Αν κάποιος ξεφυλίσσει τον τόμο 9, τεύχος Β’ του
περιοδικού Κληρονομία (Δημοσίευμα Πατριαρχικού Ιδρύματος Πατερικών Μελετών,
Θεσσαλονίκη, Ιούλιος 1977) θα βρει ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον, όσο και επίκαιρο,
άρθρο (σ. 433-460) του υφηγητού, τότε, του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Θεοδώρου
Ν. Ζήση, το οποίο επιγράφεται:
ΤΟ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΝ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟΝ ΚΑΙ Ο ΑΡΧΙΜ. ΙΟΥΣΤΙΝΟΣ
ΠΟΠΟΒΙΤΣ
(Επιβαλλομένη απάντησις)
Ο π. Θεόδωρος Ζήσης απαντά στις κατηγορίες του π.
Ιουστίνου Πόποβιτς για τον ρόλο του Οικουμενικού Πατριαρχείου στην προπαρασκευή
της Μεγάλης Συνόδου της Ορθοδοξίας, τις οποίες διετύπωσε σε σχετικό υπόμνημά
του προς την Ιεραρχία της Σερβικής Εκκλησίας. Ο π. Θ.Ζ. ανασκευάζει τις
αιτιάσεις του π. Ιουστίνου, κάνοντας μια σύντομη αναδρομή στην ιστορία και την
προσφορά του Οικουμενικού Πατριαρχείου και κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας.
Καταφέρεται εναντίον του Ελλαδικού Αυτοκεφάλου, αναφέρεται στην έκπτωση της
θεολογίας στον ελλαδικό χώρο και τονίζει ότι “την Ορθοδοξίαν επροστάτευσε το
Οικουμενικόν Πατριαρχείον και εις τον χώρον των χειμαζομένων πρεσβυγενών
Πατριαρχείων της Ανατολής, όπου αι ξέναι προπαγάνδαι ήσκουν εντόνως τον
προσηλυτισμόν”.
Ο π. Θ.Ζ. κρίνει ως “αβάσιμες” τις κατηγορίες του π.
Ιουστίνου Πόποβιτς για το Οικουμενικό Πατριαρχείο και αποδίδει την “άδικο
κριτική” του π. Ιουστίνου σε παρερμηνεία της στάσης του Πατριαρχείου έναντι του
Μοναχισμού και σε “ελλιπή και εσφαλμένη πληροφόρηση” του π. Ιουστίνου.
Ο π. Θεόδωρος Ζήσης αναδεικνύεται μέσα από τις
σελίδες του άρθρου μέγας πρόμαχος όλης της “πολιτικής” (διάβαζε εκκλησιαστικής)
γραμμής του Οικουμενικού Πατριαρχείου.
Ο Πατριάρχης Αθηναγόρας, ο οποίος “αναθεματίζεται”
από τους “αντιοικουμενιστές” τότε και σήμερα, είναι, κατά τον π. Θ. Ζήση, μια
προσωπικότης “που εγράφη χρυσοίς γράμμασιν εις τας σελίδας της ορθοδόξου
ιστορίας”. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο και επί Πατριάρχου Δημητρίου “πορεύεται
επί της οδού αυτής της απαραχαράκτου τηρήσεως της Ορθοδοξίας”. Και για να το
κάνει σαφέστερο αυτό ο π. Θ.Ζ. παραπέμπει σε ομιλία του Φιλαδελφείας
Βαρθολομαίου (νυν Οικουμενικού Πατριάρχου) κατά την Κυριακή της Ορθοδοξίας του
1976, σε συνέντευξη του Τρανουπόλεως Δαμασκηνού (μετέπειτα Ελβετίας και νυν
Αδριανουπόλεως) σε ιταλικό περιοδικό, και, τέλος, σε κήρυγμα του μακαριστού
Χαλκηδόνος Μελίτωνος, ο οποίος προέβη σε διάκριση μεταξύ ανατολικής και δυτικής
ευσέβειας.
Στο εν λόγω άρθρο του ο π. Θ.Ζ. χαρακτηρίζει την
Μόσχα ως “νεοπαπιστική”! Γράφει επί λέξει: “Και σήμερον όμως η Μόσχα είναι το
μοναδικόν παράδειγμα αυτοκεφάλου Ορθοδόξου Εκκλησίας, που δεν συμμορφούται προς
την κοινήν των Ορθοδόξων γραμμήν, αλλ΄επιβάλλει κατά νεοπαπιστικόν τρόπον ό,τι
αυτή θεωρεί ως ορθόν.
Στα Επιλεγόμενα του άρθρου του ο π. Θ.Ζ. συνοψίζει
την επιχειρηματολογία του:
Είχε δικαίωμα και καθήκον ο π. Ιουστίνος να εκφράση
τας απόψεις του περί της “Μεγάλης Συνόδου” και περί των ενεργειών προσώπων που
εργάζονται δια την προπαρασκευήν της. Έπραξεν όμως κακώς με το να στήση εις το
εδώλιον του κατηγορουμένου την Εκκλησίαν Κωνσταντινουπόλεως. Όλαι αι αποφάσεις
λαμβάνονται δημοκρατικώς και συνοδικώς, καθιστώσαι ούτω συνυπευθύνους όλας τας
Ορθοδόξους Εκκλησίας. Ώφειλε δια τούτο να τρίξη τους οδόντας προς όλας τας
κατευθύνσεις, και προς την ιδικήν του Εκκλησίαν ακόμη, εκπρόσωποι της οποίας
μετέχουν πάντοτε των σχετικών συσκέψεων, και όχι να φορτώνη τα πάντα εις τους
ώμους της Εκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως, εις ήν στενοκάρδως ουδέν αγαθόν βλέπει.
Ασφαλώς δεν επιθυμεί να καμφθούν τα γόνατα του ιστορικού αυτού της Ορθοδοξίας
Κέντρου. Αυτό θα απετέλη πλήγμα βαρύτατον, διότι το γκρέμισμα αυτού του στύλου
θα αποδυναμώση και τα άλλα εδραιώματα, τους άλλους θεσμούς.
Το Οικουμενικόν Πατριαρχείον, φορτωμένον με την
πείραν των αιώνων, απέδειξεν ότι είναι ικανόν να διατηρήση την ενότητα της
Ορθοδοξίας μέσα εις την πολλαπλότητα των εθνικών ιδιορρυθμιών και να αναπτύξη
τον ορθόδοξον πολιτισμόν, βασικόν γνώρισμα του οποίου είναι αυτή ακριβώς η
πολλότης, η ποικιλία, η δημοκρατικότης. Ποία άλλη Ορθόδοξος Εκκλησία θα
ημπορούσε να αναλάβη αυτόν τον ρόλον, χωρίς τον κίνδυνον της διαιρέσεως, όχι
μόνον εκ της απουσίας της ιστορικής εμπειρίας, αλλά και εκ της καινοτόμου αυτής
αλλαγής ως και εκ του ενδεχομένου εξάρσεως εθνοφυλετικών τάσεων;
---------------------------------------------------------------------------------------
ΣΧΟΛΙΑ
Ο π. Θεόδωρος Ζήσης διαφοροποιήθηκε από τον Όσιο
Ιουστίνο Πόποβιτς σε ένα συγκεκριμένο άρθρο που δημοσιεύθηκε το 1977 στο
περιοδικό «Κληρονομία» (τόμος 9, τεύχος Β', Ιούλιος 1977), με τίτλο:
«ΤΟ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΝ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟΝ ΚΑΙ Ο ΑΡΧΙΜ. ΙΟΥΣΤΙΝΟΣ
ΠΟΠΟΒΙΤΣ (Επιβαλλομένη απάντησις)»
Σε αυτό το άρθρο (σελίδες 433-460), ο π. Θεόδωρος
Ζήσης απαντούσε στις κατηγορίες που είχε διατυπώσει ο Όσιος Ιουστίνος Πόποβιτς
προς την Ιεραρχία της Σερβικής Εκκλησίας σχετικά με τον ρόλο του Οικουμενικού
Πατριαρχείου στην προπαρασκευή της Μεγάλης Συνόδου της Ορθοδοξίας.
Συγκεκριμένα, ο π. Ζήσης:
Χαρακτήριζε «αβάσιμες» τις κατηγορίες του Οσίου
Ιουστίνου κατά του Οικουμενικού Πατριαρχείου
Απέδιδε την «άδικο κριτική» του Οσίου σε
«παρερμηνεία» της στάσης του Πατριαρχείου έναντι του Μοναχισμού και σε «ελλιπή
και εσφαλμένη πληροφόρηση»
Υπερασπιζόταν τον Πατριάρχη Αθηναγόρα, τον οποίο
χαρακτήριζε «προφητική μορφή» με το όνομά του «καταχωρημένο στις χρυσές δέλτους
της ορθοδόξου ιστορίας»
Χαρακτήριζε τη Μόσχα ως «νεοπαπιστική»
Αυτό το άρθρο αναδημοσιεύθηκε αργότερα στο βιβλίο
του π. Ζήση «Κωνσταντινούπολη και Μόσχα» (εκδόσεις Βρυέννιος, 1989 και 1992).
Ωστόσο, ο π. Θεόδωρος Ζήσης αργότερα μετανόησε
δημοσίως για αυτή του τη στάση. Τον Απρίλιο του 2011, στο αρχονταρίκι του ιερού
ναού Αγίου Αντωνίου Θεσσαλονίκης, δήλωσε:
«Όντως τότε αδίκησα τον Γέροντα τότε και άγιο τώρα
πατέρα Ιουστίνο Πόποβιτς και του απέδωσα ενδεχομένως προθέσεις τις οποίες δεν
είχε. Ζητώ συγγνώμην για κείνο το νεανικό μου ατόπημα... Εγώ άλλαξα γραμμή κι
ακολουθώ τώρα τη γραμμή του Γέροντος Ιουστίνου Πόποβιτς. Τότε τον κατέκρινα,
τώρα ακολουθώ τη γραμμή του Γέροντος Ιουστίνου Πόποβιτς.»
Η διαφοροποίηση αφορούσε κυρίως τη στάση απέναντι
στον Οικουμενισμό και το Οικουμενικό Πατριαρχείο, με τον π. Ζήση τότε να
υπερασπίζεται το Πατριαρχείο και να κρίνει αρνητικά τον Όσιο Ιουστίνο, ενώ
αργότερα αναγνώρισε το λάθος του και ακολούθησε τη γραμμή του Οσίου.
Σχολιασμός των παραπάνω απόψεων υπάρχει
στο άρθρο του π.Α.Αγγελακόπουλου Ἡ ἔξοδος τοῦ π. Θεοδώρου Ζήση ἀπό τό οἰκουμενιστικό περιβάλλον
τοῦ
Φαναρίου, που δημοσιεύεται στο link.
https://aktines.blogspot.com/2015/07/blog-post_618.html
---------------------------------------------------------------------
Ὀ
πατήρ Θεόδωρος Ζήσης καί ὀ
ἄγιος Ίουστῖνος ὀ
Πόποβιτς
ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΑΣΤΗΡ ΕΦΕΣΣΟΥ-τ.31
Τό κατωτέρω
κείμενον ἐγράφη
ἀρχάς Μαΐου τοῦ 2007,ὡς πρόλογος νέας ἐπανεκδόσεως τοῦ γνωστοῦ Ὑπομνήματος
τοῦ π.Ἰουστίνου
Ποποβιτς.
Δέν ἐδημοσιεύθη
διότι ὁ γράφων ἔλαβεν προφορικάς ὑποσχέσεις ἀπό τόν π.Θ.Ζ (μέσω τοῦ λογίου ἀγιορείτου μοναχοῦ π. Νικοδήμου Μπιλάλη, ὁ ὀποίος
συνήντησεν τόν π.Θ.Ζ , εἴς
τό γραφεῖον του εἰς τήν Θεολογικήν Σχολήν τήν 11ην
Μαιου 2007 καί ὥραν
7.30 μ.μ) ὅτι
θά ἔγραφεν ἐπιστολήν καταδικάζοντας τό
κατάπτυστον κείμενόν του , κατά τοῦ
π.Ἰουστίνου Πόποβιτς καί θά ἐζητοῦσε
δημοσίως συγγνώμην ἀπό
τόν νέον ἅγιον
μας.
Δυστυχῶς
μετά ἀπό τέσσερα ἔτη καί ἀφοῦ
διάφοροι ’’ὀπαδοί’’
τοῦ
ουνῖτου
έπισκόπου π.Ἀθανασίου
Γιέβτιτς τοῦ
ἐπετέθησαν μέσῳ τοῦ
διαδικτύου ,τότε ἀπεφασισεν νά ζήτηση «συγνώμη», ἀπό τό ἀρχονταρίκι τοῦ Ι.Ν Ἁγίου
Ἀντωνίου Θέσ/νίκης.Ἡ ἐνέργεια
ὅμως αὐτή
δέν εἶναι ἀρκετή
,οὔτε ἀποκαθίσταται ἡ
ἄγρια οἰκουμενιστική του κριτική ,ἡ ὁποία
παραμένει ἀκόμη
τυπωμένη καί διεσπαρμένη διεθνῶς
εἰς βιβλιοθήκας και μονάς αλλά καί εἰς τό Βατικανόν!Αὐτά διά τήν ἱστορίαν
ΠΡΟΛΟΓΟC
Πρό τριακονταετίας ὁ
πανοσιολογιώτατος καί ἤδη
μακαριστός ἀρχιμανδρίτης
π. Ἰουστῖνος
Πόποβιτς, τέως καθηγητής Δογματικῆς
εἰς τήν Θεολογικήν Σχολήν
Βελιγραδίου, ἐξ
ἀφορμῆς
τῆς σχεδιαζομένης συγκλήσεως τῆς «Μεγάλης Συνόδου τῆς Ὀρθοδόξου
Ἐκκλησίας» ὑπέβαλεν εἰς τήν Ἱεράν Σύνοδον τῆς Σερβικῆς Ἐκκλησίας
τό παρόν ὑπόμνημα.
Ἐκ
μέρους τοῦ
«θιγομένου» Φαναρίου ἀπήντησαν
οἱ ἑπόμενοι:
α)ὁ οἰκουμενιστής
μητροπολίτης Χαλκηδόνος καί ἀρχιτέκτονας
τῆς ἄρσεως
τῶν ἀναθεμάτων
τοῦ 1965, Μελίτων, β) ὁ ἐπίσκοπος
Διοκλείας Μάξιμος, καί ὁ
νεαρός τότε καί πολλά ὑποσχόμενος
ὑφηγητής τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ
Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης κ. Θεόδωρος Ζήσης. Ὅπως
ὀρθῶς
ἔγραψεν ὁ θεολόγος κ. Ἀριστοτέλης Δελήμπασης, «τῶν δύο τελευταίων οἱ λόγοι βασίζονται εἰς τούς τοῦ πρώτου, ἁπάντων δέ (οἱ λόγοι) στεροῦνται ἐπιχειρημάτων
καί πειθοῦς,
ἀποτελοῦντες ἐπαίσχυντον
ὑπεκφυγήν, ἤτις δηλοῖ ἀτολμίαν
ὁμολογίας τῆς ἀληθείας».
(Περιοδικόν “Καλή Ὁμολογία”,
Ἀθῆναι
1/1/1979,2).
Θέλοντες νά ἐπανορθώσωμεν
τήν ἄδικον κριτικήν εἰς βάρος τοῦ μεγάλου αὐτοῦ
ὁμολογητοῦ τῆς
Πίστεώς μας, θά ἀναφερθοῦμεν εἰς
τό ἄρθρον τό ὁποῖον,
ἔγραψεν ὁ ἤδη
πρωτοπρεσβύτερος τοῦ
Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καί Καθηγητής τοῦ Α.Π.Θ. π. Θεόδωρος Ζήσης μέ τίτλον
«Τό Οἰκουμενικόν Πατριαρχεῖον καί ὁ Ἀρχιμ.
Ἰουστίνος Πόποβιτς-ἐπιβαλλομένη ἀπάντησις» (Περιοδικόν “Κληρονομία”,
τόμος 9, τεῦχος
Β’, Θεσσαλονίκη 1977, 432-460).
Προσπάθεια τοῦ
ταλαντούχου συγγραφέως φαίνεται νά ἦτο
ἡ ὑπεράσπισις
τοῦ θεσμοῦ τοῦ
Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου. Ἀλλά οἱ
ὕμνοι του πρός τούς οἰκουμενιστάς ταγούς τοῦ Φαναρίου ἐτορπίλλισαν τό ὅλον ἐγχείρημά
του.
Οὕτω
γράφει διά τόν ἀρχιοικουμενιστήν
καί ραββῖνον Πατριάρχην Ἀθηναγόραν: «Ἡ μεγάλη προφητική μορφή τοῦ Πατριάρχου τῆς Ὀρθοδοξίας
Ἀθηναγόρα τοῦ Ἅ’
ἐξήγαγε μέ τόλμην καί σύνεσιν τήν Ὀρθοδοξίαν ἀπό τήν ἔρημον της διαιρέσεως, τῆς ἀπομονώσεως
καί τῆς σιωπῆς» (Ὁ
Ἀθηναγόρας ἐδήλωσεν εἰς Ἑβραϊκήν
Συναγωγήν τῆς
Ν. Ὑόρκης ὅτι: «Στήν Κέρκυρα, ὅπου ἔζησα
κάποτε -ἦτο μητροπολίτης ἀπό τό 1922 ἕως 1930- λειτούργησα ἀρκετές φορές ὡς Ραββῖνος γιά τούς ἑβραίους φίλους μου» “New York
Times” 25/11/1940 καί “Χρονικά”, Σεπτ.-Ὀκτώβριος,
2006,4). Διά δέ τόν Πατριάρχην Δημήτριον γράφει ἐπίσης:
«Ὡς ἄλλος
δέ Ἰησοῦς
τοῦ Ναυῆ,
ὁ ταπεινός Πατριάρχης Δημήτριος…»
(“Κληρονομία”, ε.α., 446).
Ὅσον
ἀφορᾷ
τήν Ὀρθοδοξίαν τῶν ἀρχιερέων
τοῦ Οἰκουμενικοῦ θρόνου γράφει ὁ νεαρός τότε πανεπιστημιακός: «Ὡς πρός τό φρόνημα ὅμως ἡ
ἡγεσία τῆς Ἐκκλησίας
τῆς Κωνσταντινουπόλεως εἶναι ὑγιεστάτη
καί ἀνεπίληπτος», ἡ δέ προσωπικότης τοῦ Ἀθηναγόρα
«ἐγράφη χρυσοῖς γράμμασιν εἴς τάς σελίδας τῆς Ὀρθοδόξου
ἱστορίας» (ἐ.α., 457). Ὑμνολογῶν περαιτέρω τόν Ἀθηναγόραν υἱοθετεῖ
καί παραθέτει αὐτουσίας
τάς ἀπόψεις τοῦ οἰκουμενιστοῦ καθηγητοῦ τοῦ
Ρωσικοῦ Ἰνστιτούτου
τοῦ Ἁγίου
Σεργίου τῶν
Παρισίων π. Elir Melia: «Ὁ
Πατριάρχης τίποτε δέν ἐθυσίασεν
ἀπό τήν Ὀρθόδοξον Πίστιν, ἀλλ’ἐκ
τῶν ἔνδον
της Ὀρθοδόξου Πίστεως ἀνεκάλυψε δί’ἠμᾶς
τήν ὁδόν τῆς
καθολικῆς ἀγάπης
καί τοῦ ζωτικοῦ δημιουργικοῦ δυναμισμοῦ τῆς»
(ἐ.α. 457).
Ἐν
συνέχειᾳ, ἀφοῦ ὁ
δυναμικός συγγραφεύς ἀναφέρει
ὠρισμένας ὀρθᾶς
ἀπόψεις περί τοῦ θέματος τῆς διακοινωνίας, τοῦ τότε Μητροπολίτου Φιλαδελφείας
Βαρθολομαίου, καταλήγει ὡς
ἑξῆς
: «Θά σκιρτοῦν
ἀναμφιβόλως αἵ ἅγιαι
ψυχαί τῶν Μάρκου Ἐφέσου τοῦ Εὐγενικοῦ καί Γενναδίου τοῦ Σχολαρίου καί τῶν ἄλλων
Ὀρθοδόξως ἡγετῶν,
διότι κατέλιπον τοιούτους διαδόχους, τούς ὁποίους
ὅμως ὁ
π. Ἰουστίνος, πού στηριζόμενος ἁγνοοῦμεν,
θέλει ὡς Φλωρεντιανούς»!!! Σημειωτέον ὅτι ὁ
κ. Βαρθολομαῖος
ἔγραφε τότε περί τῆς «Ἁγίας
καί Μεγάλης Συνόδου τῆς
κατ’Ἀνατολᾶς
Ἁγίας Ὀρθοδόξου
Ἐκκλησίας», ὅτι : «Πρόκειται λοιπόν περί Συνόδου
τῶν Ὀρθοδόξων
ἀποκλειστικῶς, χωρίς φυσικά τοῦτο νά αἴρει τήν δυνατότητα προσκλήσεων
Παρατηρητῶν
ἐκ τῶν
ἐν λόγῳ
έτεροδόξων Ἐκκλησιῶν καί Ὁμολογιῶν κατά τό θετικόν παράδειγμα καί τό
εὐτυχές προηγούμενον τῆς Β’ Βατικανῆς Συνόδου, ὅπερ ἐπέτρεψεν
εἰς τάς Ὀρθοδόξους Ἐκκλησίας τήν ἐπί τῶν
ἐργασιῶν
τῆς Συνόδου ἐνημέρωσιν ἐξ ἀσφαλοῦς πηγῆς»
(Χαριστήρια εἰς
τιμήν τοῦ Μητροπολίτου γέροντος Χαλκηδόνος
Μελίτωνος, Πατριαρχικόν Ἵδρυμα
Πατερικῶν Μελετῶν, Θεσσαλονίκη, 1977, σσ. 157-158).
Τά γεγονότα ὅμως
ἐδικαίωσαν πλήρως τόν μακαριστόν π. Ἰουστῖνον,
ἐνῷ
ὁ κ. Βαρθολομαῖος ἀπεδείχθη
ὄχι μόνον Φλωρεντιανός, ἀλλά καί λατινόφρων καί κακόδοξος,
πρᾶγμα τό ὁποῖον
ὅλοι ὅσοι
ἠσχολοῦντο
μέ τά ἐκκλησιαστικά θέματα ἐγνώριζαν ἀπό τότε. Διό καί δικαίως ὁ ἱστορικός
του μέλλοντος θά τόν κατατάξη εἰς
τήν χορείαν τῶν
λατίνων πατριαρχῶν
Κωνσταντινουπόλεως Ἰσιδώρου,
πρώην Ρωσίας, καί Βησσαρίωνος, πρώην Νικαίας, Μητροφάνου καί Γρηγορίου τῆς Μαμμῆς.
Ἐπειδή τό περιοδικόν «Κληρονομία» εὑρίσκεται εἰς πολλᾶς βιβλιοθήκας τοῦ ἐσωτερικοῦ καί τοῦ ἐξωτερικοῦ, καλόν καί ὀρθόν καί δίκαιον θά ἦτο, ἐάν
ὁ προικισμένος πανεπιστημιακός
διδάσκαλος ἐδημοσίευεν
εἰς τό ἔγκριτον
περιοδικόν «Θεοδρομία» νέαν θεολογικήν ἀξιολόγησιν
τοῦ Ὑπομνήματος.
Αὐτό θά εἶναι τό καλύτερον μνημόσυνον εἰς τόν ὅσιον Γέροντα π. Ἰουστίνον Πόποβιτς.
Μ.Π.
11 Μαϊου 2011-Μωκίου ἱερομάρτυρος,
Κυρίλλου και Μεθοδίου τῶν
Θεσσαλονικέων καί φωτιστῶν
τῶν Σλάβων. Ὑπεύθυνος ὕλης Μάριος Ι. Πηλαβάκης. Τόπος ἐκδόσεως: Θεσσαλονίκη.
https://www.markoseugenikos.gr/index.php?name=aster_tes_efesou_t31
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου