Παρασκευή 9 Οκτωβρίου 2026

΅Απόψεις και σχόλια στην ομιλία του καθηγητή Στυλιανού Τσομπανίδη«Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν Χριστιανικόν Κόσμον»: Ορόσημο της ορθόδοξης οικουμενικής μαρτυρίας – Παρακαταθήκη και προοπτικές 10 χρόνια μετά (Chantilly, October 6th 2026).

 



Ολόκληρο το κείμενο της ομιλίας δημοσιεύεται στο link. https://fosfanariou.gr/index.php/2026/10/07/stylianou-tsobanidi-scheseis-tis-orthodoxou-ekklisias-pros-ton-loipon-christianikon-kosmon.

Στα πλαίσια υπάρχουν τα αποσπάσματα της ομιλίας του καθηγητή.

 

 

MEΡΟΣ-Α

Η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος της Κρήτης αποτέλεσε αναμφίβολα κομβικό σταθμό στην πορεία της Ορθοδοξίας μέσα στον σύγχρονο κόσμο.

Μετά από μια μακρά πορεία και προσπάθεια, άνοιξε έναν νέο ορίζοντα για την παρουσία και τη μαρτυρία της Ορθοδοξίας, μαζί με τους άλλους χριστιανούς, στον σύγχρονο κόσμο και σε όλη την οικουμένη.

Αυτό το κατάφερε υπογραμμίζοντας τη σχεσιακή διάσταση του μυστηρίου της Εκκλησίας, εξετάζοντας το δεσμό που ενώνει τις Ορθόδοξες Εκκλησίες μεταξύ τους και τον ιστό που αυτές ύφαναν με άλλες Εκκλησίες, προβάλλοντας τη συναίσθηση της ευθύνης τους για καταλλαγή και ενότητα, καθώς και τη σημασία τού να συλλαμβάνουν αυτές τα «σημεία των καιρών».

Η απουσία Ορθοδόξων Αυτοκέφαλων Εκκλησιών από τη Σύνοδο και οι όποιες δυσκολίες και παρεκκλίσεις δεν μείωσαν το κύρος των αποφάσεων της Συνόδου. Απεναντίας, αφομοιώθηκαν από αυτή στην καθολικότητα των κριτηρίων της ορθόδοξης παράδοσης, που φέρουν χαρακτήρα υπερεθνικό, πανανθρώπινο και οικουμενικό με κοσμικές διαστάσεις (περιλαμβάνουν δηλαδή όλη τη δημιουργία).

Όσο και αν οι αδυναμίες και τα προβλήματα αδυνατίζουν τη φωνή της Ορθοδοξίας και αποδυναμώνουν το ενιαίο σώμα της, αυτή δεν φτωχαίνει θεολογικά και πνευματικά∙ διατηρεί αλώβητο τον μυστηριακό και σωτηριολογικό χαρακτήρα της και δεν στερείται κοινού λόγου προς τον κόσμο, στου οποίου τις αναζητήσεις, τις αγωνίες και την κραυγή για δικαιοσύνη και ειρήνη παραμένει ανοικτή και ευαίσθητη.

 

 

ΣΧΟΛΙΑ. Το κείμενο θεωρεί τη Σύνοδο «κομβικό σταθμό» επειδή «άνοιξε νέο ορίζοντα» στη μαρτυρία της Ορθοδοξίας «μαζί με τους άλλους χριστιανούς». Εδώ συντρέχει βαθύ δογματικό λάθος. Η Ορθοδοξία δεν αντιλαμβάνεται τον εαυτό της ως μία «Εκκλησία» ανάμεσα σε πολλές, αλλά ως την μία, αγία, καθολική και αποστολική Εκκλησία — την ίδια που ομολογούν οι επτά Οικουμενικές Σύνοδοι. Η φράση «μαζί με τους άλλους χριστιανούς» αποδέχεται de facto τη θεωρία των κλάδων: δηλαδή την ιδέα ότι η Εκκλησία σχίστηκε σε ίσα μέρη και η Ορθοδοξία είναι απλώς ο ένας από τους κλάδους. Αυτό αντιβαίνει στη δογματική διδασκαλία. Η Εκκλησία δεν σχίστηκε ποτέ· ο εαυτόν αυτής αποκόψας, απεκόπη (Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς). Αυτοί που αποσχίστηκαν εκτέμνονται από την Εκκλησία, όχι η Εκκλησία από τον εαυτό της. Η εκκλησιολογία της Κρήτης, με τη γλώσσα της «σχεσιακότητας», αμβλύνει ακριβώς αυτή τη δογματική διαχωριστική γραμμή.

Στα επίσημα κείμενα της Κρήτης δεν υπάρχει ούτε μία φορά ο όρος «αίρεση» για τους Ρωμαιοκαθολικούς και τους Προτεστάντες. Οι ετερόδοξοι αποκαλούνται «Εκκλησίες» και «εκκλησιαστικές κοινότητες». Αυτή είναι η ουσία του εγγράφου «Σχέσεις της Ορθόδοξης Εκκλησίας προς τον υπόλοιπο χριστιανικό κόσμο» (2016), που υιοθετεί τη θεωρία των κλάδων και του «βαπτίσματος στο όνομα της Αγίας Τριάδος» ως ικανής συνδέσμου με το σώμα της Εκκλησίας. Αντιθέτως, οι Πατέρες διδάσκουν ότι τα αιρετικά βαπτίσματα είναι άκυρα και ο βαπτιζόμενος σε αίρεση «εβαπτίσθη εις νεκρούς» — χειρότερα κι από τον αβαπτίστο (Αγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων). Η άρνηση του όρου «αίρεση» δεν είναι θέμα ευγένειας· είναι δογματική απόκλιση από τη συνοδική παράδοση.

Ο καθηγητής  ισχυρίζεται ότι οι απουσίες «δεν μείωσαν το κύρος». Θεολογικά, αυτό είναι ανυπόστατο. Για να θεωρηθεί μια σύνοδος Οικουμενική, απαιτείται η σύμπνοια και συμμετοχή όλων των κατά τόπους Ορθοδόξων Εκκλησιών (κανών 5 της Πρωτοδευτέρας, κανών 6 της Πρωτής και ΣΤ΄ Οικουμενικής). Η απουσία της Εκκλησίας της Ρωσίας, της Γεωργίας, της Βουλγαρίας, της Αντιοχείας και της Σερβίας σημαίνει ότι η Κρήτη δεν ήταν ούτε καν σύνοδος — ήταν επισκοπικό συμβούλιο ορισμένων Εκκλησιών. Δεν υπάρχει προηγούμενο στην εκκλησιαστική ιστορία συνοδικών αποφάσεων που θεωρήθηκαν δεσμευτικές ενώ απουσίαζε η πλειοψηφία της Ορθοδοξίας. Η Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδος (Νικαία Β΄, 787) επικυρώθηκε αργότερα από τις απουσούσες Εκκλησίες — και μέχρι τότε δεν εθεωρείτο τελεσίδικη. Η Κρήτη δεν είχε καν αυτή τη μεταγενέστερη επικύρωση από πολλές από τις απουσούσες.

Το κείμενο αναφέρεται σε «ιστό που ύφαναν με άλλες Εκκλησίες». Με ποιες άλλες Εκκλησίες; Η Ορθοδοξία δεν έχει «ιστό» κοινωνίας με αιρετικούς. Η κοινωνία (κοινωνία) στην πατερική θεολογία είναι το ίδιο το μυστήριο της θεώσεως. Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς ορίζει: όποιος δεν δέχεται τη χάρη ως ακτιστο (το Φιλιόκβε, τη δεσποτική παρέμβαση) βρίσκεται εκτός Εκκλησίας. Οι Πατέρες δεν προσεύχονταν μαζί με αιρετικούς· αρνούνταν ακόμη και την προσκύνηση στον ίδιο ναό. Το κείμενο αντικαθιστά την ορθοδοξία (όρθος δόξα) με μια αδιάκριτη «χριστιανική φιλία», η οποία ιστορικά οδήγησε στην άρνηση ακόμα και των μαρτυρίων των Νεομαρτύρων — αν οι Τούρκοι επέβαλλαν αλλαξοπιστία, η λογική της Κρήτης λέει ότι «δεν έπρεπε να μαρτυρήσουν για μια διαφορά σε λέξεις».

Το κείμενο μιλά για «κοινό λόγο προς τον κόσμο» και «ευθύνη για καταλλαγή». Η καταλλαγή, όμως, μεταξύ ποίων; Μεταξύ της Εκκλησίας και των αιρέσεων; Αυτή η γλώσσα αποκαλύπτει μια σαρκομένη εκκλησιολογία. Η καταλλαγή γίνεται με τον Θεό διά της μετανοίας, όχι με ανθρώπινες διαπραγματεύσεις. Ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος ήταν αυστηρός: «επείσακτον ημίν τούτο και ου δεκτόν». Η συμφωνία με ετεροδόξους στα κοινωνικά ζητήματα (πείνα, ειρήνη) επιτρέπεται στο επίπεδο της φιλανθρωπίας, αλλά ποτέ ως θεολογική συνεργασία που σημαίνει αναγνώριση της χάριτός τους.

Το κείμενο αναφέρει σχεδόν αποκλειστικά ανθρωπιστικά θέματα: «αγωνίες», «κραυγή για δικαιοσύνη», «ειρήνη», «κοσμικές διαστάσεις». Αυτό είναι χαρακτηριστικό του σύγχρονου οικουμενισμού: η Εκκλησία μετατρέπεται από σωματικός οργανισμός θεώσεως σε ΜΚΟ με θρησκευτικό προσωπείο. Ο Χριστός δεν ήρθε να ιδρύσει κίνημα κοινωνικής δικαιοσύνης, αλλά να σώσει τον κόσμο. Όταν η δικαιοσύνη υποκαθιστά τη σωτηρία, τότε η Εκκλησία ομοιάζει με κάθε άλλη ιδεολογία. Η «κοινωνική διάσταση» δεν είναι άχρηστη, αλλά δεν μπορεί να αποτελεί το κριτήριο ενότητας — διαφορετικά, η Εκκλησία ενώνεται με όλους τους καλούς ανθρώπους, ακόμα και τους αθέους, αρνούμενη ότι η σωτηρία είναι δώρο μοναδικό της Εκκλησίας.

Ιδιαίτερα η απόφαση της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου στην Κρήτη για τις «Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον» είναι ιστορική και σημαντική, αποτελεί ορόσημο της ορθόδοξης οικουμενικής μαρτυρίας, γιατί:

1. επισήμως επικυρώνει και εμπεδώνει, υπό την επιτυχή προεδρία του Οικουμενικού Πατριάρχη Βαρθολομαίου και παρά τους ομολογιακούς παροξυσμούς ορισμένων παραδοσιαρχικών κύκλων και τα πυκνά «σύννεφα» που μαζεύτηκαν πάνω από την Oικουμενική Κίνηση ιδίως τα τελευταία χρόνια, τη βούληση της συνέχισης της ενεργού συμμετοχής της Ορθόδοξης Εκκλησίας στην Οικουμενική Κίνηση, καθώς επίσης και την υποχρέωσή της να διαλέγεται με τον «άλλον», με ανθρώπους άλλων πολιτισμών και άλλων θρησκευτικών πεποιθήσεων.

2. όχι μόνο αποφεύγει να κατατάξει τη Χριστιανοσύνη σε αιρετικές και σχισματικές κοινότητες που απειλούν την Ορθοδοξία, αλλά και υπενθυμίζει ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία πρωτοστάτησε στη σύγχρονη αναζήτηση της ενότητας μαζί τους και ότι μετείχε στην Οικουμενική Κίνηση αφού αυτή, όπως δηλώνεται ρητά, «οὐδόλως τυγχάνει ξένη πρός τήν φύσιν καί την ἱστορίαν τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἀλλ’ ἀποτελεῖ συνεπῆ ἔκφρασιν τῆς ἀποστολικῆς πίστεως καί παραδόσεως, ἐντός νέων ἱστορικῶν συνθηκῶν».

3. κατέδειξε ότι η συνέχιση και ανάπτυξη των σχέσεων με τον λοιπό χριστιανικό κόσμο μέσω του διαλόγου ενισχύεται από την προσευχή προς τον Χριστό: «Δεόμεθα ὅπως οἱ Χριστιανοί ἐργασθῶσιν ἀπό κοινοῦ, ὥστε νά ἀποβῇ ἐγγύς ἡ ἡμέρα, καθ’ ἥν ὁ Κύριος θά ἐκπληρώσῃ τήν ἐλπίδα τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν καί ‘γενήσεται μία ποίμνη, εἷς ποιμήν’ (Ἰω. 10,16)».

4. ασχολήθηκε (§ 22) με τις ακραίες εκδηλώσεις στους κόλπους της που τείνουν ή συγγενεύουν προς τον φονταμενταλισμό και απειλούν την ενότητά της, καταφέροντας πλήγματα στο σώμα της με κίνδυνο να το καταστήσουν σώμα νεκρό και αντικείμενο προς συντήρηση, ξένο προς τους αγωνιώδεις προβληματισμούς του σύγχρονου κόσμου και αδιάφορου να δείξει σε αυτόν το αληθινό μήνυμα του Ευαγγελίου. Αυτό αποτέλεσε πραγματικά μια νέα εξέλιξη και δυναμική τοποθέτηση της Ορθοδοξίας ενώπιον νέων προκλήσεων.

 

 

ΣΧΟΛΙΑ. Η αποδοχή της Οικουμενιστικής Κίνησης από τη Σύνοδο της Κρήτης και ο χαρακτηρισμός των αντιδράσεων ως «παροξυσμών» κρίνεται από τον ομιλητή  ως αντιπατερικός. Η αλήθεια δεν καθορίζεται από πλειοψηφίες ή διπλωματικές ισορροπίες, αλλά ομολογείται. Ο Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός δεν υπήρξε γραφικός «παροξυσμένος», αλλά ο θεματοφύλακας της Ορθοδοξίας στη Φλωρεντία, εφαρμόζοντας το εκκλησιαστικό αξίωμα της ακρίβειας απέναντι στην πλάνη. Σύμφωνα με την Πατερική παράδοση, ο διάλογος με τους ετεροδόξους αποσκοπεί αποκλειστικά στην αναίρεση της αίρεσης και στην επιστροφή τους στην Ορθόδοξη Εκκλησία, και όχι στην αμοιβαία αναγνώρισή τους ως εκκλησιαστικών σωμάτων. Ο Όσιος Ιουστίνος Πόποβιτς δίδασκε ότι ο διάλογος που διεξάγεται χωρίς την αλήθεια και χωρίς προϋπόθεση μετάνοιας ισοδυναμεί με προδοσία της αποστολικής παρακαταθήκης. Κατά τις επιστολές του Αποστόλου Παύλου, η αίρεση συνιστά έργο της σάρκος και ο αιρετικός αποκόπτεται από το σώμα της Εκκλησίας. Οι Ρωμαιοκαθολικές και Προτεσταντικές κοινότητες θεωρούνται εσχατολογικές και στερούμενες έγκυρης χάριτος, καθώς η σωτηρία και τα μυστήρια τελούνται αποκλειστικά εντός της Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας. Η Οικουμενιστική Κίνηση δεν ελκύει την καταγωγή της από τους Πατέρες, αλλά αποτελεί προϊόν προτεσταντικών κυρίως διεργασιών του 19ου αιώνα (και ιστορικά συνδέεται με τη Μεταρρύθμιση).

Η χρήση του χωρίου ««μία ποίμνη, εἷς ποιμήν» (Ιωάν. 10,16) για την οικουμενιστική προσευχή είναι εσφαλμένη. Τα «άλλα πρόβατα» δεν αφορούν τις σύγχρονες ομολογίες, αλλά τα έθνη (εθνικούς) που προσελκύθηκαν στο σώμα της Εκκλησίας διά του βαπτίσματος. Με βάση τον Άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο, η κοινή προσευχή προϋποθέτει κοινή πίστη (κοινωνία μυστηρίων). Η συμπροσευχή με αμετανόητους ετεροδόξους αντιστρέφει την εκκλησιολογική τάξη και μετατρέπει την προσευχή σε πράξη αλλοίωσης του δόγματος.

Ο χαρακτηρισμός της πατερικής αφοσίωσης ως «φονταμενταλισμού» αποτελεί, σύμφωνα με το κείμενο, προσφιλή οικουμενιστική τακτική με στόχο την απαξίωση της Ορθόδοξης ακρίβειας. Η Εκκλησία δεν καθίσταται «νεκρό σώμα» όταν φυλάσσει την παράδοση, αλλά όταν συμβιβάζεται με το πνεύμα των καιρών. Κατά τον Άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά και το Εβρ. 13,8, η αλήθεια του Χριστού παραμένει αμετάβλητη στους αιώνες, απορρίπτοντας κάθε έννοια «νέας δυναμικής εξέλιξης» εις βάρος του δόγματος.

Από τα παραπάνω αναδεικνύεται καθαρά ότι στη Σύνοδο ψηλαφείται η Ορθοδοξία που είναι διαλεγόμενη και προσφερόμενη. Η ανάγνωση των αποφάσεων της Συνόδου και των πρακτικών οδηγεί στη διαπίστωση ότι ο διάλογος δεν αποτελεί απλώς μια επιμέρους πρακτική της Εκκλησίας, αλλά συνδέεται με την ίδια την ταυτότητα και την ουσία της∙ γεγονός που καθιστά σαφές ότι οι διάλογοι της Ορθόδοξης Εκκλησίας δεν συνιστούν συμβιβασμό σε ζητήματα πίστεως, αλλά ούτε και μονόδρομη μαρτυρία χωρίς διάθεση αλληλοπλουτισμού και αλληλοπεριχώρησης.

Μια τέτοια αντίληψη θα αναιρούσε την ίδια τη φύση του διαλόγου, επαναφέροντας μια αναχρονιστική λογική διδακτισμού και την «υπεροψία της αληθείας», που εύκολα διολισθαίνει στον προσηλυτισμό. Σε κάθε περίπτωση η μαρτυρία της Ορθοδοξίας είναι «διπλής ωφελείας», είναι μετάδοση και λήψη.

 

ΣΧΟΛΙΑ. Η παραπάνω θέση — η οποία επιχειρεί να νομιμοποιήσει συνοδικά μια «διαλεγόμενη», «προσφερόμενη» και αλλοιώσιμη Ορθοδοξία — αποτελεί την πεμπτουσία της οικουμενιστικής εκκλησιολογικής εκτροπής και την πλήρη ανατροπή της πατερικής παρακαταθήκης. Η απαξίωση της ορθόδοξης ακρίβειας ως «αναχρονιστικού διδακτισμού» και «υπεροψίας της αληθείας» συνιστά σοφιστική αντιστροφή. Η Ορθοδοξία δεν κατέχει την αλήθεια από ανθρώπινη αλαζονεία, αλλά επειδή αποτελεί το Σώμα του Αυτοαποκαλυφθέντος Χριστού. Το να βαπτίζεται η ομολογία της μοναδικής Αλήθειας ως «προσηλυτισμός» αποκαλύπτει την υποχώρηση μπροστά στο πνεύμα του συγκρητισμού. Η ιδέα ότι ο διάλογος συνδέεται με την «ταυτότητα και την ουσία» της Εκκλησίας και ότι εμπεριέχει «αλληλοπεριχώρηση» και «αλληλοπλουτισμό» ισοδυναμεί με αποδοχή της Θεωρίας των Κλάδων. Η Εκκλησία είναι πλήρης, αυτοτελής και αναλλοίωτη· δεν «πλουτίζεται» δογματικά από τους αιρετικούς ούτε αναζητά την ταυτότητά της μέσω συνδιαλλαγών με την πλάνη.

Η αντίληψη περί «μαρτυρίας διπλής ωφελείας» και «λήψης» από τους ετεροδόξους υπονομεύει την αποστολική εντολή. Στην πατερική παράδοση, οι Άγιοι Πατέρες δεν προσήλθαν ποτέ στις Συνόδους για να «λάβουν» κάτι από τους αιρετικούς ή να αλληλοπεριχωρηθούν μαζί τους, αλλά για να απαιτήσουν την άνευ όρων επιστροφή τους στην Ορθόδοξη Πίστη. Κάθε άλλη θεώρηση μετατρέπει την Εκκλησία από «στύλο και εδραίωμα της αλήθειας» σε διαπραγματευτικό όργανο της παγκοσμιοποιημένης θρησκευτικότητας.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ….

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Δημοφιλείς αναρτήσεις

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου