῦ θέματος τούτου, δίδετε στήν πρᾶξι εἰς τό λόγιο «ἑπόμενοι τοῖς ἁγίοις Πατράσι» τήν ἑρμηνεία «ἑπόμενοι τοῖς αἱρετικοῖς»!
Στή συνέχεια τῆς μελέτης σας καί
προκειμένου νά μᾶς πείσετε περί τοῦ ὅτι ἡ διάγνωσις τῆς αἱρέσεως καί ἡ ἐκ
ταύτης ἐπακολουθοῦσα ἀποτείχισις δέν εἶναι ἔργο τοῦ καθενός, ἀλλά μόνο τῶν Ἁγίων,
ἀναφέρετε τά ἑξῆς:
«Μάλιστα
στή διατύπωση τοῦ Κανόνος αὐτοῦ χρησιμοποιεῖται ἡ λέξη διάγνωση, πού εἶναι
παρμένη ἀπό τήν ἰατρικὴ ὁρολογία, ἀκριβῶς γιὰ νὰ δοθεῖ ἔμφαση καί νά τονιστεῖ
τό γεγονός, ὅτι δέν εἶναι ἁρμόδιο τό κάθε μέλος τῆς Ἐκκλησίας νά ἐπισημάνει καὶ
νὰ διαγνώσει μὲ ἀσφάλεια τὴν αἵρεση, διότι δὲν ἔχει τὶς ἀνάλογες πνευματικὲς
προϋποθέσεις. Ὅπως ἀκριβῶς δὲν εἶναι ἱκανὸς καὶ ἁρμόδιος ὁ καθένας νὰ διαγνώσει
μὲ ἀσφάλεια μία ἀρρώστια, ἀλλὰ μόνον οἱ ἰατροὶ καὶ μάλιστα οἱ εἰδικευμένοι ἐξ αὐτῶν
ἐπιστήμονες.
»Ἐπίσης,
μὲ τὴν παραπάνω φράση “παρὰ τῶν Ἁγίων Συνόδων...” οἱ συντάκτες τοῦ Κανόνος ἐπιδιώκουν
νὰ ἐμπνεύσουν στὸ Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας τὸν
σεβασμὸ πρὸς τὸν Συνοδικὸ θεσμὸ τῆς Ἐκκλησίας.
»Ἑπομένως,
ἡ φράση τοῦ π. Εὐθυμίου: “Ἡ ἔκφρασις αὐτὴ ἐπίσης τοῦ παρόντος Κανόνος
'κατεγνωσμένη παρὰ τῶν Ἁγίων Πατέρων ἢ Συνόδων' δὲν σημαίνει ὅτι διὰ μία 'μή
κατεγνωσμένη' αἵρεση ὀφείλουμε ὑπακοὴ εἰς τούς ἐπισκόπους καὶ τοὺς φορεῖς τῆς αἱρέσεως...”
(σελ. 27-28) εἶναι μετέωρη καὶ ἄστοχη. Διότι, ὁ Κανόνας δὲν κάνει λόγο γιὰ μὴ
κατεγνωσμένη, ἀλλὰ γιὰ κατεγνωσμένη αἵρεση. Πρέπει ἀπαραιτήτως νὰ προηγηθεῖ ἡ
διάγνωση καὶ κατάγνωση τῆς αἱρέσεως καὶ κατόπιν νὰ ἐπακολουθήσει τὸ τί δέον
γενέσθαι μὲ τοὺς αἱρετικοὺς ἐπισκόπους, ἂν δηλαδὴ θὰ κάνουμε ὑπακοὴ σ' αὐτούς ἢ
ὄχι, ὅπως ἀκριβῶς σὲ μιὰ ἀρρώστια πρέπει ἀπαραιτήτως νὰ προηγηθεῖ ἡ διάγνωσή
της καὶ κατόπιν νὰ ἐπακολουθήσει ἡ θεραπεία. Εἶναι ἀνόητο καὶ ἄστοχο νὰ ὁμιλοῦμε
γιὰ θεραπεία μιᾶς ἀρρώστιας, προτοῦ νὰ ἔχουμε τὴν διάγνωσή της. Αὐτή δέ ἡ
διάγνωση, ὅπως ἐλέχθη, δὲν εἶναι ἔργο τοῦ καθενός, ἀλλά μόνον τῶν Ἁγίων
Πατέρων, ὅπως τοῦτο σαφέστατα φαίνεται ἀπὸ τὴν διατύπωση τοῦ κανόνος».
Ἐδῶ πατέρες, μέ αὐτά πού ἰσχυρίζεσθε,
κατ’ ἀρχάς ἀναιρεῖτε τούς ἑαυτούς σας. Διότι ἔχετε κάνει ἤδη διάγνωσι τῆς αἱρέσεως
τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καί τήν ὀνομάσατε μάλιστα «παναίρεσι» καί ὡς ἐκ τούτου
«προαρπάσατε τήν κρίσι τῶν ἁγίων Πατέρων» σύμφωνα μέ τά λεγόμενά σας· ὁ δέ
Μητροπολίτης σας ὑπερέβη κατά πολύ τά ἐσκαμμένα, διότι προσφάτως ἀναθεμάτισε τούς
Οἰκουμενιστάς ἐπ’ Ἐκκλησίας. Ἁπλῶς δέν ἐπροχωρήσατε στήν μετά τήν διάγνωσι ἀποτείχισι,
διότι προφανῶς αὐτή στοιχίζει.
Ἔπειτα, μέ ὅλες αὐτές τίς περί
διαγνώσεως θεωρίες σας, τήν συσχέτισί των μέ τήν ἰατρική κλπ., δείχνετε ὅτι ἐστηριχθήκατε
ἀποκλειστικῶς καί μόνον στόν ὀρθολογισμό γιά νά δώσετε τήν ἑρμηνεία, ἡ ὁποία
στηρίζει τήν δυνητική ἑρμηνεία τοῦ
Κανόνος. Δηλαδή δέν συμβουλευτήκατε τούς ἑρμηνευτές τῶν ἱερῶν Κανόνων καί εἰδικά
τόν ἅγ. Νικόδημο τόν ἁγιορείτη, μολονότι ἰσχυρίζεσθε ὅτι βαδίζετε «ἑπόμενοι τοῖς ἁγίοις Πατράσι». Διότι οἱ
ἑρμηνευτές, καί εἰδικά ὁ ἅγ. Νικόδημος, οὐδέν ἀναφέρουν περί διαγνώσεως τῆς αἱρέσεως.
Ὁ ἅγ. Νικόδημος εἰς τό σημεῖο αὐτό ἑρμηνεύει
τόν Κανόνα ὡς ἑξῆς: «ἐάν δέ οἱ ρηθέντες
πρόεδροι εἶναι αἱρετικοί καί τήν αἵρεσιν αὐτῶν κηρύττουσι παρρησίᾳ, καί διά τοῦτο
χωρίζονται οἱ εἰς αὐτούς ὑποκείμενοι, καί πρό τοῦ νά γένῃ ἀκόμη συνοδική κρίσις
περί τῆς αἱρέσεως ταύτης, οἱ χωριζόμενοι αὐτοί, ὄχι μόνον διά τόν χωρισμόν δέν
καταδικάζονται, ἀλλά καί τιμῆς τῆς πρεπούσης ὡς ὀρθόδοξοι, εἶναι ἄξιοι, ἐπειδή,
ὄχι σχίσμα ἐπροξένησαν εἰς τήν Ἐκκλησίαν μέ τόν χωρισμόν αὐτόν, ἀλλά μᾶλλον ἠλευθέρωσαν
τήν Ἐκκλησίαν ἀπό τό σχίσμα καί τήν αἵρεσιν τῶν ψευδεπισκόπων αὐτῶν»
(Πηδάλιον, σελ. 358).
Δυστυχῶς πατέρες, ὁ ἅγ. Νικόδημος δέν
συμφωνεῖ μαζί σας, διότι σαφῶς ἀναφέρει ὅτι, οἱ ὑποκείμενοι στούς αἱρετικούς Ἐπισκόπους,
ἀποτειχίζονται «καί πρό τοῦ νά γένῃ ἀκόμη συνοδική κρίσις περί τῆς αἱρέσεως ταύτης»
ἐνῶ ἐσεῖς στήν μελέτη σας ἀναφέρετε στήν σελ. 3: «Πρέπει ἀπαραιτήτως νά προηγηθῆ ἡ διάγνωση καί κατάγνωση τῆς αἱρέσεως
καί κατόπιν θά ἐπακολουθήσει τό τί δέον γενέσθαι μέ τούς αἱρετικούς ἐπισκόπους,
ἄν δηλαδή θά κάνουμε ὑπακοή σ’ αὐτούς ἤ ὄχι».
Τώρα ἐμεῖς, ποῦ θά πρέπει νά κάνωμε ὑπακοή,
στούς Ἁγίους ἤ σέ ἐσᾶς; κρίνετέ το μόνοι σας.
Τό λυπηρό, εἰς τό σημεῖο αὐτό τῆς
μελέτης σας, εἶναι ὅτι δείχνετε ἀσάφεια
καί στό δέον γενέσθαι μετά τήν διάγνωσι τῆς αἱρέσεως, ἐφ’ ὅσον
προβληματίζεσθε γιά τό «ἄν δηλαδή θά
κάνουμε ὑπακοή σ’ αὐτούς ἤ ὄχι». Πρός τί τότε ἡ διάγνωσις, ἐφ’ ὅσον δέν
γνωρίζομε τό τί θά πράξωμε μετά ἀπό αὐτήν; Ἤ, ἐφ’ ὅσον ἄλλος δύναται νά ἀποτειχισθῆ
καί ἄλλος νά παραμείνη ἐνσωματωμένος μέ τόν αἱρετικό Ἐπίσκοπο, μέχρι τήν
καταδίκη του ἀπό τήν Σύνοδο;
Θά σᾶς ἀναφέρω εἰς τό σημεῖο αὐτό
πατέρες, καί τήν ἑρμηνεία τοῦ Ζωναρᾶ, ἀφοῦ σᾶς παραθέσω ἕνα κείμενο τοῦ ἁγ.
Νικοδήμου εἰς τό ὁποῖο ἀποδεικνύεται ὅτι καί αὐτός στηρίχθηκε, γιά νά ἑρμηνεύση
τούς ἱερούς Κανόνες, εἰς τούς ἐγκεκριμένους ὑπό τῆς Ἐκκλησίας ἐξηγητές καί δὲν ἔκανε
ὅπως ἐσεῖς, πού ἐστηριχθήκατε στήν ἰδική σας λογική.
Γράφει ὁ ἅγ. Νικόδημος στήν εἰσαγωγή τοῦ
Πηδαλίου: «...ἐσπουδάσαμε νά εὕρωμε τά
βιβλία τῶν ἱερῶν Πανδέκτων, καί ἀπό ἐκεῖ, ὄχι μόνον νά μεταγράψωμεν ὁλόκληρον
καί ἀκέραιον αὐτολεξεί τό Ἑλληνικόν κείμενον τῶν θείων Κανόνων, ἀλλά καί νά
μεθερμηνεύσωμεν εἰς τήν ἁπλουστέραν ταύτην διάλεκτον τάς ἀληθεῖς καί Ἑλληνικάς ἑρμηνείας
τῶν γνησίων, καί παρά τῆς ἐκκλησίας ἐγκρινομένων ἐξηγητῶν τῶν θείων καί ἱερῶν
Κανόνων. Πρῶτον μέν, καί ὡς ἐπί τό πλεῖστον, καί σχεδόν πανταχοῦ, τοῦ τήν
πρώτην τάξιν ἔχοντος θαυμαστοῦ καί ἐπιφανοῦς Ἰωάννου τοῦ Ζωναρᾶ, καί ἑπομένως
Θεοδώρου τοῦ Βαλσαμῶνος, σπανιάκις δέ Ἀλεξίου τοῦ Ἀριστηνοῦ, πολλάκις τοῦ ἀνωνύμου
καί ἄλλων» (σελ. ιβ΄).
Δηλαδή ἡ ἑρμηνεία τήν ὁποία δίδετε στόν
Κανόνα πρέπει νά ταυτίζεται μέ τίς ἑρμηνεῖες τῶν ἐγκεκριμένων ὑπό τῆς Ἐκκλησίας
ἐξηγητῶν, εἰδάλλως δέν ἐκφράζετε τήν Παράδοσι τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά προσωπική σας
ἄποψι.
Ὁ Ἰωαν. Ζωναρᾶς λοιπόν ἑρμηνεύει ὡς ἑξῆς
τό σημεῖο αὐτό τοῦ Κανόνος: «Εἰ δ’ ὁ
πατριάρχης τυχόν, ἤ ὁ μητροπολίτης, ἤ ὁ ἐπίσκοπος αἱρετικός εἴη, καί τοιοῦτος, ὡς δημοσίᾳ κηρύττειν τήν αἵρεσιν, καί
γυμνῇ τῇ κεφαλῇ, ἀντί τοῦ ἀνυποστόλως καί μετά παρρησίας, διδάσκει τά αἱρετικά
δόγματα, οἱ ἀποσχίζοντες αὐτοῦ, ὁποῖοι ἄν εἶεν, οὐ μόνον κολάσεως ἄξιοι οὐκ ἔσονται
διά τοῦτο, ἀλλά καί τιμῆς, ὡς ὀρθόδοξοι, ἀξιωθήσονται, χωρίζοντες ἑαυτούς τῆς τῶν
αἱρετικῶν κοινωνίας∙ τοῦτο γάρ δηλοῖ, τό, ἀποτειχίζοντες∙ (τό γάρ τεῖχος τῶν ἐντός
αὐτοῦ πρός τούς ἐκτός χωρισμός ἐστιν)∙ οὐ γάρ ἐπισκόπου ἀπέστησαν, ἀλλά
ψευδεπισκόπου καί ψευδοδιδασκάλου∙ οὐδέ σχίσμα κατά τῆς ἐκκλησίας ἐποίησαν, ἀλλά
μᾶλλον σχισμάτων τήν ἐκκλησίαν ἀπήλλαξαν, ὅσον τό ἐπ’ αὐτοῖς» (Σύνταγμα τῶν
θείων καί ἱερῶν Κανόνων Ράλλη–Ποτλῆ τόμ. Β΄ σελ. 694).
Βλέπομε λοιπόν ὅτι καί ὁ Ζωναρᾶς οὐδέν ἀναφέρει
ὡς πρός τό θέμα τῆς διαγνώσεως τῆς αἱρέσεως καί μάλιστα ὅλες αὐτές τίς θεωρίες
πού γράφετε, ὅτι πρέπει ἡ διάγνωσις νά γίνη ἀπό τούς Ἁγίους, συνοδικῶς κλπ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου