Παρασκευή 18 Ιουνίου 2010

Η κατάργησι του Ορκου


του μητροπολίτου Πειραιώς ΣΕΡΑΦΕΙΜ


Ἡ ἀδήριτος ἱστορική πραγματικότης καί ὁ καταιγισμός τῶν ἐπιθέσεων κατά τῆς ζώσης ἀποκαλύψεως τοῦ Τρισαγίου Θεοῦ καί τῆς ἰδιοπροσωπείας τοῦ εὐσεβοῦς ἡμῶν Γένους μέ ἀναγκάζει νά ἐνημερώνω ὡς Ἐπίσκοπος τῆς Ἐκκλησίας τό ἐμπεπιστευμένο στήν διακονίαν μου λαόν τοῦ Θεοῦ δηλώνων κατηγορηματικῶς ὅτι δέν ἐπιθυμῶ καμμία δημοσιότητα οὔτε ἀποβλέπω σέ ὁποιαδήποτε καταξίωση.

Ἄλλωστε παρά τήν ἀναξιότητά μου ἄμετρος εὐεργεσία τοῦ Θεοῦ στό ταπεινό πρόσωπό μου ἀφἑνός μέν μέ ὑποχρεώνει ἀδιαπτώτως νά διασαλπίζω τήν ἀλήθεια τῆς Ἐκκλησίας ἀδιαφορῶν διά τό οἱοδήποτε κόστος καί ἀφἑτέρου μέ ἔχει οὐσιαστικῶς κατἄνθρωπον ὁλοκληρώσει ὥστε νά μήν ἐπιδιώκω νά ἐπιθυμῶ κάτι περισσότερο.


Ἡ πρόσφατος Ἀπόφασις τῆς 3ης Ἰουνίου ἐ.ἔ. τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ Δικαστηρίου Ἀνθρωπίνων Δικαιωμάτων μέ τήν ὁποία κατεδικάσθη ἡ πατρίδα μας γιά παραβίαση ἀρνητικῶς τοῦ ἄρθρου 9 τῆς Εὐρωπαϊκῆς Συμβάσεως τῶν Δικαιωμάτων τοῦ ἀνθρώπου περί τῆς θρησκευτικῆς ἐλευθερίας καί τοῦ δικαιώματος σέ ἀποτελεσματική προσφυγή θέτοντας στό στόχαστρο τά ἄρθρα 218 καί 220 τοῦ Κώδικα Ποινικῆς Δικονομίας ἀναφορικά μέ τήν ὁρκοδοσία τῶν μαρτύρων καί κρίνοντας ὅτι «τά ἐν λόγῳ ἄρθρα παραβιάζουν τό δικαίωμα τῆς Θρησκευτικῆς ἐλευθερίας καθώς κάποιος μάρτυρας εἶναι ὑποχρεωμένος νά ἀποκαλύψῃ τίς θρησκευτικές του πεποιθήσεις, ὥστε νά δώσῃ τόν πολιτικό ὅρκο» καί ἡ ἀκολουθήσασα ἐπιστολή τοῦ Προέδρου τῆς Ἐθνικῆς Ἐπιτροπῆς Δικαιωμάτων τοῦ Ἀνθρώπου Κ. Παπαϊωάννου πρός τόν Ὑπουργό Δικαιοσύνης γιά νά ὑπάρξῃ στό ἀμέσως προσεχές διάστημα σχετική νοοθετική πρωτοβουλία γά τήν ἀντικατάσταση τοῦ θρησκευτικοῦ ὅρκου ἀπό τόν πολιτικό ἐπικαιροποιοῦσα παλαιοτέρα προσπάθεια τοῦ 2008 γιά τό αὐτό θέμα μᾶς ὑποχρεώνει νά ἀναφέρωμε τά ἀκόλουθα:


1. Μόνιμος καί σταθερός στόχος τῶν ἐλεγχομένων ἀπό διεθνιστικό σιωνιστικό λόμπυ ὀργάνων τῆς Εὐρωπαϊκῆς Ἕνωσης εἶναι ἡ ἀποθρησκειοποίηση τῶν κρατῶν μελῶν καί ἡ ἀναγκαστική ἐπιβολή μέ τό δῆθεν κοσμοείδωλο τῶν ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων πού προβάλλουν κατά τό δοκοῦν καί τό συμφέρον τους τῆς πλήρους κυριαρχίας τοῦ λαϊκοῦ κράτους καί τῆς διαρρήξεως τῶν δεσμῶν τῆς Ἐκκλησίας μέ τό Ἔθνος καί τῆς εὐθείας προσβολῆς καί καταργήσεως τῶν χριστιανικῶν καταβολῶν τῆς Εὐρωπαϊκῆς Ἠπείρου. Ἡ σχετική ἀπόφασις τοῦ ἰδίου Δικαστηρίου γιά τήν ἀπαγόρευση ἀναρτήσεως τῶν χριστιανικῶν θρησκευτικῶν συμβόλων καί ἰδιαίτερα τοῦ σταυροῦ τοῦ μοναδικοῦ στήν παγκόσμια ἱστορία συμβόλου ἀγάπης, ἀνοχῆς, κενώσεως, ταπείνωσης καί προσφορᾶς στίς αἴθουσες διδασκαλίας τῶν δημοσίων σχολείων τῆς γειτονικῆς Ἰταλίας προεκάλεσε τήν ὑγιᾶ ἀντίδραση τῶν 47 χωρῶν μελῶν τοῦ Συμβουλίου τῆς Εὐρώπης συμπεριλαμβανομένης καί τῆς Ρωσσίας πού συνεδρίασαν στίς 18 καί 19 Φεβρουαρίου 2010 στό Ἰντερλάκεν τῆς Ἑλβετίας καί ἐξήτασαν τό παρόν καί τό μέλλον τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ Δικαστηρίου Ἀνθρωπίνων Δικαιωμάτων. Διεκηρύχθη στήν Σύνοδο αὐτή ὅτι ὁ σκοπός τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ Δικαστηρίου Ἀνθρωπίνων Δικαιωμάτων δέν εἶναι νά μετατρέψῃ τούς λαούς τῆς Εὐρώπης σέ μία ἄμορφη μάζα χωρίς ρίζες καί παραδόσεις, στήν τελική δέ κοινή διακήρυξη καταχωρήθηκε μέ πρωτοβουλία τῆς Ἰταλίας καί μέ τήν συμπαράσταση τῶν χωρῶν τῆς Ἀνατολικῆς Εὐρώπης καί τῆς Ρωσσίας, χωρῶν δηλ. πού ὑπέστησαν τά πάνδεινα τόν 20ο αἰ. ἀπό τό ἀθεϊστικό σύστημα πού τό Δικαστήριο Ἀνθρωπίνων Δικαιωμάτων κατ’ ἐντολήν τοῦ Διεθνιστικοῦ Σιωνιστικοῦ λόμπυ ἐπιδιώκει νά ἐπιβάλῃ, εἰδική παράγραφος διαλαμβάνουσα «καλεῖται τό Εὐρωπαϊκό Δικαστήριο Ἀνθρωπίνων Δικαιωμάτων νά ἐφαρμόζῃ μέ ὁμοιόμορφο τρόπο τά κριτήρια, τήν ἀποδεκτικότητα τῶν ἀποφάσεών του καί τήν ἁρμοδιότητά του καί νά λαμβάνῃ πλήρως ὑπ’ ὄψιν του τόν ἐπικουρικό του λόγο στήν ἑρμηνεία καί στήν ἐφαρμογή τῆς Διεθνοῦς Συνθήκης τῶν Ἀνθρωπίνων Δικαιωμάτων» ἡ ὁποία περιλαμβάνεται καί στήν συνθήκη τῆς Λισσαβώνας τῆς Εὐρωπαϊκῆς Ἑνώσεως Αὐτό σημαίνει πώς ὅταν οἱ ἀρχές ἑνός Κράτους μέλους διευθετοῦν μέ ὅλα τά ἀναγκαῖα ἐργαλεῖα τή σωστή ἐφαρμογή τῆς Διεθνοῦς Συνθήκης μέ πλήρη σεβασμό τῶν Δικαιωμάτων τοῦ ἀνθρώπου καί εἰκώτερα χωρίς νά παραβιάζουν τίς παραδόσεις καί τήν κουλτούρα τοῦ λαοῦ τους, τό ζήτημα ἐπιλύεται σέ ἐθνικό ἐπίπεδο χωρίς τό Δικαστήριο Ἀνθρωπίνων Δικαιωμάτων νά ἔχῃ ἁρμοδιότητα διότι δέν εἶναι δυνατόν νά μή λαμβάνωνται ὑπ’ ὄψιν οἱ πολιτισμικές παραδόσεις τῶν λαῶν, οἱ ἰδιαιτερότητες στήν ταυτότητα καί τήν ἰδιοπροσωπεία τους.


2. Στή χώρα μας δέν ὑφίσταται λαϊκό κράτος ἀλλά ἀντιθέτως στό Σύνταγμά μας ἀναγνωρίζεται ἐπικρατοῦσα θρησκεία καί στούς ἰσχύοντας Νόμους καθιεροῦται σύστημα συναλληλίας μεταξύ Πολιτείας καί Ἐκκλησίας καί ἑπομένως δέν μπορεῖ νά ὑπάρξῃ ὑποχρέωσις θρησκευτικῆς οὐδετερότητος τοῦ Κράτους, διότι ἡ σύμβασις τῆς Ρώμης γιά τά ἀτομικά δικαιώματα πού ἐπικαλεῖται τό Εὐρωπαϊκό Δικαστήριο ἀνθρωπίνων Δικαιωμάτων δέν κατισχύει τοῦ Συντάγματος. Σχετικές μέ τά ἀνωτέρω εἶναι καί οἱ ὑπ’ ἀριθμ. 3355/1995 καί 2176/1998 Ἀποφάσεις τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας.


3. Ἡ ἐπίκλησις τοῦ Θείου κατά τήν ὁρκοδοσία τῶν μαρτύρων, τῶν ἐνόρκων, τῶν διαδίκων, τῶν πραγματογνωμόνων ἀλλά καί τῶν προσώπων πού καταλαμβάνουν θέσεις καί ἀξιώματα στόν Δημόσιο τομέα γίνεται δεκτή ὑπό μέν τῆς Ἐκκλησίας ὡς Ταμειούχου τῆς Θείας Χάριτος κατ’ οἰκονομίαν, παρά τήν Εὐαγγελική προτροπή «μή ὀμόσαι ὅλως» (Ματθ. 5 34) ὑπό δέ τῆς Πολιτείας ὡς ἀναγκαία προϋπόθεσις περιστολῆς κατά τό ἀνθρωπίνως δυνατόν τῆς ψευδομαρτυρίας καί τῆς ὀρθῆς ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης. Ἡ εἰς τά Δικαστήρια ὕπαρξις τοῦ Ἱ. Εὐαγγελίου καί τῆς Ἱ. εἰκόνος τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ, τοῦ νοητοῦ ἡλίου τῆς Δικαιοσύνης προσδίδει εἰς τάς δικαστικάς πράξεις μεταφυσικόν κῦρος καί πνευματικήν διάστασιν πού θά ἐκλείψουν παντελῶς ἐάν ὑποκύψῃ ἡ Ἑλληνική Πολιτεία στόν δόλιο σχεδιασμό ὑπό τό πρόσχημα τῶν ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων ἀποπνευματοποιήσεως καί ἀποθρησκειοποιήσεως τῆς λειτουργίας τῆς Δικαιοσύνης, ἡ ἔννοια τῆς ὁποίας εἶναι μεταφυσικῆς ὑφῆς, διότι ἐάν στερηθῇ τοῦ πνευματικοῦ της μεγέθους αὐτομάτως ἀπομειώνεται καί ἐξαφανίζεται. Ποιός λόγος ἄλλωστε ὑπάρχει νά εἶσαι φιλαλήθης καί δίκαιος ἐάν πρόκειται ἐντός ὁλίγου νά περάσῃς στήν ἀνυπαρξία καί τόν ἐκμηδενισμό. Τό διακαιϊκό μας σύστημα, ἔχει ἄλλωστε προβλέψει τόσον στό Ἀστικό Δικονομικό Δίκαιο (Πολιτική Δικονομία) ὅσο καί στή Ποινική Δικονομία τήν δυνατότητα πολιτικῆς ὁρκοδοσίας ἐπί τῇ τιμῇ τοῦ ὁρκιζομένου διασφαλίζον τάς περί τῆς Θρησκευτικῆς ἐλευθερίας διατάξεις τοῦ Συντάγματος καί τῶν διεθνῶν Συμβάσεων. Εἶναι ἐντελῶς ἀνακριβές τό αἰτιολογικό μέρος τῆς ἐν θέματι Ἀποφάσεως τοῦ Εῤωπαϊκοῦ Δικαστηρίου Ἀνθρωπίνων Δικαιωμάτων διότι οὐδείς ὑποχρεοῦται σέ δήλωση τῶν θρησκευτικῶν του πεποιθήσεων προκειμένου νά μήν ὁρκισθῇ θρησκευτικῶς ἀλλά ἀντιθέτως νά ἐπικαλεσθῇ τήν τιμή καί τήν συνείδησή του.


4. Ἡ ἐνορχηστρωμένη αὐτή νέα ἐπίθεσις κατά τῶν ζωπύρων καί τῆς πνευματικῆς κουλτούρας τοῦ Γένους μας θά ἔχει ἀσφαλῶς καί ἑπόμενα βήματα πού μέ τήν γνωστή μέθοδο τοῦ «σαλαμιοῦ» θά ἐμφανίζωνται ὀλίγον κατ’ ὀλίγον. Μετά τήν τυχόν κατάργηση τῆς θρησκευτικῆς ὁρκοδοσίας θά καταργηθεῖ καί ἡ ὁρκοδοσία γιά τά δημόσια ἀξιώματα καί τίς λειτουργίες τῆς Πολιτείας, τοῦ Στρατοῦ καί τοῦ Κράτους, θά ἀναθεωρηθοῦν ἤ θά καταργηθοῦν οἱ σχετικές διατάξεις μέ Συνταγματική ἀναθεώρηση μέ στόχο καί ὄραμα τήν μετατροπή τῆς Ἑλλάδος σέ λαϊκό κράτος. Τό παράδειγμα τῆς μεγάλης ὑπερατλαντικῆς χώρας εἰς τήν ὁποίαν λειτουργεῖ ὀρατῶς ἡ ἐπίφασις τῆς Δημοκρατίας τουλάχιστον στό σημεῖο αὐτό θά πρέπει νά μᾶς προβληματίση

Ταπεινά φρονῶ ὅτι πρέπει νά ἀντισταθοῦμε σέ ὅλα αὐτά.


Υ.Γ. Παρά τον σεβασμό και την αγάπη που τρέφουμε προς τον σεβασμιώτατο μητροπολίτη Πειραιώς κ. Σεραφείμ, εκφράζουμε την αντίθεσί μας με την θέσι του σεβασμωτάτου στο ζήτημα του όρκου.

Η επιβολή του όρκου σε μία άθρησκη κοινωνία που κατήντησε η ιδική μας κοινωνία πιστεύουμε ότι αποτελεί "βιασμό συνειδήσεως των αθρήσκων".

Πέραν αυτού, ο όρκος απαγορεύεται ρητά και κατηγορηματικά από τον Κύριο και Θεό μας και αυτήν την επιταγή Του οφείλουμε να αποδεχθούμε και να εφαρμόζουμε όλοι μας.

Γιά όλες βέβαια τις προσπάθειες των αθέων και αντιχρίστων της κοινωνίας μας να επιβάλλουν με διάφορους τρόπους και διάφορα μέσα την αποθρησκειοποίησι του Ελληνικού λαού οφείλουμε να αγωνισθούμε να τους εμποδίσουμε.


4 σχόλια:

  1. Ο όρκος εις τον Θεό απαγορεύεται όλως από την Αγία Γραφή και τους πατέρες, όταν οι άνθρωποι πολιτεύονται για τον ουρανό και όχι για τα γήινα. Ακριβώς όπως απαγορεύεται να κληθούμε είτε καθηγηταί, είτε ραββί ή ακόμη και πατέρες. Αλλά οι άνθρωποι αυτό δεν το κάνουν και η δικαιοσύνη μας δεν είναι η χριστιανοσύνη μας.

    Ο όρκος θα μπορούσε να δίδεται εις το όνομα και την τιμή της πατρίδας και της οικογενείας, αλλά η ιερότητα αυτών τίθεται υπό αμφισβήτηση. Ούτε πατρίδα σεβόμαστε, ούτε οικογένεια. Ως προς τον Θεό, καλύτερα να μη το κουβεντιάζουμε. Κατά συνέπεια, ας δεχόμαστε έστω και συμβατικά τον όρκο προς τον Θεό. Μπορεί κάποτε αυτή η σύμβαση, η σύμβαση του όρκου, να μας κινήσει την περιέργεια για να αναζητήσουμε τι κρύβει μέσα της η λέξη σεβασμός και η λέξη όρκος. Πράγματα δηλαδή που υπερβαίνουν τα ευτελή και τα ανθρώπινα. Η κατάργηση του όρκου ισοδυναμεί με κατάργηση του σεβασμού και αυτό αποτελεί κοινή διαπίστωση και όχι δική μου.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Θα θέλαμε να ρωτήσουμε τον Σεβασμιώτατο:

    Η Εκκλησία, σαν ταμειούχος της θ. χάριτος, σε ποιά απόφασή της, κατ' οικονομίαν και παρά τηυ ρητή ευαγγελική προτροπή, επιτρέπει τον θρησκευτικό όρκο;

    ΙΚ

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Για το θέμα του όρκου στο δημόσιο διάλογο αντιπαρατίθενται συνήθως δύο ιδεολογικοποιημένες στη βάση τους απόψεις: α) εκείνων που για λόγους παράδοσης θέλουν να παραμείνουν τα πράγματα ως έχουν: να συνεχίσει, δηλαδή, να ισχύει το σημερινό καθεστώς της (θρησκευτικής) ορκοδοσίας, και β) εκείνων που θέλουν να καταργηθεί και το επιδιώκουν για λόγους ξεκάθαρα ιδεολογικοπολιτικούς.


    ΕΠΙ ΟΘΩΝΟΣ…

    Η απαράδεκτη αυτή κατάσταση, που είναι, αν μη τι άλλο, θεολογικά παράδοξη, εμφανίσθηκε - όπως επισημαίνει ο κορυφαίος καθηγητής Κοινωνιολογίας του Χριστιανισμού Γ. Μαντζαρίδης στο μνημειώδες έργο του «Χριστιανική Ηθική» (εκδ. Π. Πουρναρά, 1995, σελ. 415) - με την ανασύσταση του ελληνικού κράτους και έχει τις ρίζες της στη φιλοσοφία της βαυαροκρατίας που κυριαρχούσε στα διοικητικά πράγματα της χώρας τη περίοδο εκείνη (1833, με βασιλιά της ορθόδοξης Ελλάδος τον ρωμαιοκαθολικό Οθωνα και αντιβασιλιά επί των εκκλησιαστικών τον προτεστάντη Μάουρερ).

    Εξ αιτίας της δημιουργήθηκε η έντονη διαμάχη ανάμεσα στον Οικονόμο τον εξ Οικονόμων και τον Θεόκλητο Φαρμακίδη. Ο πρώτος ακολουθώντας την διδασκαλία, αλλά και τη πράξη της Εκκλησίας υποστήριξε ότι οι χριστιανοί δεν πρέπει να ορκίζονται. Αντίθετα, ο Φαρμακίδης θεώρησε τον όρκο επιτρεπτό, ιδίως όταν επιβάλλεται από την πολιτεία. Αντιμετωπίζοντας το θέμα αυτό το Οικουμενικό Πατριαρχείο εξέδωσε το 1849 εγκύκλιο επιστολή «Προς τους απανταχού Ορθοδόξους» που υπογράφεται και από τους προκαθημένους των τριών άλλων πρεσβυγενών πατριαρχείων. Στη επιστολή αυτή καυτηριάζεται με δριμύτητα ή φαρμακίδειος άποψη ότι η χριστιανική πίστη δεν απαγορεύει τον όρκο και ότι οι πιστοί μπορούν να ορκίζονται στα δικαστήρια «απροκριματίστως και οσίως».

    - Βεβαίως είν’ αλήθεια ότι την ορκοδοσία την επέβαλε, όχι η Εκκλησία (πως θα μπορούσε άλλωστε; ), αλλά το …ανορθόδοξο - επί βασιλείας του ρωμαιοκαθολικού Οθωνος και αντιβασιλείας του προτεστάντου Μάουρερ – νεοσύστατο, τότε, ελληνικό κράτος, θέλοντας να «αξιοποιήσει» τη θρησκευτική συνείδηση των διαδίκων, των μαρτύρων και εν γένει των διοικουμένων για τους δικούς του σκοπούς. Πέρασαν, όμως, από τότε 180 και πλέον χρόνια. Οι καιροί για αλλαγές προς ορθόδοξη κατεύθυνση, δηλαδή για την κατάργηση της ορκοδοσίας και την αντικατάστασή της με άλλες διαβεβαιώσεις (όπως δίνουν οι νεοεκλεγόμενοι μητροπολίτες ενώπιον του Προέδρου της Δημοκρατίας) ή εγγυήσεις της αξιοπιστίας του μάρτυρα, ωρίμασαν.


    Ανατολιος

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Αν λοιπόν δεχθούμε, ότι η Εκκλησία, ως ταμειούχος της θ. χάριτος, όπως εκπροσωπείται το 1849 από τα 4 πρεσβυγενή Πατριαρχεία της Ανατολής, απαγορεύει το θρησκευτικό όρκο, τότε που βρήκε άλλη απόφαση ο Σεβασμιώτατος, όπου η Εκκλησία να επιτρέπει το θρησκευτικό όρκο;

    Θα απαντήσει στο ερώτημα ο Σεβασμιώτατος ή δεν θα απαντήσει; Αλλά το πιθανότερο είναι να μην απαντήσει, ο τόσο εμφανιζόμενος ως ακραιφνώς Ορθόδοξος αυτός Ιεράρχης.

    ΙΚ

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Δημοφιλείς αναρτήσεις

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου