MEΡΟΣ -Β
(+) Ι. ΚΑΡΔΑΣΗΣ
8.- Μετουσίωση Τίμιων δώρων
Η Ανατολή είναι σαφής στη μεταβολή των τιμίων δώρων, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει η σχετική ευχή της αγίας αναφοράς: «Μεταβαλών το πνεύματί σου τω Αγίω». Η Δύση αρχίζει να χρησιμοποιεί τον όρο μετουσίωση (= μεταβολή της ουσίας) ήδη από τον 12ο αιώνα και χρησιμοποιείται για να αντικρουστεί η αμφισβήτηση, αν είναι, πραγματικά, σώμα και αίμα Χριστού ο άρτος και ο οίνος της Ευχαριστίας. Καθιερώνεται επίσημα στη Δύση με τη Σύνοδο του Λατερανού (1215). Έτσι στον Παπισμό δεν γίνεται επίκληση του Αγίου Πνεύματος για την επιτέλεση της μεταβολής, αλλά θεωρείται, ότι η μετουσίωση συντελείται με την απλή επανάληψη των λόγων του Κυρίου: «Λάβετε, φάγετε…..».
Βέβαια, μια κάποια παρείσφρηση της
μετουσίωσης υπάρχει σε μια προσευχή πριν τη θ. μετάληψη του αγίου Συμεών του
Μεταφραστή (8 Νοεμβρίου) τον 10ο αιώνα, την εποχή που στη Δύση
άρχιζαν οι συζητήσεις για το θέμα αυτό: «Ιδού βαδίζω προς θείαν Κοινωνίαν,
Πλαστουργέ, μη φλέξης με τη μετουσία
…..».
9.- Περί των αζύμων
Ένα θέμα, που συνδέεται με τη θ. ευχαριστία είναι η χρησιμοποίηση ένζυμου άρτου και όχι άζυμου, όπως χρησιμοποιούν οι Παπικοί και υπενθυμίζει την αίρεση του Απολλινάριου, κατά παράβαση του Ο΄ κανόνα των αγίων Αποστόλων: «Ει τις Επίσκοπος, ή Πρεσβύτερος, ή Διάκονος, ή όλως του καταλόγου των Κληρικών, νηστεύοι μετά Ιουδαίων, ή εορτάζοι μετ’ αυτών, ή δέχοιτο παρ’ αυτών τα της εορτής ξένια, οίον άζυμα, ήτι τοιούτο, καθαιρείσθω, ει δε Λαϊκός είη, αφοριζέσθω».
Μέχρι το 1053 και οι Παπικοί χρησιμοποιούσαν ένζυμο άρτο, πλην όμως ο Ρώμης Λέων Θ΄ επέβαλε τη μεταβολή, δηλ. την καινοτομία και σύμφωνα με τον ανωτέρω κανόνα είναι αξιοκατάκριτοι.
Η χρησιμοποίηση ένζυμου άρτου βασίζεται στο ευαγγελικό: «Και τη πρώτη ημέρα των αζύμων, ότε το πάσχα έθυον…..» (Μάρκ. 14. 12), δηλ. «την πρώτη ημέρα της γιορτής των Αζύμων, τότε που θυσίαζαν τον αμνό του Πάσχα…..». Αλλά, ποια είναι η πρώτη ημέρα των αζύμων; Είναι η ημέρα της πρώτης Πανσελήνου της εαρινής ισημερίας, που στη συγκεκριμένη χρονιά του 33 πέφτει Σάββατο και εορτάζεται το εβραϊκό πάσχα. Η ημέρα του Σαββάτου, που εορτάζεται το πάσχα ξεκινά με τη δύση του Ηλίου της Παρασκευής και λήγει με τη δύση του Ηλίου του Σαββάτου, ενώ η περίοδος των αζύμων διαρκεί επτά ημέρες, όπου τρώγονται αρνί, πικρά χόρτα και άζυμο ψωμί και τίποτε άλλο (Έξοδος 12. 8 και 13. 6).
Ο Μυστικός Δείπνος έλαβε χώρα την
προηγούμενη ημέρα Παρασκευή και συγκεκριμένα μετά τη δύση του Ηλίου της Πέμπτης
και χρησιμοποιήθηκε ένζυμο ψωμί και κρασί (τρόφιμα και ποτά, που η χρήση τους
απαγορεύεται την ημέρα του πάσχα). Μετά το Δείπνο, ο Χριστός, συλλαμβάνεται
στον κήπο της Γεθσημανή και την Παρασκευή πρωί παραδίδεται στον Πιλάτο, γίνεται
η δίκη και στις 9 η ώρα σταυρώνεται (Μάρκ. 15. 25). Παραμένει στο σταυρό επί 6
ώρες και στις 3 μετά το μεσημέρι παραδίδει το πνεύμα (Μάρκ. 15. 34). Πριν από
τη δύση του Ηλίου της Παρασκευής γίνεται η αποκαθήλωση, τυλίγεται σε σινδόνα,
που αγόρασε εκείνη την ημέρα ο Ιωσήφ (Μάρκ. 15. 46) και τίθεται επί του Τάφου.
Όλα αυτά έγιναν την Παρασκευή, την προηγουμένη της εορτής του πάσχα, που
αρχίζει με τη δύση του Ήλιου της Παρασκευής.
10.- Διαχωρισμός πιστών
Ο διαχωρισμός των πιστών σε
«στρατευομένη εκκλησία» επί της γης και σε «θριαμβεύουσα εκκλησία» εν ουρανοίς
είναι παπικής έμπνευσης, ενώ κάτι τέτοιο δεν υφίσταται στην Ορθόδοξη Εκκλησία.
Επί της γης υπάρχουν άγιοι, οι οποίοι είναι στρατευμένοι και ταυτοχρόνως
δοξάζονται, αλλά και εις τους ουρανούς οι άγιοι είναι δοξασμένοι, ταυτοχρόνως δε
στρατεύονται για εμάς, αφού επικαλούμεθα τις πρεσβείες τους. Εξ άλλου, αν δεν
υπάρχει αγιότητα επί της γης, δεν αποκτάται μεταγενέστερα εν ουρανοίς.
11.- Θαύματα, έκτακτες επεμβάσεις του Θεού
Στην
Ορθοδοξία, το θαύμα, ως γεγονός της ιστορίας της θείας οικονομίας, φανερώνει τη
θεία δόξα στον κόσμο, τον μεταμορφώνει, τον οδηγεί και τον διδάσκει και δεν
είναι ένα συμβάν που ξεπερνά τις συνηθισμένες φυσικές και ιστορικές
δυνατότητες. Αντίθετα, στον Παπισμό, το θαύμα είναι έκτακτη επέμβαση του Θεού,
μέσω των κτιστών ενεργειών, αντικείμενη προς την τάξη της όλης δημιουργίας,
οπότε θεωρείται ως ένα συμβάν που συγκρούεται ή είναι ασυμβίβαστο με τη φυσική
νομοτέλεια.
12.- Δημιουργία του κόσμου από τη θ. ουσία
Στον Παπισμό, τα ονόματα εκφράζουν τη θεία ουσία, ενώ είναι συμβατικά και κατ’ επίνοια στην Ορθόδοξη Παράδοση, ο δε Θεός είναι μέρος του Σύμπαντος, όπως ο Παπισμός δέχεται, ενώ είναι εκτός αυτού, ως Άκτιστος. Απότοκο αυτού είναι, ότι ο κόσμος δημιουργείται από τη θ. ουσία, πράγμα άτοπο.
Η Δημιουργία του κόσμου γίνεται από το μη ον και σημαίνει την προέλευση της κτιστής πραγματικότητας όχι από τη θεία ουσία, αλλά δια μέσου της θείας ενέργειας, ο δε κόσμος δημιουργείται μαζί με τον χρόνο. Στον Παπισμό, η Δημιουργία του κόσμου γίνεται εκ του μηδενός και σημαίνει την προέλευση της κτιστής πραγματικότητας από τη θεία ουσία, ο δε κόσμος δημιουργείται μέσα στον χρόνο.
13.- Θρησκειοποίηση του εκκλησιαστικού γεγονότος
Ο τυπικά θρησκευτικός ατομοκεντρισμός, η εξατομικευμένη εκδοχή της πίστης, της ηθικής, του βιώματος. Η Εκκλησία καταντάει θρηκευτικός θεσμός υπηρετικός της ατομικής πίστης, αρετής, σωτηρίας. Σωτηρία στη δυτική σκέψη σημαίνει «υπερφυσική» ανταπόκριση του Υπερβατικού στην επιθυμία-απαίτηση του ανθρώπου να υπάρχει το ατομικό του εγώ αιώνια, να ζει ατελεύτητα σε απόλυτη ευτυχία. Έτσι, ο «πνευματικός αγώνας» του Χριστιανού είναι να μάχεται την ύλη, τις απαιτήσεις του σώματος, στο πεδίο της φυσικής ατομικής του οντότητας.
Υπάρχει κατάφαση στην ορμέμφυτη ανάγκη νοησιαρχικών μεταφυσικών βεβαιοτήτων. Το θρησκευτικό άτομο θέλει να κατέχει σίγουρη γνώση για το επέκεινα, να μπορεί να ελέγχει με τη νοητική του ικανότητα αυτή τη γνώση, να εξορκίζει με τη νοητική σιγουριά τον φυσικό φόβο του θανάτου. Έτσι, ατομοκεντρισμός και νοησιαρχία θα αναχθούν σε στοιχεία ταυτότητας του δυτικού ανθρώπου.
Η απολυτοποιημένη εμπιστοσύνη στην ατομική νοητική ικανότητα διαπλέκεται στο δυτικό άνθρωπο με την εξίσου απολυτοποιημένη κατάφαση των συναισθηματικών παρορμήσεων, διαμορφώνοντας μια κλειστή αυτοαναφορική δυναμική, που μέσα στα όριά της εξαντλείται η παπική ανθρωπολογία και μεταφυσική. Το Θεό τον «συναντάει» μέσα του, ακριβώς, με τους όρους της ατομικής νοητικής βεβαιότητας και της ατομικής συναισθηματικής ευεξίας. Ο Θεός είναι «μέσα» στον ατομικό άνθρωπο και αυτή την ιδιωτική κατοχή την επικυρώνει ή το συναίσθημα ή η νοησιαρχική αποδεικτική ανάλυση, σύμφωνα με τους εξέχοντες της νοησιαρχίας, του αποδεικτικού θετικισμού και της ορθολογικής μεθόδου Αυγουστίνο, Άνσελμο, Θωμά Ακινάτη, Μ. Αλβέρτο κ.ά.
Η μεταγραφή της μαρτυρίας-διδασκαλίας της Εκκλησίας σε γλώσσα και σχήματα της νομικής παιδείας και της δικανικής εμπειρίας. Η νομική αυτή σχηματοποίηση βοηθάει, ώστε να επιτευχθεί εντυπωσιακή απλούστευση και εκλαΐκευση της χριστιανικής μαρτυρίας, έτσι ώστε να γίνεται προσιτή και σε ανθρώπους χαμηλής ή ανύπαρκτης πνευματικής καλλιέργειας. Όμως, ο νομικισμός αυτός παγιδεύει τις απλουστευτικές διασκευές στις απαιτήσεις μιάς θρησκευτικής άρνησης του εκκλησιαστικού γεγονότος και του ευαγγελίου.
Στα καίρια θέματα της ερμηνείας του «προπατορικού αμαρτήματος» και της «ικανοποίησης της θ. δικαιοσύνης», ο χριστιανικός Θεός παύει να είναι Νυμφίος, εραστής μανικότατος του ανθρώπου και αποκαλύπτει ένα Θεό στυγνής εκδίκησης, αμείλικτο τιμωρό του συνόλου του ανθρωπίνου γένους, εξ αιτίας των πρωτόπλαστων, που έκαναν δυσάρεστη για το Θεό χρήση της ελευθερίας τους. Από την άλλη, ο ίδιος ο Θεός ταυτίζεται με την εικόνα «σαδιστή πατέρα», αφού δε διστάζει να θανατώσει με φρικτό θάνατο τον Υιό του, μόνο για να εισπράξει η δικαιοσύνη του ικανοποίηση, αξίας ίσης με την προσβολή που του έγινε. Όπως λοιπόν ο Θεός ικανοποιεί με το σταυρικό θάνατο του Χριστού τη δικαιοσύνη του, γιατί αντίστοιχα και οι δίκαιοι στον παράδεισο να μην ευφραίνονται βλέποντας το βασανισμό των αμαρτωλών στην κόλαση, όπως καταλήγει συμπερασματικά ο Αυγουστίνος!
Το ευαγγέλιο της νίκης κατά του
θανάτου μετασχηματίζεται σε θρησκεία τρόμου και κόλασης, αλλά και πανικού μιας
προγραμματισμένης αβεβαιότητας. Αβέβαιο ποιος είναι ο «προορισμένος» από το Θεό
για τη σωτηρία και ποιος ο κολασμένος, άλογα και αναίτια προγραμμένος, όσο κι
αν προσπαθήσει να ευαρεστήσει το Θεό. Όχι μόνο εκδικητικός και σαδιστής ο Θεός
του νομικισμού, αλλά και παράλογα άδικος, προκειμένου να εξυπηρετηθεί η
νοησιαρχική αιτιολόγηση της παγγνωσίας του. Η διδασκαλία περί απολύτου
προορισμού του ανθρώπου θα σφραγίσει βασανιστικά τόσο τον θρησκευτικό όσο και
τον κοινωνικό βίο της Δύσης και θα παρεισφρήσει έμμεσα και στην καθ’ ημάς Ανατολή.
Επιζούν ακόμη έστω και εξωραϊσμένα, οι μανιχαϊστικές αντιθέσεις ύλης και
πνεύματος, σώματος και ψυχής, ηθικού βίου και σαρκικών ηδονών, που παράγουν την
απαξίωση, τη βδελυγμία και τη φοβία για τη σεξουαλικότητα. Έτσι, ο
Χριστιανισμός θα μετατραπεί σε μια θρησκεία ενοχών, τύψεων και άγχους, για τη
σωματικότητα του ανθρώπου και την υλικότητα του κόσμου και θα ταυτιστεί με μια
αποκρουστική και βασανιστική θρησκεία.
14.- Ενδημούσα Σύνοδος
Για τους παπικούς μια τοπική
ευχαριστιακή κοινότητα αποτελεί εκκλησιαστικό γεγονός, μόνον επειδή έχει νομική
αναγνώριση από την παπική καθέδρα, ο δε επίσκοπός της απλώς τη διοικεί ή την
υπηρετεί και δεν συνιστά την προϋπόθεση για τη συγκρότησή της ως κεφαλή της και
πατέρας της. Μια κοινότητα στη Δύση μπορεί να είναι εκκλησιαστική, χωρίς τον
επίσκοπό της και ένας κληρικός μπορεί να είναι επίσκοπος, χωρίς να προΐσταται
εκκλησιαστικής κοινότητας. Έτσι, το γεγονός της παπικής καθέδρας, που δίνει
εντολές σε επισκόπους, για οποιοδήποτε θέμα, περνάει έμμεσα και στην Ορθόδοξη Ανατολή με τις
ενδημούσες Συνόδους, όπου ο Πατριάρχης με τους παρευρισκόμενους Επισκόπους
(ενδημούντες) συγκροτούν Σύνοδο για επίλυση θεμάτων.
15.- Τιτουλάριοι Επίσκοποι
Η δυτική αντίληψη, ότι μια κοινότητα μπορεί να είναι εκκλησιαστική χωρίς τον επίσκοπό της και ένας κληρικός μπορεί να είναι κληρικός χωρίς να προΐσταται εκκλησιαστικής κοινότητας πέρασε από τη Δύση και στην Ανατολή και έτσι από τα μέσα του 17ου αιώνα τα Ορθόδοξα Πατριαρχεία και οι αυτοκέφαλες Εκκλησίες, δίχως επιφυλάξεις και δισταγμούς, υιοθέτησαν τη βατικάνεια πρακτική να χειροτονούν τιτουλάριους επισκόπους, δηλ. «με γυμνή ονομασία επισκοπής». Αυτό όμως, αντίκειται στο κανονικό Δίκαιο της Εκκλησίας, που θέλει τον Επίσκοπο, ως Επίσκοπο μιας πόλης και της γύρω αυτής περιοχής, η οποία βεβαίως έχει ποίμνιο. Και δεν είναι κατ’ όνομα Επίσκοπος.
16.- Εθνοφυλετισμός
Εθνοφυλετισμός αποκαλείται η σύνδεση φυλής και θρησκείας, παρά τις περί αντιθέτου διδασκαλίες του Ευαγγελίου και των Πατέρων: «υμείς δε γένος εκλεκτόν, βασίλειον ιεράτευμα, έθνος άγιον, λαός εις περιποίησιν» (Πέτρ. Α΄ 2. 9), «Ακούσατε, λαοί, φυλαί, γλώσσαι, άνδρες, γυναίκες, παίδες, πρεσβύται, νεανίσκοι, και νήπια, το έθνος των χριστιανών το άγιον» (Ιω. Δαμασκηνός).
Ο εθνοφυλετισμός είναι μια παλιά ιστορία, προερχόμενη από τη Δύση και πρώτα – πρώτα από τη φράγκικη Ρώμη και πήρε την πιο οξεία μορφή του τον 19ο αιώνα, κατά το προτεσταντικό πρότυπο, όπου κυριαρχούσε η αρχή «cujus regio, ejus religio» (ούτινος το κράτος, εκείνου και η θρησκεία) και πέτυχε κατά βάση την απόσχιση Μητροπόλεων από την Εκκλησία της Κωνσταντινούπολης και την υπαγωγή τους σε νεοσύστατα κράτη της Ευρώπης.
Ο θεσμός της λεγόμενης Πενταρχίας των πρεσβυγενών πατριαρχείων συγκροτούσε άξονα λειτουργίας του συνοδικού συστήματος, που εξασφάλιζε την κατά την οικουμένην ενότητα στη βάση της πολιτιστικής ομοείδειας όλων των κοινωνιών, οι οποίες ή ήταν σαφώς ελληνικές ή λίγο ή πολύ, είχαν υποστεί ελληνική επίδραση και αυτή η ελληνικότητα λειτουργούσε ως καταλύτης οικουμενικής ομογενοποίησης και ενοειδούς συνοχής των επιμέρους τοπικών εκκλησιών.
Πρώτοι οι Φράγκοι φιλοδόξησαν να
αυτονομηθούν από την ελληνορωμαϊκή «οικουμενικότητα», δηλ. να συστήσουν
αυτοκρατορία έξω από τα όρια του ελληνορωμαϊκού κόσμου, μια γερμανική
«οικουμένη» με δικό της εκκλησιαστικό-ενοποιητικό θεσμό, ένα εθνοφυλετικά
καθορισμένο πατριαρχείο. Ο δρόμος για τη γερμανική «οικουμένη» άνοιξε με τον
πρώτο, υπό την επιρροή των Φράγκων, επίσκοπο Ρώμης, Σέργιο Δ΄ το 1009 και
ολοκληρώνεται με τον Γερμανό πάπα Λέοντα Θ΄ το 1054, οπότε επήλθε και το Σχίσμα
Ανατολής και Δύσης.
Το παράδειγμα των Φράγκων
προσπάθησαν να το ακολουθήσουν, ανεπιτυχώς, οι Βούλγαροι υπό τον Συμεών αρχικά
τον 10ο αιώνα και κατόπιν το 1235, καθώς και οι Σέρβοι επί Στεφάνου
Δουσάν στα μέσα του 14ου αιώνα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου