Τετάρτη 4 Μαρτίου 2026

ΠΑΠΙΚΕΣ ΣΤΡΕΒΛΩΣΕΙΣ -MEΡΟΣ -Γ



 


ΜΕΡΟΣ-Γ

17.- Συγχωροχάρτια

            Είναι η γνωστή έγγραφη άφεση αμαρτιών, που έδινε ο Πάπας της Ρώμης, έναντι αμοιβής. Αποτελεί μια από τις κύριες αιτίες της απόσχισης της Διαμαρτύρησης από τη ΡΚαθολική εκκλησία, με κύριο εκφραστή το Λούθηρο. Κατά τον 16ο αιώνα, μια μορφή αυτών πέρασε στην Ανατολή, ως ψυχοχάρτια.

          Η άφεση αυτή των αμαρτιών οφειλόταν στη διδασκαλία του Παπισμού περί μιας ενδιαμέσου καταστάσεως μεταξύ Παραδείσου και Κολάσεως, του Καθαρτηρίου πυρός. Η πλανεμένη αυτή διδασκαλία των Φραγκολατίνων περί κολάσεως και καθαρτηρίου πυρός οφείλεται, στο ότι ακολούθησαν τον Αυγουστίνο στα θέματα περί αποκαλύψεως. Ο ιερός Αυγουστίνος, όλα τα φυσικά εικονικά σύμβολα της θεότητας, που συναντάμε στην Αγία Γραφή, όπως π. χ. Νεφέλη, φως, στήλη πυρός και νεφέλης, πύρινες γλώσσες κ. ά.…, τα εξελάμβανε ως κτίσματα· έτσι, κατά τον ίδιο τρόπο, και οι ακολουθούντες τον Αυγουστίνο Φράγκοι φαντάστηκαν ως κτιστό το αιώνιο πυρ και το σκότος το εξώτερο της κολάσεως. Από την παρερμηνεία αυτή, λοιπόν, έχουμε τα παράδοξα και δεισιδαίμονα των Φράγκων, περί κολάσεως και καθαρτηρίου πυρός, τα οποία περιγράφει ποιητικά ο Δάντης, ο οποίος και θεωρείται πατέρας της Δυτικής Αναγεννήσεως. Η αλήθεια είναι, ότι το αιώνιο πυρ και το εξώτερο σκότος είναι το ίδιο με την Δόξα και τον Γνόφο του Θεού. Όλοι θα δουν τον Θεό, την άκτιστη, βέβαια, ενέργειά Του. Όσοι όμως έχουν καθαρή καρδιά θα Τον δουν ως Δόξα και Γνόφο (αυτό είναι Παράδεισος), ενώ όσοι έχουν ακάθαρτη καρδιά θα Τον δουν ως Καυστικό Πυρ (αυτή είναι ο Άδης, με το αιώνιο πυρ και το σκότος το εξώτερο). Επειδή όμως οι Φραγκολατίνοι επίστευσαν, ότι οι κολασμένοι δεν θα βλέπουν κάτι το άκτιστο, εξέλαβαν το πυρ το αιώνιο της Αγίας Γραφής ως κτιστό. Τουλάχιστον, με απλή σκέψη θα έπρεπε να αντιληφθούν, ότι το πυρ το αιώνιο και το σκότος το εξώτερο δεν θα είναι αισθητό από το γεγονός, ότι «ητοίμασται τω διαβάλω και τοις αγγέλοις αυτού». Αυτοί ασφαλώς δεν έχουν αισθήσεις, για να βλέπουν, αισθητώς, αισθητόν σκότος ή πυρ. Σαν κτιστό, λοιπόν, που εξέλαβαν οι Φραγκολατίνοι το αιώνιο πυρ, φαντάστηκαν, όπως και οι αρχαίοι, τριώροφο τον κόσμο της σωτηρίας και της απωλείας, που αποτελείται: από τον αμετάβλητο ουρανό για τους ευδαίμονες, από την μεταβλητή γη για την δοκιμασία των ανθρώπων και από τα μεταβλητά καταχθόνια για τους κολασμένους και καθαριζομένους!… «Αντιθέτως προς την Φραγκικήν ταύτην Παράδοσιν, η Ρωμαιοσύνη ουδέποτε ηρμήνευε τα περί κολάσεως και θεοπνευστίας κατά τρόπον ώστε να υιοθετήσει την κοσμολογίαν του τριωρόφου σύμπαντος του ειδωλολατρικού αρχαίου κόσμου, με παράδεισον υπεράνω των ουρανών, κόλασιν και καθαρτήριον πυρ υπό την γην και τόπον δοκιμασίας επί της γης. Ούτε εφαντάσθη ποτέ ότι ο Θεός υπηγόρευσε λέξεις εις τους Προφήτας και Αποστόλους παρ' εκτός μέσω της ανθρωπίνης φύσεως του Λόγου» (π. Ιωάννης Ρωμανίδης).

            18.- Ιερή Εξέταση

            Εκκλησιαστικό δικαστήριο (ιεροδικείο) στους κόλπους του Παπισμού, που συστάθηκε με την αποστολή να καταπολεμήσει τις αιρέσεις, καθώς και δραστηριότητες, όπως την αλχημεία, τη μαγεία και τη βασκανία και το οποίο είχε συγκεντρώσει στα χέρια του σημαντική δύναμη, κατά το μεσαίωνα και στις αρχές των νεότερων χρόνων. Οι αιρετικοί αντιμετωπίζονταν στο εξής ως εχθροί της κοινωνίας, συλλαμβάνονταν και δικάζονταν, αφού είχαν προηγηθεί συχνά βασανιστήρια, για την απόσπαση της ομολογίας της ενοχής. Η χρήση βασανιστηρίων εγκρίθηκε από τον Πάπα Ινοκκέντιο Δ΄ το 1252.

            Η κλίμακα των ποινών ήταν μεγάλη. Από την απλή καταδίκη σε προσευχή και νηστεία, κατάσχεση περιουσίας, φυλάκιση, ισόβια δεσμά και σε περίπτωση αμετανοησίας ή υποτροπής, θανατική ποινή, πολλές φορές με καύση του αιρετικού επί της πυράς. Η δικαιολογία ήταν, ότι καίω το σώμα σου, για να σώσω την ψυχή σου, σύμφωνα με τη στρεβλή ανάλυση του χωρίου του Παύλου: «ει τινος το έργον κατακαήσεται, ζημιωθήσεται, αυτός δε σωθήσεται, ούτως δε ως δια πυρός» (Κορ. Α΄ 3. 14-15). Αναφέρεται, ότι επί της εποχής του Μ. Ιεροεξεταστή Θωμά Torquemada εστάλησαν στην πυρά 2000 πρόσωπα. Το 1908 η Ιερή Εξέταση μετονομάσθηκε σε Ιερή Υπηρεσία και το 1965 σε «Επιτροπή για το Δόγμα και την Πίστη». Γενικά, η Ιερή Εξέταση είναι και αυτή απότοκος της αντίληψης του Παπισμού, που θέλει να βλέπει τον παρεκλίνοντα από την Πίστη, ως κατηγορούμενο, αντίθετα με την Ορθοδοξία, που θέλει να τον βλέπει ως ασθενή.             

            19.- Ιερές γλώσσες

            Είναι άλλη μια παπική πλάνη, η λεγόμενη περί των τριών «ιερών γλωσσών», δηλ. ότι για την Εκκλησία τρεις είναι οι ιερές γλώσσες στις οποίες επιτρέπεται να δοξολογείται ο Θεός, οι γλώσσες του Σταυρού: η εβραϊκή, η ελληνική και η λατινική. Σχετικά με αυτό, καταγράφεται η επίθεση που δέχτηκε ο φωτιστής των Σλάβων Κύριλλος στη Βενετία:

          Όταν ο Κωνσταντίνος (το αρχικό όνομα του Κυρίλλου) ήταν στην Βενετία, μαζεύτηκαν οι Λατίνοι επίσκοποι, ιερείς και μοναχοί και στράφηκαν εναντίον του, όπως οι κουρούνες ενάντια στο γεράκι και διατύπωσαν την αίρεση των τριών γλωσσών, λέγοντας: «Πώς συμβαίνει να έχεις επινοήσει για τους Σλάβους μια γραφή και να τους διδάσκεις κείμενα γραμμένα σ' αυτή, μια γραφή που δεν την βρήκε ποτέ κανένας ως σήμερα, ούτε απόστολος, ούτε πάπας, ούτε ο Γρηγόριος ο Θεολόγος, ούτε κι ο Ιερώνυμος; Εμείς ξέρουμε μόνο τρεις γλώσσες, στις οποίες επιτρέπεται να δοξολογείται γραπτώς ο Θεός: την εβραϊκή, την λατινική και την ελληνική.

                Ο Φιλόσοφος απάντησε: «Μήπως η βροχή δεν έρχεται από τον Θεό και δεν πέφτει για όλους τους ανθρώπους; μήπως ο ήλιος δεν λάμπει για όλους τους ανθρώπους και μήπως δεν αναπνέουμε όλοι τον ίδιο αέρα; [...] Πολλοί λαοί έχουν την δική τους γραφή και ο κάθε λαός τιμά τον Θεό στην δική του γλώσσα [...]» (Βιος Κωνσταντίνου, γερμ. μετάφραση jo Bujinoch (slavische geschichtschreiber 1) Γρατς-Βιέννη-Κολονία 1958, 71-72).

            20.- Παραχαράξεις διατάξεων

 

            α/ Η ψευδοκλημέντιος επιστολή

            Στην επιστολή του Επισκόπου Ρώμης Κλήμη Α΄, προς τον Ιάκωβο τον αδελφόθεο έχουμε διακήρυξη του πρωτείου του Πέτρου: «Γνώριμόν έστω σοι. Κύριέ μου, ότι ο Σίμων ο δια την αληθή πίστιν και την ασφαλεστάτην αυτού της διδασκαλίας υπόθεσιν της Εκκλησίας θεμέλιος είναι λίθος ορισθείς και δι’ αυτό τούτο υπ’ αυτού του Ιησού αψευδεί στόματι μετονομασθείς Πέτρος, η απαρχή του Κυρίου ημών, ο των αποστόλων πρώτος, ω πρώτω ο πατήρ τον υιόν απεκάλυψεν….. ο της Δύσεως το σκοτεινότατον του κόσμου μέρος (ήτοι την Ρώμην) ως πάντων ικανώτερος φωτίσαι κελευσθείς και κατορθώσαι δυνηθείς….. δια την άμετρον προς τους ανθρώπους στοργήν σαφώς δημοσία επί του ενεστώτος πονηρού τον εσόμενον αγαθόν όλω τω κόσμω μηνύσαι βασιλέα, μέχρις ενταύθα τη Ρώμη γενόμενος, θεοβουλήτω διδασκαλία σώζων ανθρώπους, αυτός του νυν βίου βιαίως το ζην μετήλλαξεν» (αγίου Νεκταρίου, Τα αίτια του Σχίσματος, τ. Α΄, σελ. 33-34).

            Η επιστολή αυτή φέρεται, ότι γράφτηκε στα τέλη του 2ου αιώνα και αντιστρατεύεται την αλήθεια, που διακηρύσσεται τόσον από την Κ. Διαθήκη, όσον και από την Παράδοση της Εκκλησίας.

 

            β/ Η ψευδοβασίλειος αναφορά

            Η αναφορά του Μ. Βασιλείου στο έργο του «Ασκητικά», περί του Πάπα Ρώμης, ελέγχεται ως πλαστή. Σ’ αυτήν καταγράφεται, ότι: «Απ’ τον Χριστό διδασκόμαστε και το εξής, όταν όριζε τον Πέτρο ποιμένα της Εκκλησίας μετά τον εαυτό του: Πέτρο του λέει, μ’ αγαπάς περισσότερο απ’ αυτούς; Βόσκησε τα  πρόβατά μου. Και δίνει σ’ όλους τους μεταγενέστερους ποιμένες και διδασκάλους την ίδια εξουσία. Και απόδειξη αυτού είναι ότι όλοι μπορούν να δεσμεύουν με όμοιο τρόπο και να συγχωρούν αμαρτίες, όπως εκείνος» ( PG 31, σελ. 1408).

 

            γ/ Η ψευδοκωνσταντίνειος δωρεά

           Είναι ένας μύθος, που πλάστηκε στη Ρώμη αρχικά τον 5ο αιώνα, κατά τον οποίον ο Ρώμης Σίλβεστρος (315-335) κατήχησε και βάπτισε τον Μ. Κωνσταντίνο, ο οποίος έπασχε από λέπρα, από την οποίαν ιάθηκε και έτσι καθαρίστηκε και στην ψυχή και στο σώμα. Σε ένδειξη ευγνωμοσύνης, ο αυτοκράτορας δώρισε στον Πάπα πλείστα όσα προνόμια, όπως το πρωτείο, επίσης δε τη Ρώμη, την Ιταλία και όλες τις δυτικές επαρχίες. Ο μύθος αυτός συμπληρώθηκε τον 8ο αιώνα και αναφέρεται σε επιστολή του Ρώμης Ανδριανού Α΄ προς τον Καρλομάγνο, από τον οποίον ζητούσε την επικύρωση. Δυστυχώς, τα περί της δωρεάς αυτής αναφέρονται στη Εκκλ. Ιστορία του Αθηνών Μελέτιου και ελέγχονται ως ανακριβή. Η πληροφορία αυτή πέρασε και στο ιστολόγιο της Εκκλησίας της Ελλάδος (Συναξαριστής), αλλά και στην υμνολογία της Εκκλησίας:

 

             "(...) άναξ κράτιστε, Κωνσταντίνε μέγιστε,

                (...) καταυγασθείς γαρ ακτίσι του παναγίου Πνεύματος

                 υπό Σιλβέστρου ιερέως δια του βαπτίσματος,

                εν βασιλεύσιν ώφθης αήττητος,

                 την οικουμένην ως προίκα προικοδοτήσας τω Κτίστη σου

                    και πόλιν βασιλεύουσαν θεοσεβή"

 

            Επί των ανωτέρω σημειώνεται, ότι ο πάπας Σίλβεστρος αρχιεράτευσε από 314-335, απεβίωσε δε στις 31.12.335, δηλ. ενάμιση χρόνο προ του θανάτου του αυτοκράτορα, που κατά την παράδοση βαπτίσθηκε λίγο προ του θανάτου του από τον Νικομηδείας Ευσέβιο. Εξ άλλου, η παραδοχή της βάπτισης αυτής προσκρούει και σε έναν άλλο παράγοντα. Υπήρχε αρχαίον έθος η μη εγκατάλειψη της Ρώμης υπό του επισκόπου αυτής, προς τούτο δε ο ανωτέρω πάπας δεν παρέστη στην Α΄ εν Νικαία Οικουμενική Σύνοδο. Αλλά και στις υπόλοιπες Οικουμενικές Συνόδους ουδείς των παπών Ρώμης παρέστη αυτοπροσώπως, αλλά εκπροσωπήθηκε από άλλους επισκόπους και κληρικούς, καθότι υπάκουσαν στο αρχαίο αυτό έθος.

 

            Οι αρχαίοι εκκλησιαστικοί συγγραφείς (Ευσέβιος, Θεοδώρητος, Σωζόμενος και Σωκράτης) αναφέρουν, ότι η βάπτιση του αυτοκράτορα έγινε στην Ελενούπολη της Νικομήδειας, λίγο πριν το θάνατο του αυτοκράτορα, το 337, από τον Νικομηδείας Ευσέβιο (β΄ εξάδελφο του αυτοκράτορα και καταδικασθέντα από την Α΄ Οικουμενική Σύνοδο, ως αρειανιστή).

 

            δ/ ΟΙ ψευδοϊσιδώρειες διατάξεις

 

            Οι λεγόμενες ψευδοϊσιδώρειες διατάξεις πλάστηκαν στα τέλη του 8ου αιώνα, για την ανύψωση της παπικής δύναμης, σύγκεινται δε από πλαστές εγκυκλίους επιστολές αρχαίων Παπών, πλαστούς συνοδικούς κανόνες και πλαστούς βασιλικούς νόμους. Αυτές συγκεντρώνουν όλη την εκκλησιαστική εξουσία στα χέρια του Πάπα, οι δε Μητροπολίτες, Αρχιεπίσκοποι και Επίσκοποι εξαρτώνται αποκλειστικά από αυτόν. Οι απανταχού Επίσκοποι είναι αντιπρόσωποι του Πάπα, από τον οποίον κατέχουν την επισκοπική εξουσία. Καμία σύνοδος δεν μπορεί να συγκληθεί χωρίς την έγκριση του Πάπα, ο οποίος θεωρείται ο ανώτατος διοικητής, νομοθέτης και δικαστής στην εκκλησία. Με τις διατάξεις αυτές μηδενίζονται εντελώς οι όποιες εξουσίες των υπόλοιπων αξιωματούχων της εκκλησίας, στις διατάξεις δε αυτές οικοδομήθηκε η όλη διοίκηση της παπικής «εκκλησίας».

            Ονομάστηκαν ψευδοϊσιδώρειες, από το όνομα του επισκόπου Σεβίλλης Ισίδωρου, ο οποίος είχε συγκεντρώσει παλαιότερες γνήσιες διατάξεις, στις οποίες προστέθηκαν αργότερα και πλαστές, ώστε να υποστούν οι παλαιότερες τέτοια νόθευση και να καταστούν αγνώριστες. Η νοθεία αποκαλύφθηκε αρχικά από Λουθηρανούς, Καλβινιστές και άλλους μελετητές και είναι εύκολη η αναγνώριση της νοθείας, καθότι αναμειγνύονται με εγκυκλίους αρχαιότερες του 4ου αιώνα, αλλά τέτοιες από ουδένα αρχαίο κανονολόγο αναφέρονται, ούτε και από τον Διονύσιο τον μικρό.

            ε/ Η πλαστή επιστολή του Κων/πόλεως Ιωσήφ Β΄.

            Στα πρακτικά της συνόδου της Φλωρεντίας ιστορείται, ότι ο Κων/πόλεως Ιωσήφ Β΄, αφού δείπνησε πήγε στον κοιτώνα του και έγραψε την παρακάτω επιστολή, ακολούθως δε εξέπνευσε: «Επειδή προς το τέλος έφθασα της εμής ζωής βουλόμενος τελειώσαι το κοινόν οφείλημα ήδη, χάριτι Θεού γράφω και υπογράφω την εμήν δόξαν φανερώς τη εμή υιότητι. Πάντα ουν άτινα νοεί και άτινα δογματίζει η Καθολική και Αποστολική Εκκλησία του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού της πρεσβυτέρας Ρώμης και αυτός εγώ νοώ και επί τούτοις εμέ συμπειθόμενον αφιερώνω. Έτι τον μακαριώτατον πατέρα πατέρων και μέγιστον Αρχιερέα και τοποτηρητήν του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, τον Πάπαν της πρεσβυτέρας Ρώμης, ομολογώ εις πάντων ασφαλότητα. Ότι των ψυχών το καθαρτήριον. Εις γαρ την περί τούτου ασφάλειαν υπεγράφη κατά την ενάτην του Ιουνίου μηνός χιλιοστώ τετρακοσιοστώ τριακοστώ ενάτω, Ινδικτιώνος δευτέρας» (αγίου Νεκταρίου, ως ανωτέρω, τ. Β΄, σελ. 243).

         Η επιστολή αυτή φαίνεται, ότι γράφτηκε από επιδέξιο λατινικό χέρι και τούτο διότι: α/ ουδέποτε ο Πατριάρχης παραδέχτηκε τον Πάπα, ως ανώτατον αρχιερέα, β/ η αναγραφή της χρονολογίας είναι λανθασμένη, καθότι η Εκκλησία της Κων/πόλεως χρησιμοποιούσε την χρονολόγηση από κτίσεως κόσμου, γ/ η επιστολή αυτή δεν μνημονεύεται στον όρο της συνόδου, δ/ δεν αναφέρεται από τον έγκυρο ιστορικό Συρόπουλο.

 

            15.11.18

 

            Ι. ΚΑΡΔΑΣΗΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Δημοφιλείς αναρτήσεις

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου