Τετάρτη 2 Ιουνίου 2010

--Τίς σου έσχισε τον χιτώνα, Κύριε;

--ΑΡΕΙΟΣ, ο άφρων!!!











Τ Ο Σ Χ Ι Σ Μ Α


ΣΥΝΤΟΜΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΚΑΙ ΑΙΤΙΑ


του κ. Ιωάννου Καρδάση, χημικού

Το Σχίσμα του 1054, ήταν το γεγονός που διαίρεσε το Χαλκηδόνιο Χριστιανισμό σε Δυτικό ΡΚαθολικισμό και Ανατολική Ορθοδοξία. Αν και εντοπίζεται χρονολογικά στο έτος 1054, όταν ο Πάπας Λέων Θ΄ και ο Πατριάρχης Μιχαήλ Α΄ Κηρουλάριος αντάλλαξαν μεταξύ τους Αναθέματα, το Σχίσμα μεταξύ Ανατολής και Δύσης ήταν στην πραγματικότητα το αποτέλεσμα μιας εκτεταμένης περιόδου αποξένωσης μεταξύ των δύο εκκλησιών. Οι αρχικές αιτίες του σχίσματος ήταν οι διαφωνίες σχετικά με την παπική αρχή — ο Πάπας απαιτούσε να έχει εξουσία ανώτερη των τεσσάρων Πατριαρχών της Ανατολής και να ασκεί δικαιοδοσία πάνω τους, ενώ οι τέσσερις Πατριάρχες υποστήριζαν, ότι η πρωτοκαθεδρία του Πατριάρχη Ρώμης ήταν μόνο τιμητική, και έτσι είχε εξουσία μόνο πάνω στους Χριστιανούς της Δύσης — και η εισαγωγή του όρου filioque στο Σύμβολο της Νικαίας. Υπήρχαν και άλλοι, λιγότερο σημαντικοί καταλύτες για το Σχίσμα, συμπεριλαμβανομένης της διαφοράς στη λειτουργική πρακτική και των συγκρουόμενων αξιώσεων περί της αρμοδιότητας (Βικιπαίδεια).

Η διάσπαση των Εκκλησιών με βάση δογματικά, θεολογικά, γλωσσικά, πολιτικά και γεωγραφικά σύνορα και το θεμελιώδες ρήγμα δεν θεραπεύτηκαν ποτέ. Αν και θεωρείται, ότι οι δύο εκκλησίες επανασυνδέθηκαν το 1274 (με τη Β΄ Σύνοδο της Λυών) και το 1439 (με τη Σύνοδο της Φερράρας - Φλωρεντίας), αυτές οι σύνοδοι αποκηρύχθηκαν από τον Ορθόδοξο κόσμο συνολικά, δεδομένου ότι οι ιεράρχες είχαν υπερβεί την αρμοδιότητά τους με τη συγκατάθεσή τους σε αυτές τις αποκαλούμενες «ενώσεις». Οι περαιτέρω προσπάθειες να συμφιλιωθούν οι δύο οργανισμοί έχουν αποτύχει, εντούτοις, διάφορες εκκλησιαστικές κοινότητες, που πλαισίωσαν αρχικά την Ανατολική Ορθόδοξη Εκκλησία, έπειτα προσκολλήθηκαν στο Βατικανό και καλούνται τώρα Ελληνόρυθμες Καθολικές εκκλησίες (Ουνία). Ως επί το πλείστον, όμως, οι δυτικές και ανατολικές εκκλησίες βρίσκονται σε διάσταση. Καθεμία υποστηρίζει ότι είναι η «Μια, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία», υπονοώντας, ότι ήταν η άλλη ομάδα που άφησε την αληθινή Εκκλησία κατά τη διάρκεια του Σχίσματος (Βικιπαίδεια).

Το κυριότερο λοιπόν από τα αίτια του Σχίσματος (1054) είναι η απαίτηση της Ρώμης, για την υποταγή της καθόλου Εκκλησίας σ’ αυτήν. Όλες οι άλλες δογματικές και κανονικές διαφορές είναι δευτερεύοντα αίτια (άγιος Νεκτάριος. Τα αίτια του Σχίσματος). Αυτή η απαίτηση της υποταγής ξεκινάει ήδη από τον 1ο αιώνα με κύριο εκπρόσωπο τον ίδιο τον απόστολο Πέτρο, ο οποίος πρόβαλε τη δική του ηγεσία σ’ όλη της Εκκλησία, κατά τη Σύνοδο των Ιεροσολύμων, το 50 («….. υμείς επίστασθε ότι αφ’ ημερών αρχαίων ο Θεός εν ημίν εξελέξατο δια του στόματός μου ακούσαι τα έθνη τον λόγον του ευαγγελίου και πιστεύσαι.». Πράξ. 15. 6-11) και του οποίου ο εγωισμός και η ανάδειξη του προσώπου του πάνω από τους άλλους μαθητές καταγράφεται στην Πανορθόδοξη Σύνοδο του 1848 («….. αλλά ο Κύριος του επέτρεψε (του Σατανά να σκανδαλίσει) μόνο τον Πέτρο, και μάλιστα ακριβώς διότι έλεγε λόγια εγωιστικά και αναδείκνυε τον εαυτό του περισσότερο από τους άλλους.». Απάντηση των Ορθοδόξων Πατριαρχών της Ανατολής στον Πάπα Πίο Θ΄ (1848). Ι. Καρμίρη: «Τα δογματικά και συμβολικά…..» τ. Β΄, σελ. 902-925). Τη στάση αυτή του Πέτρου κληρονόμησαν και ανέδειξαν, με ιδιαίτερο πάθος, όλοι σχεδόν οι Πάπες της Ρώμης, από τον Λίνο (67) και μετά, η δε προσπάθεια εξάσκησης πρωτείου εξουσίας υπήρξε ιδιαιτέρως έντονη και από πολλούς αγίους Πάπες, έγινε δε δεκτή και από πολλούς Πατριάρχες της Ανατολής, εξ ων ορισμένοι άγιοι της Εκκλησίας μας (Ράνσιμαν. Δύση και Ανατολή σε Σχίσμα).


Είναι αλήθεια, ότι ο ηγεμονισμός της Ρώμης εκδηλώθηκε σε πολλές περιπτώσεις και καταστάθηκε συνοδικά από πολλές Συνόδους, όπως στη Σύνοδο Σαρδικής με το έκκλητο, τη Σύνοδο της Καρθαγένης, την Ιγνατιανή Σύνοδο και τις Δ΄, ΣΤ΄ και Ζ΄ Οικουμενικές Συνόδους με τον θρίαμβο του Παπισμού (Πισιδίας Μεθόδιος. Έλληνες και Λατίνοι) και με τη σχετική νομοθετική κατοχύρωση του πρωτείου εξουσίας του Πάπα από τον Ιουστινιανό (131 νεαρά), καθώς και με άλλες πράξεις και παραδοχές, κυρίως από αυτοκράτορες, αλλά και από Πατριάρχες. Σ’ αυτή την κατοχύρωση του πρωτείου, που βασίζεται στην πρωτοκαθεδρία του Πέτρου, συνέβαλαν και πολλοί άγιοι της Εκκλησίας μας (πάνω από 20), με χαρακτηριστικό το του αγίου Ιω. Χρυσοστόμου, ότι ο Πέτρος είναι: «ο προστάτης της Οικουμένης και το θεμέλιο της Εκκλησίας» (Εν εσχάταις ημέραις, ΕΠΕ 27, 621). Έτσι, η ηγεμονία του Ρώμης, όπως οικοδομήθηκε, σήμαινε πολλά περισσότερα από ένα απλό πρωτείο τιμής, χωρίς να υπάρχει σαφής ορισμός ή κάποια νομική κατοχύρωση (de jure), κάτι το οποίον όμως έγινε παραδεκτό από πολλούς ανατολικούς Πατέρες (de facto), οι οποίοι όχι μόνο δέχτηκαν, αλλά και υποστήριξαν το αυξημένο αυτό πρωτείο του Ρώμης (Ράνσιμαν, ως ανωτέρω).


Οι Επίσκοποι Ρώμης ανέκαθεν υπήρξαν οι εκπρόσωποι του Ρωμαίου αυτοκράτορα στη Δύση και έτσι θεωρούντο εκεί τόσον ως διάδοχοι του αυτοκράτορα, όσον και ως διάδοχοι του αγίου Πέτρου. Από την άλλη, οι Ρωμαίοι αυτοκράτορες θεωρούσαν τον Ρώμης, ως την κεφαλή της Εκκλησίας, υποχρέωναν δε τους ανατολικούς Πατριάρχες σε υποταγή σ’ αυτόν (Ράνσιμαν, ως ανωτέρω). Έτσι, υπήρχε μια αλληλεξάρτηση μεταξύ του αυτοκράτορα και του Επισκόπου Ρώμης, οι δε πλείστοι των αυτοκρατόρων δεν φημίζοντο για την Ορθοδοξία τους. Εξ άλλου, από τους 88 αυτοκράτορες (μετά το 325), οι 44 δεν ήσαν Ορθόδοξοι (αιρετικοί, ακόμη και ΡΚαθολικοί!), από δε τους υπόλοιπους, η πλειονότητα υπηρετούσε αυτή την αλληλεξάρτηση και ως εκ τούτου θεωρούντο τουλάχιστον παπόφιλοι και χρησιμοποιούσαν την Ορθοδοξία, για τις όποιες επιδιώξεις τους


Αυτή η ιδιότυπη μοναρχία του Πάπα στη Δύση, από τη μια του απέδιδε Ορθόδοξη αυθεντία, από την άλλη δε θεωρείτο, ως ο ανώτατος κριτής επί δογματικών ζητημάτων (όρα: επιστολές αγίου Θεόδωρου Στουδίτη προς τους πάπες Λέοντα Γ΄ και Πασχάλη Α΄), ταυτίζετο με την Εκκλησία και το αλάθητό του θεωρείτο αποκλειστικό του προνόμιό ήδη από τον 6ο αι. με τον πάπα άγιο Αγαπητό Α΄, το 535, (άγιος Νεκτάριος, ως ανωτέρω), αναφερόταν δε πάντοτε η Ρώμη, ως η πρώτη (και μοναδική) αποστολική καθέδρα. Μετά δε την πτώση της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, τον ρόλο του αυτοκράτορα στη Δύση τον πήρε ο Πάπας, ο οποίος κληρονόμησε τη θέση του μοναδικού (και πολιτικού) ηγέτη, από τον οποίον πήγαζε ο νόμος (Ράνσιμαν, ως ανωτέρω). Αυτή η διπλή ιδιότητα του Πάπα, ως εκκλησιαστικού και πολιτικού ηγέτη, που ξεκίνησε ανεπίσημα με τον Πάπα άγιο Γρηγόριο Α΄ Διάλογο, το 600, σταθεροποιήθηκε το 730 με τον Πάπα Γρηγόριο Β΄ και εδραιώθηκε επίσημα το 754, με τον Πάπα Στέφανο Γ΄, έγινε δεκτή σιωπηρώς από την καθόλου Εκκλησία, για 300 χρόνια μέχρι το Σχίσμα, αλλά και μετά από αυτό. Από την άλλη, αν δεν εκδηλωνόταν αυτή η μονοκρατορία του Πάπα στη Δύση, όπως εκδηλώθηκε, η Εκκλησία της Ρώμης δεν θα είχε επιβιώσει στον ταραγμένο και σκοτεινό μεσαίωνα (ποιος άραγε να την βοηθήσει ενάντια στους βαρβάρους επιδρομείς;).


Αυτή ακριβώς η ιδιότυπη μονοκρατορία του Πάπα στη Δύση, η απόλυτη εκκλησιαστική και πολιτική εξουσία στο πρόσωπό του (παραδεκτή και από την Εκκλησία) και το αδιανόητο της προσβολής του προσώπου του ήταν η γενεσιουργός αιτία της ηγεμονίας του στα εκκλησιαστικά πράγματα, μέχρι του σημείου να θεωρείται η εκκλησιαστική αυθεντία του υπεράνω και των Οικουμενικών Συνόδων (άγιος Νεκτάριος, ως ανωτέρω). Αυτή ακριβώς η αυθεντία είναι και η κύρια αιτία της παρέκκλισης από το Ορθόδοξο Δόγμα, την Πίστη και την Παράδοση σε τέτοιο βαθμό, που η αλλοίωση αυτή να γίνει τελικά απίστευτη.


Το ερώτημα είναι τι έκανε η Ανατολή μπροστά σ’ αυτή την κατάσταση; Δυστυχώς, η αυθεντία του Πάπα, που εμφανίστηκε ήδη από τους πρώτους αιώνες και εδραιώθηκε κατά τους μετέπειτα αιώνες συνεχίσθηκε και μετά το λεγόμενο Σχίσμα. Το Σχίσμα αυτό, που ξεκίνησε με τη διαγραφή από τα δίπτυχα του Πάπα Σέργιου Δ΄ (1009), για την παραδοχή του Φιλιόκβε, συνεχίστηκε με τον αφορισμό του Λέοντα Θ΄ προς τον Μιχαήλ Α΄ Κηρουλάριο προσωπικά και όχι προς την Εκκλησία της ΚΠολης. Η οριοθέτηση του Σχίσματος το 1054 αφορά μόνο τις σχέσεις μεταξύ Ρώμης - ΚΠολης και όχι με τα άλλα τρία Πατριαρχεία, τα οποία αντέδρασαν αρχικά στη ρήξη αυτή, κατακρίνοντας τον Κηρουλάριο (επιστολή Αντιοχείας Πέτρου προς Κηρουλάριο), ο οποίος, όντας υπερβολικά αλαζόνας, έφθασε να εκθρονίσει τον αυτοκράτορα Μιχαήλ ΣΤ΄, εμφανίζοντας τον εαυτό του ως αυτοκράτορα ενδεδυμένο με τα ανάλογα ενδύματα (Ράνσιμαν, ως ανωτέρω). Έτσι, ενώ το Σχίσμα με την ΚΠολη εκδηλώθηκε τον 11ο αι. με την Αντιόχεια και τα Ιεροσόλυμα τον 13ο και με την Αλεξάνδρεια τον 14ο, πολύ μετά από την κατάληψη της ΚΠολης από τους Φράγκους το 1204 και τούτο, γιατί υπέβοσκε σ’ αυτά τα Πατριαρχεία η καταπίεση, που ασκούσε η ΚΠολη σ’ αυτά (Ράνσιμαν, ως ανωτέρω). Είναι δε όντως εκπληκτικό το πόσο συνήργησε η Ανατολή ακόμη και στην παραχάραξη διατάξεων (π.χ. ψευδοϊσιδώρειες, τον 8ο αι.), για να βοηθήσει τον Πάπα Ρώμης και να εδραιώσει τη θέση του (π. Ι. Ρωμανίδης. Φραγκία).


Η σχέση Ανατολής και Δύσης ουδέποτε διεκόπη ακόμη και μετά το Σχίσμα και μάλιστα σε δυο Συνόδους (1274) και (1439) επιτεύχθηκε η «ένωση» Ανατολής και Δύσης, την οποίαν επιδίωξαν κυρίως οι Ρωμαίοι αυτοκράτορες, οι οποίοι για να σώσουν την καταρρέουσα αυτοκρατορία έφθασαν να «πουλήσουν» ακόμη και την Πίστη. Αυτή όμως η ψευδοένωση ξεσήκωσε θύελλα διαμαρτυριών από τον θρησκευόμενο λαό, που στην πράξη την απέρριψε, παρά τις προσπάθειες αυτοκρατόρων, αλλά και Πατριαρχών, να την εδραιώσουν. Αυτές οι ψευδοενώσεις είχαν σαν αποτέλεσμα να δημιουργηθεί η εκκλησιολογική παρέκκλιση της Ουνίας. Όσον αφορά δε τις συμπροσευχές και τα συλλείτουργα (μετά το Σχίσμα), αυτά δεν σταμάτησαν ποτέ, ακόμη και μετά τις καταδικαστικές αποφάσεις των Πανορθοδόξων Συνόδων για τον Παπισμό, τον 17ο-19ο αι (Βακαλόπουλος Α. Ιστορία του νέου Ελληνισμού).


Βέβαια, ο ελλαδικός χώρος κατά την μακραίωνα εκκλησιαστική του ιστορία, το πλείστον υπήγετο στη Ρώμη, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Ο σημερινός Ελλαδικός χώρος (πλην Θράκης) υπήγετο στη δικαιοδοσία του Επισκόπου Ρώμης από το 67 επί Πάπα Λίνου (όρα επέμβαση του Πάπα άγιου Κλήμη Α΄ στην Εκκλησία της Κορίνθου, 88-97) μέχρι το 732 επί Πάπα Γρηγορίου Γ΄, οπότε ο αυτοκράτορας των Ρωμαίων Λέων Γ΄ ο Ίσαυρος απέσπασε με πραξικοπηματικό τρόπο τον Ελλαδικό χώρο από τη δικαιοδοσία του Επισκόπου Ρώμης και τον προσάρτησε στη δικαιοδοσία του Επισκόπου ΚΠόλεως, λόγω της εικονόφιλης πολιτικής του Επισκόπου Ρώμης. Έτσι, ο Ελλαδικός χώρος υπήγετο στη δικαιοδοσία του Ρώμης επί 665 χρόνια, στη δε δικαιοδοσία του Κων/πόλεως επί 472 χρόνια (από το 732-1204) μέχρι την κατάληψη της ΚΠολης το 1204, από τους Σταυροφόρους της Δ΄ Σταυροφορίας επί Πάπα Ιννοκέντιου Γ΄ και την ίδρυση του Λατινικού κράτους. Από το 1204 και έπειτα και μέχρι και μετά το 1821, ο Ελλαδικός χώρος, ενώ τυπικά ανήκει στον ΚΠόλεως, ουσιαστικά τελούσε υπό παπική κατοχή. Κατά την περίοδο αυτή και ειδικά εκείνη της Φραγκοκρατίας, όλος ο κλήρος υπήχθη υπό τον Πάπα Ρώμης, στις επαρχίες τοποθετήθηκαν Λατίνοι επίσκοποι ή Λατινίζοντες Ορθόδοξοι ενωτικοί (Ουνίτες) Επίσκοποι (Ζαχαρόπουλος Ν. Η Εκκλησία στην Ελλάδα κατά τη Φραγκοκρατία).


Είναι φυσικό, μετά από ένα τέτοιο συγχρωτισμό με τους Λατίνους, να υπάρξουν αλλοιώσεις στο Δόγμα, την Πίστη, την Λατρεία, τα Μυστήρια, τη Ναοδομία, την Εικονογραφία, την Ψαλτική και ένα σωρό άλλες καταστάσεις (Μαριολατρεία, θρησκευτικός συναισθηματισμός, θρησκειοποίηση του εκκλησιαστικού γεγονότος, μεικτοί γάμου, ενδημούσες Σύνοδοι, Τιτουλάριοι Επίσκοποι, Εθνοφυλετισμός, Οικουμενισμός, Ψυχοχάρτια κ.ά.), ώστε οι παπικές νοοτροπίες, διδασκαλίες και συμπεριφορές να έχουν εισχωρήσει βαθειά στον Ορθόδοξο χώρο. Με όλες αυτές, αλλά και άλλες αλλοιώσεις, είναι πράγματι αξιοθαύμαστο, το πως επιζεί ακόμη στην Ορθόδοξη Εκκλησία το κήρυγμα του Ευαγγελίου και οι Κανόνες της Εκκλησίες (που βέβαια στην πράξη, εν πολλοίς, δεν τηρούνται). Είναι δε χαρακτηριστική, αλλά συνάμα και αποκαρδιωτική η φράση, που έντονα κυκλοφορεί, ότι: «Η εκδυτικοποίηση της Ορθοδοξίας είναι σχεδόν συντελεσμένη».


Συμπερασματικά, η πρωτογενής αιτία του Σχίσματος, ο ηγεμονισμός, που πρωτοεμφανίσθηκε από τον απόστολο Πέτρο, εδραιώθηκε από την πρώτη αποστολική καθέδρα, ασκήθηκε έντονα από τους Πάπες και βρήκε υποστήριξη από την Ανατολή, η οποία είτε από σεβασμό, είτε από δέος, είτε από εξαναγκασμό, είτε από πολιτικό σχεδιασμό αναγνώρισε de facto την ηγεμονία αυτή, στήριξε το περίφημο πρωτείο.

4 σχόλια:

  1. Πραγματικά δεν γνώριζα ότι, ενώ Ρώμη και Κωνσταντινούπολη διέκοψαν την κοινωνία το 1054 με τα γνωστά αναθέματα, στην Αντιόχεια και στα Ιεροσόλυμα το Σχίσμα εκδηλώθηκε μετά 200 χρόνια(!) και στην Αλεξάνδρεια μετά 300(!) χρόνια. Σύμφωνα με τη λογική των σημερινών ζηλωτών η Κωνσταντινούπολη θα έπρεπε να αποκηρύξει τα τρία άλλα Πατριαρχεία της Ανατολής διότι δεν είχαν διακόψει την κοινωνία με τον αιρετικό Πάπα Ρώμης το 1054 αλλά μετά 200 και 300 χρόνια αντίστοιχα. Καταλαβαίνει κανείς λοιπόν πόσο παράλογοι είναι αυτοί που χαρακτηρίζουν σαν αιρετική την Εκκλησία της Ελλάδος και τους Επισκόπους της(π.χ. Σεραφείμ Πειραιώς, Σεραφείμ Κυθήρων , Αιτωλιας και Ακαρνανίας) επειδή δήθεν δεν διακόπτουν τη μνημόνευση του Οικ. Πατριάρχη και συνεχίζουν κανονικά να έχουν εκκλησιαστικές σχέσεις παρά τις επιμέρους σοβαρές διαφωνίες για τον οικουμενικό διάλογο. Τι δηλαδή, δεν ίσχυε το " ο κοινωνών ακοινώνητον ακοινώνητος έστω" το 13 και 14 αιώνα και πρέπει ΟΠΩΣΔΗΠΟΤΕ να ισχύει τον 20 και 21 αιώνα?

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Χαρακτηριστική περίπτωση της ασυμφωνίας των Πατριαρχείων κατά την περίοδο αυτή είναι, ότι ενώ η ΚΠολη ήταν σε Σχίσμα με τη Ρώμη το 1054, ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας Νικόλαος Α΄ (1200-1230) χειροτονούσε Λατίνους ιερείς και έστειλε αντιπρόσωπο στη σύνοδο του Λατερανού το 1215 (Στ. Ράνσιμαν, Δύση και Ανατολή σε Σχίσμα, σελ. 146), δηλ. 160 χρόνια μετά το Σχίσμα!

    Ιω. Καρδάσης

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Επομένως αν φραγγέψαμε , όπως υποστηρίζεται από κάποιους, αυτό έγινε όχι φυσικά από το 1924 αλλά πολύ πιο πριν(Φραγκοκρατία-Τουρκοκρατία) όπως πολύ καλά αναλύει ο κ. Ι.Καρδάσης.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Μιας και αναφερόμαστε στους Φράγκους, είναι καλό να θυμηθούμε, ότι η αυτοκράτειρα Ευδοξία, σύζυγος του αυτοκράτορα Αρκάδιου (395-408), υιού του αυτοκράτορα Θεοδοσίου Α΄ του Μεγάλου, ήταν η κόρη του Φράγκου στρατηγού, αρχηγού των μισθοφόρων Φράγκων της ΚΠολης.

    Ο Αρκάδιος ανάξιος υιός του Μ. Θεοδοσίου με παθολογική νωθρότητα και μικρόνοια, με πλήρη απομώρανση, ξένος σε κάθε σοβαρή ενασχόληση, αμέριμνος και αγνοώντας τα του οίκου του, εναπέθεσε τη διοίκηση της αυτοκρατορίας στους θαλαμηπόλους του, στους υπουργούς του και προ παντός στην έκφυλη σύζυγό του Ευδοξία, η οποία αποφάσιζε αντ’ αυτού.

    Και έτσι, εκείνη την περίοδο, στην αυτοκρατορία, την ουσιαστική εξουσία κατείχαν, μέσω της Ευδοξίας, οι Φράγκοι (Παπαδόπουλου Στ. Καθ. Θεολογικής, άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος).

    Ιω. Καρδάσης

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Δημοφιλείς αναρτήσεις

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου