Τρίτη 24 Οκτωβρίου 2023

 

Η ΟΥΝΙΑ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ (Z)

Έρευνα: πρωτοπρεσβυτέρου  Δημητρίου Αθανασίου (χημικού)

ΜΕΡΟΣ Z-

Εισαγωγικά.

Μέχρι τώρα παρουσιάσαμε αναγνωρισμένους από την Ορθόδοξη Εκκλησία ομολογητές Αγίους, που διακρίθηκαν στον πόλεμο κατά της Ουνίας.

Στην παρακάτω δημοσίευση αναφέρουμε αναλυτικά τους ομολογιακούς αγώνες εναντίον της Ουνίας ενός αγνώστου ομολογητή της Ορθοδοξίας.

Του Πρωτοσυγκέλου του Οικουμενικού Πατριαρχείου Νικηφόρου Παράσχη ο οποίος είχε δραματικό τέλος στα χέρια των Ουνιτών. Πέθανε από ασιτία.

Η αλήθεια είναι ότι ο Νικηφόρος Παράσχης Καντακουζηνός αγωνίστηκε υπέρ την ανθρώπινη φύση και καταδιώχθηκε από τις πολωνικές Αρχές ως πρόμαχος της Ορθοδοξίας. Με θάρρος στιγμάτιζε τον απαίσιο διώκτη των Ορθοδόξων, το βασιλιά Σιγισμούνδο. Για τους σκοτισμένους από την πλάνη και αμάθεια οφθαλμούς των αποστατών επισκόπων ήταν πολύ απρόσιτο αυτό το φως της αλήθειας, με το οποίο αποκάλυπτε κατά τη διάρκεια της συνόδου στο Μπρέστ τις πλάνες και τα ελαττώματά τους. Εν συνεχεία αναθεμάτισε τους μανιασμένους και αδιάλακτους ουνίτες και το όργανό τους, τον Ιησουΐτη Πέτρο Σκάργα. Όλα αυτά έστρεψαν το μίσος και την οργή των διωκτών του προς το πρόσωπό του, με αποτέλεσμα το μαρτυρικό του θάνατο. Η διάσωση της ορθόδοξης πίστης στην Πολωνία αναμφίβολα οφείλεται και στην αυτοθυσία του μάρτυρα Νικηφόρου.

Ο Νικηφόρος είχε την εκπληκτική τύχη να ζήσει μερικά από τα πιο συγκλονιστικά γεγονότα του τέλους του ΙΣΤ΄ αιώνα στην κοιτίδα τους, εκεί ακριβώς όπου διαδραματίστηκαν. Παράλληλα, όμως, είχε και τη φοβερή ευθύνη της συμμετοχής στη διαμόρφωσή τους. Ο ίδιος βρέθηκε αντιμέτωπος, περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο, με τη δεινή ιστορική πραγματικότητα που συνθέτει την ιστορία της Μητρόπολης του Κιέβου στο πέρασμα του χρόνου. Και είναι γεγονός ότι η κατά καιρούς στάση του και οι επιλογές του επηρέασαν καθοριστικά τη διαμόρφωση του εκκλησιαστικού, αλλά και του γενικότερου ιστορικού γίγνεσθαι. Ο Νικηφόρος πραγματικά πρόσφερε τον εαυτό του ως θυσία ολοκαυτώματος υπέρ της Ορθοδοξίας. Στους μεγάλους κόπους του οι εχθροί του αντέταξαν ανελέητες φυλακίσεις. Το έγκλημα από μέρους του φανατικού ρωμαιοκαθολικού Σιγισμούνδου, του μακιαβελικού Ζαμόγισκυ και των πανούργων Ιησουϊτών κατά του ιερού Νικηφόρου ήταν καταφανές, που παρέμεινε αιωνίως, όπως χαρακτηριστικά γράφει ο  οικουμενικός πατριάρχης Αθηναγόρας, «στίγμα αποτρόπαιον της ασεβούς και βαρβάρου και βδελυράς διαγωγής αυτών, εις αιώνιον ανάθεμα παραπέμπον αυτούς».

Άποψη του γράφοντος είναι ότι και αυτός πρέπει να αγιοκαταταχθεί ως ομολογητής ιερομάρτυρας.Τον αναλυτικό βίο και τους αγώνες του που παρουσιάζουμε στην συνέχεια δημοσιεύτηκαν για πρώτη φορά στο περιοδικο-ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ που εξέδωσε η Μονή Ξηροποτάμου.

Η ένωση του Μπρέστ και ο Πατριαρχικός Έξαρχος και ομολογητής Νικηφόρος, ο άγνωστος ιερομάρτυς.

Ο Πρωτοσύγκελος του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως, και Πατριαρχικός Έξαρχος, Νικηφόρος Παράσχης ο Καντακουζηνός, κατέχει μια ιδιαίτερη θέση στα ιστορικά γεγονότα της Ενώσεως του Μπρεστ. Υπήρξε ένας εξέχων αγωνιστής και γενναίος μαχητής εναντίον της Ενώσεως.

Σύντομα βιογραφικά στοιχεία

Ο Νικηφόρος γεννήθηκε σε κάποια πόλι της Ελλάδος πιθανότατα γύρω στο 1540. Σπούδασε στην Ιταλία, όπου και έμεινε μερι­κά χρόνια μετά τις σπουδές του. Ήταν αρχικά δάσκαλος και μετά διευθυντής ενός ελληνικού σχολείου στην Πάδουα. Εν συνεχεία, για επτά περίπου χρόνια ο Νικηφόρος κατείχε την θέση του ιεροκήρυκα στην ελληνική εκκλησία του Αγίου Μάρκου στην Βενετία.

Μετά το 1580 επέστρεψε από την Ιταλία και πολύ γρήγορα κατέλαβε μια αξιόλογη θέση στο περιβάλλον του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Χειροτονήθηκε διάκονος, μετά έγινε αρχιδιάκονος και τοποθετήθηκε στη θέση του Πατριαρχικού Πρωτοσυγκέλλου. Κατά τα έτη 1588-1590, όταν ο πατριάρχης Ιερεμίας ταξίδεψε στη Ρωσία, ο Νικηφόρος ήταν ουσιαστικά ο τοποτηρητής του Πατριαρχικού Θρόνου. Μετά την επιστροφή του Πατριάρχου το 1592 —μόλις τέσσερα χρόνια πριν από το πέρας των εργασιών της συνόδου της Ενώσεως του Μπρεστ— ορίστηκε Έξαρχος στην Μολδαβία και την Κοινοπολιτεία.

Και στις δύο αυτές θέσεις —του Πατριαρχικού Πρωτοσυγγέλου κατ' αρχήν και του Εξάρχου κατόπιν— είχε να αντιμετωπίσει ιδιαίτερα σοβαρές δυσκολίες. Έτσι, όταν έφυγε για την Μόσχα το 1588 ο πατριάρχης Ιερεμίας, άφησε πίσω του ένα θησαυρό τον οποίο σφετερίσθηκε ο σουλτάνος πάρα πολλές φορές. Εν συνεχεία, ο διορισμός του Νικηφόρου ως Εξάρχου στη δυτική Ρωσία ήταν κατάφορτος από ακόμη μεγαλύτερες δυσκολίες, καθώς η Ορθόδοξη Εκκλησία βρισκόταν σε δεινή κατάσταση και η στάση μιας ομάδος ιεραρχών προκαλούσε σοβαρές υποψίες. Για να εκπληρώσει την αποστολή του ο Έξαρχος έπρεπε όχι μόνο να έχει σπάνιες διοικητικές ικανότητες και θεολογική μόρφωση, αλλά ακόμη να έχει φθάσει σε υψηλά μέτρα αρετής και μέσα του να χτυπά μια πολύ γενναία καρδιά!

Η εμπλοκή του Νικηφόρου στην Βλαχία

Η προσοχή του Νικηφόρου, όταν ακόμη βρισκόταν στην Κωνσταντινούπολη συγκεντρώθηκε στη Βλαχία, όπου μετά τον θάνατο του βοεβόδα Πέτρου η θέση του «ηγεμόνα» παρέμενε κενή. Ο σουλτάνος ήθελε να τοποθέτηση ένα δικό του άνθρωπο. Τότε ο χριστιανικός πληθυσμός της Βλαχίας ανήσυχος και φοβισμένος προσέτρεξε στον Νικηφόρο, σαν σε πρόσωπο που είχε παρρησία στον σουλτάνο, παρακαλώντας να ικετεύσει τον μονάρχη να αντικαταστήσει τον Τούρκο με κάποιον Χριστιανό ονόματι Ααρών. Η έγκριση  του σουλτάνου κόστισε ένα τεράστιο χρηματικό ποσό, το οποίο δανείστηκε ο Ααρών με την εγγύηση του Νικηφόρου.

Τότε ακριβώς, εισέβαλε στη Βλαχία πολωνικό στράτευμα από την Κοινοπολιτεία υπό την ηγεσία του βασιλικού αρχηγού του στρατού Ίαν Ζαμοΐσκι. Αυτός ήθελε να επιβάλει τον δικό του υποψήφιο, τον Ιερεμία Μογιλά. Αντιδρώντας στα γεγονότα αυτά ο διοικητής της Κριμαίας έστειλε στη Βλαχία στρατεύματα για να προλάβει την ολοκλήρωση των σχεδίων του του αρχηγού του στρατού. Από την πλευρά του ο σουλτάνος έστειλε τϊς δυνάμεις του υπό την ηγεσία του Σινάμ-πασά. Το πολωνικό στράτευμα των έξι χιλιάδων ανδρών περικυκλώθηκε και πολιορκήθηκε. Ο Ιερεμίας Μογιλά και μερικοί ευγενείς της Βλαχίας που είχαν επιρροή πλησίασαν πάλι τον Νικηφόρο, παρακαλώντας τον να βοηθήσει για την αποτροπή της συγκρούσεως. Χρησιμοποιώντας το κύρος του ο Έξαρχος πέτυχε να πείσει τον Σινάμ-πασά να κάνει τον Ιερεμία «κυβερνήτη», υπό τον όρον ότι θα ορκιζόταν συμμαχία με τον σουλτάνο. Φυσικά ο σουλτάνος για να δώσει την συγκατάθεσή του πήρε και πάλι πλούσια δώρα.

Η καταδίκη της Συνόδου του Μπρέστ

Φαινόταν λοιπόν ότι η ενεργός ανάμιξη  του Εξάρχου στην εμπλοκή της Βλαχίας έπρεπε να προβάλει τον Νικηφόρο σαν τον άνθρωπο που προσέφερε μέγιστα ωφέλη και κέρδη στην Κοινοπολιτεία, αφού ο δικός της υποψήφιος έγινε ηγεμόνας της Βλαχίας και μετά τη λύση της πολιορκίας το πολωνικό στράτευμα γύρισε με ασφάλεια στην πατρίδα του. Όμως υπήρχαν άλλοι λόγοι για τους οποίους ο πολωνός βασιλιάς Σιγισμούνδος ο Γ' ήταν πολύ εχθρικός, αντί να είναι ευγνώμων προς τον Νικηφόρο. Η αιτία ήταν ότι όταν ο πατριαρχικός Έξαρχος βρισκόταν στην Βλαχία τον Αύγουστο του 1595, συνεκάλεσε Σύνοδο με την συμμετοχή δύο μητροπολιτών και τεσσάρων επισκόπων, η οποία διεκήρυξε με έμφαση την αντίθεσή της προς την Ένωση. Ακόμα, εκείνο τον καιρό ο Νικηφόρος εξαπέστειλε εγκύκλιο προς τους κληρικούς των δυτικών Ρωσικών περιοχών, με την οποία τους καλούσε να μην υπακούουν στους αποστάτες επισκόπους Υπάτιο Ποτέι (ή Ποτσέι) και Κύριλλο Τερλέτσκι, οι οποίοι υπέγραψαν την πράξη της Ενώσεως στη Ρώμη στις 23 Δεκεμβρίου 1595.

Σύλληψη του Νικηφόρου από τις τοπικές αρχές της Πολωνίας και η δραπέτευσή του και η ανάμιξή του στην Σύνοδο του Μπρέστ.

Μόλις ο Έξαρχος πέρασε τα σύνορα του Πολωνο-Λιθουανικοΰ κράτους, αμέσως κρατήθηκε από τις τοπικές αρχές κατά διαταγή του βασιλιά Σιγισμούνδου του Γ', ο οποίος ήταν αντίθετος στη συμμετοχή Ελλήνων κληρικών στη Σύνοδο του Μπρεστ. Η θέση  της βασιλικής αυλής ήταν απόλυτα ξεκάθαρη: Η Ένωση  ήταν εσωτερικό θέμα της χώρας.

Ο Έξαρχος Νικηφόρος πέρασε έξι περίπου μήνες κουραστικής αναμονής στο Τσοσίν, στο φρούριο της βασιλικής αυλής. Ο πρίγκιπας Κωνσταντίνος Οστρότσκι που είχε αντιληφθεί ότι χωρίς την αντιπροσωπεία της Ανατολικής Εκκλησίας οι αποφάσεις της συνόδου θα ήταν άκυρες, ζητούσε επίμονα την συγκατάθεση του Εξάρχου, άλλά οι προσπάθειες του ήταν μάταιες.

Ο Νικηφόρος τότε πήρε μια τολμηρή απόφαση. Κατέβηκε από τα τείχη του φρουρίου με ένα χοντρό σχοινί και δραπέτευσε στο Μπρεστ! Πιθανόν ο πρίγκιπας Κωνσταντίνος Οστρότσκι να ήταν ενήμερος του σχεδίου της φυγής, αφού ο Έξαρχος έφθασε στο Μπρεστ με την ακολουθία του πρίγκιπα.

Η παρουσία του Εξάρχου στη Σύνοδο ενεθάρρυνε την ορθόδοξη πλευρά και ισχυροποίησε την θέση της. Μαζί του είχε επίσημα έγγραφα του Πατριάρχου Ιερεμίου, τα οποία του έδιναν το δικαίωμα να προεδρεύει στις τοπικές συνόδους. Ήδη από το 1592 η σύνοδος της Κωνσταντινουπόλεως, υπό την προεδρία του Πατριάρχη , έδωσε στον Νικηφόρο το οφίκιο του «διδασκάλου» με το δικαίωμα της πρωτοκαθεδρίας σε όλες τις συνόδους μέσα στα όρια δικαιοδοσίας του Οικουμενικού Πατριαρχείου και το δικαίωμα να προηγείται κατά την απόδοση τιμών ακόμη και αυτών των μητροπολιτών και να διαχειρίζεται, εκ μέρους του Οικουμενικού Πατριάρχη, στις συνόδους κάθε ζήτημα αναφερόμενο στην πίστη και στην Εκκλησία.

Ο Νικηφόρος έστειλε δύο επιστολές στον μητροπολίτη Κιέβου Μιχαήλ Ραγκότζα (†1599) ζητώντας να διευκρινίσει την στάση του στο θέμα της Ενώσεως, αλλά δεν πήρε καμία απάντηση.

Στις 6 Οκτωβρίου 1596 οι ιεράρχες οι οποίοι είχαν αποδεχθεί κρυφά την Ένωσι συγκεντρώθηκαν στο ναό του Αγίου Θωμά για να διακηρύξουν τους όρους της Ενώσεως, που είχαν φέρει από την Ρώμη ο Ποτέι και ο Τερλέτσκι. Κανένας από τους Έλληνες Ιεράρχες που ήλθαν στο Μπρεστ δεν προσκλήθηκε να παρακολουθήσει την Σύνοδο. Οι εκπρόσωποι του ορθοδόξου κλήρου, των εκκλησιαστικών αδελφοτήτων και οι ρώσοι ευγενείς υποχρεώθηκαν να συγκεντρωθούν στο σπίτι του προτεστάντου Ραΐσκυ, όπου είχε καταλύσει ο πρίγκιπας Οστρότσκι και η ακολουθία του, επειδή όλες οι εκκλησίες κλείστηκαν τότε κατ' εντολήν του επισκόπου του Μπρεστ Υπατίου.

Τα ιστορικά γεγονότα της Συνόδου του Μπρεστ είναι αρκετά γνωστά, γι’ αυτό θα μας απασχολήσει μόνον ο ρόλος του Εξάρχου Νικηφόρου σ' αυτήν. Πέρασαν δύο μέρες διαπραγματεύσεων με τους επισκόπους που είχαν προσχωρήσει στην Ένωση. Ο Νικηφόρος, ως πρόεδρος της Συνόδου των Ορθοδόξων, έμενε σταθερά προσηλωμένος στους όρους του κανονικού δικαίου. Τρεις φορές κάλεσε τους επισκόπους να αναπτύξουν τις απόψεις τους και να απαντήσουν σε ερωτήσεις, αλλά και τις τρεις φορές οι αιτήσεις των απεσταλμένων του Εξάρχου απορρίφθηκαν. Έτσι η σύγκληση  της Συνόδου των Ορθοδόξων από την έναρξή της ήταν κατά πάντα σύμφωνη με τους κανόνες. Ο Έξαρχος Νικηφόρος για να συστηματοποιήσει την διεξαγωγή της Συνόδου συνέστησε να διαιρεθούν οι παρευρισκόμενοι σε δύο τάξεις, την ανωτέρα και την κατωτέρα, δηλ. σε κληρικούς και λαϊκούς, οι οποίοι θα συνεδρίαζαν ξεχωριστά. Σ' αυτό οδηγήθηκε από ένα κανονικό έθιμο που είχε εφαρμοσθεί από παλιά στην Κωνσταντινούπολη.

Τελικά στις 8 Οκτωβρίου ο Νικηφόρος εκφώνησε στους συνέδρους μακρά ομιλία, στην οποία περιέγραψε τη δύσκολη κατάσταση των δυτικών Ρωσικών περιοχών, οι οποίες είχαν καταλήξει να αποσκιρτήσουν από μερικούς επισκόπους, λόγω της προσχωρήσεως των τελευταίων στην Ένωση. Συνέστησε στην Σύνοδο να συζήτηση για ορισμένα θέματα: Για τους αποστάτες ιεράρχες, για την Ένωση που αποδέχτηκαν από κανονική άποψη και για την αποκατάσταση  της τάξεως στην Ορθόδοξη Εκκλησία Όλα αυτά τα ζητήματα ενέπιπταν στην αρμοδιότητα της Συνόδου. Ο Έξαρχος είχε βέβαια την εξουσία, μαζί με την Σύνοδο, να καθαιρέσει τους αποστάτες ιεράρχες, δεν είχε όμως την δυνατότητα να εγκαταστήσει νέους ιεράρχες στους θρόνους, επειδή αυτή η ενέργεια ενέπιπτε στην αποκλειστική αρμοδιότητα του Πατριάρχη.

Η βασιλική αυλή τρομοκρατήθηκε από αυτή την τροπή των γεγονότων. Απεσταλμένοι της απαίτησαν από τον πρίγκιπα Κωνσταντίνο Οστρότσκι να στερηθεί ο Νικηφόρος της προσωπικής του φρουράς και να φύγει από την μέση, με την πρόφαση ότι είναι σύμμαχος των Τούρκων. Ο πρίγκιπας απέρριψε όλες αυτές τις απαιτήσεις και είπε ότι θα αποδεχόταν την Ένωση μόνο μετά από την σύγκληση μιας Οικουμενικής Συνόδου, εφ' όσον όλοι οι  Ορθόδοξοι Πατριάρχες έδιναν την συγκατάθεσή τους για την Ένωση.

Οι Ουνίτες ιεράρχες έχοντας πεποίθηση ότι είναι μάταιο πια να συνομιλούν με την Ορθόδοξη πλευρά, διεκήρυξαν στις 10 Οκτωβρίου την «Ένωση με τη Ρωμαϊκή Εκκλησία» και τον αφορισμό των ανθενωτικών. Ανάμεσα σ' αυτούς που αφορίσθηκαν ήταν δύο επίσκοποι της δυτικής Ρωσίας, οι οποίοι αρνήθηκαν να αναγνωρίσουν την Ένωση —ο Γεδεών Μπαλαμπάν του Λβόφ (†1607) και ο Μιχαήλ Κοπυστένσκι του Πετερμύσλ (†1610)—, εννέα αρχιμανδρίτες, δεκαέξι πρωθιερείς και ένας σημαντικός αριθμός εφημερίων.

Την ίδια ημέρα η Ορθόδοξος Σύνοδος εξέτασε την υπόθεση των ιεραρχών που είχαν προσχωρήσει στην Ένωση. Στη Σύνοδο έγινε δεκτό ότι οι ιεράρχες αυτοί πρόδωσαν την Ορθοδοξία και χωρίς άδεια του Πατριάρχου και της Οικουμενικής Συνόδου προσπάθησαν να εισαγάγουν την Ένωση στις Ορθόδοξες χώρες της Κοινοπολιτείας και αγνόησαν τις προσκλήσεις του Συνοδικού δικαστηρίου σε τρεις περιπτώσεις, γι’ αυτό η Σύνοδος απεφάσισε να τους αποκόψει και να τους αφορίσει από την Ορθόδοξη Εκκλησία. Γι’ αυτό το θέμα συντάχθηκε μία έκκληση  προς το βασιλιά, με την οποία ζητούσαν να αφαιρέσει τους θρόνους από τους καθαιρεθέντες επισκόπους και να κηρύξει τις θέσεις τους χηρεύουσες. Μετά από σύσταση του Νικηφόρου συντάχθηκε μήνυμα της Συνόδου προς το ορθόδοξο πλήρωμα στη δυτική Ρωσία, το οποίο επανεβεβαίωνε την κανονικότητα του ορθοδόξου δόγματος, αναφερόταν στην αποκήρυξη της Ενώσεως από τον Νικηφόρο και επέτρεπε στους πιστούς να μνημονεύουν κατά τις λατρευτικές ακολουθίες το όνομα του Πατριάρχου αντί του μητροπολίτου.

Μετά από αυτά οι Συνοδικοί ορκίστηκαν να μείνουν αμετακίνητοι στην Ορθόδοξη ομολογία και να παραμείνουν πιστοί στο Ορθόδοξο Πατριαρχείο. Αυτή η στιγμή ήταν για όλους τους Συνοδικούς το μεσουράνημα της ζωής τους. Ο καθένας καταλάβαινε καλά την σπουδαιότητα των αποφάσεων της Συνόδου. Οι Ουνίτες επίσκοποι απέτυχαν να προσηλυτίσουν τον λαό των δυτικών Ρωσικών περιοχών. Η Ουνιτική Εκκλησία μόλις εμφανίστηκε, διεπίστωσε ότι ήταν απομονωμένη και οι Ουνίτες ιεράρχες αφορισμένοι. Όμως, ήταν προφανές ότι οι δυσκολίες των Ορθοδόξων πιστών δεν τελείωσαν και ότι η βασιλική αυλή θα εύρισκε τρόπο να εκδικηθεί για την παρεμπόδιση της ενωτικής πολιτικής.

Ο Έξαρχος Νικηφόρος είχε στην πραγματικότητα προκαθορίσει την πορεία των εργασιών της Συνόδου και την έκδοση των αποφάσεων της. Κατ’ αρχήν απήλλαξε τους Συνοδικούς από κάθε εμπλοκή και σύγχυση που θα μπορούσε να προκληθεί από ενέργειες ενωτικών επισκόπων. Κατόπιν, χρησιμοποιώντας όσες δυνάμεις διέθετε, προετοίμασε την δημιουργία μιας καταστάσεως κάτω από την οποία όλες οι πρακτικές συνέπειες και σκοποί της Ουνιτικής Συνόδου θα εξανεμίζοντο. Έκανε όλα όσα μπορούσε. Η παραμονή του στην Κοινοπολιτεία δεν ήταν πια ασφαλής. Σε οποιαδήποτε στιγμή μπορούσε να άρχιζε η δίωξη  από τις πολωνικές αρχές. Ο Σιγισμούνδος ο Γ' δεν έχασε καθόλου καιρό. Εξέδωσε διαταγή να εγκαταλείψουν την χώρα, το συντομότερο δυνατόν, όλοι οι Έλληνες που δεν ήταν υπήκοοι της Κοινοπολιτείας. Η διαταγή εκδόθηκε λίγο πριν φύγουν από την χώρα ο Έξαρχος Αλεξανδρείας Κύριλλος Λούκαρις, ο μητροπολίτης Βελιγραδίου Λουκάς και οι αρχιμανδρίτες του Άθωνος.

Ο Νικηφόρος παρέμεινε εκεί για λίγο καιρό ακόμα και αποδέχθηκε την πρόσκληση του πρίγκιπα Κωνσταντίνου Οστρότσκι να επισκεφθεί το Όστρογκ, όπου διέμενε ο βοεβόδας του Κιέβου. Στο Όστρογκ ο Έξαρχος εκμεταλλεύτηκε την ευκαιρία και δίδαξε στους μαθητές των τοπικών σχολείων διάφορες επιστήμες, χρησιμοποιώντας την πείρα του διδασκάλου που είχε από την Πάδουα. Όμως δεν τον κράτησε στο Όστρογκ μόνο η δυνατότητα της διδασκαλίας. Είχε καταλάβει ότι η παρουσία του στην Κοινοπολιτεία ενίσχυε τις τάξεις των ανθενωτικών. Ο Έξαρχος Νικηφόρος ήταν συνεχώς απησχολημένος. Έστελνε μηνύματα και επιστολές πείθοντας τους αμφιρρέποντας να παραμείνουν Ορθόδοξοι και απαλλάσσοντας τους ιερείς από την υποχρέωσή υπακοής στους Ουνίτες ιεράρχες. Έτσι τον Δεκέμβριο του 1596, έστειλε μήνυμα στο Λβόφ, με το οποίο επέτρεπε στους ιερείς να μη μνημονεύουν στη Λειτουργία τον Ουνίτη μητροπολίτη Μιχαήλ, ενώ καθόρισε ότι είναι αρκετό να μνημονεύουν μόνο τον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως.

Οι συκοφαντίες, η σύλληψή του και η καταδίκη του.

Ασφαλώς μ' αυτές τις ενέργειες ο Νικηφόρος απέκτησε φήμη ενός ανθρώπου πολύ επικινδύνου για τον βασιλιά Σιγισμούνδο τον Γ’, ο οποίος αναζητούσε μία πρόφαση για να τον φυλακίσει. Πολύ σύντομα βρέθηκαν μερικά έγγραφα σε κάποιον Ίαν Βολοσάνιν, έναν υπηρέτη του πρίγκιπα Κωνσταντίνου Οστρότσκι. Ήταν ιδιωτικές επιστολές γραμμένες από ένα κληρικό της Ελλάδος προς τους γνωστούς του, στις οποίες παρεπονείτο για το πόσο δύσκολο του ήταν να ζει ανάμεσα σ' αυτούς που υποχρέωναν τους Ορθοδόξους να εγκολπωθούν την παπική ομολογία Μία επιστολή που περιέγραφε θρησκευτική διαφωνία, περιείχε και τις εξής λέξεις: «Ο Θεός να χαρίζει υγεία στον βασιλιά μας  και αυτός θα επιτεθεί στην Πολωνία Ακριβώς τώρα είναι η πιο κατάλληλη ώρα». Αυτές οι λέξεις έδωσαν αφορμή στον ηγεμόνα  Ίαν Ζαμοΐσκι (στην κατοχή του οποίου περιήλθαν οι επιστολές), να πάρει μέτρα εναντίον του εξάρχου Νικηφόρου με την κατηγορία της συνωμοσίας προς όφελος της Τουρκίας.

Στο τέλος Φεβρουαρίου του 1597, όταν συνήλθε στη Βαρσοβία ένα τμήμα της πολωνικής βουλής, ένα από τα πρώτα ζητήματα που ετέθη από τους Ορθοδόξους ήταν η επικύρωση  των αποφάσεων της Ορθοδόξου Συνόδου του Μπρεστ, σχετικά με την Ένωση. Αντιμετωπίζοντας τις θέσεις των Ορθοδόξων οι Ουνίτες προσέβαλαν τις αποφάσεις της Συνόδου με τον ισχυρισμό ότι ο Νικηφόρος και οι άλλοι ιεράρχες δεν είχαν δυνατότητα να συγκροτήσουν Σύνοδο και να καθαιρέσουν τους ενωτικούς επισκόπους. Τότε ο Ζαμοΐσκι παρουσίασε τον Ίαν Βολοσάνιν και τις επιστολές που βρέθηκαν επάνω του. Ο πρίγκιπας Κωνσταντίνος Οστρότσκι υπό την πλήρη προστασία του οποίου εξακολουθούσε να παραμένει ο Νικηφόρος όλο αυτό το διάστημα, υποσχέθηκε να τον προσαγάγει στην βουλή, απαιτώντας συγχρόνως, επειδή ήταν εξέχων επισκέπτης και Πατριαρχικός Έξαρχος, να έχει το ειδικό προνόμιο να δικαστή όχι από το δικαστήριο αλλά από τον ίδιο τον βασιλιά. Ο βασιλιάς έδωσε την συγκατάθεσή του.

Ο Έξαρχος Νικηφόρος έφθασε στη Βαρσοβία στις 10 Μαρτίου. Την ίδια μέρα ο βασιλιάς συγκρότησε μία ειδική επιτροπή. Έκτος από τον αταμάνο Ζαμοΐσκι, περιελάμβανε τους βοεβόδες της Κρακοβίας Πόζναν, Σαντομίρτζ, Βροκλάβ και άλλους. Η ακρόαση  της υποθέσεως άρχισε την επομένη ημέρα, όταν έφεραν τον Ίαν Βολοσάνιν στην πρωτεύουσα. Ανεγνώσθησαν οι επιστολές. Η πρώτη απηυθύνετο στον μητροπολίτη Ανδριανουπόλεως. Περιέγραφε τις διαφωνίες που ξέσπασαν και περιείχε μία παρατήρηση για την καταλληλόλητα του χρόνου επιθέσεως εναντίον της Κοινοπολιτείας. Η δεύτερη απηυθύνονταν  προς την αδελφή του αποστολέα και ασχολούνταν  με ιδιωτικές υποθέσεις. Η τρίτη επιστολή και η τέταρτη προορίζονταν για κάποιους ιερείς της Ανδριανουπόλεως και αναφέρονταν στην πρόσφατη στάση των Κοζάκων και στους είκοσι χιλιάδες περίπου Πολωνούς που σκοτώθηκαν κατά τον πόλεμο. Μετά την ανάγνωσή των επιστολών ο δημόσιος κατήγορος απήγγειλε κατά του Νικηφόρου την κατηγορία της προδοσίας και κατά του Ίαν της συνενοχής. Όταν τελείωσε την αγόρευσή του ο κατήγορος, πήρε τον λόγο ο επίτροπος Πριλέπσκι, ο οποίος απέρριψε την κατηγορία κατά του Νικηφόρου, με το σκεπτικό ότι ο Ίαν Βολοσάνιν πήρε αυτές τις επιστολές από κάποιον Έλληνα, ο οποίος πήγαινε στη Μόσχα και ο οποίος απλώς τον παρεκάλεσε να δώσει τις επιστολές αυτές στους παραλήπτες. Αυτό επιβεβαιώθηκε και από τον Ίαν Βολοσάνιν, ο οποίος διευκρίνισε ότι δεν πήρε ούτε οδηγίες, ούτε επιστολές από τον Έξαρχο Νικηφόρο. Με την κατάθεσή του αυτή οι κατήγοροι έχασαν το παιχνίδι. Η «υπόθεσις Νικηφόρος» φαινόταν να καταρρέει σαν χάρτινος πύργος. Αλλά τότε ακριβώς παρουσιάστηκε ο ηγεμόνας  Ζαμοΐσκι και μίλησε στο ακροατήριο. Αυτός κατέθεσε ότι κατά την διάρκεια της πρόσφατης εκστρατείας στη Βλαχία, ο Νικηφόρος ήλθε σ' αυτόν με επιστολές από τον Σινάμ-πασά και προσπάθησε να πείσει τον αρχηγό του στρατού να δεχθεί τους όρους που πρότεινε η τουρκική πλευρά -ο Βοεβόδας της Βλαχίας Ιερεμίας να ορκιστεί συμμαχία με τον σουλτάνο και να του δώσει τον γιο του ή τον αδελφό του για όμηρο. Επί πλέον πρόσθεσε ο Ζαμοΐσκι ότι ο έξαρχος του μετέφερε συμβουλή του Σινάμ-πασά: «Όπως ο Στέφανος έγινε βασιλιάς της Πολωνίας με την βοήθεια του σουλτάνου, έτσι και συ αν γίνεις υπάκουος υπηρέτης του κυρίου σου, θα εγκατάστασης στη Βλαχία τον ηγεμόνα που θέ­λουν οι Πολωνοί». Με αυτή την κατάθεσή ο Ζαμοΐσκι ήθελε να δείξει ότι ο Νικηφόρος δήθεν μηχανορραφούσε εις βάρος της Πολωνίας εδώ και πολύ καιρό και προσπάθησε να παρασύρη και τον ίδιο τον αρχηγό του στρατού  στην προδοσία. Αυτή η κατηγορία ήταν βέβαια πολύ πιο σοβαρή από την προηγούμενη. Το ακροατήριο της βουλής ακίνητο και παγωμένο περίμενε την απάντηση του Νικηφόρου.

Ο Νικηφόρος στην αρχή της ομιλίας του, στην ιταλική γλώσσα, ανέγνωσε ένα χαιρετιστήριο μήνυμα προς το βασιλιά και όλη την Πολωνική γερουσία, εκ μέρους των τεσσάρων ορθοδόξων πατριαρχών και υπενθύμισε στο ακροατήριο ότι ήταν επίσημος αντιπρόσωπος της Ορθοδόξου Εκκλησίας, Έξαρχος του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως και εστάλη στην Κοινοπολιτεία από τον Πατριάρχη λόγω των διαφωνιών μεταξύ των ορθοδόξων κληρικών. Ο Νικηφόρος απέρριψε όλες τις εναντίον του κατηγορίες, καταγγέλοντας ότι είναι κατασκευασμένες. Στη συνέχεια επικαλούμενος ελλιπή γνώση της πολωνικής γλώσσας ζήτησε να του δώσουν ένα διερμηνέα. Ο μορφωμένος Έλληνας συμπεριφέρθηκε όχι σαν κατηγορούμενος, αλλά μάλλον σαν κριτής, που ήλθε να βάλει τάξη στην περιοχή με την κρίση του. Αυτή η συμπεριφορά έφερε σε αμηχανία τον βασιλιά και ένα μέρος της γερουσίας. Υποσχέθηκαν ότι θα δώσουν διερμηνέα στον Νικηφόρο και η ακρόαση  της υποθέσεως ανεβλήθηκε. Ο βασιλιάς έδωσε εντολές να παραμείνει ο Νικηφόρος στο κάστρο, για να ετοιμάσει λεπτομερείς απαντήσεις στην κατηγορία του Ζαμοΐσκι.

Για μερικές μέρες ο Έξαρχος παρέμεινε στην αφάνεια. Του έδωσαν ένα διερμηνέα, κάποιον Πέτρο Αρκούδη, έναν Έλληνα εκπαιδευμένο σε κολλέγιο Ιησουϊτών, που ήρθε από τη Ρώμη μαζί με τους ουνίτες επισκόπους Ποτέι και Τερλέτσκι. Τελικά ο Σιγισμούνδος ο Γ' δέχθηκε να ακούσει τον Νικηφόρο, όχι όμως στη γερουσία, αλλά σε ένα κύκλο προσώπων της απολύτου εμπιστοσύνης του. Του συνέστησαν να ομολογήσει τη σύνταξή των επιστολών για τη Τουρκία και τη συμμετοχή του πρίγκιπα Κωνσταντίνου Οστρότσκι σ' αυτό! Αλλά ο Νικηφόρος απέρριψε όλες αυτές τις προτάσεις. Τότε έφεραν τον Ίαν Βολοσάνιν και άρχισαν να τον βασανίζουν, απαιτώντας να ομολογήσει από ποιον πήρε τις επιστολές και αν ο πρίγκιπας Οστρότσκι γνώριζε γι’ αυτές. Ο Ίαν τρομερά φοβισμένος επαναλάμβανε ξανά και ξανά ότι δεν γνώριζε το περιεχόμενο των επιστολών, που του έδωσε κάποιος μοναχός. Ανίκανοι να πάρουν οποιαδήποτε πληροφορία από αυτόν ο βασιλιάς και η γερουσία αποφάσισαν να εγκαλέσουν τον Νικηφόρο. Εκτός από την κατηγορία της προδοσίας και της υποκινήσεως σε προδοσία, τον κατηγόρησαν επίσης και για διενέργεια μαύρης μαγείας, διαπράξεως μοιχείας με την μητέρα του σουλτάνου και για φόνο! Ήταν ολοφάνερο ότι οι κατήγοροι δεν είχαν επαρκείς αποδείξεις για να δικάσουν τον Έξαρχο. Τα μέλη της γερουσίας βρίσκονταν σε δύσκολη θέση. Αφ' ενός ο Νικηφόρος δεν μπορούσε να κατηγορηθεί για εσχάτη προδοσία επειδή δεν ήταν υπήκοος του βασιλιά, αφ' ετέρου ένα μέρος των κατηγοριών (μαύρη μαγεία, μοιχεία κλπ.) ενέπιπτε στην αρμοδιότητα εκκλησιαστικού δικαστηρίου. Η μόνη σοβαρή κατηγορία ήταν ότι ο Έξαρχος έφθασε στην Σύνοδο του Μπρεστ χωρίς γραπτή άδεια του βασιλιά. Όμως ο Νικηφόρος διαβεβαίωσε ότι ο πρίγκιπας Οστρότσκι είχε στείλει δύο Πολωνούς ευγενείς στον βασιλιά με την παράκλησή να επιτρέψει στον Έξαρχο Νικηφόρο να παρακολουθήσει την σύνοδο. Η απάντηση  του βασιλιά ήταν καταφατική, αλλά δεν έδωσε καμία γραπτή απόκριση, με το πρόσχημα ότι όλες οι προσκλήσεις είχαν ήδη σταλεί στους αποδέκτες.

Αλλά για τους κατηγόρους τίποτε δεν ήταν τόσο καθαρό και ξάστερο, όσο η ενοχή του Νικηφόρου. Ο βοεβόδας Ιερεμίας έστειλε ανθρώπους από τη Βλαχία, που δήλωσαν ότι ο Νικηφόρος ήταν ένας Τούρκος κατάσκοπος, που δραπέτευσε από τις φυλακές Τσοσίν! Αλλά το χειρότερο απ’ όλα ήταν η αναχώρηση  του πρίγκιπα Οστρότσκι, ο οποίος άφησε μόνο του τον Νικηφόρο σ' αυτή την δύσκολη στιγμή. Κάτω απ’ αυτές ακριβώς τις συνθήκες ο Έξαρχος ανέβηκε στο βήμα για να υπερασπίση τον εαυτό του...

Πιθανότατα ο Νικηφόρος γνώριζε ότι ήταν μία από τις τελευταίες ομιλίες του και γι’ αυτό έκανε ό,τι ήταν δυνατόν για να αποδείξη την αθωότητα του. Αλλά ήδη η τύχη του Εξάρχου Νικηφόρου είχε αποφασισθεί.

Μίλησε ενώπιον των γερουσιαστών άλλες δύο φορές, αλλά ο βασιλιάς ποτέ δεν τόλμησε να επιτρέψει μία δημόσια ομιλία του Εξάρχου στη βουλή. Η βουλή τελείωσε τις εργασίες της, αλλά η ακρόαση  της υποθέσεως του Νικηφόρου κράτησε τρεις μέρες ακόμα. Μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν είχε βρεθεί ένα έγκλημα επαρκές, για να τον καταδικάσουν σε θάνατο ή φυλάκιση. Πριν από το τέλος της ακροαματικής διαδικασίας πήρε τον λόγο ο επίτροπος Πριλέπσκι, κατόπιν υποδείξεως του βασιλιά. Αυτός διαβεβαίωσε ότι για τις θρησκευτικές κατηγορίες δεν μπορούσε να δικαστή ο Έξαρχος εκεί, επειδή τέτοιες υποθέσεις υπόκεινται στην αποκλειστική δικαιοδοσία του Πατριάρχου. Δεύτερον, όσα συνέβησαν στην Κωνσταντινούπολη δεν ενέπιπταν στη δικαιοδοσία του βασιλιά, επειδή ο Σιγισμούνδος ο Γ' δεν είχε ακόμη καταλάβει την Κωνσταντινούπολη. Τρίτον, η κατηγορία της προδοσίας δεν είχε καμία σχέση με τον Νικηφόρο, επειδή έγινε φανερό ότι ο Ίαν Βολοσάνιν πήρε τα γράμματα όχι απ’ αυτόν, αλλά από κάποιον μοναχό κατά την μετάβασή του στη Μόσχα. Τέλος ο Έξαρχος δεν μπορούσε να κατηγορηθεί ούτε για μηχανορραφία εναντίον της Κοινοπολιτείας, επειδή με τις ενέργειές του συνέβαλε στην ασφάλεια του πολωνικού στρατεύματος και στην εγκατάσταση του πολωνού υποψηφίου, σαν ηγεμόνα της Βλαχίας. Όμως, παρ' όλα αυτά ο βασιλιάς διέταξε να κρατηθεί ο Έξαρχος Νικηφόρος, έως ότου βρεθεί ο συντάκτης των επιστολών και γίνουν ανακρίσεις για την δραστηριότητα του Εξάρχου στην Βλαχία.

Η εξέτασις της υποθέσεως του Νικηφόρου αναβλήθηκε για απροσδιόριστο χρονικό διάστημα. Τον κράτησαν στην Βαρσοβία για ένα διάστημα και μετά τον μετέφεραν στο φρούριο Μαρίενμπουργκ. Όμως εκεί ο Νικηφόρος δεν έζησε πολύ... Μεταξύ των Ορθοδόξων κυκλο­φόρησαν έντονες φήμες ότι, κατά διαταγή του βασιλιά ο Νικηφόρος «λιμώ ετελειώθη».

Πολλοί σύγχρονοι είναι βέβαιοι ότι ο Έξαρχος Νικηφόρος είχε τέλος μάρτυρος και ότι όλες οι εναντίον του κατηγορίες ήταν ασύστολα ψεύδη. Είναι φανερό ότι υπέφερε όχι επειδή δήθεν έγραψε τις επιστολές, αλλά για την δραστήρια επέμβασή του στη Σύνοδο του Μπρεστ και την παρεμπόδιση των σχεδίων των Ουνιτών.

Ο αγώνας του Πατριαρχικού Εξάρχου Νικηφόρου κατά την Ένωση του Μπρεστ ήταν παρόμοιος με τον αγώνα του αγίου Μάρκου της Εφέσου κατά τη Σύνοδο της Φλωρεντίας.

(Πηγή:  ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ-ΤΡΙΜΗΝΙΑΙΑ ΕΚΔΟΣΗ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΞΗΡΟΠΟΤΑΜΟΥ--ΤΕΥΧΗ 14-15).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Δημοφιλείς αναρτήσεις

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου