Τετάρτη 28 Μαΐου 2025

O Αναληφθείς Χριστός, το σωτήριο χελιδόνι που μας οδηγεί στην Αιώνια Άνοιξη

 

 


Του Ἁγίου Νικολάου Ἀχρίδος

 

Ὅταν τὰ χελιδόνια μένουν ἀπὸ τροφὴ καὶ τὸ κρύο πλησιάζει, ξεκινοῦν τὸ ταξίδι τους γιὰ τὰ θερμὰ κλίματα. Ἐκεῖ θὰ βροῦν πολὺ ἥλιο καὶ ἀρκετὴ τροφή. Ἕνα χελιδόνι πετᾶ μπροστά, δοκιμάζει τὸν ἀέρα καὶ δείχνει τὸ δρόμο.

 λα τ πόλοιπα χελιδόνια κολουθον τν πορεία του.

 ταν ο ψυχς μας μένουν π τροφ στν λικ κόσμο κι ταν κρυάδα το θανάτου πλησιάζει, τότε τί καλ θ ταν ν πρχε να χελιδόνι σν κι κενο, ν μς δηγήσει σ τόπο θερμό, που θ βρίσκαμε πολλ πνευματικ ζέστη κα τροφή!

 πάρχει ραγε τέτοιος τόπος; Κα μπορομε ραγε ν βρομε τέτοιο χελιδόνι;

 ξω π τν κκλησία το Χριστο δν πάρχει κανένας πού ν μπορε ν δώσει ξιόπιστη πάντηση στ ρώτημα ατό. Μόνο κκλησία γνωρίζει κα μάλιστα μ βεβαιότητα. κκλησία γνωρίζει τ κομμάτι κενο το παραδείσου πού νοσταλγε ψυχή μας, τώρα πού ζε στ παγωμένο σύθαμπο τς πίγειας παρξής μας.

 Γνωρίζει πίσης τ ελογημένο κενο χελιδόνι, τ πρτο πού πετάει πρς τν τόπο τς νοσταλγίας, τς παγγελίας, πού διαλύει τ σκοτάδι, διαπερν μ τ δυνατ φτερ του τ βαρι τμόσφαιρα νάμεσα σ γ κα οραν κι νοίγει τ δρόμο γι τ σμνος πού κολουθε. Κι κόμα στρατευόμενη κκλησία στ γ θ σο πε γι’ μέτρητα σμήνη χελιδονιν πού κολούθησαν τ πρτο Χελιδόνι κα πέταξαν μαζί Του στν ελογημένο τόπο, που φθονον λα τ’ γαθ, τν τόπο τς αώνιας νοιξης.

 Θ χεις ντιληφθε πώς μ τ σωστικ ατ χελιδόνι ννο τν ναληφθέντα Κύριο ησο Χριστό. διος δν επε πώς εναι δός; Δν επε διος στος ποστόλους,«πορεύομαι τοιμάσαι τόπον μν· κα ἐὰν πορευθ κα τοιμάσω μν τόπον, πάλιν ρχομαι κα παραλήψομαι μς πρς μαυτόν» (ωάν. ιδ’ 2, 3); Κα πρν π’ατ δν τος εχε πε,«κγώ ἐὰν ψωθ κ τς γς, πάντας λκύσω πρς μαυτόν» (ωάν.ιβ’ 32);

 λ’ ατ πού διος εχε πε, ρχισαν ν κπληρώνονται λίγες βδομάδες ργότερα κα συνεχίζουν ν κπληρώνονται μέχρι σήμερα κα θ κπληρώνονται ς τ συντέλεια το κόσμου. Ατ σημαίνει πώς Χριστός, πού ταν ρχή τς πρώτης δημιουργίας το κόσμου, γινε ρχή κα τς δεύτερης δημιουργίας ελογημένη νακαίνιση τς παλις.

 

Ἡ ἁμαρτία ἔδεσε τὰ φτερὰ τοῦ Ἀδὰμ καὶ τῶν ἀπογόνων του κι ἔτσι ἀπομακρύνθηκαν ὅλοι ἀπὸ τὸν Θεό, τοὺς τύφλωσε ὁ ἴδιος πηλὸς ἀπὸ τὸν ὁποῖο εἶχαν πλαστεῖ. Ὁ Χριστός, ὁ πρῶτος Ἀδὰμ καὶ πρῶτος Ἄνθρωπος, ὁ πρωτότοκος πάσης κτίσεως, ἦταν ὁ πρῶτος πού ἀναλήφθηκε μὲ πνευματικὰ φτερὰ στὸν οὐρανό, στὸ θρόνο τῆς αἰώνιας δόξας καὶ δύναμης. Βάδισε τὸ δρόμο πρὸς τὸν οὐρανὸ καὶ ἄνοιξε ὅλες τὶς πύλες του γιὰ τοὺς πιστοὺς πού ἔχουν ἀνοιγμένα τὰ πνευματικὰ φτερά τους, ὅπως ὁ ἀετὸς ἀνοίγει τὸ δρόμο γιὰ τὰ ἀϊτόπουλα, ὅπως τὸ χελιδόνι πού πετᾶ πρῶτο, ἐπικεφαλῆς, δείχνει στὸ σμῆνος τὸ δρόμο κι ἐκμηδενίζει τὴν ἀντίσταση τοῦ ἀέρα.

 «Τς δώς μοι πτέρυγας σε περιστερς κα πετασθήσομαι και καταπαύσω;» (Ψαλμ. νδ’ 7), ναφωνε θλιμμένος Ψαλμωδς πρν π τν λευση το Χριστο. Γιατί; ξηγε διος: « καρδιά μου ταράχθη ν μοί, κα δειλία θανάτου πέπεσεν π’ μέ· φόβος κα τρόμος λθεν π’ μέ, κα κάλυψέ με σκότος» (Ψαλμ. νδ’ 5,6). Τέτοια τρομερ ασθηση νεκρικς παρξιακς γωνίας πρέπει ν πικρατοσε στς ρημις ατς τς ζως, σν φιάλτης σκοτεινς πού βάραινε λο τ λογικ κα δίκαιο κόσμο πρν π τν λευση το Χριστο.

 «Ποις θ μο δώσει φτερ γι ν πετάξω μακρι π’ατ τ ζωή;» πρέπει ν ταν ρώτηση πού καναν πολλς εγενικς κι εαίσθητες ψυχές. λλά πο θ κατευθυνθες, μαρτωλ νθρώπινη ψυχή; Μπορες κόμα ν νειρεύεσαι, ν νιώθεις τν τόπο τς θαλπωρς κα το φωτς π’ που ξορίστηκες; ο πύλες κλεισαν πίσω σου, τς προσέχουν τ χερουβμ μ τ πύρινα ξίφη τους, γι ν μποδίσουν τν προσέγγισή σου. μαρτία κόλλησε τ φτερά σου, χι τ φτερ το πτηνο, μ τ θεϊκά, κι χεις γκλωβιστε στ γ. Χρειάζεσαι κάποιον γι ν σ’ λευθερώσει πρτα π τ δεσμ τς μαρτίας, ν σ καθαρίσει κα ν ν σ βοηθήσει ν σταθες ρθιος.

 Μετ χρειάζεσαι κάποιον ν τοποθετήσει νέα φτερά, γι ν μπορέσεις ν πετάξεις. Μετ θ χρειαστες κάποιον λλον, κάποιον πολ δυνατό, γι τν ποο θ παραμερίσουν τ χερουβμ μ τ πύρινα ξίφη, στε γι χάρη Του ν περάσεις στν νδοξη πατρίδα σου. Κα τελευταο, χεις νάγκη π κάποιον πού θ ζητήσει γι λογαριασμό σου λεος π τν Δημιουργό, στε ν σ δεχτε ξαν στν τόπο τς αώνιας πατρίδας.

 Ατς «κάποιος» ταν γνωστος στν προχριστιανικ κόσμο.

 Ατοαποκαλύφτηκε ς Κύριος κα Σωτήρας μας ησος Χριστός, Υἱὸς το Ζντος Θεο. π γάπη γι σένα κατέβηκε π τν οραν στ γ, ντύθηκε νθρώπινη σάρκα, φυλακίστηκε γι χάρη σου, πειδ σουν φυλακισμένος, δρωσε, κρύωσε, πείνασε κα δίψασε, δέχτηκε μπτυσμούς, καρφώθηκε στ σταυρό, μεινε στν τάφο τρες μέρες, κατέβηκε στν δη γι ν καταστρέψει μι φυλακ χειρότερη π τν παροσα ζωή, πού εχε προετοιμαστε γι σένα ταν ψυχή σου θ χωριζόταν π τ σμα. Καί λ’ ατ γι ν σ σώσει π κε πού κυλιόσουν στ λάσπη τς μαρτίας, ν σ κάνει ν σταθες ρθιος. Μετ ναστήθηκε «κ νεκρν», γι ν δώσει κα σ σένα φτερά, ν πετάξεις στν ορανό. Τελικ ναλήφθηκε στν οραν γι ν’ νοίξει κα γι σένα τ δρόμο, ν σ δηγήσει στ σκηνώματα τν γγέλων.

 Τώρα δν χεις λόγο ν’ ναστενάζεις μ φόβο κα τρόμο, πως προφητάνακτας Δαβίδ, οτε ν πιθυμες πτέρυγας σε περιστερς. Τώρα μφανίστηκε ετός, πού νοιξε τ φτερά Του κα σο δειξε τ δρόμο. Τ μόνο πού χεις ν κάνεις, εναι ν’ ναπτύξεις τ πνευματικ φτερ πού σο δόθηκαν ταν βαφτίστηκες στ νομά Του κα ν πιθυμήσεις μ’ λη σου τν ψυχ ν’ νεβες κε που ναλήφθηκε διος.

  Κύριος κανε τ νενήντα ννι π τ κατ βήματα πού χρειάζεσαι γι τ σωτηρία σου. Δν θ προσπαθήσεις ν κάνεις τ βμα πού πέμεινε γι ν πιτύχεις τ σωτηρία σου, ταν μάλιστα «οτω γρ πλουσίως πιχορηγηθήσεται μν εσοδος ες τν αώνιον βασιλείαν το Κυρίου μν κα Σωτρος ᾿Ιησο Χριστο» (Β’ Πέτρ.α’ 11);

  νάληψη το Κυρίου π τ γ στν οραν ταν τόσο πρόσμενη στος νθρώπους, σο ταν κα στος γγέλους λευσή Του π τν οραν στ γ κι κατ σάρκα γένννησή Του. λλά κα ποι γεγονς στ ζωή Του δν ντιπροσωπεύει κάτι μοναδικ κι πρόσμενο στν κόσμο;

 πως ο γγελοι παρατηροσαν μ θαυμασμ πς ξεχώριζε Θες τ φς π τ σκοτάδι στν πρώτη δημιουργία κα τ νερ π τν ξηρά, πς τοποθέτησε τ στρα στν οράνιο θόλο κα πς δημιούργησε τ φυτ κα τ ζα π τ γ κα τελικ πλασε τν νθρωπο, δίνοντάς του ψυχ ζσα, τσι κι μες λοι βλέπουμε μ θαυμασμ τ γεγονότα τς ζως το Σωτήρα μας, π τν Εαγγελισμ τς Παναγίας Παρθένου ς κα τν νδοξη νάληψή Του στ ρος τν λαιν.

 π μι πρώτη ματι ταν λα πρόσμενα, ναπάντεχα. ταν μως γίνεται φανερ πώς πηρετον τ σχέδιο τς σωτηρίας μας, λοι ο λογικο νθρωποι πρέπει ν κραυγάσουν μ χαρ κα ν δοξολογήσουν τ δύναμη το Θεο, τ σοφία κα τν γάπη Του γι τ νθρώπινο γένος.

 Δν μπορες ν’ φαιρέσεις κάποιο γεγονς π τ ζω το Χριστο κα ν μ παραμορφώσεις λόκληρο τ ργο Του, πως δν μπορες ν κόψεις τ χέρι νς νθρώπου τ πόδι του κα ν μ τν παραμορφώσεις, ν βγάλεις π τν οράνιο θόλο τ φεγγάρι να μέρος π τ μυριάδες στρα κα ν μν παραμορφώσεις τν τάξη κα τ κάλλος το ορανο.

 Γι’ ατ μ σκέφτεσαι πώς σως «δν ταν παραίτητο ν’ ναληφθε Κύριος». ταν μερικο πό τούς ουδαίους ναγκάστηκαν ν παραδεχτον κα ν κραυγάσουν πώς «καλς πάντα πεποίηκε» (Μάρκ. ζ’ 37), πς μες πού βαφτιστήκαμε στ νομά Του ν μν πιστέψουμε πώς λα σα κανε ταν καλά; λα τ σχεδίασε κα τ φτιαξε μ μεγάλη σοφία. Κα νάληψή Του ταν καλ σχεδιασμένη, μ πολλ σοφία, πως ταν κι νσάρκωση, τ Βάπτισμα, Μεταμόρφωση κι νάστασή Του. «Συμφέρει μν να γ πέλθω» (ωάν. ιστ’ 7), επε Κύριος στος μαθητές Του.

 Βλέπεις πώς ρυθμίζει κα κάνει τ πάντα γι τ καλ τν νθρώπων; Κάθε λόγος κα κάθε πράξη Του χουν ς σκοπ τους τ καλ λων μας. Διαφορετικ δν θ εχε ναληφθε. ς μείνουμε μως στ διο τ γεγονς τς νάληψης, πως τ περιγράφει εαγγελιστς Λουκς στ δυό του ργα: στ Εαγγέλιο κα στς Πράξεις τν ποστόλων.

 Επε Κύριος στος μαθητές Του: «επεν ατος τι οτω γέγραπται κα οτως δει παθεν τν Χριστν κα ναστναι κ νεκρν τ τρίτ μέρ» (Λουκ. κδ’ 46). π ποιν γέγραπται; Τ γιο Πνεμα τ γραψε, μέσ τν προφητν στ νόμο το Μωυσ, στος προφτες κα στος Ψαλμούς. Κύριος κτιμ τ βιβλία ατά, στ μέτρο πού ναφέρονται προφητικ σ σα πρόκειτο ν το συμβον. κε εχαν γραφε κι κπληρώθηκαν. κε πρχε σκιά, δ ζω κι λήθεια.

 «Τότε διήνοιξεν ατν τν νον το συνιέναι τς γραφάς» (Λουκ. κδ’ 45). «διάνοιξη» το νο εναι θαμα σο μ νάσταση νεκρν, γιατί κάτω π τ πυκν πέπλο τς μαρτίας, νθρώπινη ντίληψη βρίσκεται στ σκοτάδι το τάφου.

 Διαβάζει, μ δν καταλαβαίνει, κοιτάζει, μ δ βλέπει, φουγκράζεται, μ δν κούει. Ποις νθρωπος στν ερουσαλμ εχε δε κι εχε διαβάσει καλύτερα πό τούς Γραμματες τ λόγια τν Γραφν; Μ τ προσέξανε τόσο λίγο! Γιατί Κύριος δν τράβηξε τν πυκν πέπλο π τ νο τους, στε ν κατανοήσουν κι ατο πως ο πόστολοι; πειδ ο πόστολοι θέλησαν ν γίνει ατ ν ο Γραμματες ρνήθηκαν.

 

Ἐπειδὴ οἱ Γραμματεῖς κι οἱ πρεσβύτεροι εἶπαν ὅτι «οὗτος ὁ ἄνθρωπος ἁμαρτωλός ἐστι» καὶ περίμεναν τὴν εὐκαιρία γιὰ νὰ τὸν σκοτώσουν, οἱ ἀπόστολοι ὅμως εἶπαν: «Κύριε, πρὸς τίνα ἀπελευσόμεθα; ρήματα ζωῆς αἰωνίου ἔχεις» (Ἰωάν. στ’ 68). Ὁ Θεὸς «διανοίγει τὸ νοῦ» ἐκείνων πού τὸ θέλουν χορηγεῖ τὸ ζῶν ὕδωρ σ’ αὐτοὺς πού διψᾶνε, ἀποκαλύπτεται σὲ ὅσους τὸν ἀναζητοῦν.

 


 

Ἀπό τό βιβλίο: Ἀναστάσεως Ἡμέρα, ἐκδ.Πέτρου Μπότση, ΘΗΣΑΥΡΟΣ ΓΝΩΣΕΩΝ ΚΑΙ ΕΥΣΕΒΕΙΑΣ

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Δημοφιλείς αναρτήσεις

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου