Η Θέσις μου
Επισκόπου Βάδης & Βυρτεμβέργης
Παϊσίου Παπαδοπούλου
Να επισημάνω εξ αρχής πως προσωπικά δέχομαι ότι υπήρχε πάντοτε γνωμικό θέλημα στον άνθρωπο, δηλαδή και προπτωτικά, θεωρώντας ότι το πρόβλημα δεν βρίσκεται στην δυνατότητα της φύσεως να διαλέξει αλλά όταν κάνει κακή χρήσιν και κακή επιλογή. Το όλο ζήτημα που γεννάται είναι ότι ορισμένοι καθηγητάδες διδάσκουν ότι ο άνθρωπος προ της πτώσεως δεν είχε γνωμικό θέλημα. Οπωσδήποτε, σώνει και καλά πρέπει να μας πείσουν ότι είναι κακό το να έχει ο άνθρωπος γνωμικό θέλημα και γι' αυτό προ της πτώσεως η φύσις μας δεν είχε γνωμικό θέλημα, επομένως αυτήν την φυσική δυνατότητα, άρα δεν δεχόμαστε ότι υπήρχε κάτι που αφορά στην φύσιν μας.
Αν όμως δεχτούμε αυτόν τον ισχυρισμό το πρόβλημα είναι ότι αποκλείουμε τον άνθρωπο από την δυνατότητα επιλογής, στην πραγματικότητα από την ελευθερία βούλησης και επιλογής, άρα ουσιαστικά ισχυριζόμενοι αυτό δεν δέχονται αυτεξούσιο στον άνθρωπο και ας μην το λέγουν αυτό φανερά.
■ Ερωτώ λοιπόν, όταν ο Μέγας Αθανάσιος γράφει ότι στον Παράδεισο:《Οι άνθρωποι όμως, αφού παραμέλησαν τα υψηλότερα και έδειξαν οκνηρία στην κατανόηση τους, αναζήτησαν αυτά τα οποία βρίσκονταν περισσότερο πλησίον τους. Και τα πλησιέστερα προς αυτούς ήταν το σώμα και οι αισθήσεις τους. Γι' αυτό απομάκρυναν το πνεύμα τους από τα πνευματικά και άρχισαν να βλέπουν τον εαυτό τους》είχαν δυνάτότητα επιλογής ναί ή όχι; Σαφώς ναί, διότι αφ' ενός τους είχε δοθεί κατά την πλάσιν τους αυτεξούσιο και αφ' ετέρου εκ του αποτελέσματος γνωρίζουμε ότι έκαναν κακή χρήση της ελευθερίας βούλησης και επιλογής.
■ 《Βλέποντας δε τους εαυτούς τους και λαμβάνοντες γνώση και του σώματος και των άλλων αισθητών και εξαπατημένοι από τον εαυτόν του, περιέπεσαν σε επιθυμία του εαυτού τους, αφού προτίμησαν να βλέπουν τα ανθρώπινα παρά τα θεία.》Εδώ, ο Μέγας Αθανάσιος σαφώς δεν λέει ότι ελάμβαναν
γνώση του σώματος τους και των άλλων αισθητών και δια μέσου της διανοίας από τα αισθητά και όχι αποκλειστικά από τον νου; Δηλαδή, πριν την πτώση, αν δεν υπάρχει η δυνατότητα να λειτουργεί διττώς η γνώμη και να προκύπτει έτσι γνώση καλή "άνωθεν" και κακή "κάτωθεν", τότε πώς έγινε αυτό;
■ Σύμφωνα με το ίδιο, παραπάνω, κείμενο δεν προτίμησαν την επιθυμία του εαυτού τους παρά τα θεία; Άρα, έκαναν επιλογή -προσέξτε- ενώ ακόμη δεν είχε αμαυρωθεί το κατ' εικόνα τους; Επομένως, αν δεν είχαν την δυνατότητα επιλογής και αν δεν εδιχάζετο η γνώμη τους στο να αποφασίσουν (τότε προ της πτώσεως) ανάμεσα στις δύο περιπτώσεις επιλογής με φυσικό ή γνωμικό θέλημα, πώς τελικά έπεσαν;
■ Αν δεν υπήρχε μέχρι τότε ούτε επιθυμία, όπως ισχιρίζονται, τότε πώς《περιέπεσαν σε επιθυμία》 ως ενέργεια του επιθυμητικού και όχι οπωσδήποτε κακή 《του εαυτού τους》;
■ Λέει ο άγιος:《Και επειδή έζησαν με αυτά και δεν ήθελαν να απομακρυνθούν από τα αισθητά, υποδούλωσαν στις σαρκικές ηδονές την ψυχή τους, η οποία ήταν αναστατωμένη και ζυμωμένη με όλα τα πάθη》Αν κατά την άποψη των εναντιογνωμιτών δεν υπήρχε ακόμη τότε γνωμικό θέλημα, τότε πώς δεν ήθελαν να απομακρυνούν από τα αισθητά》 όπως γράφει ο Μέγας Αθανάσιος; Η πτώσις δηλαδή δεν έγινε με γνωμικό θέλημα, έγινε με φυσικό θέλημα; Πόσο ανόητο ακούγεται αυτό!!!
"Ἔγκειται μὲν γὰρ τῇ τοῦ ἀνθρώπου ψυχῇ δύναμις τοῦ λογικῶς ὀρέγεσθαι". Τί θα πει αυτό; Υπάρχει στην ψυχή του ανθρώπου, υφίσταται η λογική όρεξις, ώστε να θέλει κάτι και -προσέξτε- επιπλρον να διατίθεται γνωμικώς ήτοι να έχει γνώμη γι' αυτό που θέλει. Δεν υπάρχει ενέργεια χωρίς δύναμι. Η ενέργεια είναι αποτέλεσμα δυνάμεως. Η γνώμη είναι δύναμις γνωστική της ψυχής που αφορά την θεωρητική δύναμιν του νοός. Η φρόνησις είναι πρακτική δύναμις που αφορά τον λόγο. Και τα δύο γνώμη και φρόνησις είναι δυνάμεις που έχουν ενέργεια. Το φρόνημα σε προγενέστερο στάδιο είναι θέλημα, μάλιστα γνωμικό θέλημα. Επομένως προηγείται το γνωμικό θέλημα από το φρόνημα. «Εάν [το γνωμικό θέλημα] είναι ενέργεια, είναι φανερό ότι θα τίθεται από άλλο σε ενέργεια [την γνώμη που θα ενεργεί] και δεν θα ενεργείται [χωρίς αυτό], και θα σταματήσει μαζί μ’ αυτό που το ενεργεί». Πρέπει να γνωρίζουμε ότι η ενέργεια είναι κίνηση και ενεργείται μάλλον παρά ενεργεί, όπως λέει ο θεολόγος Γρηγόριος.
Όπως ενέργεια λέγεται η πρώτη σκέψις που έρχεται στο νου μας και είναι απλή
και ανεξάρτητη ενέργεια του νου, όταν μόνος του ο νους παρουσιάζει κρυφά
τις σκέψεις του, χωρίς τις οποίες δεν θα μπορούσε να γίνει λόγος για νου, έτσι και το γνωμικό θέλημα ως πρώτη έννοια λογικής ορέξεως που διατίθεται γνωμικά παρουσιάζει αγαπητικά το θέλημα που ποθεί.
Επειδή όμως, όπως ενέργεια πάλι ονομάζεται η ανακοίνωση και διάδοση των σκέψεών μας με τον προφορικό λόγο, έτσι και το θέλημα που έχει προκριθεί επιλεγόμενο έχει γίνει φρόνημα έπειτα από διεργασία διασκεπτική. Λοιπόν, δεν θα υπήρχε φρόνημα, αν δεν υπήρχε γνωμικό θέλημα ως δύναμις λογικής ορέξεως που διατίθεται γνωμικά, και δρν θα υπήρχε γωμικό θέλημα, αν δεν υπήρχε αφ' ενός γνώμη και αφ' ετέρου όρεξις λογική για κάτι που ονομάζετσι βούλησις. Γιατί, αν είχε την δυνατότητα να εμφανίζεται γνωμικό θέλημα μόνο μετά το προπατορικό αμάρτημα σε αυτή την περίπτωσι δεν θα υπήρχε από πριν δύναμις που να τα ενεργεί. Άρα το επιχείρημά αυτών είναι άτοπον!!!
Για να δοθεί όμως ορισμός τι είναι το γνωμικό θέλημα είναι απαραίτητο να το αντιδιαστείλουμε ή πιο σωστά να το παρουσιάσουμε σε σχέση με το φυσικό θέλημα του ανθρώπου. Σύμφωνα λοιπόν με τον ορισμό του Αγίου Μαξίου του Ομολογητού: «Θέλημα φυσικόν, ήγουν θέλησιν, δύναμιν του κατά φύσιν όντος ορεκτική, και των ουσιωδώς τη φύσει προσόντων συνεκτικήν πάντων ιδιωμάτων». Σε μετάφρασι: «Φυσικό θέλημα, θέλησις φυσική, είναι η δύναμις που ορέγεται εκείνο που υπάρχει κατά φύσιν και που συνέχει όλα τα ιδιώματα που υπάρχουν ουσιωδώς εις την φύσιν». Και εξηγεί: «Γιατί συγκρατουμένη από αυτό (το φυσικό θέλημα) η ουσία, επιθυμεί «του είναι και ζην και κινείσθαι κατ’ αίσθησιν και νουν», θέλοντας την φυσική και τέλεια οντότητά της. Γιατί η φύσις θέλει τον εαυτό της και όσα αποτελούν την σύστασίν της, στηριγμένη επιθυμητικά στο είναι του λόγου της, σύμφωνα με τον οποίο υπάρχει και έχει γίνει». Και διαφοροποιώντας το φυσικό θέλημα από την προαίρεσι λέει γι΄αυτό: «Η θέλησις είναι απλή όρεξις λογική και ζωτική, ενώ η προαίρεσις είναι συνεργασία ορέξεως και σκέψεως και κρίσεως».
Περνούμε τώρα στο γνωμικό θέλημα. Στην σχετική συνάφεια όπου ό Άγιος Μάξιμος δίνει όλους τους ορισμούς περί: φρονήματος, δόξης, εξουσίας, γνώμης, περί τίνων βουλευόμεθα, βουλής διαφοροποιώντας τα από την προαίρεσιν δεν έχει τίποτε με τον όρο «γνωμικό θέλημα», όμως έπειτα από το φυσικό θέλημα έχει τον ορισμό «περί βουλήσεως» και εδώ χρειάζεται να κατανοήσουμε τί λέει σχετικώς. Γράφει: «Βούλησις γαρ εστι όρεξις φανταστική των εφ’ ημίν και ουκ εφ’ ημίν». Αυτή η διατύπωσις γίνεται πιο σαφής, αν την παραβάλλουμε με τον ορισμό που δίνει ο Άγιος Νικήτας ο Στηθάτος, οποίος γράφει στο «Περί ψυχής» έργο του: «βούλησις δε εστιν όρεξις και έφεσίς τινός πράγματος» και λίγο παρακάτω μας δίνει σαφώς το στίγμα για την ταυτίσουμε με το γνωμικό θέλημα: «η βούλησις διατεθείσα γνωμικώς προς το κριθέν υπ’ αυτής, εις έργον εξάγει το βουληθέν». Επομένως, γνωμικό θέλημα είναι η βούλησις που τοποθεταίται γνωμικώς!!!
Πιο πάνω θα πει κάτι πολύ σημαντικό, θα την ταυτίσει με το φυσικό θέλημα με μία όμως προϋπόθεσι: «ότε φυσικώς κινηθή προς τι πράγμα, η λογική αύτη όρεξις εις βούλησιν έρχεται -βούλησις δε εστιν όρεξις και έφεσις τινός πράγματος- για πράγματα που εξαρτώνται από μας ή για πράγματα που δεν είναι στο χέρι μας, για πράγματα δηλαδή δυνατά ή αδύνατα». Το ότι η βούλησις είναι φυσική θέλησις όταν κινηθεί φυσικώς για κάποιο πράγμα είναι το δεύτερο σκέλος του περιφραστικού όρου «Γνωμικό θέλημα». Όταν η βούλησις «διατείθεται γνωμικώς» ήτοι τοποθετείται διαμορφώνοντας απόψιν τότε έχουμε τον πρώτο σκέλος του όρου «Γνωμικό θέλημα». Η "άποψις" του γνωμικού θελήματος δεν είναι γυμνή, κρύα και αδιάφορη γνώμη αλλά θέσις που έχουμε πάρει απ’ αυτό που σκεφτήκαμε κι αναζητήσαμε και ερευνήσαμε, το οποίο προτιμήσαμε επειδή το αγαπήσαμε. Με την προαίρεσι θα γίνει αυτό φρόνημα ως πεποίθησις, τώρα όμως ακόμη δεν έγινε!!! Γράφει ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός σχετικά: «Βούλησις δέ ἐστι ποιὰ φυσικὴ θέλησις, ἤγουν φυσικὴ καὶ λογικὴ ὄρεξίς τινος πράγματος. Ἔγκειται μὲν γὰρ τῇ τοῦ ἀνθρώπου ψυχῇ δύναμις τοῦ λογικῶς ὀρέγεσθαι. Ὅτε οὖν φυσικῶς κινηθῇ αὕτη ἡ λογικὴ ὄρεξις πρός τι πρᾶγμα, λέγεται βούλησις· βούλησις γάρ ἐστιν ὄρεξις καὶ ἔφεσίς τινος πράγματος λογική. Λέγεται δὲ βούλησις καὶ ἐπὶ τῶν ἐφ᾿ ἡμῖν καὶ ἐπὶ τῶν οὐκ ἐφ᾿ ἡμῖν, τουτέστι καὶ ἐπὶ τῶν δυνατῶν καὶ ἐπὶ τῶν ἀδυνάτων. Βουλόμεθα γὰρ πολλάκις πορνεῦσαι ἢ σωφρονῆσαι ἢ ὑπνῶσαι ἤ τι τῶν τοιούτων· καὶ ταῦτα τῶν ἐφ᾿ ἡμῖν εἰσι καὶ δυνατά. Βουλόμεθα δὲ καὶ βασιλεῦσαι· τοῦτο οὐκ ἔστι τῶν ἐφ᾿ ἡμῖν. Βουλόμεθα δὲ τυχὸν καὶ μηδέποτε ἀποθανεῖν· τοῦτο τῶν ἀδυνάτων ἐστίν. Ἔστι δὲ ἡ βούλησις τοῦ τέλους, οὐ τῶν πρὸς τὸ τέλος. Τέλος μὲν οὖν ἐστι τὸ βουλητὸν ὡς τὸ βασιλεῦσαι, ὡς τὸ ὑγιᾶναι· πρὸς τὸ τέλος δὲ τὸ βουλευτόν, ἤγουν ὁ τρόπος, δι᾿ οὗ ὀφείλομεν ὑγιᾶναι ἢ βασιλεῦσαι· εἶτα μετὰ τὴν βούλησιν ζήτησις καὶ σκέψις. Καὶ μετὰ ταῦτα, εἰ τῶν ἐφ᾿ ἡμῖν ἐστι, γίνεται βουλὴ, ἤγουν βούλευσις. Βουλὴ δέ ἐστιν ὄρεξις ζητητικὴ περὶ τῶν ἐφ᾿ ἡμῖν πρακτῶν γινομένη· βουλεύεται γάρ, εἰ ὤφειλε μετελθεῖν τὸ πρᾶγμα ἢ οὔ. Εἶτα κρίνει τὸ κρεῖττον, καὶ λέγεται κρίσις. Εἶτα διατίθεται καὶ ἀγαπᾷ τὸ ἐκ τῆς βουλῆς κριθέν, καὶ λέγεται γνώμη· ἐὰν γὰρ κρίνῃ καὶ μὴ διατεθῇ πρὸς τὸ κριθὲν, ἤγουν ἀγαπήσῃ αὐτό, οὐ λέγεται γνώμη. Εἶτα μετὰ τὴν διάθεσιν γίνεται προαίρεσις».
Από τα παραπάνω καθίσταται σαφές ότι το γνωμικό θέλημα είναι φυσική λογική όρεξις για κάτι συγκεκριμένο που ποθήσαμε έχοντας διαμορφώσει γι’ αυτό γνώμη ότι είναι καλό για εμάς, αφού το σκεφτήκαμε, το αναζητήσαμε, το ερευνήσαμε, και τελικά το προτιμήσαμε επειδή το αγαπήσαμε. Αυτό ακριβώς όμως δεν έπραξαν οι πρωτόπλαστοι μέσα στον παράδεισο; Αν δεν είχαν γνωμικό θέλημα πως προχώρησαν έπειτα απ’ όλα αυτά εις την χρήσιν; Διότι μετά την γνώμη υπάρχουν η προαίρεσις και η ορμή, ώστε τελικώς να γίνει η χρήσις, ως τελείωσις των ενεργειών με την πράξιν. Άρα, είναι άτοπον λογικά, δεν ευσταθεί αγιογραφικώς και βέβαια δεν συνάδει με την Παράδοσιν των Πατέρων ο ισχυρισμός ότι οι πρωτοπλαστοι δεν είχαν προ της πτώσεως γνωμικό θέλημα, όταν μάλιστα με την ελευθερία της βούλησης και της επιλογής έχει βάλει ο Θεός το αυτεξούσιον στην νοερή, λογική και πνευματική οντότητά μας.
Δεν ισχυρίζομαι ότι ο Κύριος νας Ιησούς Χριστός είχε γνωμικό θέλημα. Εδώ ομιλούμε για τον άνθρωπο προ της πτώσεως. Δεν ομιλούμε για τον Ιησού Χριστό που έχει δύο φύσεις την Θεία και την ανθρωπίνη. Και επειδή έχει δύο φύσεις έχει και δύο θελήσεις, την Θεία και την ανθρωπίνη. Η ανθρώπινη όμως θέλησις στον Ιησού Χριστό είναι φυσική θέλησις και όχι γνωμικό θέλημα!!!
Γιατί; Διότι, Οι δύο φύσεις είναι υποστατικώς ενωμένες. Αυτό θα πει ότι είναι ενωμένες στην υπόστασιν του Υιού που ενηνθρώπησε. Αυτός που ενηνθρώπησε όμως είναι ο Θεός. Ως Θεός δεν ψάχνει να βρεί τι είναι το δέον, το ορθόν, το γνωρίζει ως Παντογνώστης που είναι. Δεν διχάζεται στο να επιλέξει...
Το Φυσικό Θέλημα είναι η έμφυτη δύναμη της φύσεως. Δόθηκε από τον Θεό κατά τη δημιουργία. Επιθυμεί το «είναι» και το «ζην» αβίαστα, χωρίς εσωτερική σύγκρουση. Περιλαμβάνει επίσης το Αυτεξούσιο και την ελευθερία κινήσεως του λογικού όντος.
ΑπάντησηΔιαγραφήΤο Γνωμικό Θέλημα είναι ο μεταπτωτικός τρόπος ασκήσεως της θελήσεως. Αποτελεί παρά φύσιν ή μετά φύσιν φαινόμενο. Εμφανίστηκε επειδή ο άνθρωπος έχασε τον άμεσο θεῖο φωτισμό. Περιλαμβάνει ατελείς διαδικασίες όπως η βουλή, η κρίση, ο δισταγμός και η προαίρεση. Ως υποστατική και ατελής κατάσταση, μπορεί να οδηγήσει στην αμαρτία.
Η άποψη ότι ο άνθρωπος είχε προπτωτικά γνωμικό θέλημα είναι εσφαλμένα. Ταυτίζει το αυτεξούσιο με το γνωμικό θέλημα. Επιπλέον, εισάγει ατέλεια και εσωτερικό διχασμό στη δημιουργία του Θεού.
Σύμφωνα με την Ορθόδοξη Πατερινή Παράδοση και τον Άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή, ο άνθρωπος δημιουργήθηκε αποκλειστικά με Φυσικό Θέλημα και Αυτεξούσιο. Το Γνωμικό Θέλημα δεν προϋπήρχε, αλλά γεννήθηκε ως παράγωγο της Πτώσεως
Όταν ο Μ. Αθανάσιος περιγράφει την ολίσθηση του νοός προς τα αισθητά, περιγράφει τη διαδικασία της Πτώσεως, δηλαδή πώς το αυτεξούσιο εξέπεσε στην εγωκεντρική επιθυμία. Δεν υποστηρίζει ότι ο άνθρωπος είχε εκ κατασκευής διχασμένη γνώμη, αλλά ότι μέσω της αμέλειας οδηγήθηκε στον διχασμό.
Άρα,η αμέλεια είναι η πηγή του κακού.
ΔιαγραφήΗ πρόταση ότι «η αμέλεια είναι η πηγή του κακού» είναι απολύτως ορθή και ακριβής σύμφωνα με την Ορθόδοξη Πατερική Θεολογία, τον Μέγα Αθανάσιο και τον Άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή. Καθώς το κακό δεν διαθέτει δική του κτιστή ουσία ή υπόσταση αλλά αποτελεί στέρηση και απουσία του αγαθού, δεν προέρχεται από κάποια θετική δημιουργική αιτία του Θεού, αλλά από την εσωτερική ολίσθηση του λογικού όντος. Ο άνθρωπος δημιουργήθηκε με Φυσικό Θέλημα και Αυτεξούσιο, έχοντας τον νοό του στραμμένο αβίαστα προς τον θεῖο φωτισμό· η αμέλεια (ραθυμία) υπήρξε η πρώτη χαλάρωση και αδρανοποίηση αυτής της αγαπητικής κινήσεως προς τον Δημιουργό. Μέσω της αμέλειας, το αυτεξούσιο εξέτρεψε την προσοχή του από τη θεωρία του Θεού προς τα αισθητά και τον εαυτό του, με αποτέλεσμα την απώλεια του άμεσου φωτισμού και τη γέννηση του Γνωμικού Θελήματος ως μεταπτωτικού, διχασμένου τρόπου ατελούς βουλήσεως και επιλογής που οδηγεί στην αμαρτία.
ΔιαγραφήΑν το γνωμικό Θέλημα είναι αποκλριστικά μεταπτωτικός τρόπος ασκήσεως της θελήσεως. και αποτελεί παρά φύσιν ή μετά φύσιν φαινόμενο, πώς οι πρωτόπλαστοι έκαναν ότι τους είπε ο δαίμονας δια του όφεως και δεν υπήκουσαν ρις τον Δημιουργόν τους. Αφού διαμόρφωσαν γνώμη ότι ο καρπός ήταν καλός εις βρώσιν πριν την πτώσιν;
ΔιαγραφήHomework και όχι ανώνυμα σχόλια πονηρέ!!!
Η φαινόμενη αυτή αντίφαση αίρεται μέσα από τη διδασκαλία του Αγίου Μαξίμου του Ομολογητού για τη διάκριση μεταξύ αυτεξουσίου (φυσικού θελήματος) και γνωμικού θελήματος: οι Πρωτόπλαστοι δεν διέθεταν εξ αρχής το γνωμικό θέλημα ως μόνιμη κατάσταση ή δομικό στοιχείο της φύσης τους, αλλά είχαν το αυτεξούσιο και τη δυνατότητα της «τροπής» (της κίνησης και μεταβολής της κτιστής ελευθερίας), πράγμα που σημαίνει ότι μπορούσαν είτε να παραμείνουν συντονισμένοι με το θείο θέλημα είτε να απομακρυνθούν από αυτό. Η στιγμή κατά την οποία η Εύα, παρασυρμένη από την απάτη του όφεως, αμφισβήτησε την εντολή του Δημιουργού, ταλαντεύτηκε, συνέκρινε επιλογές και έκρινε αυτόνομα ότι ο καρπός ήταν «καλός εις βρώσιν», δεν αποδεικνύει την προϋπαρξη του γνωμικού θελήματος, αλλά αποτελεί την ίδια τη στιγμή της γέννησής του· η ελεύθερη αυτή τροπή της ανθρώπινης βούλησης προς την αυτονομία ήταν η πράξη με την οποία εισήχθη η αμφιβολία, η άγνοια και η διάσπαση της κρίσης, μετατρέποντας το γνωμικό θέλημα σε μόνιμο, παρά φύσιν και μεταπτωτικό τρόπο άσκησης της ελευθερίας του ανθρώπου
ΔιαγραφήΑυτεξούσιο δεν είναι συτό οου γράφεις. Αυτεξούσιο είνσι ηψελευθερία θέλησης κσι επιλογής. Δείξε μας λίγο το φουστανάκι σου...που ντέπεσαι...
ΔιαγραφήΗ φρασεολογία, η οποία καταφεύγει σε χυδαίους υποτιμητικούς χαρακτηρισμούς και σε μια προσπάθεια φετιχοποιημένης ή σεξιστικής χλεύης, δεν συνιστά ούτε διάλογο ούτε κριτική σκέψη. Αποτελεί αποκλειστικά σύμπτωμα ηθικής ένδειας, πνευματικής ένδειας και απόλυτης έλλειψης αυτοσυγκράτησης. Όταν κάποιος αδυνατεί να σταθεί στο ύψος μιας σοβαρής θεολογικής ή φιλοσοφικής συζήτησης —όπως αυτή για το αυτεξούσιο και τη βούληση— και καταφεύγει σε φτηνές εκφράσεις του πεζοδρομίου και προσβολές, αποκαλύπτει όχι τη δήθεν ευστροφία του, αλλά την εσωτερική του γύμνια και την αδυναμία του να αρθρώσει συγκροτημένο λόγο.
ΔιαγραφήΣτο συγκεκριμένο κείμενο εντοπίζονται σοβαρά θεολογικά, εννοιολογικά και πατερινά λάθη, τα οποία αλλοιώνουν τη διδασκαλία του Αγίου Μαξίμου του Ομολογητού και του Αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού.
ΑπάντησηΔιαγραφήΤα κυριότερα σφάλματα είναι τα εξής:
1. Η εσφαλμένη αποδοχή και υπεράσπιση του «Γνωμικού Θελήματος» ως φυσικού
Ο συντάκτης προσπαθεί να αποδείξει ότι ο άνθρωπος είχε «γνωμικό θέλημα» προ της Πτώσεως, θεωρώντας το απαραίτητο για το αυτεξούσιο.
Στην πατερινή γραμματεία (ιδίως στον Άγιο Μάξιμο), το γνωμικό θέλημα δεν είναι φυσική δύναμη, ούτε υπήρχε στον άνθρωπο προπτωτικά. Είναι μεταπτωτικό προϊόν, δηλαδή ο «τρόπος» της διεφθαρμένης ή αβέβαιης χρήσεως της θελήσεως που εμπεριέχει δισταγμό, άγνοια και σύγκρουση. Ο άνθρωπος δημιουργήθηκε με φυσικό θέλημα και αυτεξούσιο, όχι με γνωμική διχοτόμηση.
2. Παρανόηση και κατάχρηση των όρων του Αγίου Μαξίμου
Ο κειμενογράφος ισχυρίζεται ότι στην ενότητα όπου ο Άγιος Μάξιμος ορίζει το φυσικό θέλημα, τη βούληση, τη βουλὴ, τη κρίση, τη γνώμη και την προαίρεση, ορίζει εμμέσως το «γνωμικό θέλημα» ως δήθεν φυσική δομή.
Ο Άγιος Μάξιμος παραθέτει αυτή την αλυσίδα (βούληση → βουλή → κρίση → γνώμη → προαίρεση) για να εξηγήσει πώς λειτουργεί ο πεσμένος και διχασμένος άνθρωπος, ο οποίος ψάχνει, αμφιβάλλει και διασκεπτόμενος καταλήγει σε επιλογή. Ο Άγιος δεν αποδίδει ποτέ αυτή την αλυσίδα της «γνώμης» στον αδιάφθαρτο προπτωτικό άνθρωπο, πόσω μάλλον στον Χριστό.
3. Η λανθασμένη ταύτιση της «Βουλήσεως» με το «Γνωμικό Θέλημα»
Χρησιμοποιώντας μια φράση του Αγίου Νικήτα του Στηθάτου («η βούλησις διατεθείσα γνωμικώς... εις έργον εξάγει το βουληθέν»), ο κειμενογράφος συμπεραίνει αυθαιρέτως ότι «γνωμικό θέλημα είναι η βούλησις που τοποθετείται γνωμικώς».
Η βούλησις (κατά τον Δαμασκηνό και τον Μάξιμο) είναι η απλή, φυσική λογική όρεξις του αγαθού. Όταν ο άνθρωπος βρίσκεται σε κατάσταση Πτώσεως, η βούλησή του εμπλέκεται σε «γνώμες» και διλήμματα. Το να βαπτίζεις τη «γνωμική διάθεση της πεσμένης βουλήσεως» ως φυσικό προπτωτικό χαρακτηριστικό αποτελεί σοβαρή παραμόρφωση των κειμένων.
4. Η παρερμηνεία του παραθέματος του Αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού
Ο συντάκτης παραθέτει ολόκληρο το χωρίο από την «Έκδοσιν Ακριβῆ τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως» του Δαμασκηνού (όπου αναλύεται η σειρά: βούλησις → ζήτησις → σκέψις → βουλὴ → κρίσις → γνώμη → προαίρεσις) και θεωρεί εσφαλμένα ότι αυτή η διαδικασία της γνώμης ίσχυε και στον Αδάμ στον Παράδεισο.
Ο Δαμασκηνός περιγράφει το ψυχολογικό και γνωστικό μοντέλο του ανθρώπου εν γένει μετά την απομάκρυνσή του από τη θεία χάρη ή γενικώς τον τρόπο λειτουργίας της πεπερασμένης λογικής. Ο προπτωτικός Αδάμ είχε κοινωνία με τον Θεό και άμεση επίγνωση της αλήθειας· δεν χρειαζόταν «ζήτησιν, σκέψιν, βουλὴν και γνώμην» (δηλαδή δισταγμούς και ζυγίσματα) για να πράξει το αγαθό. Η ύπαρξη «γνώμης» και «γνωμικού θελήματος» προϋποθέτει ακριβώς την απώλεια της αμέσου θεολογίας και την είσοδο του ατόμου στην αμφιβολία.
Ανώνυμε.... θα λάβεις απάντησιν κατάλληλιν γραπτή και όχι μπουρδολογίες που γράφεις ανώνυμα...
ΑπάντησηΔιαγραφήΠως δεν συνειδηποίησες ότι στο κείμενο όλα είναι αγιοπατερικά και τίποτε δικό μου παρά μόνο τα συμπεράσματα που βγαίνουν με στοιχειώδη λογική; Επομένως, για να κατανοήσει κανείς το κείμενο, αν δεν κατάλαβε ότι είναι εδάφια πατερικά που ίσως να μην τα μελέτησε ποτέ γι' αυτό δεν τα γνωρίζει, τουλάχιστον λίγο νιονιό δεν έχει;
ΑπάντησηΔιαγραφήhttps://www.facebook.com/share/v/18RhaJqmyo/
ΑπάντησηΔιαγραφή1. Ο Μέγας Αθανάσιος στο έργο του «Λόγος κατά Ελλήνων» περιγράφει τη διαδικασία και την αρχή της πτώσεως —δηλαδή πώς ο νους του ανθρώπου εξέπεσε από τη θεωρία των ασωμάτων και του Θεού στην ενασχόληση με τα αισθητά.
ΔιαγραφήΗ δυνατότητα του ανθρώπου να στραφεί προς τα αισθητά οφείλεται στο αυτεξούσιο (τη φυσική ελευθερία της λογικής ψυχής) και όχι στην ύπαρξη «γνωμικού θελήματος» ως προϋπάρχουσας φυσικής δυνάμεως.
Η «προτίμηση» και η «επιθυμία» των αισθητών δεν αποδεικνύουν ότι το γνωμικό θέλημα προϋπήρχε ως φυσική κατάσταση στον Παράδεισο· αντιθέτως, η ίδια η εκτροπή του νου προς τα υλικά συνιστά τη γέννηση και τη διαμόρφωση της αμαρτωλής γνώμης.
Η γνώμη δεν προηγείται της πτώσεως ως έμφυτη δομή, αλλά εμφανίζεται κατά την ίδια την πράξη της παρακοής, όταν ο άνθρωπος αμφισβητεί την εντολή του Θεού και αμφιταλαντεύεται.
2. Ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, συμπυκνώνοντας την διδασκαλία του Αγίου Μαξίμου του Ομολογητού στο «Ἔκδοσις Ἀκριβὴς τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως», αναλύει τη ψυχολογική διαδρομή της ανθρώπινης πράξεως (βούλησις → βουλή → κρίσις → γνώμη → προαίρεσις).
Ο Άγιος Ιωάννης ξεκαθαρίζει απόλυτα ότι η γνώμη συνεπάγεται άγνοια, αμφιβολία, διάσκεψη και αβεβαιότητα ως προς το τι είναι πραγματικά συμφέρον.
Αυτά τα στοιχεία (άγνοια και αμφιταλάντευση) είναι αποτελέσματα της μεταπτωτικής ασθένειας της ανθρωπότητας και ούτε υπήρχαν στον προπτωτικό Αδάμ —ο οποίος είχε άμεση, καθαρή και αδιάστατη γνώση του Θεού— ούτε βεβαίως στον Χριστό.
Ο Δαμασκηνός αναφέρει ρητά ότι στον Χριστό δεν υπάρχει γνώμη ή γνωμικό θέλημα («γνώμην δὲ καὶ προαίρεσιν ἐπὶ τοῦ Κυρίου λέγειν ἀδύνατον»), διότι αν η γνώμη ήταν συστατικό της αδιάφθορης ανθρώπινης φύσεως, ο Χριστός θα έπρεπε να την είχε προσλάβει. Το γεγονός ότι ο Χριστός δεν είχε γνωμικό θέλημα αποδεικνύει αδιάσειστα ότι το γνωμικό θέλημα δεν είναι φυσικό, αλλά μεταπτωτικό ιδίωμα.
3. Ο Άγιος Νικήτας ο Στηθάτος στο σύγγραμμά του «Περὶ Ψυχῆς» περιγράφει τον μηχανισμό με τον οποίο η ανθρώπινη ψυχή ενεργεί στη σημερινή, μεταπτωτική της κατάσταση.
Όταν ο Άγιος Νικήτας αναφέρει ότι «η βούλησις διατεθείσα γνωμικώς... εις έργον εξάγει το βουληθέν», αναλύει τη λειτουργία του εκπεπτωκότος ανθρώπου, στον οποίο η λογική όρεξη (βούλησις) έχει ήδη υποστεί τη γνωμική κατάκερματιση.
Η επίκληση αυτού του χωρίου για να θεμελιωθεί «προπτωτικό γνωμικό θέλημα» αποτελεί αναχρονισμό και παρερμηνεία: ο Άγιος Νικήτας δεν περιγράφει την αναμάρτητη και μακάρια κατάσταση του Αδάμ στον Παράδεισο, αλλά το πώς η βούληση του μεταπτωτικού ανθρώπου διατίθεται και αποφασίζει εν μέσω των παθών και της διασπάσεως του νοός.
Τα πατερικά κείμενα βεβαιώνουν ομόφωνα ότι στον Παράδεισο ο άνθρωπος διέθετε φυσικό θέλημα και αυτεξούσιο (ελευθερία), τα οποία ήταν δώρα Θεού. Το γνωμικό θέλημα (η αμφίβολη, διαλογιζόμενη και ρέπουσα προς το κακό διάθεση) είναι παράγωγο και σύμπτωμα της πτώσεως, και όχι προϋπάρχουσα ιδιότητα της φύσεως.
Ν.Μ.Α
Και πάνω που βρισκόμουν σε προσωπικές διεργασίες σχετικά με την είσοδό μου στους ΓΟΧ, φεύγω και φεύγω τρέχοντας. Ούτε απ' έξω από την αυλή τους δεν περνάω ξανά. Έχοντας καλό λογισμό, δεν φανταζόμουν ποτέ, ότι ελλείψει επιχειρημάτων, δέσποτας των ΓΟΧ θα κατέφευγε σε ειρωνεία με τέτοιο λεξιλόγιο. (Δείξε μας λίγο το φουστανάκι σου...που ντέπεσαι...) Δεν είναι συμπεριφορά δεσπότη αυτή. Ήθελα να τους έχω πιο ψηλά από τους ΝΟΧ, αλλά σωρεία γεγονότων και συμπεριφορών με απογοήτευσε, οπότε τρέξτε να σωθείτε και όσοι άλλοι είχατε στο μυαλό σας να προσκολληθείτε σε ΓΟΧ. Έχουν βάλει κι αυτοί πολύ νερό στο κρασί τους. Μια απ' τα ίδια είναι παντού. Κάποτε, ίσως, ήταν πιο ευσεβείς, πιο προσεκτικοί στη ζωή τους οι ΓΟΧ. Στις μέρες μας είναι ΜΙΑ ΑΠ' ΤΑ ΙΔΙΑ. Αδέλφια, όσοι πιστοί, μακριά από ΓΟΧ.
ΑπάντησηΔιαγραφή