Πέμπτη 28 Φεβρουαρίου 2013


Κι άλλα στοιχεία  

για τα οικουμενιστικά του φρονήματα


ΕΘΝΟΜΑΡΤΥΡΑΣ  
ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ  ΣΜΥΡΝΗΣ :





Ο ΠΡΩΤΟΣ ΦΛΟΓΕΡΟΣ ΚΗΡΥΚΑΣ


ΤΗΣ ΠΑΝΑΙΡΕΣΕΩΣ  

ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΥ




                 6ον ΜΕΡΟΣ




Αὐτή τήν σύγχυσι στήν πίστι τοῦ Χρυσοστόμου καί τήν ἀνάμειξι μέ τά κοσμικά στοιχεῖα τό βλέπουμε χαρακτηριστικά καί ἀπό τήν πρότασι, τήν ὁποία ὑπέβαλε στά κοινοτικά σωματεῖα ὁ Χρυσόστομος, τήν ὁποία μεταφέρουμε ἀπό τό ἴδιο βιβλίο τοῦ Χρ. Σολομωνίδη:

«Φρονῶ, εἶπε, ὅτι πρέπει νά γίνῃ συνδυασμός τῆς πρός τόν Μέγαν Πρωθυπουργόν ἐκδηλώσεως καί εὐγνωμοσύνης μας διά τῆς συνδέσεως τῶν τριῶν μεγάλων ἐποχῶν τῆς ἀνθήσεως τοῦ ἑλληνικοῦ πολιτισμοῦ κατά τά μέρη ταῦτα τῆς Σμύρνης. Αἱ τρεῖς αὗται ἐποχαί εἶναι, πρῶτον ἡ ἐποχή ἡ ὁποία εἶδε νά γεννηθῆ ὁ Ὅμηρος ἐν Σμύρνῃ, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ παγκόσμιος τοῦ πολιτισμοῦ διδάσκαλος ἐφ' ὅλης τῆς ὑδρογείου. Ἀπό τότε ἄρχεται ἡ ἠώς τῆς πρώτης ἱστορικῆς ἐποχῆς τοῦ ἑλληνικοῦ πολιτισμοῦ, ὅστις ἀποτελεῖ τό θεμέλιον καί τήν βάσιν παντός ἀληθοῦς πολιτισμοῦ.

»

Ἡ δευτέρα ἐποχή εἶναι ἐκείνη, καθ' ἥν ὁ μέγας διδάσκαλος τοῦ Χριστιανισμοῦ ἐν τῇ Ἀσίᾳ ὁ ἀποστολικός ἀνήρ Ἱερός Πολύκαρπος, ἐλάμβανε τόν μαρτυρικόν στέφανον ἐν Σμύρνῃ καί ὁ χριστιανισμός ἐπικρατοῦσε καί ἐξηπλοῦτο καί ἀνέτειλεν ἡ ἠώς τῆς δευτέρας περιόδου τοῦ χριστιανικοῦ ἑλληνικοῦ πολιτισμοῦ δι' οὗ ἐφωτίσθη καί ἐμεγαλούργησεν ὅλος ὁ μικρασιατικός κόσμος.

»Καί ἡ τρίτη περίοδος εἶναι ἡ παροῦσα, ὁπότε, μετά ζόφον καί σκότος πεντακοσίων ἐτῶν, ἄρχεται νέα ἐποχή καί ἀνατέλλει νέα ἠώς τῶν ἀνθρωπίνων ἐλευθεριῶν καί τῆς εὐδαιμονίας τῆς μικρασιάτιδος γῆς, μέ δημιουργόν τόν Ἐλευθέριον Βενιζέλον.



»Προτείνω, λοιπόν νά συνδεθῶσιν αἱ τρεῖς αὗται μεγάλαι ἐποχαί καί νά κατασκευασθῶσι τρεῖς ὀρειχάλκινοι ἤ μαρμάρινοι ἀνδριάντες, ἔργα μεγάλων καλλιτεχνῶν, καί νά στηθῶσιν ἐν Σμύρνῃ, καί οἱ ἀνδριάντες οὗτοι θά εἶναι τοῦ Ὁμήρου, τοῦ Ἱεροῦ Πολυκάρπου καί τοῦ Ἐλευθερίου Βενιζέλου, ἕκαστος μέ τό πρέπον καί κατάλληλον ἐπίγραμμα, ἵνα παραδοθῇ εἰς τήν ἀθανασίαν τοῦ μέλλοντος ἡ εὐγνωμοσύνη τῶν Σμυρναίων πρός τούς τρεῖς τούτους μεγάλους ἐλευθερωτάς τῆς ἀνθρωπίνης σκέψεως καί τῆς ἀνθρωπίνης ψυχῆς ἀπό τῶν ζοφερῶν δεσμῶν τῆς δουλείας καί τοῦ σκότους. Ἔχω τήν πεποίθησιν ὅτι μία τοιαύτη περιφανεστάτη ἐκδήλωσις τῆς εὐγνωμοσύνης τοῦ Μικρασιατικοῦ κόσμου πρός τόν Ἐλευθέριον Βενιζέλον, οὗτινος τόν ἀνδριάντα θά θέσωμεν ἰσοστάσιον πρός τούς ἀνδριάντας τῶν γιγάντων ἐκείνων, οἷος ὁ Πολύκαρπος διά τήν Θρησκείαν καί ὁ Ὅμηρος διά τό Πνεῦμα, θά συγκλονίσῃ βαθύτατα τήν ψυχήν τοῦ μεγάλου ἰδεολόγου καί ἡγέτου τῆς Φυλῆς ἡμῶν, διότι ἐκδήλωσιν παρομοίας ὑψίστης καί παμμεγίστης τιμῆς οὐδεμία ἄλλη πόλις εἶναι δυνατόν νά τῷ ἀποδώσῃ παρά μόνον ἡ Σμύρνη, ἡ ὁποία ὁμολογουμένως εἶναι ὁ φαεινός ὀφθαλμός ὅλης τῆς κατ' ἀνατολάς ἑλληνικῆς χερσονήσου» (Α' τόμος, σελ. 350).





Ὁ Ἅγ. Πολύκαρπος λοιπόν εἶναι, σύμφωνα πάντοτε μέ τόν Χρυσόστομο, ὁ ἐλευθερωτής τῆς ἀνθρωπίνης σκέψεως μαζί μέ τόν Ὅμηρο καί τόν Βενιζέλο καί ἰσοστάσιος μέ αὐτούς! Τώρα τί θέσι ἔχει ὁ Ἅγ. Πολύκαρπος σέ σχέσι μέ τόν Ὅμηρο καί τόν Βενιζέλο, καί πόσο πρέπει αὐτά νά εἶναι ξεκαθαρισμένα μέσα στήν καρδιά καί στό νοῦ καί τοῦ πιό ἁπλοῦ χριστιανοῦ, θεωροῦμε ὅτι εἶναι περιττό νά τό τονίσωμε.

Εἶναι πάντως λυπηρότατο προκειμένου νά ἐξυψώσωμε ἕναν πολιτικό ἡγέτη νά κατακρημνίσωμε ἕναν ἅγιο τῆς ἐκκλησίας καί μάλιστα ἀποστολικό πατέρα, ὅπως ἦτο ὁ Ἅγιος Πολύκαρπος καί εἶναι βλάσφημο νά θεωρήσωμε τό ἔργο του καί τή θυσία του ὑπό τό βλέμμα καί τό πνεῦμα μέ τό ὁποῖο μποροῦμε νά ἰδοῦμε τόν Βενιζέλο ἤ τόν Ὅμηρο.




Ἡ ἀνάμειξις αὐτή τοῦ Χριστιανισμοῦ μέ τό κοσμικό φρόνημα καί τήν εἰδωλολατρεία φαίνεται καί ἀπό τίς ἐκφράσεις, τίς ὁποῖες χρησιμοποιεῖ ὁ Χρυσόστομος καί οἱ ὁποῖες ὄντως θυμίζουν εἰδωλολατρεία καί μασονία. 
Μεταφέρουμε μερικά κομμάτια ἀπό δικά του κείμενα ἀπό τόν Χρ. Σολομωνίδη: «Γιά τήν αὐτοθυσία καί τό μαρτύριο τῶν προσκόπων τοῦ Ἀϊδινίου καί γιά τ' ἄλλα θύματα τῆς τουρκικῆς θηριωδίας ἐτελέσθησαν στή Σμύρνη ἐπιβλητικά μνημόσυνα. Ἡ ἐπίσημη ἐπιμνημόσυνη δέηση ἐψάλη στίς 14 Ἰουλίου 1919 στό ναό τῆς Ἁγίας Αἰκατερίνης, χοροστατοῦντος τοῦ Χρυσοστόμου, ὁ ὁποῖος μέ πατριωτικό παλμό ἐξῆρε τή θυσία τῶν Ἑλλήνων προσκόπων:

 « Ὦ πόποι! ἧ μέγα πένθος Ἀχαΐδα γαῖαν ἱκάνει». Ἀδελφοί! Τοῦτο, τό ὁποῖον εἶπεν ὁ πατήρ πάντων τῶν σοφῶν καί τῶν ποιητῶν, ὁ θεῖος Ὅμηρος, ὁ Μελησιγενής συμπολίτης μας, εἶναι τό αὐτό μέ ἐκεῖνον πού λέγει τό Ἱερόν μας Εὐαγγέλιον, ὅτε ὁ μιαιφόνος Ἡρώδης ἀποστείλας ἀνεῖλε πάντας τούς παῖδας τούς ἐν Βηθλεέμ καί ἐν πᾶσι τοῖς ὁρίοις αὐτῆς, καί ἐξεπληρώθη οὕτως ἡ φοβερά προφητεία τοῦ θρηνώδους Ἱερεμίου λέγοντος: «Φωνή ἐν Ραμᾷ ἠκούσθη θρῆνος καί κλαυθμός καί ὀδυρμός πολύς. Ραχήλ κλαίουσα τά τέκνα αὐτῆς, καί οὐκ ἤθελε παρακληθῆναι, ὅτι οὐκ εἰσίν». Ἀμφότερα δέ ταῦτα ἀνταποκρίνονται πλήρως πρός τήν σημερινήν πένθιμον ὑπόθεσιν, δι' ἥν συνήλθομεν ὑπό τούς θόλους τῆς ἱερᾶς ταύτης Ἐκκλησίας..» (Α' τόμος, σελ. 178).

 



  Ὁ Ὅμηρος ἐδῶ ἀποκαλεῖται «θεῖος» καί οἱ στίχοι του παρεμβάλλονται καί ταυτίζονται μέ αὐτούς τῆς Ἁγ. Γραφῆς!

  Σέ ἄλλο σημεῖο τοῦ ἰδίου βιβλίου: «Ταυτόχρονα ὁ Χρυσόστομος ἀπέστειλε μακροσκελές ὑπόμνημα στόν Βενιζέλο ἀπό τόν ὁποῖο ἀποσποῦμε τά ἀκόλουθα: ..... Ἀλλά τίνα σκοπόν εἶχεν ἡ νύκτωρ αὕτη συνάθροισις; Ἰδού τί ἀφελῶς ἀπαντᾷ ἡ Ἐξεταστική 'Επιτροπή: ὅτι  σκοπός των ἦτο ν' ἀποδείξουν τήν εἰς ὄγκον  ὑπεροχήν τῶν Τούρκων ἔναντι τῶν ξένων στοιχείων. Ὦ Θεοί!! καί ἔπρεπε νά γίνῃ νύκτωρ αὐτή ἡ διαδήλωσις; Καί πῶς καί εἰς ποίους εἰς τά σκότη τῆς νυκτός θ' ἀπεδείκνυον τήν πλειοψηφίαν καί τήν ἐπιβολήν τῶν Τούρκων κατοίκων ἐπί τῶν λοιπῶν ξενικῶν στοιχείων;....» (Α' τόμος, σελ. 272).

Στό ὑπόμνημά του αὐτό ὁ Χρυσόστομος ἀναφέρει τήν ἔκφρασι «Ὦ Θεοί!!», τό ὁποῖο θεωροῦμε ὅτι εἶναι πέρα ἀπό κάθε σχολιασμό. Ἐδῶ πρέπει νά σημειωθῆ ὅτι εἶναι γραπτό ὑπόμνημα καί ὄχι μία ἔκφρασις προφορική, ἡ ὁποία μπορεῖ πάνω στή ρύμη τοῦ λόγου νά ξεφύγη στόν καθένα, ἄν καί πάλι δέν ταιριάζει σέ ἕναν Ἱεράρχη!




Ἀπευθυνόμενος ἐπίσης πρός τούς ἱερεῖς, ἐφοροεπιτρόπους καί «πάντας τούς εὐσεβεῖς Χριστιανούς» σέ μία ἐγκύκλιο πού ἐξέδωσε τότε πού ὁ ἀρχιστράτηγος Λεωνίδας Παρασκευόπουλος ἐκάλεσε τούς Σμυρναίους νέους να προσέλθουν στίς τάξεις τοῦ στρατοῦ καί νά συμπολεμήσουν μέ τούς στρατιῶτες πού ἦλθαν ἀπό τήν Ἑλλάδα (τόν Φεβρουάριο τοῦ 1920), ἀναφέρει τά ἑξῆς: «...ἠρχίσαμεν ἤδη χαιρετίζοντες νέας δάφνας, νέους θριάμβους, νέα τρόπαια· καί ἡ θεά Νίκη Χρυσόπτερος διατρέχει τά ἔνδοξα τῶν Ἑλλήνων στρατόπεδα, ἐπιβραβεύουσα τά ἀγαθά της εἰς τε τούς πολεμιστάς καί εἰς τούς λυτρωμένους ἀπό μακροῦ βαρυτάτου ζυγοῦ» (Α' τόμος, Χρ. Σολομωνίδη , σελ. 279).

Ἐδῶ ὁ Χρυσόστομος ἀναφέρει τή «θεά Νίκη» καί σέ ἄλλη του ὁμιλία εἶχε χρησιμοποιήσει πάλι τήν ἴδια ἔκφρασι: «...Στρατηγέ μου, ἐπείγουσα ἀνάγκη παρίσταται νά τεθῆτε ὑμεῖς ὁ ἔνδοξος καί ἀήττητος καί τόσον γνώριμος εἰς τήν θεάν Νίκην δαφνοστεφής Ἀντιστράτηγος ἐπί κεφαλῆς τῆς μεγάλης πατριωτικῆς χειρονομίας καί κινήσεως (τῆς Μικρασιατικῆς Ἀμύνης) καί ἡγούμενος τῶν ἐνδόξων καί ἀηττήτων ἀξιωματικῶν, ὅσοι ἔχουσι συγκεντρωθεῖ ἐν Κωνσταντινουπόλει...» (Β' τόμος, σελ. 80).




Σέ μιά ἐπιστολή του πρός τόν Ἴωνα Δραγούμη γράφει ἐπίσης χαρακτηριστικά: «Ὦ γῆ, καί Θεός! καί πότε ἐγώ εἶχον σκοτεινόν τι σημεῖον ἐν τῇ πρός τούς Κομιτατικούς Νεοτούρκους πολιτείᾳ μου;». (Στό βιβλίο τοῦ Πασχ. Κιτρομηλίδη, «Τό τέλος τῆς ἐθναρχικῆς παράδοσης» σελ. 496), χρησιμοποιώντας πάλι παράξενες καί ἀφύσικες, γιά ἱεράρχη ἐκφράσεις.

Δέν πρέπει νά παραλείψωμε νά ἀναφέρωμε ἐπίσης τήν προσφώνησι τοῦ Χρυσοστόμου στήν δοξολογία πού ἐτέλεσε στόν μητροπολιτικό ναό τῆς Ἁγ. Φωτεινῆς ἐπί τῇ διασώσει τοῦ Γάλλου πρωθυπουργοῦ Γ. Κλεμανσώ τό 1919. Ὁ Κλεμανσώ ἐκθειάζεται ἀπό τόν Χρυσόστομο καί τρόπον τινά θεοποιεῖται, καθ' ὅσον ὁ Χρυσόστομος βλέπει τήν σφραγίδα τοῦ Θεοῦ στό μέτωπο καί στήν ψυχή τοῦ Κλεμανσώ, τόν ἐπαινεῖ ὡς ἀνθρωπιστή καί ἐκτελεστή τῶν βουλῶν τοῦ Θεοῦ καί συγχρόνως τόν τιμᾶ ὡς λάτρι τοῦ ἀρχαίου ἑλληνικοῦ πνεύματος. Ἀναφέρουμε ἕνα χαρακτηριστικό κομμάτι ἀπό αὐτήν τήν προσφώνησι, ἀπό τό ἀρχεῖο τοῦ Χρυσοστόμου τό ὁποῖο διεσώθη ἀπό τόν μητροπολίτη Αὐστρίας Χρυσ. Τσίτερ:




«...Ἄν ἡ στυγερά ἀπόπειρα κατά τοιούτου ἐξόχου ἀνδρός ἐπετύγχανεν, ὄχι μόνον ἡ Γαλλία θά ἔχανε τόν μέγιστον τῶν συγχρόνων ἀνδρῶν της, ὄχι μόνον ὁ Γαλλικός λαός θά ἐστερεῖτο τῶν εὐγενεστέρων προσπαθειῶν τοῦ εὐγενεστέρου τέκνου του πρός πραγματοποίησιν εἰρήνης ἀνταξίας τῶν τόσων θυσιῶν, εἰς ἅς ὑπεβλήθη ὁ Γαλλικός λαός πρός κατάκτησιν αὐτῆς· ἀλλά καί θά ἐπλήττοντο θανασίμως τά ὕψιστα τοῦ ἐλευθέρου ἀνθρώπου δίκαια, διότι ὁ Κλεμανσώ δέν εἶνε μόνον μέγας ἀνήρ τῆς Γαλλίας, εἶνε πρό παντός μέγας φιλελεύθερος ἄνθρωπος, ἄνθρωπος φέρων ἐπί τοῦ μετώπου καί ἐπί τῆς ψυχῆς του τήν σφραγῖδα τοῦ Θεοῦ, τῶν μεγάλων βουλῶν τοῦ ὁποίου ὡρίσθη ὁ αὐστηρός ἀλλά καί δίκαιος ἐκτελεστής...

»Τιμῶμεν τόν Κλεμανσώ πρό παντός διότι εἶνε περισσότερον παντός ἄλλου ἄνθρωπος, διότι ἐτέθη περισσότερον παντός ἄλλου εἰς τήν ὑπηρεσίαν τῶν δικαίων τοῦ ἀνθρώπου, διότι ἔχει τάς εὐγενεστάτας ἀντιλήψεις περί τῆς ἐλευθερίας τοῦ ἀτόμου καί τῶν λαῶν.




Εἰδικῶς δέ ἡμεῖς οἱ Ἕλληνες τιμῶμεν τόν Κλεμανσώ διότι εἶνει ὑπέρ πάντα ἄλλον ἐνθουσιώδης λάτρης τῆς δόξης τῆς ἀρχαίας Ἑλλάδος, τήν ὁποίαν ὁ ἴδιος ἀποκαλεῖ “τό αἰώνιον θαῦμα τῆς ἱστορίας”.

»Ἐλέχθη πολλάκις: τί θά ἐγίνετο ἡ Εὐρώπη, ἄν δέν ἦτο ἡ Ρώμη; Ἀλλά καί τί θά ἦτο ἡ Ρώμη, ἄν δέν ἦτο ἡ Ἑλλάς; Ἀκριβῶς περί τούτου, περί τῆς Ἑλλάδος, ὄχι μόνον τῆς ἀρχαίας, ἀλλ' ἰδίᾳ περί τοῦ νεωτέρου Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἰδού τί ἔλεγεν, ὄχι μόνον διά τήν ἀρχαίαν Ρώμην ἀλλά διά σύμπασαν τήν πεπολιτισμένην ἀνθρωπότητα, καί τά ἔλεγε προφητεύων ὁ μέγας Φιλέλλην ἐπί τῆς Ἀκροπόλεως κατά τό 1900, ὁπότε ἐπεσκέφθη τάς Ἀθήνας ὁ Κλεμανσώ. “Πάντες ἡμεῖς”, ἔλεγεν, “ἀνεξαιρέτως, ἀναγνωρίζομεν ὅτι ἡ Ἑλλάς ἀποτελεῖ τό ἥμισυ τῆς ὑπάρξεώς μας, διότι εἰς αὐτήν ὀφείλομεν τάς τέχνας μας, τήν φιλοσοφίαν μας, τάς ἐπιστήμας καί τήν σκέψιν μας. Τό δέ πνεῦμα ἐκεῖνο τῆς ἀρχαίας Ἑλλάδος δέν ἐξηλείφθη. Ἐπέζησε τῶν μακρῶν αἰώνων, ἵνα ἀναλάμψῃ ἐκ νέου μίαν ἡμέραν, τήν ἡμέραν ἐκείνην, καθ' ἥν ἡ Ἑλλάς δέν θ' ἀναμιμνῄσκηται μόνον τῶν δαφνῶν τῶν μεγάλων ἐκείνων τέκνων της ἐν τῷ παρελθόντι, ἀλλά θά σεμνύνηται ἐπίσης διά τούς καλλινίκους ἀγῶνας τῶν νεωτέρων τέκνων της, καί θά συνεχίζῃ τό μέγα ἔργον τοῦ πολιτισμοῦ της, διά τό ὁποῖον ἔτι φαίνεται προωρισμένη ὑπό τῶν Ὀλυμπίων θεῶν της” (ὅρα ἐφημ. «Tαχυδρόμος» Κων/πόλεως, ἀριθμ. 7173, ἡμερ. 9 Φεβρ. 1919).

»Ἐπί πᾶσι τιμῶμεν τόν Κλεμανσώ διότι εἶνε ὁ Κλεμανσώ, ὅπως τιμῶμεν τόν Λόυδ Τζώρτζ διότι εἶνε ὁ Λόυδ Τζώρτζ καί τόν Βίλσωνα διότι εἶνε ὁ Βίλσων καί τόν Ὀρλάνδο διότι εἶνε ὁ Ὀρλάνδο καί τόν Βενιζέλον διότι εἶνε ὁ Βενιζέλος.

Εἶνε δηλαδή ἕκαστος ἐξ αὐτῶν ὁ Νέος Γενάρχης τοῦ ἔθνους του, καί ὅλοι ὁμοῦ οἱ δημιουργοί τοῦ νέου κόσμου, ὁ ὁποῖος θά εἶνε περισσότερον παρά ἄλλοτέ ποτε ὅμοιος πρός τούς οὐρανόν, ὅπου δικαιοσύνη θά κατοικῇ.

                            Ζήτω ὁ μέγας Κλεμανσώ»    (Τόμος Γ', σελ. 32,33).






      Στά θέματα τῆς πίστεως ἀνάγονται καί τά ἑρμηνευτικά ἐπιτεύγματα τοῦ Χρυσοστόμου. Ἀπό τόν Χρ. Σολομωνίδη ἀναφέρουμε τά ἑξῆς σχετικά μέ τήν ἑρμηνεία τῆς ἀποκαλύψεως: «Ὁ Χρυσόστομος εἶχε πράγματι, ὥς τό τέλος τῆς ζωῆς του, ξεχωριστή ἀδυναμία στήν Ἀποκάλυψη. Εὕρισκε πώς πολλά ἀπό τά κοσμοϊστορικά γεγονότα, πού εἶχαν συμβεῖ στήν ἐποχή του, ὅπως ἡ κατάληψη τῆς Σμύρνης ἀπό τόν ἑλληνικό στρατό, προμαντευόταν στό ἀποκρυφιστικό βιβλίο τοῦ προφήτη Ἀποστόλου τῆς Πάτμου. Ἀκόμη κι ἡ Μικρασιατική Καταστροφή, πού προσήγγιζε προλεγόταν στίς αἰνιγματώδεις φράσεις τῆς Ἀποκαλύψεως. Ἤλπιζε ὅμως ὁ Χρυσόστομος ὅτι θά ἐπακολουθοῦσε νέα ἐθνική ἀνάσταση, γιατί οἱ ποικίλες φάσεις μεταξύ τοῦ ἀγαθοῦ καί τοῦ κακοῦ θά κατέληγαν τελικά στή νίκη τοῦ ἀγαθοῦ».




Σχετικά δέ μέ τήν ἑρμηνεία τοῦ 666 σημειώνει ὁ Σολομωνίδης τά λόγια τοῦ Γρηγόρη Κασιμάτη Ἀκαδημαϊκοῦ καί Ὑπουργοῦ:

«Εἶχα ἀκουστά γιά τόν Χρυσόστομο Σμύρνης, τόν Μητροπολίτη πού ὑποδέχθηκε μέ τά ἄμφιά του ἐπί κεφαλῆς τοῦ ἱερατείου τόν στρατό μας τήν λαμπρή πρωτομαγιά τῆς ἑλληνικῆς Ἀναστάσεως. Μά πολλά πράγματα δέν ἤξαιρα. Καί ξάφνου μιά μέρα οἱ ἐφημερίδες ἔγραφαν πώς ὁ Χρυσόστομος ἦρθε στήν Ἀθήνα καί θά μιλοῦσε στόν «Παρνασσό» ἑρμηνεύοντας τό μαγικό ἀριθμό τοῦ φοβερωτέρου θηρίου τῆς Ἀποκαλύψεως. Φυσικά ὁ πατέρας μου μέ πῆγε νωρίς -νωρίς γιά νά πιάσουμε καλή θέση.

»Ἡ πρώτη μου ἐντύπωση ἦταν μᾶλλον ἀπογοητευτική. Ἐφανταζόμουν ἕνα μεγαλόσωμο ἀντάρτη μέ ράσα πού θά μιλοῦσε καί θά ἔτρεμε ἡ γῆ. Ἕνα Δία, «ἧ καί κυανέοισι ἐπ' ὀφρῦσι 'νεῦσε Κρονίων, μέγα δ' ὠλόλυξεν Ὄλυμπος...». Καί εἶδα ἕνα μικρόσωμο, ἥρεμο ἄνθρωπο πού οὔτε κάν ἔδωσε στόν ἀριθμό τοῦ θηρίου, τό 666 ἱκανοποιητική ἐξήγηση. Ἄν θυμᾶμαι ἑρμήνευε μέ κάποια ταχυδακτυλουργία στό τελευταῖο γράμμα, τό 666 μέ τό Λατῖνος, γραμμένο μάλιστα μέ «ει». Ὕστερα, φυσικά, ἔμαθα πώς τό μεγαλόπνοο ποίημα τοῦ Ἰωάννου, ἄν εἶναι τοῦ Ἰωάννου ἤ ὅποιου εἶναι, εἶχε στόχο τούς Ρωμαίους καί τίς καταδιώξεις πού ἔκαναν στή νέα θρησκεία, ἦταν ψυχική ἐνίσχυση στούς ἐμπερίστατους νεοφώτιστους καί, πώς παρμένο γιά αἰώνιο καί ὄχι περιστασιακό σάλπισμα, ἔδωσε θεμέλιο στίς δοξασίες τοῦ χιλιασμοῦ καί ἀκόμη πώς ὅλα αὐτά ἐκάλυψαν τήν ἀσύγκριτη ποιητική δύναμη τοῦ καταπληκτικοῦ αὐτοῦ ἔργου. Ὅλα ὅμως αὐτά τότε δέν τά ἤξαιρα. Καί περίμενα νά μάθω τί ἦταν τό θηρίο τοῦ 666 μέ τήν κρυφή ἐλπίδα πώς θά ἦταν ὁ Τοῦρκος.

»Ἐν τούτοις ὁ μικρόσωμος -ἔτσι τόν θυμᾶμαι- αὐτός παπᾶς ἦταν φανερό πώς ἦταν καπετάνιος. Ἤθελε καί ἤξερε νά διευθύνει. Καί ὕστερα ἀπό πολλά χρόνια ἔμαβα πώς γρήγορα συγκρούσθηκε μέ τόν ἄλλο θεληματικό ἄρχοντα τῆς Μικρασίας, τό Στεργιάδη καί εἶχε ἔλθει τότε στήν Ἀθήνα γιά νά ζητήση τήν ἀντικατάστασή του. Ἦταν καί ὁ Χρυσόστομος τῆς γνώμης πώς ἡ Ἐκκλησία κυβερνᾶ ὅπως ἐκυβερνοῦσε τό δοῦλον Γένος. Κανείς ἀπό τούς ἔνοπλους Μητροπολῖτες τῆς δουλείας δέν θέλησε νά παραδεχθεῖ πώς ἡ ἐξουσία τους ἐπήγαζε ἀπό τόν αὐτοκράτορα, ὄχι ἀπό τό Χριστό. Καί τώρα Αὐτοκράτορας ἦταν ὁ Βενιζέλος.

»Ἄν λοιπόν, ὁ ἐρμηνευτής τῆς Ἀποκαλύψεως ἀπογοήτευσε τό μειράκιο πού ἤμουν τό 1919, ὁ φλογερός Ρωμηός τοῦ ἔδωσε καί ἄλλα φτερά στά ὄνειρά του. Ὁ ρεαλιστής αὐτός ἦταν κι ἕνας μεγάλος ὀνειροπλάνος. Ὅπως ὅλοι οἱ ρεαλιστές. Ὅπως ὁ Ἐλευθέριος Βενιζέλος. Καί μ' αὐτή τή σύνθεση ἐξηγοῦνται πολλά...» (Β' τόμος, σελ. 9).




Τό ὅτι ὁ Χρυσόστομος ἤθελε τά γεγονότα τοῦ παγκοσμίου πολέμου ἤ τῆς Σμύρνης νά τά ἀποδώση, συσχετίζοντάς τα προφητικά, στήν ἀποκάλυψι, μπορεῖ κανείς νά πῆ ὅτι τό ἔκανε γιά νά τονώση καί ἐμψυχώση τό φρόνημα τοῦ λαοῦ. Ὅμως εἶναι βέβηλο νά χρησιμοποιῆ καί νά προσαρμόζη στά μέτρα του τήν Ἁγία Γραφή ἔστω καί μέ καλό σκοπό. Περιττό δέ νά ποῦμε ὅτι τό ἀγαθό καί τό κακό ἀόριστα ἐκλαμβανόμενα εἶναι εἰδωλολατρικῆς καί μασονικῆς προελεύσεως.

Ἐν συνεχείᾳ στά ἑρμηνευτικά αὐτά ἅλματα τοῦ Χρυσοστόμου ἀναφέρουμε ἐπιπρόσθετα ἀπό τόν Κ. Πολίτη ἕνα τμῆμα μιᾶς ἐπιστολῆς του πρός τόν βασιλιᾶ Κων)νο, τόν ὁποῖο παρακινοῦσε νά πάρη τήν ἀπόφασι νά βάλη τήν Ἑλλάδα στόν πρῶτο παγκόσμιο πόλεμο μέ τό μέρος τῶν συμμάχων. Ὁ Χρυσόστομος, ὅταν ἔγραφε τήν ἐπιστολή αὐτή, ἦτο ἐξόριστος ἀπό τήν Σμύρνη στήν Κων)πολι:

 «Ἐν Φαναρίῳ τῆς Κωνσταντινουπόλεως τῇ 25ῃ Μαρτίου 1916.          Μεγαλειότατε,

«...Ἡ βεβαίωσις ἐπί τοῦ κλήρου ὅς Σοί ἔλαχε καί τῆς ἀποστολῆς Σου, κυμαίνεται ἐν μέσῳ τῶν μεγαλυτέρων ἀντιθέσεων. Αἱ ἀπαιτητικώτεραι βλέψεις πρός λαμπρόν μέλλον ἐπιφυλασσόμενον τῇ φυλῇ μας, διά τό μεῖζον καί ἐκλεκτότερον μέρος τοῦ ἔθνους, ἐγγίζωσιν εἰς τό νά καθιερωθῶσιν εἰς πράγματα, ἐνῷ διά τούς ἄλλους, τούς μικροψύχους καί σκεπτικιστάς, εἰς τό νά ἐκφυλισθῶσιν ἀντιστρόφως πρός τήν ἐπί μᾶλλον καί μᾶλλον αὔξουσαν δυσφορίαν καί ἀγωνίαν ὑπό τήν ὁποίαν ἐκπνέει ἡ ἐθνική ψυχή, αἰσθανομένη ἑαυτήν ἐν καταθλίψει.

...»Ὅπως ἄλλοτε -καί δέν παρῆλθε χρόνος πολύς- ἔλαβον τό βάρος νά ὑποβάλω τό ἐν λόγῳ θέμα ὑπό τήν Βασιλικήν σου κρίσιν, τολμῶ καί ἤδη, ἅπαξ ἔτι, νά Σε ἱκετεύσω, ὦ Βασιλεῦ, νά θελήσῃς νά πιστεύσῃς εἰς τάς ἀφορώσας Σε προφητείας, αἵτινες μεταβάλλουσι τήν ἐντολήν ἥν παρά Θεοῦ ἔλαβες εἰς ἐντολήν ἐπιτακτικήν καί τρισένδοξον καί νά δεχθῇς ὡς γεγονός, ὅτι ἦλθον οἱ καιροί διά τήν ἄσκησιν τῆς ἐντολῆς ταύτης δι' ἥν εἶδες τό φῶς καί διά τήν ἐκπλήρωσιν τῆς ὁποίας ἐκλήθης δι' ὀνόματος σεβαστοῦ ὑπεράνω παντός ἄλλου ἐν τῇ ἱστορίᾳ τοῦ Βυζαντίου:

Ἡ ἐντολή αὕτη ἐνεπνεύσθη, προητοιμάσθη, ἐτράφη φιλοστόργως, μέχρι τῆς ἀνδρώσεώς Σου, διά τῶν ἐλπίδων καί τῶν φλογερωτέρων εὐχῶν μας, ἐπί δεκατέσσαρας γενεάς, ἀπό τετρακοσίων ἑξήκοντα ἐτῶν. Ἡ σφραγίς τοῦ Θεοῦ διακρίνεται ἐπί τοῦ μετώπου Σου...» ( Χρυσόστομος ὁ Σμύρνης, σελ. 169).




Ἐδῶ ὁ Χρυσόστομος προσπαθεῖ νά πείση τόν Βασιλιᾶ ὅτι ὑπάρχουν προφητεῖες, οἱ ὁποῖες ἀφοροῦν στό πρόσωπό του· οἱ προφητεῖες αὐτές κάνουν ἐπιτακτική τήν ἐντολή τοῦ Θεοῦ νά βγῆ ἡ Ἑλλάδα στόν πόλεμο καί ὅτι δι' αὐτόν ἀκριβῶς τόν λόγο ὁ Κων/ντῖνος εἶδε τό φῶς, δηλαδή ἐγεννήθη. Προσαρμόζει ἐδῶ τίς δεκατέσσερις γενεές στά τετρακόσια ἑξῆντα χρόνια τῆς τουρκικῆς σκλαβιᾶς τῆς Μ. Ἀσίας καί ἐπίσης διακρίνει, ἐξ ἀποστάσεως βέβαια, τήν σφραγίδα τοῦ Θεοῦ στό μέτωπό του. Ὅλα αὐτά τά καταθέτουμε καί ἀφήνουμε τόν κάθε ἀναγνώστη νά βγάλη τά συμπεράσματά του.

Ὁ Κων. Πολίτης γράφει ἐπί λέξει: «Ἡ σκέψις τοῦ Χρυσοστόμου ἐστρέφετο πάντοτε πρός τήν πραγματοποίησι τῆς μεγάλης  ἐθνικῆς  ἰδέας εἰς τήν ὁποίαν ἐπίστευε μέ  φανατισμό» (σελ. 164)

Ἀναφέρουμε ἕνα ἀκόμη κομμάτι ἀπό ἐπιστολή του πρός τόν βασιλιᾶ Κων/ντῖνο, διά νά δοῦμε ὅτι ὁ Χρυσόστομος ἐκινοῦσε γῆ καί οὐρανό χρησιμοποιώντας αὐθαίρετα καί ἑρμηνεύοντας κατά τό δοκοῦν, δηλαδή προτεσταντικά τήν Ἁγ. Γραφή, προκειμένου νά πείση τήν πολιτική ἡγεσία νά βαδίση, ὅπως ἤθελε αὐτός. Τήν ἐν λόγῳ ἐπιστολή τήν γράφει πρός τόν βασιλιᾶ ἀπό τήν Κων/πολι κατά τήν περίοδο τῆς ἐξορίας του. Σταχυολογοῦμε λοιπόν κομμάτια ἀπό τόν Κ. Πολίτη:

«Τήν 13η Νοεμβρίου 1915 ἔφευγε ἀπό τήν Κωνσταντινούπολιν γιά τάς Ἀθήνας ὁ Πρεσβευτής τῆς Ἑλλάδος. Ὁ Χρυσόστομος δέν ἔχασε τήν εὐκαιρία. Συνέταξε καί ἔστειλε πρός τόν Κωνσταντῖνον ἕνα ὑπόμνημα, διά τοῦ ὁποίου τόν προέτρεπε νά λάβῃ ἐνεργόν στάσιν καί νά ὁδηγήσῃ τήν Ἑλλάδα πρός τό πεπρωμένο της. Τά κυριώτερα σημεῖα τοῦ ὑπομνήματος αὐτοῦ ἔχουν ὡς ἑξῆς:

Μεγαλειότατε,

»’Σύ εἶ ὁ ἐρχόμενος ἤ ἕτερον προσδοκῶμεν;’. Ἀπευθύνομεν τό τεταραγμένον τοῦτο ἐρώτημα πρός Σέ, τόν προσδοκώμενον ἀπό τόσων αἰώνων, ὡς τόν Μεσσίαν τοῦ στενάζοντος ὑπό σκληροτάτην δουλείαν Γένους μας...”.

»“...Τί, μήπως πλανώμεθα εἰς τήν προσδοκίαν καί πίστιν μας, ὅτι σύ εἶσαι ὁ ἀποκαθιστάνων τήν Βασιλείαν Μεσσίας τοῦ Γένους μας;...

»Ἰδού τά τοῦ μεγάλου τούτου πολιτικοῦ δράματος, ὅπου, μετά τῆς τύχης τῆς Εὐρώπης καί Ἀσίας, θά κριθῇ πρώτιστα πάντων ἡ τύχη ἡμῶν ἔν τε τῇ Εὐρώπῃ καί τῇ Ἀσίᾳ, συντελοῦνται ἐρήμην ἡμῶν, ἀφοῦ ὁ πρωταγωνιστής τοῦ δράματος τούτου, Ἑλληνικός λαός, ὁ δικαιούμενος νά ἔχῃ τόν πρῶτον καί ἔσχατον λόγον ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ τῷ ἀποτελοῦντι τήν ὀξυτάτην καί ἐσχάτην φύσιν τοῦ Ἀνατολικοῦ ζητήματος, δέν ἐφάνη ἔτι ἐπί τῆς σκηνῆς καί δέν διεκδικεῖ πρό τοῦ στομίου τοῦ τηλεβόλου καί μέ τήν λόγχην εἰς τήν χεῖραν τήν ἐθνικήν του κληρονομίαν καί τήν ὑπό τόν ἥλιον νέαν ἀκτινοβόλον θέσιν του· ἀφοῦ Σύ, δέν σύρεις ἔτι τό ξῖφος Σου...”.

»“...Τί βραδύνεις, Βασιλεῦ, καί δέν ὁρμᾷς εἰς τήν κατάκτησιν τοῦ Θρόνου τοῦ Προπάτορός Σου ἐν τῇ Βασιλίδι τῶν πόλεων;...”.

»“...Τό ἀπασχολῆσαν ὅλην τήν ὑφήλιον, Ἀνατολικόν ζήτημα, ἐν τῷ ὁποίῳ περιπλέκονται ὅλα τά μεγάλα Εὐρωπαϊκά ζητήματα, λύεται ὁριστικῶς διά τοῦ ξίφους....”

Ἐν Φαναρίῳ - Πατριαρχείοις, τῇ 13ῃ Νοεμβρίου 1915.

Ὁ ταπεινός Μητροπολίτης

Ὁ Σμύρνης ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ»

                                                                (Σελ. 165, στό ἴδιο βιβλίο).

 



    Ὁ Χρυσόστομος ἔβλεπε τή σφαγίδα τοῦ Θεοῦ καί στό μέτωπο τοῦ προτεστάντη Προέδρου τῆς Ἀμερικῆς Οὐΐλσων. Ἀναφέρουμε τό σχετικό κομμάτι τῆς ἐπιστολῆς τοῦ Χρυσοστόμου πρός τόν Οὐΐλσων, ἀπό τόν Κ. Πολίτη, τήν ὁποία ἔστειλε τό 1919 διά τόν καθορισμό τῶν συνόρων μέ τήν Τουρκία:

«Τῷ προέδρῳ τῆς Ἀμερικῆς

Κυρίῳ Οὐΐλσωνι

Εἰς Παρισίους

Βλέπων τήν εὐθύτητα τῶν βουλῶν καί πράξεών Σου, ἐννοῶν ὅτι ἡ σφραγίς τοῦ Θεοῦ εἶνε ἐπί τοῦ μετώπου Σου, πεπεισμένος ὅτι εἶσθε “ἀληθής Ἰσραηλίτης, ἐν ὧ δόλος, οὐκ ἔστι”, τολμῶ εἰς τόν εὐθύν τοῦ Νέου Κόσμου τοῦτον ἄνδρα, τόν ἀγαπῶντα τά εὐθέα, νά ὑποβάλω μίαν εὐθεῖαν γνώμην, καθ' ἥν μέ εὐθεῖαν γραμμήν νά χαράξητε τά νέα εὐθέα ὁρόσημα, τοῦ Μικρασιατικοῦ ἑλληνισμοῦ. Λάβετε τήν 31 μοῖραν, τήν διήκουσαν ἀπό τῆς Μαύρης Θαλάσσης, ἀπό τῆς Ποντοηρακλείας, κατ' εὐθεῖαν μέχρι τῶν ἐκβολῶν τοῦ Εὐρυμέδοντος ποταμοῦ ἐν τῷ κόλπῳ τῆς Παμφυλίας ἐν τῇ Μεσογείῳ, καί αὐτήν τήν εὐθεῖαν γραμμήν καί μοῖραν δότε εἰς τό Γένος μας ὡς ἀσιατικά σύνορα...» (σελ. 193.)




Τήν σφραγίδα τοῦ Θεοῦ ἔβλεπε ὁ Χρυσόστομος καί στόν Ἐλευθέριο Βενιζέλο, πράγμα τό ὁποῖο ἀναφέρει σέ προσωπική του πρός αὐτόν ἐπιστολή, τήν ὁποία παρουσιάζει ὁ Κ. Πολίτης καί ἀπό τήν ὁποία ἀποσποῦμε αὐτό τό κομμάτι:

«..Τῆς ἄκρως μεροληπτικῆς διά τήν μισελληνικότητα καί τουρκοφιλίαν της, τῆς ἀορίστου, τῆς συγκεχυμένης, τῆς ἀντιφατικῆς καί δυστυχῶς κακεντρεχοῦς ταύτης ἐκθέσεως παρασκευάσας λεπτομερῆ, ἀπηκριβωμένην ἀνάλυσιν καί ἀνασκευήν πρός χρῆσιν τῆς Ὑμετέρας Ἐξοχότητος διά τήν παροῦσαν καί τήν περαιτέρω ἐξέλιξιν τοῦ ζητήματος τούτου, ἀναμένω ἕτοιμος καθ' ὅλα τήν αἰσίαν ἄφιξιν τῆς Ὑμετέρας Ἐξοχότητος εἰς τό ἰοστέφανον Ἄστυ, ὅπου αὐτοπροσώπως θέλω προσέλθει ἵνα καί προσωπικῶς γνωρίσω καί ἱστορήσω τόν Μέγα τῆς Φυλῆς Ἀρχηγέτην, ἐπί τοῦ μετώπου τοῦ ὁποίου εἶνε ἡ σφραγίς τοῦ θεοῦ, καί καταθέσω πρό τῶν ποδῶν αὐτοῦ ὄχι μόνον τόν ὑπερεκχειλίζοντα πλοῦτον τῶν αἰσθημάτων τοῦ θαυμασμοῦ καί τῆς ἀγάπης μου...» (Στό ὡς ἄνω βιβλίο σελ. 200).




Στά θέματα τῆς πίστεως ἀνάγονται καί πολλές ἐκφράσεις τοῦ Χρυσοστόμου, οἱ ὁποῖες ὁπωσδήποτε σέ γραπτά κείμενα ἀναφερόμενες δείχνουν τήν ἄμβλυνσι τῆς πίστεώς του, τήν σύγχυσι καί τήν ὑποταγή του στά ἐθνικά θέματα καί ζητήματα. Ἀναφέρουμε ἕνα κομμάτι ἀπό ἐπιστολή του πρός τόν φίλο του, Ἰ. Σάπαρη, ἀπό τό βιβλίο τοῦ Χρ. Σολομωνίδη:

    «Τό ἐφετεινόν Πάσχα ἦτο ὄντως Ἀναστάσιμον καί οὐχί σταυρώσιμον καί διά τό Γένος μας. Ἀκόμη ἕν τοιοῦτον Πάσχα νά σημειωθῆ καί ἐφ' ἡμᾶς καί διά τήν Ἀνατολήν, καί τότε θά ἀρχίση ἡ μεγάλη κοσμοϊστορική ἀποστολή τῆς φυλῆς μας, τήν ὁποίαν ἡμεῖς ἐν τῇ μικρᾷ πατρίδι Τριγλίᾳ πρό πέντε ἤδη ἐτῶν ἐκηρύξαμεν, ὡς προπαρεσκευάσαμεν αὐτήν ἐν Μακεδονίᾳ ἐπί ἐννεατίαν ὁλόκληρον κατά τά μή τόσον ζωηρῶς διαμφισβητούμενα πολύτιμα μέρη τῆς Καβάλας, τῆς Δράμας, τοῦ Παγγαίου, τῶν Σερρῶν. Νά εἶσθε πλήρης ἐλπίδων, ὅτι πρίν κλείσωμεν τούς ὀφθαλμούς θά ἴδωμεν πολλῷ μεγαλύτερα πράγματα. Ἐγώ ἐλπίζω καί προσδοκῶ τήν βασιλείαν αὐτήν τοῦ Θεοῦ νά ἔλθη ταχέως ἐφ' ἡμᾶς καί ἐργάζομαι καί τήν παρασκευάζω. Καί ὑμεῖς νά τήν προσδοκᾶτε μετά πεποιθήσεως ἀκλονήτου καί νά τήν παρασκευάζητε διά τῶν μεγάλων νεύρων τοῦ πλούτου καί τῆς φιλοπατρίας, τά ὁποῖα ἄφθονα καί μεγάλα σᾶς ἐδώρησεν ὁ Μέγας Θεός τῶν πατέρων μας.

»Γλυκοφιλῶ ὑμᾶς καί εὐλογῶ, ὡς ηὐλόγησα καί τόν διάδοχον ἐν τῇ ἐθνικῇ περιβολῇ του· χαίρω ὅτι μοί λέγετε ὅτι ἀξίως τῆς ἐσωτερικῆς φιλογενείας φέρει καί τήν ἐξωτερικήν περιβολήν ὁ φίλτατος υἱός. Νά τόν κάμητε σεῖς καί ἡ μήτηρ του ἀληθῆ Χριστιανόν, καί ὡς τά κόκκαλα Ἕλληνα, ν' ἀγαπᾶ δέ καί τόν μικρόν τόπον, ἀπό τόν ὁποῖον ἐξῆλθεν ὁ λαμπρός πατέρας του. Σᾶς γλυκοφιλῶ καί αὖθις ἀγαπητός φίλος καί εὐχέτης διάπυρος.

2 Μαΐου 1913.

Ὁ Σμύρνης Χρυσόστομος».






Ἐδῶ ἀποκαλύπτει ὁ Χρυσόστομος κάτι τό ὁποῖο δείχνει τήν πλάνη του διά τήν χρονολογική ἐκπλήρωσι τῶν προφητειῶν. Μετροῦσε δηλαδή τά χρόνια καί περίμενε τό 1913 ἕνα ἀκόμη Πάσχα νά ἔλθη διά νά ἐκπληρωθοῦν οἱ προφητεῖες. Τήν ἐλευθερία τήν ὠνόμαζε βασιλεία τοῦ Θεοῦ, τό ὁποῖο εἶναι λίαν ἄτοπο, διότι ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ δέν ἔχει σχέσι μέ ὁτιδήποτε γήϊνο. Ἔτσι λοιπόν τό 1916 βλέποντας ὅτι ἐπέρασε καί τό τρίτο Πάσχα καί ἡ «βασιλεία τοῦ Θεοῦ» δέν ἐρχόταν, παροτρύνει μέ ἐπιστολές, τίς ὁποῖες προαναφέραμε, τόν βασιλιᾶ Κων/ντῖνο νά μπῆ ἡ Ἑλλάδα στόν πόλεμο μέ τό μέρος τῶν συμμάχων. Ἴσως αὐτός ἦτο καί ὁ λόγος ὁ ὁποῖος ἔκανε τόν Χρυσόστομο νά βλέπη σφραγίδες τοῦ Θεοῦ στά μέτωπα τῶν πολιτικῶν ἡγετῶν Ἑλλήνων καί ξένων. Ὅταν κανείς πέση σέ μία πλάνη ὁδηγεῖται καί ὁδηγεῖ καί ἄλλους σ'αὐτήν καί ἄγεται καί φέρεται ἀναλόγως.




Μέ τήν γενικώτερη ἔννοια τῆς πίστεως μποροῦμε νά ἰδοῦμε καί νά κρίνωμε τήν συμπεριφορά καί τίς ἐκφράσεις τοῦ Χρυσοστόμου Καλαφάτη. Σέ μία ἐπιστολή πρός κάποιον φίλο του, ἡ ὁποία ἦταν μία ἀπό τίς δώδεκα κατασχεθεῖσες στή Δράμα ἀπό τούς Τούρκους, ὁ Χρ. Σολομωνίδης μεταφέρει ἕνα τμῆμα, τό ὁποῖο σημειώνουμε, ὅπως ἀκριβῶς  τό γράφει ὁ Συγγραφέας:

     «Ἐπιστολή πρός φίλον του εὑρισκόμενον ἐν Κων)πόλει.

«Ἀγαπητέ...

Ἐφ' ὅσον ὁ (ὑβριστική λέξις) ἀλβανόφρων Μ. Βεζύρης θά διευθύνῃ τήν Μακεδονικήν πολιτικήν, ἡ ἔντιμος Κυβέρνησίς μας θά ἐπισωρεύσῃ λάθη ἐπί λαθῶν μέχρις οὗ τό ἐνταῦθα οἰκοδόμημά μας καταρρεύσῃ. Προφανές, ὅτι ὑπό τήν Βεζυρίαν τοῦ Φερήτ-Πασσᾶ καί (διατί νά μή τό εἴπω) ὑπό τήν Πατριαρχείαν τοῦ Ἰωακείμ κατεδικάσθημεν νά ἐξολοθρευθῶμεν. Ἐκ τῶν ὀστῶν μας θά ἐξέλθουν ἥρωες ἐκδικηταί.

9 Αὐγούστου 1907».

(Χρυσόστομος Σμύρνης - Α' τόμος, σελ. 62).







Μέσα λοιπόν στήν ἐπιστολή αὐτή ὁ Χρυσόστομος εἶχε μία βρισιά, τήν ὁποία ὁ Σολομωνίδης ἐντρέπεται νά ἀναφέρη (ἔχει τήν ἔκφρασι ὑβριστική λέξις) εἴτε διότι εἶναι ἀκατονόμαστη εἴτε διότι δέν θέλει νά μειώση τόν Χρυσόστομο. Ὁ προβληματισμός μας λοιπόν εἶναι ὁ ἑξῆς: Ἄν σέ μία ἐπιστολή, τήν ὁποία γράφει κάποιος, χρησιμοποιῆ ὑβριστική λέξι, τήν ὁποία μάλιστα ἕνας λαϊκός συγγραφέας ἀδυνατεῖ νά κατονομάσῃ, εἶναι ἀδύνατον νά μή χρησιμοποιῆ παρόμοιες ἐκφράσεις στόν προφορικό του λόγο, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁπωσδήποτε πιό αὐθόρμητος καί πιό ἀνεξέλεγκτος. Ὡς ἐκ τούτου εἶναι ἀδύνατον νά μήν χρησιμοποιοῦσε τέτοιες ἐκφράσεις ὁ Χρυσόστομος στίς καθημερινές του συζητήσεις. Τό γιατί δέν εὑρίσκουμε ἄλλες τέτοιες ἐκφράσεις στίς ἐπιστολές του καί τά κηρύγματά του εἶναι αὐτονόητο, διότι οἱ ἐπιστολές ἀναφέρονται σέ ἐπίσημα πρόσωπα, στίς ὁποῖες καί ὁ τελευταῖος ἄνθρωπος θά ὁμιλοῦσε μέ εὐπρέπεια. Φαίνεται ὅμως ὅτι ὁ Χρυσόστομος εἶχε πολύ θάρρος στόν φίλο του αὐτόν καί ἐξεφράζετο πιό ἐλεύθερα. Πάντως ἐπισημάναμε ὑβριστικές λέξεις, τίς ὁποῖες εἶπε ὁ Χρυσόστομος σέ ὁμιλία του ἐναντίον τῶν βουλγάρων, ὅπως καννίβαλοι, ἀνθρωπόμορφα τέρατα, ἤ ὅπως κτήνη καί κτηνανθρώπους, ὅπως ἀποκαλοῦσε τούς μουσουλμάνους στήν ἀντίδρασί του περί ἀνταλλαγῆς τῶν πληθυσμῶν. Αὐτές ὅμως τίς ὑβριστικές λέξεις, οἱ ὁποῖες προσβάλλουν τήν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, τόν ἄνθρωπο, τίς ἀναφέρει ὁ Σολομωνίδης σάν πιό κόσμιες. Φαίνεται λοιπόν ἐκ τῶν πραγμάτων ὅτι ἡ λέξις τήν ὁποία ἀποσιωπεῖ γράφοντας «ὑβριστική λέξις» εἶναι ἀνήθικη, σάν αὐτές τίς ὁποῖες μέ χυδαιότητα ἀκοῦμε καθημερινά ἀπό ἀνθρώπους τοῦ πεζοδρομίου.




Δέν πρέπει ἐπίσης νά ἀποσιωπήσωμε καί ἕνα ἄλλο σημεῖο τό ὁποῖο μᾶς ἔκανε ἐντύπωσι καί πού ἀφορᾶ πάλι στό ἀθυρόστομο τῶν ἐκφράσεων τοῦ Χρυσοστόμου,ὅταν εὑρίσκετο ἐκτός ἑαυτοῦ καί συγκεκριμένα ἀναφέρουμε ἀπό τό βιβλίο τοῦ Πασχάλη Κιτρομηλίδη, «Τό τέλος τῆς ἐθναρχικῆς παράδοσης», σημεῖα πού ἀναφέρονται σέ ἐπιστολή του πρός τόν Ἴωνα Δραγούμη καί πού ἀφοροῦν στόν Πατριάρχη Ἰωακείμ Γ' καί κάποιους στενούς συνεργάτες του, τόν Σπανούδη κλπ.:

«...τόν ὁποῖον (Σπανούδη) ἐγώ θεωρῶ κάθαρμα τοῦ χειρίστου εἴδους καί τυφλόν παράσιτον, ἕρπον περί τόν θρόνον τοῦ κιβδηλοτάτου τῶν Πατριαρχῶν, ὅσοι ποτέ ἐπατριάρχευσαν ἐν τῇ πόλει τοῦ Κωνσταντίνου, τοῦ κακῇ μοίρᾳ ἐν οὕτω μεγάλαις ἡμέραις πατριαρχεύοντος Ἰωακείμ τοῦ Γ'....» (σελ. 496) καί

«Ἡ ὀργή τοῦ Χρυσοστόμου κατά τοῦ Ἰωακείμ Γ', τόν ὁποῖο ἀποκαλεῖ «ξόανον» καί «κιβδηλότατον τῶν Πατριαρχῶν», ἐντάσσεται στή γενικότερη ἀντίθεσή του πρός τούς «ἐν Φαναρίῳ» (σελ. 501).




    Ὁ καθένας λοιπόν ἀπό ἐδῶ καί πέρα βγάζει τά συμπεράσματά του. Δέν εἶναι βέβαια παράξενο νά μᾶς ποῦν σήμερα ὅτι ἕνας ἐπίσκοπος ὑβρίζει. Αὐτό ὅμως εἶναι ἀδιανόητο γιά ἕναν ἅγιο, ἐπειδή, ὅπως προαναφέραμε ὁ ἅγιος, εἶναι πρότυπο πρός μίμησι.

Τελειώνοντας τήν ἀναφορά μας διά τόν Χρυσόστομο Σμύρνης στά θέματα τῆς πίστεως δέν πρέπει νά ἀποσιωπήσωμε τό συγγραφικό ἔργο του ἀρχιδιακόνου του, ὁ ὁποῖος ὄχι μόνον ἔγραψε ἕνα αἱρετικό καί βλάσφημο βιβλίο, ἀλλά τό ἀφιέρωσε στόν γέροντά του καί πνευματικό του πατέρα, στόν Χρυσόστομο Καλαφάτη. Πρόκειται διά τό βιβλίο τοῦ ἀρχιδιακόνου τῆς Μητροπόλεως Σμύρνης, Βασιλείου Παπαδοπούλου, μέ τίτλο «Ψυχικαί Μελέται–Μελέτη Πρώτη–εἴδωλα ζώντων». Στήν πρώτη λοιπόν σελίδα τοῦ ἐν λόγῳ βιβλίου γράφει ὁ ἀρχιδιάκονος «TΩι ΣΕΒΑΣΜΙΩΤΑΤΩι ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗι ΑΓΙΩι ΣΜΥΡΝΗΣ ΚΥΡΙΩι ΚΥΡΙΩι ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΩι ΑΝΑΤΙΘΕΤΑΙ».




Αὐτό τό βιβλίο ξεσήκωσε θύελλα διαμαρτυριῶν καί ἀνάγκασε τόν σεβάσμιο γέροντα Δανιήλ τόν Κατουνακιώτη νά γράψη τό 1922 ἀπό τό Ἅγιο Ὄρος εἰδική μελέτη μέ τίτλο «Ὁ Πνευματισμός Ἐλεγχόμενος–ἤτοι ἀναίρεσις τῶν «Ψυχικῶν Μελετῶν», Βασιλείου Παπαδόπουλου, ἀρχιδιακόνου Σμύρνης».




Μέσα στή μελέτη του αὐτή ὁ ἁγιορείτης γέροντας συνοψίζει τό τί διδάσκει ὁ ἐν λόγῳ ἀρχιδιάκονος τῆς Σμύρνης στίς «Ψυχικές Μελέτες», τά ὁποῖα τά μεταφέρομε διά νά κατανοήσωμε, τί ἀφιέρωσε στόν Χρυσόστομο ὁ ἀρχιδιάκονός του:

«...δέν θά διστάσω νά φέρω ὑπ' ὄψιν τοῦ κοινοῦ τόν Ἱερολογιώτατον Ἀρχιδιάκονον Σμύρνης κ. Βασίλειον Παπαδόπουλον, ὅστις διά τοῦ συγγράμματος αὐτοῦ «Ψυχικαί Μελέται» ἐξέφηνε τάς δοξασίας του, πειρώμενος δεῖξαι, ὅτι, αἱ τοιαῦται «Mελέται του», ἀκολουθοῦσιν ἰδιαιτέραν ὁδόν, θέτουσαι, ὡς γράφει, κατά μέρος τάς θεολογικάς καί φιλοσοφικάς ἀποδείξεις, καί ὅτι, αἱ ἀποδείξεις αὐτοῦ, ἔχουσι τό κῦρος ἀπό ἐπιστημόνων πνευματιστῶν, οἵτινες διά πειραμάτων ἀνεκάλυψαν τάς αἰωνίους ἀληθείας, ἅς οἱ τῆς Ἐκκλησίας πατέρες οὐκ ἠδυνήθησαν κατιδεῖν. Ἵνα δέ μή φανῶμεν ἄγαν φανατικοί, καί οἱονεί συκοφάνται, πρός τό γνωστόν εὐϋπόληπτον πρόσωπον, φέρε καταθέσωμεν ὀλίγα ἐκ τῶν πολλῶν, ὅρα ἐν τῇ Μελέτῃ αὐτοῦ, τορῶς διαγορεύει!



Αον. Ἐν τῇ προεισαγωγῇ αὐτοῦ λέγει, ὅτι, αἱ Μελέται αὐτοῦ ἀκολουθοῦσιν ἰδιαιτέραν ὁδόν, θέτουσαι κατά μέρος τάς θεολογικάς καί φιλοσοφικάς ἀποδείξεις!



Βον. Αἱ μελέται αὗται ἔχουν σύμμαχον τήν ἐπιστήμην.



Γον. Ἐπιστήμονας θεωρεῖ τούς πνευματιστάς, διότι, οὗτοι, λέγει, ἔχουσιν ἀποδείξεις θετικάς καί ἄν δέν ἐπεβλήθησαν εἰς ἅπαντας τούς ἐπιστήμονας εἰσέτι, τό τοιοῦτον δέν εἶναι πρωτοφανές.



Δον. Αἱ παροῦσαι, λέγει, Μελέται εὑρίσκονται ἐν τῷ κύκλῳ τῆς ἐπιστήμης, ἄλλαις λέξεσι τό ὅπλον ἐκεῖνο τό ὁποῖον ἐχρησιμοποίησεν ὁ ὑλισμός ἐναντίον τῆς ψυχῆς ἤδη ὑπ' αὐτῆς στρέφεται ἐναντίον του.




Εον. Παραδέχεται ἐκτός τῶν συστατικῶν τῆς ψυχῆς, ὅτι, ἐντός τοῦ ἀνθρώπου ὑπάρχῃ φάσμα ἤ εἴδωλον ἤ εἰκών, ἥτις ὁμοιάζει πρός αὐτόν καί δύναται κατά τόν ὕπνον νά ἐξέλθῃ ἀπό τό σῶμα καί ἐμφανισθῇ εἰς μεγάλας ἀποστάσεις, καί πρός ἐμπέδωσιν τοῦ ἰσχυρισμοῦ του, παρουσιάζει νέα ὀνόματα τά ὁποῖα   ἀποκαλεῖ  «τη λεπάθεια καί τηλεπαθητικαί  ἐνέργειαι αὐτῆς ἐπί ἄλλης ψυχῆς, χωρίς νά μεσολαβῶσιν αἱ αἰσθήσεις, ἤ ἄλλο φυσικόν μέσον.



Καί ΣΤον καί τελευταῖον, τά εἴδωλα ταῦτα ἅτινα παρουσιάζουσι, τάς πνευματικάς δυνάμεις καί ἱκανότητας τοῦ ἀνθρώπου, ἀπό τοῦ ὁποίου προέρχονται, εἶναι, λέγει, αὐταί αἱ ψυχικαί δυνάμεις αἱ ὁποῖαι ἦσαν ἄγνωστοι μέχρι τοῦδε εἶναι, λέγει, αὐτή ἡ ψυχή ἡ ὁποία ἀντλοῦσα ἐκ τοῦ σώματος ὑλικά τινα συστατικά, σχηματίζει προσωρινόν σῶμα, κατά τό μᾶλλον καί ἧττον πυκνόν, τό ὁποῖον ὁμοιάζει καταπληκτικῶς πρός τό σῶμα ἀπό τοῦ ὁποίου προέρχεται· καί τό σῶμα τοῦτο, ἄλλοτε μέν εἶναι ἀόρατον, ἕνεκα τῆς λεπτότητός του δύναται ὅμως νά φωτογραφηθῇ, ἄλλοτε δέ ὁρατόν εἰς πάντας, καί δύναται νά ἐνεργήσῃ ἐπί τῆς ὕλης, καί μετατοπίσῃ βαρέα ἀντικείμενα, ν' ἀφήσῃ ἴχνη, ν' ἀνοίξῃ θύρας, νά ὁμιλήσῃ κτλ. .... (σελ. 6,7).




Ἄν αὐτά τά πράγματα ἐδίδασκε ὁ ἀρχιδιάκονος τῆς Σμύρνης (καί μετέπειτα μητροπολίτης Φλωρίνης) καί ἀφιέρωσε τό βιβλίο του αὐτό στόν Δεσπότη, θά ἦτο φυσικό ὁ πρῶτος ὁ ὁποῖος ἔπρεπε νά διαρρήξη τά ἱμάτιά του καί νά προβληματισθῆ διά τήν ὀρθοδοξία τοῦ διακόνου του, νά ἦτο ὁ ἴδιος ὁ Ἐπίσκοπός του. Δέν συνέβη ὅμως τίποτε ἀπό ὅλα αὐτά. Ἀπεναντίας ἡ ἀφιέρωσις ἀφήνει νά ἐννοήσωμε ὅτι τά ἴδια ἐπίστευε καί ὁ Χρυσόστομος, διότι ἄλλως ὁ διάκονός του δέν θά ἔγραφε στήν πρώτη σελίδα μέ κεφαλαῖα γράμματα ὅτι τό βιβλίο ἀφιερώνεται στόν Χρυσόστομο Σμύρνης.

Ἀλλά δέν εἶναι μόνον ἡ σιωπή τοῦ Χρυσοστόμου δι' αὐτό τό αἱρετικό σύγγραμμα τοῦ ἀρχιδιακόνου του καί ἡ ἀφιέρωσίς του σ' αὐτόν, πρᾶγμα πού καί μόνον αὐτό νά συνέβαινε, θά ἄφηνε γιά τόν Χρυσόστομο ὑποψίες καί ὑπόνοιες γιά τήν ταύτισί του μέ αὐτά τά φρονήματα. Ὁ Χρυσόστομος εἰσηγήθηκε στόν Πατριάρχη Μελέτιο Μεταξάκη καί τήν προαγωγή τοῦ ἐν λόγῳ ἀρχιδιακόνου του εἰς Ἐπίσκοπο. 



Ἀναφέρουμε ἀπό τό ἀρχεῖο τοῦ Χρυσοστόμου τό σχετικό σημείωμα πρός τόν Πατριάρχη:

«Ὅλως ἐμπιστευτικόν σημείωμα καί γράμμα.

Παναγιώτατε Δέσποτα,.......

...Τέλος καί μίαν ἄλλην παράκλησιν, λάβετε πρόνοιαν καί ἀποκαταστήσατε καί τόν ἐμόν Ἀρχιδιάκονον Βασίλειον Παπαδόπουλον, ἀρχαῖον ἀριστοῦχον τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς, εἴς τινα Μητρόπολιν· ἄξιος γάρ ὁ ἐργάτης τοῦ τοιούτου μισθοῦ. Τώρα μέ τήν ἀφαίρεσιν ἀπό μέρους τῆς Ἑλληνικῆς Διοικήσεως τοῦ μεγαλυτέρου μέρους τῶν καθηκόντων τῶν Μητροπόλεων, ἤτοι τῆς ἐπί τῶν Σχολῶν ἐποπτείας καί φροντίδος τῶν Μητροπολιτῶν, καί τῆς ἐπί τῶν διαφόρων φιλανθρωπικῶν Ἱδρυμάτων, Ὀρφανοτροφείων, Ἀσύλων, Οἰκοτροφείων καί λοιπῶν προνοίας καί ἐργασίας μας, καί ἡ θέσις βοηθοῦ Ἐπισκόπου παρ' ἐμοί καθίσταται περιττή, καί διά τοῦτο ζητῶ τήν ἀπ' εὐθείας προαγωγήν τοῦ ὡς ἄνω Ἀρχιδιακόνου τῆς Μητροπόλεώς μου, γνωστοῦ τοῖς πᾶσιν ἐν τοῖς Πατριαρχείοις διά τήν μόρφωσιν καί τήν Χριστιανικήν του ἀρετήν...» (Γ' Τόμος, σελ. 220,221).




Ἀπό δῶ καί πέρα νομίζουμε ὅτι τά σχόλια περιττεύουν. Πάντως ὁ ἐν λόγῳ ἀρχιδιάκονος σύμφωνα μέ τήν εἰσήγησι τοῦ Χρυσοστόμου ἔγινε Ἐπίσκοπος!

Τελειώνοντας αὐτήν τήν ἑνότητα συνοψίζουμε τά στοιχεῖα τά ὁποῖα καταθέσαμε καί ἔχουν σχέσι μέ τήν πίστι τοῦ Χρυσοστόμου Καλαφάτη:




1. Στά πρώτα χρόνια τῆς ἐκκλησιαστικῆς του σταδιοδρομίας ἡ πίστις του ἦτο ὀρθόδοξος καί ἔκανε ἀγῶνες ἐναντίον τῶν αἱρετικῶν, συνέγραψε δέ ὡς ἀρχιδιάκονος τό δίτομο ἔργο «Περί Ἐκκλησίας» καί τήν πραγματεία «Περί τοῦ οἴκου καί τοῦ τάφου τῆς Παναγίας ἐν Ἐφέσῳ», τά ὁποῖα εἶναι ὀρθόδοξα καί ἄψογα ἀπό θεολογικῆς πλευρᾶς κατά κοινή ὁμολογία.




2. Ἀμέσως μόλις ἔγινε ἱερεύς καί πρωτοσύγκελος ἄλλαξε στάσι στά θέματα τῆς πίστεως καί στίς σχέσεις μέ τούς αἱρετικούς,γίνεται ἐνδοτικός καί κῆρυξ τῆς ἑνώσεως τῶν «ἐκκλησιῶν» μέ μόνο κριτήριο τήν ἀγάπη.



3. Ἐπίστευε ἀπροκάλυπτα στήν προτεσταντική θεωρία τῶν κλάδων καί ἀναιροῦσε ἔτσι τήν μοναδικότητα τῆς Ὀρθοδοξίας ὡς τῆς μόνης καί Μίας Ἁγίας Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας.



4. Ἐπίστευε ὅτι οἱ Ἀγγλικανοί, Προτεστάντες καί οἱ Ἐπισκοπιανοί τῆς Ἀμερικῆς ἔχουν ἔγκυρα μυστήρια καί εἶναι καθ' ὅλα ὀρθόδοξοι.




5. Συμπροσεύχετο μέ τούς αἱρετικούς καί ἐκφωνοῦσε λόγους στίς τελετές των.



6. Ἦταν ὁ πρῶτος Ἐπίσκοπος ἀπό ὀρθοδόξου πλευρᾶς, ὁ ὁποῖος, μετά τήν Ἅλωσι προσῆλθε στόν Πάπα, δουλικῷ τῷ τρόπῳ, ἐκλιπαρῶντας γιά βοήθεια καί ἀναγνωρίζοντάς τον ὡς τήν ὑπάτην ἐκκλησιαστική ἀρχή!




7. Ἔθετε μέσα του σέ πρώτη θέσι τήν πίστι καί τήν λατρεία στήν πατρίδα καί σέ δεύτερη τήν πίστι στόν Χριστό. Εἶχε ὑποτάξει τήν ἀρχιερωσύνη του στήν πατρίδα σύμφωνα μέ τά ἴδια του τά λόγια καί ἐνεργοῦσε ἀναλόγως.




8. Εἶχε ἕνα ξέφρενο πατριωτισμό, ὁ ὁποῖος τόν ὡδηγοῦσε νά συμβιβάζεται στά θέματα τῆς πίστεως καί νά προδίδη τήν πίστι του προκειμένου νά βοηθήση τήν πατρίδα.




9. Εἶχε ὡς πρότυπο τόν δυτικό χριστιανισμό καί ἐπιθυμοῦσε σφόδρα ἡ Ἐκκλησία νά ἐκσυγχρονισθῆ σύμφωνα μέ τίς ἀπαιτήσεις καί θεωρίες τῆς ἐπιστήμης.




10. Ἀπεχθάνετο τόν μοναχισμό καί ἐδίδασκε τήν προσήλωσι στό κάλλος τοῦ σώματος, τό ὁποῖον δίδουν οἱ αἰσθήσεις.




11. Εἶχε κοσμικές ἀντιλήψεις καί χρησιμοποιοῦσε ἐκφράσεις εἰδωλολατρικές καί λέξεις ὑβριστικές.




12. Γενικῶς ὑπῆρχε στό Χρυσόστομο μία σύγχυσις στήν πίστι καί σαφής ἀπόκλισις καί διαστροφή ὡς πρός τήν ὀρθόδοξο πίστι καί παράδοσι καί τό μόνο στό ὁποῖο ἦτο ξεκάθαρος καί ἀπόλυτος ἦτο ἡ πίστις καί ἡ ἀφοσίωσίς του στήν πατρίδα.

Σύμφωνα μέ ὅλα τά ἀνωτέρω ἐάν κάποιος ἔπρεπε νά τόν ἁγιοποιήση θά ἔπρεπε νά τό κάνη ἡ πατρίδα, διά τήν ὁποία ὄντως ὑπέστη τά πάντα καί ἐθυσιάσθη καί ὄχι ἡ Ἐκκλησία, στήν ὁποία ἔκανε μᾶλλον κακό μέ τά αἱρετικά του φρονήματα παρά καλό, δηλαδή θά ἔπρεπε νά τόν ἁγιοποιήση ἡ Βουλή τῶν Ἑλλήνων καί ὄχι ἡ Σύνοδος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ἐάν φυσικά αὐτή ἐπιθυμεῖ νά λέγεται καί νά εἶναι Ὀρθόδοξος.

(Συνεχίζεται)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Δημοφιλείς αναρτήσεις

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου