Παρασκευή 29 Μαρτίου 2024

 

Περί τν πιτιμίων γιά θέματα Πίστεως



Σχετικς μέ τό νακύψαν ζήτημα το κύρους, τς σχύος τν πιτιμίων τά ποα πιβάλλουν ναντίον ρθοδόξων Κληρικν λαϊκν αρετίζοντες πίσκοποι λλοι νώτεροι Κληρικοί (αρετίζοντες, ς μή εσέτι κκλησιαστικς καταδικασμένοι, λλά κηρύσσοντες καί προωθοντες αρεση) σημειώνουμε τά ξς. πιβολή πιτιμίου (ποινς) κατά το ρθοδόξου το ντιδρντος στήν αρεση κ μέρους το αρετίζοντος προϊσταμένου του, συνήθως νός πισκόπου (Μητροπολίτου, ρχιεπισκόπου, Πατριάρχου), κόμη καί ταν ρθόδοξη ντίδραση χει τήν μορφή διακοπς κοινωνίας καί μνημονεύσεως το αρετίζοντος κ μέρους το ρθοδόξου, πιβεβαιώνει καί τεκμηριώνει τήν αρετική διότητα το προϊσταμένου· πιδιωκόμενη τιμωρία πιβεβαιώνει οσιωδς τήν μομφή πί αρέσει κατά το προϊσταμένου, βάσει τς ποίας ρθόδοξος φιστάμενος ντέστη στόν αρετίζοντα προέβη κόμη καί σέ διακοπή κοινωνίας καί μνημονεύσεώς του (σέ . ποτείχιση, δηλαδή) – συμφώνως πρός τά προβλεπόμενα πό τούς 31ο ποστολικό Κανόνα καί 15ο τς Πρωτοδευτέρας Συνόδου. παραπάνω πιβεβαίωση συνίσταται στό τι αρετίζων προϊστάμενος, ποος πιβάλλει τήν ποινή κατά το ρθοδόξου,

(α) οτε προσκαλε τόν φιστάμενό του, ποος διαμαρτύρεται ποτειχίζεται γιά τήν αρεση, στε νά διευκρινισθον καί ποσαφηνισθον ο πίμαχες θεολογικές θέσεις το δίου το προϊσταμένου (βάσει το 31ου ποστολικο Κανόνος1 ),

(β) οτε ποκηρύσσει δημοσίως τήν αρεση γιά τήν ποία κατηγορήθηκε, στε νά ποσείσει φ’ αυτο πσα πόνοια αρέσεως καί πανορθώσει τήν φορμή το σκανδαλισμο,

(γ) οτε παινε τούς ντιδράσαντας κατά τς ναφανείσης αρέσεως, συμφώνως πρός τήν διακέλευση το 15ου Κανόνος τς Πρωτοδευτέρας, τι δηλαδή ο ρθόδοξοι πρέπει νά τιμον τούς ποτειχισθέντες ρθοδόξους ς προξένους νότητος καί σφαλείας τς κκλησίας («τς πρεπούσης τιμς τος ρθοδόξοις ξιωθήσονται» διότι «ο σχίσματι τήν νωσιν τς κκλησίας κατέτεμον, λλά σχισμάτων καί μερισμν τήν κκλησίαν σπούδασαν ρύσασθαι»)· τέτοιος παινος φαίνεται καί στά γραπτά το γίου Γρηγορίου το Θεολόγου, ποος πνεσε τήν καλή πρόθεση τν Μοναχν πού ποτειχίστηκαν πό τόν πατέρα του πίσκοπο Γρηγόριο (πί ποψί αρέσεως), μολονότι ψεξε τήν ταχύτητα καί περβολή τς ντιδράσεώς τους2 . 

πιβληθεσα, μως, πό τόν αρετίζοντα προϊστάμενο ποινή ναντι το ρθοδόξου φισταμένου του, ντιδρντος κόμη καί διά τς . ποτειχίσεως, χει κρος καί σχύ μεταξύ  τν ρθοδόξων; ννοεται, βεβαίως, τι οαδήποτε ποινή αρετικο κληρικο, δη ποκεκομμένου πό τό Σμα τς κκλησίας (δη καταδικασμένου), δέν χει οδεμία σχύ ναντι τν ρθοδόξων Κληρικν καί λαϊκν, φο κοινωνία πρός ατούς, κόμη καί ς συμπροσευχή, τιμωρεται πό τούς . Κανόνες (λ.χ. 10ο ποστολικό Κανόνα καί πολλούς λλους), δέ μαρτυρία τν αρετικν στό κκλησιαστικό δικαστήριο ναντίον ρθοδόξων Κληρικν λαϊκν δέν γίνεται δεκτή (βάσει τν . Κανόνων 75ου ποστολικο, 6ου τς Β΄ Οκουμενικς καί 129ου [τοι 138ου] τς Καρθαγένης). ν πρώτοις, εναι χαρακτηριστικός 3 ος . Κανών τς Γ΄ Οκουμενικς Συνόδου (431 μ.Χ.), ποος προφυλάσσει τούς ρθοδόξους πό τίς κκλησιαστικές ποινές (καί τήν συναφ πομόνωση) πού θά πέβαλλαν ο αρετίζοντες παδοί το καταδικασθέντος πό τήν Γ΄ Οκουμενική Σύνοδο ρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως Νεστορίου·εναι χαρακτηριστικό τό τι . Κανών κηρύσσει τό κυρον (τήν κυρότητα) τόσο τν ποινν σο καί ποιασδήποτε λλης κκλησιαστικς νεργείας χι μόνον κείνων τν αρετιζόντων ο ποοι δη «πέστησαν» πό τήν Οκουμενική Σύνοδο, λλά καί κείνων ο ποοι «φίστανται» πό ατήν· συνεπς, Κανών χει καί προληπτική σχύ ναντι τν μελλοντικν ποστατν τς Οκουμενικς Συνόδου, χάριν σων ρθοδόξων νδεχομένως θά διώκοντο πό τούς αρετίζοντες, τυπικς προϊσταμένους των:

«ν κάποιοι Κληρικοί, λοιπόν, πό κάθε πόλη περιοχή, πειδή φρονον ρθά, μποδίσθηκαν πό τήν ερωσύνη κ μέρους το Νεστορίου καί σων εναι μέ ατόν, ποδώσαμε δικαιοσύνη, στε καί ατοί νά λάβουν πάλι τόν δικό τους [ερατικό] βαθμό. Καί γενικς προστάσσομεν ο Κληρικοί πού χουν τό διο φρόνημα μέ τήν ρθόδοξη καί Οκουμενική Σύνοδο νά μή πόκεινται καθόλου μέ κανένα τρόπο στούς πισκόπους πού ποστάτησαν ποστατον» 3 . 

πό τούς γίους Πατέρες γιος Διονύσιος ρεοπαγίτης, ποος συνιστ σπουδαία θεολογική «πηγή» πιφανεστάτων θεολόγων Πατέρων, ς το σίου Μαξίμου το μολογητο καί το γίου Γρηγορίου το Παλαμ, πολύ χαρακτηριστικς στό ργο του «Περί κκλησιαστικς εραρχίας» βεβαιώνει, τι Θεός δέν πραγματοποιε τίς κακς καί παρά τό θεον θέλημα γενόμενες προσευχές το πισκόπου, οτε πικυρώνει τά παρομοίως δικα, ξ μπαθείας, πιτίμια το πισκόπου: «Μέ τόν τρόπο ατό [πού προελέχθη] ο εράρχες χουν καί τίς δυνάμεις τν φορισμν, δηλαδή ς φανερωτές τν θείων δικαιωμάτων· χι πειδή, ς τό πομε κατ’ εφημισμόν, πάνσοφη Θεαρχία [ Θεός] κολουθε ς πηρέτρια στίς παράλογες ρμές τους, λλά πειδή ατοί φορίζουν παξίως κείνους πού Θεός χει κρίνει, καθώς τό τελεταρχικόν Πνεμα τούς ποκινε [τούς εράρχες] προφητικς […] Λοιπόν ο νθεοι εράρχες τσι πρέπει νά χρησιμοποιον καί τούς φορισμούς καί λες τίς εραρχικές δυνάμεις, πως τυχόν τούς ποκινήσει τελετάρχις Θεαρχία [ Θεός]· καί ο πόλοιποι τσι πρέπει νά δίδουν προσοχή στούς εράρχες, σέ σα νεργον μέ τόν τρόπο τς εραρχίας, ς νά χουν παρακινηθε πό τόν Θεό· διότι λέγει “ποιος θετε σς, μέ θετε”» 4 .

 Κατά συνέπεια, οτε Θεός «νεργοποιε» τίς δικες, ξ μπαθείας, νέργειες τν πισκόπων, οτε φείλεται σέ ατές πακοή· πόσο λοιπόν περισσότερο σχύουν ατά, ταν πάρχει θρασεα καί δημοσία, «γυμν τ κεφαλ», παρέκκλιση το πισκόπου πό τήν ρθοδοξία, δηλαδή αρεση ! Τήν δια κριβς στάση υοθετε ρμηνεύοντας τόν γιο Διονύσιο καί σιος Μάξιμος μολογητής: «Σημείωσε τι, άν εράρχης φορίσει σχέτως πρός τόν σκοπό το Θεο, δέν τόν κολουθε θεία πόφαση· διότι ατά φείλει [ εράρχης] νά τά φαρμόζει σύμφωνα μέ τήν θεϊκή κρίση καί χι λόγ το δικο του θελήματος» 5 .

 Εναι χαρακτηριστική καί δημοφιλής ρμηνεία τήν ποίαν παραθέτει συμπαθν Πατριάρχης ντιοχείας Θεόδωρος Βαλσαμών (το 12ου α.), πιφανής καί γκριτος κανονολόγος, μέ φορμή τόν 29ο (τοι 37ο ) Κανόνα τς Καρθαγένης· ποία ρμηνεία πισημαίνει τι τιμωρούμενος πό πίσκοπο Κληρικός λαϊκός φείλει μέν νά τηρε τήν ποινή κοινωνησίας (φορισμό) πού το χει πιβληθε μέχρι νά κδικασθε, κόμη καί ν εναι ποινή δικη· ν μως φορισμός δέν χει πιβληθε γιά προβλεπόμενα δικήματα, λλά μόνον ς κδίκηση πό μέρους το παρανομοντος πισκόπου, τότε δέν πρέπει νά λαμβάνεται π’ ψιν. ς προσεχθε, τι ρμηνευτική ατή προσέγγιση κάνει λόγο γιά τόν κίνδυνο πού θά διέτρεχε δογματική Πίστη, εσέβεια, άν ο πίσκοποι πέλαυαν τέτοιας ξουσίας καί συδοσίας: «… ν μέν νεκα ατιν πού προβλέπονται πό τά παραπάνω κεφάλαια φορισθε κάποιος κληρικός, φείλει νά τηρήσει τόν φορισμό, πως καί ν πιβλήθηκε, καί νά μή τόν καταφρονε μέχρις του ξετασθε ατία του. ν μως γιά λλη ατία, καί χωρίς συσχετισμό πρός τίς παραπάνω ναφερόμενες, φορίσει πίσκοπος Κληρικό λαϊκό, διότι λ.χ. δέν ξεγείρεται ναντίον το πολιτικο ρχοντος διότι δέν δίδει στόν πίσκοπο κάποιο δικό του πργμα διότι δέν συμφωνε μέ τό δικο τολμηρό θέλημα το πισκόπου, τότε φορισμένος μπορε, χωρίς κανένα κίνδυνο, νά περιφρονήσει τόν φορισμό, καί μλλον θά φορισθε κενος πού φόρισε. Διότι, άν φ’ νός πίσκοπος χει τό δικαίωμα νά φορίζει εκαίρως καίρως κληρικούς καί λαϊκούς καί φ’ τέρου ο φοριζόμενοι χουν τήν ποχρέωση νά φυλάττουν τόν φορισμό, τότε ο πίσκοποι θά μεταβληθον σέ τυράννους καί θά κατακυριεύσουν τά πάντα καί κανένας δέν θά τολμ νά ντιλέγει σέ ατούς, πό τόν φόβο το φορισμο. σως μάλιστα νά χορέψουν καί θριαμβευτικά ατοί πάνω στήν {δια τήν} εσέβεια, καί τσι θά γίνουν ο εροί Κανόνες ατία πολλν κακν,πργμα τοπο. 

Πρόσεχε δέ καί τόν παρόντα Κανόνα {29ο τς ν Καρθαγέν}, ποος λέγει, τι τότε πρέπει νά τηρεται φορισμός, ταν πιβληθε γιά ραθυμία, δηλαδή γιά μάρτημα πού τό προβλέπουν καί τό τιμωρον ο Κανόνες»6 . Καί ν ατά, λοιπόν, εναι φανερά γιά τίς λοιπές παρανομίες, σες δέν σχετίζονται μέ τίς αρέσεις, λλά μέ τίς μπαθες νέργειες τν πισκόπων (κατά τόν γιο Διονύσιο, τόν σιο Μάξιμο καί τόν Βαλσαμνα), πρακτική τν γίων Πατέρων στόν γνά τους κατά τν αρέσεων, βεβαιώνει, τι θεωρεται δεδομένη νυποληψία καί νυπακοή τν ρθοδόξων πρός τίς ναντίον τους ποινές τν αρετιζόντων ψηλν Κληρικν. Θά ταν πλς διανόητη, προσκρούουσα στήν κοινή λογική, πόδοση εροκανονικς σχύος καί πακοή σέ ποινές τέτοιου εδους, ο ποες θά εχαν σκοπό νά κατασιγάσουν τίς ρθόδοξες ντιδράσεις καί νά δρανοποιήσουν τούς ρθοδόξους Κληρικούς, στε νά πικρατήσουν αρετικές σύνοδοι καί πίσκοποι! Θά φαίνονταν ο . Κανόνες ς στηρίγματα τς αρετικς λαίλαπος, πργμα παράλογο. ξ λων τν στορικν παραδειγμάτων, πί Μ. θανασίου, . Χρυσοστόμου καί λλων ρθοδόξων Πατέρων, πιλέγουμε ς πολύ εγλωττο τό το γίου Γρηγορίου το Παλαμ· ταν Οκουμενικός Πατριάρχης ωάννης Καλέκας, μετά τίς Α΄ καί Β΄ συχαστικές Συνόδους (το θέρους το 1341) στράφη κατά τς ρθοδοξίας καί προσπάθησε νά μετριάσει τίς κατά το Βαρλααμισμο ντυπώσεις, στρεφόμενος καί κατά το γίου Γρηγορίου το Παλαμ, τόν ποον φόρισε, ξέδωσε «Πατριαρχικόν Γράμμα», στό ποο πιτίθεται στόν γιο Γρηγόριο μεταξύ λλων, διότι « μέν ρχηγός καί προστάτης τν βλασφημιν Παλαμς, φο ξ σου κατακρίθηκε καί ατός καί ργάνωσή του (διότι οτε ποχώρησε στήν ντίδρασή του οτε μείωσε καθόλου τήν παράλογη φλυαρία του) κηρύσσεται πόβλητος καί πό τήν κκλησία το Θεο καί πό τήν ερωσύνη […] Γίνεται λοιπόν μέ τόν τρόπο ατό παύση καί ργία τους, μολονότι, χωρίς καθόλου νά πολογίσουν τήν πιτίμηση, προσκολλήθηκαν στήν ερωσύνη, τελώντας μέ τόλμη τίς μυστικές Θυσίες ν κρυπτ» 7 . 

περιφρόνηση το γίου Γρηγορίου κατν μοφρόνων ρθοδόξων κατά τς πατριαρχικς καθαιρέσεως καί το φορισμο, πιβεβαιώνεται πό τόν διο τόν γιο, ποος στήν «ναίρεση» πού συνέταξε κατά το πατριαρχικο γράμματος το αρετίζοντος Πατριάρχου ωάννου Καλέκα, σημειώνει: «λλά βέβαια ν ατός [ Καλέκας] προτιμ νά κάνει τσι λατρευτικές συνάξεις πού δηγον στήν πώλεια, πειτα μς, πειδή μαζί του δέν θέλουμε νά κάνουμε συνάξεις νά συμμετέχουμε προσκαλούμενοι, μς νομάζει ξένους καί λλοτρίους τς κκλησίας» 8 . Καί μόνον πό τά παραπάνω λίγα δείγματα τς κατά καιρούς κδηλωθείσης κκλησιαστικς συνειδήσεως περί τν πιτιμίων πού πιβάλλονται πό αρετίζοντες, μή ρθοδόξως καταδικασμένους, Κληρικούς σέ λλους Κληρικούς καί λαϊκούς, ρθοδόξους, χάριν τς ρθοδόξου Πίστεως, πιτιμίων δίκων, καθίσταται φανερό, τι ρθοδόξως ντιμετωπίζονται τά πιτίμια ατά ς παντελς νυπόστατα.

Πρωτοπρεσβύτερος Θεόδωρος Ζήσης μότιμος Καθηγητής Θεολογικς Σχολς Α.Π.Θ.

1. πως ρίζει . Κανών ατός γιά Κληρικούς ο ποοι διέκοψαν τήν κοινωνία πρός τόν πίσκοπό τους χι γιά λόγους εσεβεας καί δικαιοσύνης, τι πρέπει μέν νά καθαιρονται, λλά: «[…] Τατα δέ μετά μίαν καί δευτέραν καί τρίτην παράκλησιν το πισκόπου γινέσθω». 2. ΑΓ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΘΕΟΛΟΓΟΣ, Λόγος ΣΤ΄(Ερηνικός Α΄, πί τ νώσει τν Μοναζόντων) 11, PG 35, 736A.B: «[…] οχ ς χθρούς πεστράφημεν, λλ’ ς δελφούς περιεπτυξάμεθα μικρόν πέρ κλήρου πατρικο στασιάσαντος δελφικς, λλ’ ο πονηρς· καί τς μέν χθρας οκ πνέσαμεν, το ζήλου δέ πεδεξάμεθα· κρείσσων γάρ μπαθος μονοίας πέρ εσεβείας διάστασις».

3. «Ε δέ τινες τν ν κάστ πόλει χώρ κληρικν πό Νεστορίου καί τν σύν ατ ντων τς ερωσύνης κωλύθησαν διά τό ρθς φρονεν, δικαιώσαμεν καί τούτους τόν διον πολαβεν βαθμόν. Κοινς δέ τούς τ ρθοδόξ καί οκουμενικ Συνόδ συμφρονοντας κληρικούς κελεύομεν τος ποστατήσασιν φισταμένοις πισκόποις μηδ’ λως ποκεσθαι κατά μηδένα τρόπον».

4. ΑΓ. ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ, Περί κκλησιαστικς εραρχίας 7, 3, 3 (Θεωρία), 7· PG 3, 564B.D: «Οτω καί τάς φοριστικάς χουσιν ο εράρχαι δυνάμεις, ς κφαντορικοί τν θείων δικαιωμάτων, οχ ς τας ατν λόγοις ρμας τς πανσόφου θεαρχίας, εφήμως επεν, πηρετικς πομένης, λλ’ ς ατν ποφητικς ποκινοντι τ τελεταρχικ Πνεύματι τούς κεκριμένους Θε κατ’ ξίαν φοριζόντων […] Τούς μέν ον νθέους εράρχας οτω καί τος φορισμος καί πάσαις τας εραρχικας δυνάμεσι χρηστέον, πως ν τελετάρχις ατούς θεαρχία κινήσοι· τούς δέ λλους οτω τος εράρχαις, ν ος ν δρσιν εραρχικς, προσεκτέον, ς πό Θεο κεκινημένοις. “ θετν γάρ μς”, φησίν, “μέ θετε”». 5. ΑΓ. ΜΑΞΙΜΟΣ ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ, Ες τό περί τς κκλησιαστικς εραρχίας 7, 7· PG 4, 181B: «Σημείωσαι τι, άν παρά τόν σκοπόν το Θεο φορίσ εράρχης, οχ πεται ατ τό θεον κρμα· κατά γάρ θείαν κρίσιν καί ο διά θέλημα διον τατα φείλει πιφέρειν» .

6. Γ. ΡΑΛΛΗΣ – Μ. ΠΟΤΛΗΣ, Ο θεοι καί εροί Κανόνες, τόμ. Γ΄, θήνσιν 1853, σελ. 380ξ.: «… άν μέν ξ ατιν δηλουμένων ν τος διαληφθεσι κεφαλαίοις φορισθ παρά πισκόπου κληρικός λαϊκός, φείλει φυλάττειν τόν φορισμόν, κν πως ν καί πηνέχθη, καί μή καταφρονεν ατο, μέχρις ν δοκιμασθ τούτου ατία· ε δέ διά τι τερον μετόχως οτως φορίσ πίσκοπος λαϊκόν κληρικόν, τυχόν τι ο στασιάζει κατά το οκείου πραίτορος, τι ο δίδωσιν ατ πργμά τι οκεον, τι ο συναινε τ δίκ τολμηρ τούτου θελήματι, κινδύνως καταφρονήσει το φορισμο, καί μλλον φορίσας κολασθήσεται. Ε γάρ δοθ, εκαίρως καίρως, χειν π’ δείας τόν πίσκοπον φορίζειν λαϊκούς τε καί κληρικούς, καί χειν πρός νάγκης τούς φοριζομένους φυλάττειν τόν φορισμόν, κατατολμήσουσι τυραννίδος ο πίσκοποι καί παντός πράγματος κατακυριεύσουσι καί οδείς σται ντιπίπτων ατος διά τόν φόβον το φορισμο· σως δέ καί τς εσεβείας ατς κατορχήσονται, καί πολλν κακν παραίτιοι ο θεοι Κανόνες γενήσονται, περ τοπον. ρα γάρ μοι καί τόν παρόντα Κανόνα λέγοντα, τότε φείλειν τόν φορισμόν φυλάττεσθαι, ταν διά ραθυμίαν πενεχθ, γουν δι’ μάρτημα πεγνωσμένον πάντως τος Κανόσι». μετάφραση το κειμένου πό τό ρχιμ. ΕΠΙΦ. ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ, «Περί τινα “κανόνιστον” φορισμόν», ρθρα-Μελέται-πιστολαί, τόμ. Α΄, ν θήναις 1986, σελ. 163ξ. 7. ΙΩ. ΚΑΛΕΚΑΣ, Πατριαρχικόν Γράμμα, PG 150, 880D: « δέ γε ρχηγός καί προστάτης τν βλασφημιν Παλαμς, τά σα καί ατός μετά τς ταιρείας ατο καταψηφισθείς (οτε γάρ τς νστάσεως νεδίδου, οθ΄ πωσον καθυφίει τς λόγου δολεσχίας), κκήρυκτος καί κκλησίας Θεο καί ερωσύνης γίνεται […] Γίνεται μέν οτως τούτων πίσχεσις καί ργία, ε καί, μηδέν γησάμενοι τήν πιτίμησιν, ντείχοντο τς ερωσύνης, τολμηρς ναφέροντες τάς μυστικάς θυσίας ν ποκρύφ».

8. ΑΓ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΠΑΛΑΜΑΣ, τι τό πατριαρχικόν κατ’ ατο γράμμα ψεδός στιν ατόχρημα (τοι ναίρεσις Γράμματος Καλέκα), 31, κδ. Χρήστου 2, 611· ΕΠΕ 3, 576: «λλά γάρ οτω συνάγειν αρούμενος ες πώλειαν οτος, εθ’ μς ς μή συνάγειν συνάγεσθαι μετ’ ατο βουλομένους, ξένους νομάζει καί λλοτρίους τς κκλησίας».

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Δημοφιλείς αναρτήσεις

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου