ΜΕΡΟΣ -Β
ΣΧΟΛΙΟ -IΣΤΟΛΟΓΙΟ
«OMOΛΟΓΙΑ».
Διαφωνώ πάτερ με τη θέση σας όσον αφορά τους
αποτειχισμένους κληρικούς που έρχονται σε μας κατ' οικονομίαν για να
λειτουργήσουν αφού εμείς αποτειχισμένους κληρικούς στη μητρόπολή μας δεν
έχουμε.
Πού είναι το κακό σε αυτό;
Και τι θα κάνουμε εμείς άλλο από αυτό που κάνουμε;
Δηλαδή να έρχεται ένας αποτειχισμένος και
καθηρημένος από τους Οικουμενιστές κληρικός να μας λειτουργεί;
Το ότι καθαιρέθηκε από αυτά τα όντα τους ΠΑΝΑΘΛΙΟΥΣ
Οικουμενιστές το θεωρούμε ως ιδιαίτερη ευλογία.
Και μια φορά το μήνα να κοινωνούμε τον Κύριό μας
είναι πολύ μεγάλη υπόθεση.
Ακόμα και ελάχιστοι κληρικοί Αποτειχισμένοι να
υπάρχουν μπορούν να εξυπηρετούν τους πιστούς αφού μπορούν να λειτουργούν ακόμα
και σε αποθήκες και στα δάση και σε όλη την Ελλάδα ΩΣ ΒΕΛΗ ΠΕΤΟΜΕΝΑ να
εξυπηρετούν και να κοινωνούν τους πιστούς κάθε Πόλεως τους Αποτειχισμένους από
την Παναίρεση το Σώμα και το Αίμα του Χριστού μας.
Τα μέσα μετακίνησης σήμερα είναι πανεύκολα, δεν
ζούμε στο 400 π.Χ. που δεν υπήρχαν τα σημερινά μέσα.( Για την υπογραφή Οδυσσέας
Τσολογιάννης)
ΑΠΑΝΤΗΣΗ.fdathanasiou
Καταλαβαίνω το πρόβλημα που θίγεις και ανθρωπίνως
έχεις δίκαιο. Όμως ή έρευνά μου σε διάφορες πηγές μου έδειξαν τα εξής:
Α. Η ΑΚΡΙΒΕΙΑ
Όταν στη Μητρόπολη των πιστών δεν υπάρχει ορθόδοξος ποιμένας (λόγω δημόσιας
κήρυξης αιρέσεως από τον τοπικό επίσκοπο), οι λαϊκοί που διακόπτουν την
κοινωνία έχουν το σωτηριολογικό δικαίωμα και χρέος να αναζητήσουν την αληθή
Πίστη και τα Άγια Μυστήρια σε ορθόδοξους ιερείς άλλων περιοχών.
Κατά την Αρειανική κρίση (Μέγας Βασίλειος) και την Εικονομαχία (Όσιος Θεόδωρος
Στουδίτης), οι πιστοί ταξίδευαν σε άλλες πόλεις ή μοναστήρια προκειμένου να
μεταλάβουν από αμόλυντους ιερείς, καθώς στην περιοχή τους επικρατούσε η
κακοδοξία.
Ο ιερέας οφείλει να παραμένει στον τόπο του και να μην περιέρχεται άλλες
Μητροπόλεις ως «πλανόδιος». Εάν οι πιστοί μεταβαίνουν οικειοθελώς στον χώρο του
ιερέα για να εκκλησιαστούν, ο ιερέας δεν διαπράττει εισπήδηση, διότι δεν
εισέβαλε σε ξένη περιφέρεια, αλλά υποδέχθηκε πιστούς που προσήλθαν σε αυτόν
αναζητώντας την Ορθοδοξία.
Για να παραμείνει η στάση αυτή κανονική και να μην διολισθήσει σε παρασυναγωγή
ο ιερέας και οι διερχόμενοι πιστοί δεν πρέπει να θεωρούν τους εαυτούς τους
«αυτόνομη Εκκλησία» ή να συγκροτούν παράλληλη δομή/παράταξη. Οι πιστοί οφείλουν
να μην υιοθετούν την πλάνη ότι τα μυστήρια στην υπόλοιπη Εκκλησία είναι
αυτόματα ανυπόστατα , αλλά να κατανοούν την αποτείχιση ως προσωρινό μέτρο
οχύρωσης εν αναμονή Συνόδου. Η προσέλευση αυτή αποτελεί στάση ποιμαντικής
ανάγκης για τη διαφύλαξη της Πίστεως και όχι αφορμή για την κατάργηση της
εκκλησιαστικής τάξεως.
Ο Όσιος Θεόδωρος ο Στουδίτης ΔΕΝ επέτρεπε την αυθαίρετη μετακίνηση κληρικών σε
άλλες επισκοπές/διοικήσεις, ούτε τη σφετεριστική άσκηση ιερατικών καθηκόντων σε
ξένες δικαιοδοσίες, ακόμη και υπό το πρόσχημα της «εξυπηρέτησης» αποτειχισμένων
πιστών. Ο Όσιος Θεόδωρος διακηρύσσει ρητά ότι κανένας κληρικός ή επισκοπικός
θρόνος δεν έχει το δικαίωμα να πράξει οτιδήποτε αντίθετο με τους θεσπισμένους
κανόνες της Εκκλησίας.
«Οὐκ ἔστιν
οὖν, οὐκ
ἔστιν, ὦ δέσποτα, οὔτε τὴν
καθ’ ἡμᾶς
Ἐκκλησίαν, οὔτε ἑτέραν,
παρὰ τοὺς
κειμένους νόμους καὶ
κανόνας ποιεῖν
τι...».
Διακηρύσσει ότι καμία ανάγκη ή «οικονομία» δεν επιτρέπει την κατάργηση των
Ιερών Κανόνων και των διοικητικών/γεωγραφικών ορίων της Εκκλησίας.
Για τον Όσιο Θεόδωρο, η επίκληση οποιασδήποτε «έκτακτης ανάγκης» ή «οικονομίας»
προκειμένου να καταλυθούν οι Ιεροί Κανόνες και η εκκλησιαστική τάξη συνιστά «ἐν παρανομίᾳ καὶ
ψεύδει τὸ καθόλου»
Στην Επιστολή 40 & 49 προς Ναυκράτιο (PG 99, 1088-1089 / Fatouros 142 &
143) γράφονται τα εξής: «...ἐὰν
μήτε αἱρετικῷ,
ἢ τῷ
οἰκείῳ
ἐπισκόπῳ, εἴτε
τινὶ ἄλλῳ, συνιερουργῇ· ἢ
ἐν γνώσει μεταδίδοι».
Ο Όσιος δηλ. ορίζει ότι η δράση του πρεσβυτέρου περιορίζεται αυστηρά στο να μη μνημονεύει αιρετικό επίσκοπο, να μη συλλειτουργεί με αιρετικούς και να μη μεταδίδει τα μυστήρια σε αμετανόητους. Η υπέρβαση αυτών των ορίων (όπως η αυθαίρετη άσκηση ιερατικών καθηκόντων σε αλλότριες δικαιοδοσίες) χαρακτηρίζεται από τον Όσιο ως «ἐν παρανομίᾳ καὶ ψεύδει τὸ καθόλου».
Όταν οι αποτειχισμένοι λαϊκοί αντιμετωπίζουν αντικειμενική δυσκολία (γεωγραφική, σωματική ή οικονομική) να μεταβαίνουν τακτικά στον τόπο όπου λειτουργεί ένας αποτειχισμένος ορθόδοξος ιερέας, η αγιοπατερική παράδοση (με κύριους εκφραστές τον Όσιο Θεόδωρο τον Στουδίτη, τον Μέγα Αθανάσιο και τον Μέγα Βασίλειο) ορίζει τα εξής:
1. προτιμότερη η στερητική αποχή από τα Μυστήρια.
2. Εμμονή στην Ορθόδοξη Ομολογία και καρτερία.
3. Κατ' οίκον τέλεση των ακολουθιών (Όρθρου, Εσπερινού, Τυπικών), μελέτη της Αγίας Γραφής και των Πατερικών κειμένων.
4. Ο ειλικρινής πόθος του πιστού για τα Άγια Μυστήρια, όταν εμποδίζεται από ανυπέρβλητη ανάγκη και συνοδεύεται από την αποχή από την αιρετική κοινωνία, λογίζεται από τον Θεό ως πνευματική κοινωνία και «λογική θυσία».
Η δυσκολία των λαϊκών δεν πρέπει να μετατρέπεται σε αφορμή ώστε να πιέζεται ο ιερέας να περιέρχεται αλλότριες Μητροπόλεις («ως βέλος πετώμενον») ή να ιδρύει αυθαίρετα παράλληλα θυσιαστήρια. Η λύση της στερήσεως δεν θεραπεύεται με την κατάλυση των Ιερών Κανόνων (35ος Αποστολικός περί εισπήδησης, 31ος Αποστολικός περί παρασυναγωγής), διότι η παρανομία δεν φέρει την ευλογία του Θεού. Οι πιστοί μπορούν να προγραμματίζουν, στο μέτρο του δυνατού (π.χ. στις μεγάλες εορτές ή όποτε το επιτρέπουν οι συνθήκες), τη μετάβαση στον τόπο του ιερέα, έστω και αραιά (π.χ. μία ή λίγες φορές το χρόνο). Η Θεία Κοινωνία, όταν λαμβάνεται με κανονική ακρίβεια και ορθόδοξο φρόνημα —ακόμη και σπάνια— προσφέρει την πλήρη Χάρη και τον αγιασμό στον πιστό, διατηρώντας τον ενωμένο με το Σώμα του Χριστού.
Ο ΟΣΙΟΣ ΘΕΟΔΩΡΟΣ Ο ΣΤΟΥΔΙΤΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ
Ο Όσιος Θεόδωρος ο Στουδίτης στην 24η Επιστολή του προς Θεόκτιστον Μάγιστρον (PG 99, 984 / Fatouros 64), ορίζοντας τα αμετακίνητα όρια μεταξύ της γνησίας εκκλησιαστικής οικονομίας και της καταχρηστικής παρανομία.
Διατυπώνει τον ορισμό της θεμιτής οικονομίας ως εξής.
«Τοιοῦτον μὲν τὸ πρὸς καιρὸν οἰκονομεῖν τοὺς λόγους καὶ τοὺς τρόπους ἐν κρίσει καὶ ἀληθείᾳ καὶ νόμῳ· ἀλλ’ οὐκ ἐν παρανομίᾳ καὶ ψεύδει τὸ καθόλου.( Τέτοιου είδους πράγμα είναι το να διαχειρίζεται κανείς προσωρινά [με οικονομία] τα λόγια και τους τρόπους με κρίση, αλήθεια και νόμο· αλλ’ όχι όμως καθόλου με παρανομία και ψέμα).
Στην ίδια επιστολή, ο Όσιος εξηγεί τον όρο της εκκλησιαστικής οικονομίας
«Διότι ο ορισμός της οικονομίας, όπως γνωρίζεις, είναι να μην αθετεί κανείς καθόλου τίποτε από τα κείμενα [κανόνες]... όπως ακριβώς κάνει ο τιμονιέρης, ο οποίος χαλαρώνει λίγο το πηδάλιο εξαιτίας της καταιγίδας που φύσηξε αντίθετα. Αν όμως ενεργήσει διαφορετικά, αστοχεί από τον σκοπό του· και αντί για οικονομία, διαπράττει παράβαση».
Η εκκλησιαστική οικονομία είναι πρόσκαιρη, σοφή και φιλάνθρωπη συγκατάβαση. Παρομοιάζεται με τον κυβερνήτη (πηδαλιούχο) του πλοίου, ο οποίος χαλαρώνει για λίγο το τιμόνι εξαιτίας μιας αντίθετης καταιγίδας, όχι για να αλλάξει πορεία ή να βουλιάξει το πλοίο, αλλά για να το σώσει και να το επαναφέρει ασφαλώς στη σωστή πορεία της ακρίβειας. Όταν η επίκληση της «οικονομίας» χρησιμοποιείται για να καταργηθούν οι Θείοι Νόμοι και οι Ιεροί Κανόνες, τότε παύει να είναι οικονομία και μετατρέπεται σε παράβαση, ψεύδος και ολοσχερή παρανομία («ἐν παρανομίᾳ καὶ ψεύδει τὸ καθόλου»).
ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου