Σάββατο 29 Ιουλίου 2023

 Άλλες αιρετικές θεολογικές θέσεις και απόψεις στον Παπισμό. 


 

του πρωτοπρ. Δημητριου Αθανασιου 

(συνέχεια προηγούμενων δημοσιεύσεων με τον ίδιο τίτλο)


ΣΤ.  Θεού Ουσία και ενέργεια

Ο Θεός υπάρχει εκτός του κόσμου «κατ’ ουσίαν» (στις ενδοτριαδικές σχέσεις) και εντός του κόσμου «κατ’ ενέργειαν» (στις εξωτριαδικές σχέσεις). Ο Άγ. Επιφάνιος καταγράφει χαρακτηριστικά: Ο Θεός «εντός πάντων εστί και εκτός των όλων». Τόσον ο Υιός όσον και το Άγ. Πνεύμα είναι προϊόντα του προσώπου του Θεού  Πατέρα και όχι της βούλησης ή της ενέργειάς του.

Ο Θεός είναι το «Άκτιστον», το «Ον». Ο Κόσμος είναι τα Κτιστά, δηλ. τα «ουκ όντα», ο δε κτιστός κόσμος ήλθε εις το «είναι» «εκ του μη όντος».

Ο Θεός-Πατέρας δημιουργεί τον κόσμο  δια του Υιού και εν Αγίω Πνεύματι («εκ Πατρός, δι’ Υιού, εν Αγίω Πνεύματι»), τον δε άνθρωπο τον δημιουργεί ως συμμέτοχο της δόξης του και ως συνδημιουργό.

Ο Θεός γνωρίζεται, δια των ενεργειών του και όχι δια της ουσίας του, διότι αυτή είναι ακατάληπτη και αμέθεκτη για κάθε κτιστό δημιούργημα, αγγέλους, αγίους και για την Θεοτόκο ακόμη.

Οι ενέργειες του Θεού από τις οποίες καθίσταται γνωστός είναι:

1. η αγαθότητα,

2.οι δωρεές,

3. οι χάριτες,

αυτές δε οι ενέργειες γεφυρώνουν την απόσταση της άκτιστης ουσίας με τα κτιστά. Έτσι τα κτιστά μετέχουν μέσω των ενεργειών του Θεού  στη θ. μακαριότητα.

Η Δυτική θεολογία δεν διαχωρίζει την ουσία από τις ενέργειες (τις οποίες θεωρεί κτιστές) και ουσιαστικά οδηγεί στην εξομοίωση και ταύτιση Θεού και κόσμου, που με τη σειρά της οδηγεί στη λατρεία των ειδώλων (=ειδωλολατρία).

Ο Πατέρας είναι το Αρχέτυπο, ο Υιός είναι η Εικόνα του Αρχέτυπου και το Άγ. Πνεύμα είναι το Φως του Αρχέτυπου. Ο άνθρωπος είναι το μόνο απ’ όλα τα κτιστά που κατέχει το «κατ’ εικόνα Θεού», γι’ αυτό και μόνον αυτός δύναται να έλθει σε κοινωνία με τον Θεό. Αυτή η κοινωνία διέρχεται μέσα από την γνώση του Θεού, που αρχίζει από το Άγ. Πνεύμα και δια μέσου του Υιού καταλήγει προς τον Πατέρα. (Ματθ. 11. 27): «και ουδείς επιγινώσκει τον υιόν ει μη ο πατήρ, ουδέ τον πατέρα τις επιγινώσκει ει μη ο υιός και ώ εάν βούληται ο υιός αποκαλύψαι».

Αυτή η κοινωνία με τον Θεό γίνεται με τον νου, του κέντρου της καρδιάς, η οποία καρδιά αποτελεί το κέντρο της ψυχής. Για να επιτευχθεί αυτό πρέπει να υπάρξει πρώτα κάθαρση της καρδιάς με την εξομολόγηση, να υπάρχει πνευματική παρακολούθηση, πλήρης συμμετοχή στην μυστηριακή ζωή της Εκκλησίας και απόλυτη τήρηση των θείων εντολών, ώστε να μπορέσει να φωτιστεί ο νους με τη Χάρη του Αγ. Πνεύματος. Για να εμπλισθεί ο πιστός με τη Χάρη του Αγίου Πνεύματος, πρέπει περνώντας από τα στάδια της κάθαρσης της καρδιάς και του φωτισμού του νου, να έχει αποδιώξει κάθε ηδονή και κάθε οδύνη, να έχει συνεχή μνήμη Θεού και να οδεύει προς την απάθεια (την απαλλαγή από τα πάθη), οπότε τότε θα δυνηθεί να έχει κοινωνία με τη Θεότητα, μέσω της κατάστασης του δοξασμού και της θέωσης (δηλ. της αγιότητας). Αυτό το τελευταίο σαφώς αναφέρεται από τον Παύλο, όπου ακριβώς γράφει, ότι μόνο με την αγιότητα μπορεί κανείς να βλέπει το Θεό και βέβαια, αν δεν τον βλέπει σ’ αυτή τη ζωή, δεν πρόκειται να τον δει στην άλλη ζωή: «Ειρήνην διώκετε μετά πάντων, και τον αγιασμόν, ου χωρίς ουδείς όψεται τον Κύριον» (Εβρ. 12. 14).

Ο φωτισμός του νου γίνεται με το φως του Αγ. Πνεύματος (3ο φως), που αποκαλύπτει το φως του Υιού (2ο φως), που γνωστοποιεί το φως του Πατέρα (1ο φως), όπως χαρακτηριστικά  λέγει η Π.Δ. (Ψαλμ. 35. 10): «ότι παρά σοί πηγή ζωής, εν τω φωτί σου οψόμεθα φως». Το ότι δε ο Υιός είναι εικόνα του Πατέρα το αναφέρει σαφώς η Κ.Δ.  (Κορ. Β΄ 4. 4): «... τον φωτισμόν του ευαγγελίου της δόξης του Χριστού, ος εστιν εικών του Θεού», (Κολ. 1. 15): «ος εστιν εικών του Θεού του αοράτου, πρωτότοκος πάσης κτίσεως».

Επομένως, ένα από τα επακόλουθα της διαφορετικής θεώρησης της Θεότητας μεταξύ Ανατολής και Δύσης αποτελεί το θέμα της Ουσίας και των ενεργειών του Θεού. Η ορθή διδασκαλία σ’ αυτό το ζήτημα είναι, ότι αφού η Ουσία του Θεού είναι άκτιστη, άκτιστες είναι και οι ενέργειές Του. Αντίθετα, η Δύση θεωρεί κτιστές τις Ενέργειες και κτιστή τη χάρη του Θεού, δηλ. στη Θεότητα ενυπάρχει και το κτιστό, ενώ το κτιστό ενυπάρχει σε ένα μόνο από τα τρία πρόσωπα, μόνο στο πρόσωπο του Χριστού.

Είναι λοιπόν, δυστυχώς και τούτο μια από τις πολλές διαφορές Ανατολής και Δύσης, που πρέπει να λαμβάνεται σοβαρά υπόψη στο θεολογικό διάλογο με τους ΡΚαθολικούς. Αν δεν δεχθούν οι ΡΚαθολικοί, ότι η Χάρη του Θεού είναι άκτιστη και όχι κτιστή, τότε δεν μπορούμε να ενωθούμε μαζί τους, διότι ποιος θα ενεργήσει τη θέωση, αν η θ. Χάρη είναι κτίσμα και όχι άκτιστη ενέργεια του Παναγίου Πνεύματος;

 

Ζ.Το προπατορικό αμάρτημα

Προπατορικό αμάρτημα είναι ο χαρακτηρισμός του αμαρτήματος των πρωτόπλαστων Αδάμ και Εύας, το οποίον είχε σαν συνέπεια την έξωσή τους από τον Παράδεισο και την είσοδο της πνευματικής θνητότητας στο ανθρώπινο γένος, αφού οι συνέπειες της παράβασης της θείας εντολής μεταβιβάζονται σε ολόκληρο το ανθρώπινο γένος. Πράγματι, ενώ για τον Αδάμ και την Εύα η ενοχή για την παράβαση της θείας εντολής ήταν προσωπική επιλογή και συνέπεια του αυτεξουσίου, για τους απογόνους του γενάρχη του ανθρώπινου γένους είναι κληρονομική συμμετοχή σε όλες τις συνέπειες (είσοδος της αμαρτίας και πνευματικός θάνατος). Η λύτρωση του ανθρώπινου γένους από το προπατορικό αμάρτημα και τις συνέπειές του προαναγγέλθηκε από το Θεό στην Π. Διαθήκη και εκπληρώθηκε με την Ενανθρώπηση, τα Πάθη και την Ανάσταση του Χριστού, ο οποίος αποκατάστησε την κοινωνία του ανθρώπου με το Θεό και κατάργησε με την Ανάστασή του τον θάνατο για να αποκαταστήσει το ανθρώπινο γένος στην προπτωτική του κατάσταση.

Η θεωρία της κληρονόμησης του προπατορικού αμαρτήματος είναι δυτικής προέλευσης και έχει πατέρα τον Αυγουστίνο, ο οποίος και επηρέασε την εν γένει δυτική σκέψη. Την κληρονόμηση του προπατορικού αμαρτήματος, πρώτη καθιερώνει η Τοπική Σύνοδος της Καρθαγένης το 419, με τον ρκα΄(121) κανόνα αυτής. Η Σύνοδος αυτή δογμάτισε κατ’ αυτό τον τρόπο, υπό την επίδραση της θεολογίας του παρόντος σ’ αυτήν του Επισκόπου Ιππώνος Αυγουστίνου, η δε θεολογία αυτή έκτοτε έγινε βασικό δόγμα των Λατίνων. Τον κανόνα αυτόν επικυρώνει και ο β΄ κανόνας της Πενθέκτης Οικουμενικής Συνόδου, αναφέρεται δε και στις μετέπειτα Τοπικές Συνόδους Κων/πόλεως 1638 και 1672, καθώς και Ιεροσολύμων 1672.

Το βασικό επιχείρημα των οπαδών της περί ενοχής θεωρίας του Αυγουστίνου είναι ο ισχυρισμός ότι, όπου στη Βίβλο και τα έργα των Πατέρων παρουσιάζεται διδασκαλία περί θανάτου, ασθενειών, κακουχιών και ταλαιπωριών, ως αποτελεσμάτων της πτώσεως, προϋποτίθεται διδασκαλία περί ενοχής του τιμωρούμενου, εφ’ όσον ο Θεός είναι δίκαιος και δεν δύναται να τιμωρεί αδίκως. Το γεγονός λοιπόν, ότι η ιουδαιοχριστιανική παράδοση παραδέχεται πτώση του ανθρώπου μετ’ ασθενειών, ταλαιπωριών και θανάτου, αποτελεί απόδειξη ότι όλη η ανθρωπότητα είναι ένοχος μιας τέτοιας αμαρτίας, η οποία δικαίως τιμωρείται από τη θεία δικαιοσύνη. Η διδασκαλία περί κληρονομικής ενοχής λοιπόν, αν και δεν αναφέρεται ρητώς και κατά τρόπο σαφή μέχρι του Αυγουστίνου, πρέπει όμως να θεωρηθεί ως προϋποτιθέμενη, αλλιώς δεν ικανοποιούνται οι απαιτήσεις για τις αντιλήψεις περί της θείας δικαιοσύνης. Είναι χαρακτηριστικός ο α΄ κανόνας της παπικής συνόδου του Τριδέντου του 1546: «εάν τις μη ομολογήση ότι ο πρώτος άνθρωπος ο Αδάμ….. επέφερε, δια της παραβάσεως αυτού, την οργήν και την αγανάκτησιν του Θεού, και δια τούτον τον θάνατον, μεθ’ ου πρότερον ηπείλησεν αυτόν ο Θεός….. ανάθεμα». Έτσι, η δυτική θεολογία διδάσκει, ότι: 1/ αίτιος του θανάτου είναι ο Θεός και 2/ ο θάνατος των δικαίων επετράπη ένεκα της θείας οργής για την παράβαση της πρώτης εντολής.

Για τους Έλληνες όμως Πατέρες δεν υφίσταται το τεθέν, υπό μορφή δικανική, πρόβλημα περί της κληρονομικότητας της ενοχής του Αδάμ και περί του επακόλουθου αυτής, δηλ. της τιμωρίας της ανθρωπότητας λόγω προσβολής της θείας  δικαιοσύνης. Έτσι, ο Θεός δεν δημιούργησε το θάνατο και επέτρεψε το θάνατο και των δικαίων από ευσπλαχνία και όχι από οργή. Επακόλουθο της δυτικής θεώρησης περί της προπατορικής ενοχής είναι, ότι κάθε άνθρωπος που γεννιέται φέρει κληρονομικά το προπατορικό αμάρτημα, από το οποίο αποκαθαίρεται με το βάπτισμα. Η θεώρηση όμως αυτή είναι αντίθετη προς την Πατερική Θεολογία, η οποία, όπως αναλύεται παρακάτω, δέχεται ότι με το βάπτισμα δεν αποπλύνεται το προπατορικό αμάρτημα, καθότι, απλούστατα, τέτοιο αμάρτημα δεν υφίσταται:

Ο ιερός Χρυσόστομος παρατηρεί ότι βαπτίζουμε και τα νήπια «καίτοι αμαρτήματα ουκ έχοντα», ώστε να προστεθή «αγιασμός, δικαιοσύνη, υιοθεσία, κληρονομία, αδελφότης του Χριστού τα μέλη είναι, το κατοικητήριον γενέσθαι του πνεύματος» (Θεοδώρου Ζήση, πρεσβυτέρου, καθ. Α.Π.Θ. : «Άνθρωπος και κόσμος εν τη οικονομία του Θεού κατά τον ι. Χρυσόστομον», σελ. 119).

Ο μακαριστός καθηγητής Ιωάννης Ρωμανίδης έγραψε:

«Υπάρχουν πολλοί τρόποι για να εννοήσουμε σε τι συνίσταται το προπατορικό αμάρτημα από Ορθοδόξου πατερικής πλευράς. Στην συνέχεια, θα τονισθεί η ουσία του προπατορικού αμαρτήματος.

Έχουν διατυπωθεί πολλές απόψεις σχετικά με αυτό το θέμα, στο οποίο φαίνεται η διαφορά της Ορθοδόξου θεολογίας, από άλλες ομολογίες.

Η ουσία του προπατορικού αμαρτήματος είναι βαθύτερη από αυτήν που συνήθως αποδίδεται. Κατ' αρχάς οι Άγιοι Πατέρες διδάσκουν από την εμπειρία τους, ότι ο άνθρωπος έχει δύο ειδών μνήμες - είναι η μνήμη των κυττάρων του σώματός του που βοηθούν στην καλή λειτουργία του, και είναι η μνήμη της καρδιάς, στην οποία καταγράφεται το όνομα του Θεού και στην οποία γίνεται αδιάλειπτη νοερά προσευχή.

«Σήμερα, οι επιστήμονες γνωρίζουν ότι υπάρχουν μέσα στον άνθρωπο δύο ειδών μνήμες. Υπάρχει η κυτταρική μνήμη, που λέγεται DNA, που είναι σαν μια ταινία σε ένα κασετόφωνο και παίζει την ανανέωση των κυττάρων του ανθρώπου με προγραμματισμένες εξελίξεις του κυττάρου. Και επειδή υπάρχει μνήμη, τα κύτταρα ξέρουν τι να κάνουν, δηλαδή ξέρουν πως να πολλαπλασιασθούν, σαν ένας ηλεκτρονικός υπολογιστής, που επιτελεί αυτό το έργο του πολλαπλασιασμού των κυττάρων.

Εδώ έχουμε κάτι το παράξενο, δηλαδή, που διαιρείται αδιαιρέτως, δηλαδή μερίζεται αμερίστως εν μεριστοίς το κύτταρο. Είναι πολύ παράξενο αυτό το πράγμα, διότι μοιάζει με το μυστήριο της παρουσίας του Θεού στον κόσμο, που περιγράφουν οι Πατέρες της Εκκλησίας, που ο Θεός μερίζεται αμερίστως εν μεριστοίς.

Αυτό κάνουν περίπου και τα κύτταρα. Ένα κύτταρο πολλαπλασιάζεται χωρίς το ίδιο να χάση την ταυτότητά του, γιατί κάθε φορά που πολλαπλασιάζεται το κάθε κύτταρο, είναι ολόκληρο το κύτταρο, και είναι όλα τα γονίδια, όλα τα ίδια κλπ. Και μέσα σε αυτά τα κύτταρα υπάρχει το DNA, το οποίο προγραμματίζει όλη αυτή την εξέλιξη και τον πολλαπλασιασμό των κυττάρων κ,ο.κ. Αυτό δεν θα μπορούσε να γίνει από το κύτταρο, αν δεν αποτελείτο από μνήμη. Υπάρχει ένα μνημονικό σύστημα μέσα του, που εγγυάται την σωστή εξέλιξη όλων των βιολογικών υπάρξεων του κόσμου, όλων των ζώων. Εκτός από αυτή την μνήμη που έχουν τα κύτταρα, έχουμε και την μνήμη που έχει ο εγκέφαλος· η μνήμη που υπάρχει στην φαιά ουσία, που έχει ο ζωικός κόσμος και ο άνθρωπος. Ακόμη και ο φυτικός κόσμος έχει μνήμη.

Τώρα, εκτός από αυτές τις μνήμες, που γνωρίζει σήμερα η επιστήμη, στην Ορθόδοξη παράδοση υπάρχει και άλλη μνήμη, η αέναη μνήμη Θεού, που έχει έδρα την καρδιά του ανθρώπου, αλλά είναι ένα μνημονικό σύστημα που έπαυσε να λειτουργεί εξ αιτίας της πτώσεως του ανθρώπου. Και όταν οι Πατέρες μιλάνε για πτώση, εννοούν τον τερματισμό του μνημονικού συστήματος, που υπήρχε στους Πρωτοπλάστους».

«Η ουσία του προπατορικού αμαρτήματος είναι ότι ο Θεός έπλασε τον άνθρωπο με δύο κέντρα της προσωπικότητάς του, δηλαδή. Το ένα κέντρο είναι το νευρικό σύστημα. Επικεφαλής του νευρικού συστήματος είναι ο εγκέφαλος, η φαιά ουσία δηλαδή, που συνδέεται με όλο το νευρικό σύστημα του ανθρώπου και κατευθύνει τις σχέσεις του ανθρώπου προς το έξω του εαυτού του. Μετά υπάρχει και το κυτταρικό σύστημα του ανθρώπου, που ξέρουμε τώρα από τους βιολόγους, τελικά, ότι αποτελεί ολόκληρο σύστημα, σαν κομπιούτερ δηλαδή, της κυτταρικής μνήμης».

Εκτός από το κέντρο αυτό της προσωπικότητος του ανθρώπου, είναι και ένα άλλο κέντρο που εδρεύει στην καρδιά, το πνευματικό κέντρο της προσωπικότητος του ανθρώπου. Έτσι, η πτώση του ανθρώπου είναι ο τερματισμός του πνευματικού μνημονικού συστήματός του. Αυτό είχε και ηθικές συνέπειες, αλλά ήταν οντολογικό πρόβλημα. 

«Πολλοί εννοούν την πτώση σήμερα ως ηθική πτώση, ενώ όταν μιλάει ο άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος για πτώση, δεν εννοεί ηθική πτώση, διότι δεν έχει ηθική ο Συμεών ο Νέος Θεολόγος. Ο Συμεών ο Νέος Θεολόγος είναι ασκητής. Διδάσκει ασκητική και όχι ηθική και σκέφτεται ασκητικά και όχι ηθικά. Εννοεί ότι οι άνθρωποι δεν έχουν νοερά προσευχή. Αυτό εννοεί, δηλαδή».

Αυτός ο τερματισμός του «μνημονικού συστήματος» της καρδιάς, στους Αγίους Πατέρες λέγεται «αμαύρωση» του κατ' εικόνα, «σκοτασμός του νοός», «ασύνετος νους». «Παντού στην πατερική γραμματεία το θέμα της πτώσεως είναι ο σκοτασμός του νοός του ανθρώπου». «Ο πεπτωκώς άνθρωπος είναι ο έχων εσκοτισμένον νουν. Τελείωσε»

Συγχρόνως, αυτός ο πεπτωκώς νους, χαρακτηρίζεται «ανενέργητος», δηλαδή «έπαυσε να λειτουργεί» φυσιολογικά, όπως δημιουργήθηκε από τον Θεό.

Όπως προαναφέρθηκε, οι Άγιοι Πατέρες μελετούσαν «την ιστορική περιγραφή της πτώσεως που αναφέρει η Αγία Γραφή», αλλά ερμήνευαν τα γεγονότα αυτά μέσα από την προσωπική τους εμπειρία, αφού γνώρισαν τι είναι ο φωτισμένος νους.

«Ο φωτισμός του ανθρώπου είναι η κατοίκησις του Αγίου Πνεύματος μέσα στην καρδιά του ανθρώπου, οπότε ο άνθρωπος γίνεται ναός του Αγίου Πνεύματος και το ίδιο το Άγιο Πνεύμα του Θεού ενεργεί μέσα στον νου του ανθρώπου και τον φωτίζει».

«Εμείς πώς ξεύρουμε πως ο νους του Αδάμ σκοτίσθηκε; Απλούστατα, διότι γνωρίζουμε ότι εμείς οι ίδιοι τώρα έχουμε εσκοτισμένον νου».

Οπότε, η εμπειρία του εσκοτισμένου και του φωτισμένου νου καθοδήγησε τους Αγίους Πατέρες να ερμηνεύσουν τόσο την προπτωτική όσο και την πτωτική κατάσταση του Αδάμ. Αυτό είναι απαραίτητο να τονισθεί, για να αντιληφθούμε ότι οι Άγιοι Πατέρες δεν ομιλούσαν φιλοσοφικά και φανταστικά, αλλά εμπειρικά. 

Μετά από αυτήν την επεξήγηση πρέπει να εντοπισθεί σε τι συνίσταται το ανενέργητο και το εσκοτισμένο του νου, δηλαδή πρέπει να διερευνηθεί τι είναι «ανενέργητος νους».

Ο νους του ανθρώπου, όπως δημιουργήθηκε από τον Θεό, έπρεπε να κινείται προς Αυτόν, να διακρίνεται για την λεγόμενη «υπέρ φύσιν» κίνηση. Με την πτώση, όμως, έχασε αυτήν την κίνηση και κινείται «κατά φύσιν» και «παρά φύσιν». Δηλαδή, η ενέργεια του νου είναι «ελαττωματική» και αυτό εκφράζεται με το ότι ο άνθρωπος γίνεται φίλαυτος, στρέφεται προς το σώμα, και αντί να έχει ανιδιοτελή αγάπη, έχει ιδιοτελή αγάπη.

«Στην πτωτική κατάσταση υπάρχει ο νους και αυτός ο νους είναι ανενέργητος, έχει υποτυπώδη ενέργεια και πρέπει αυτό να τεθεί σε ενέργεια».

Ανενέργητος νους λέγεται ο νους όταν «δεν λειτουργεί σωστά».

«Σε μάς τοποθετείται η πτώση στον νου, δηλαδή όταν ο νους έπαυσε να λειτουργεί. Αυτή είναι η πτώση».

Η μη φυσιολογική λειτουργία του νου σημαίνει ότι δεν δέχεται την ενέργεια του Φωτός του Θεού, οπότε σκοτίζεται και γι' αυτό κάνουμε λόγο για «σκοτασμό του νοός», που είναι το χαρακτηριστικότερο γνώρισμα της πτώσεως. Εσκοτισμένος νους «σημαίνει ότι η νοερά ενέργεια της καρδιάς του ανθρώπου δεν ενεργεί σωστά». Και αυτό είναι η αμαρτία. «Αμαρτία είναι ο σκοτασμός του νοός, το σκοτάδι μέσα στην καρδιά του ανθρώπου». Όλοι οι Πατέρες ομίλησαν για τον σκοτασμό του νου.

«Ας διαβάσετε οποίον Πατέρα θέλετε. Θα αναφερθούν στους Πρωτοπλάστους και στους διαδόχους των Πρωτοπλάστων, ως έχοντας εσκοτισμένο τον νου· εσκοτίσθη ο νους. Το λέμε και στον Ακάθιστο ύμνο. Πάντως, ο νους αυτός ο εσκοτισμένος είναι η διάγνωση, ότι γίνεται ο νους εσκοτισμένος και η θεραπεία είναι η φώτιση αυτού του νοός».

Οι Θεούμενοι ερμηνεύουν την αμαρτία ως ασθένεια.

«Στην αυγουστίνια παράδοση εμφανίσθηκε η αμαρτία υπό μίαν ηθική μορφή, ενώ στους Πατέρες της Εκκλησίας έχει μορφή αρρώστιας και εμφανίζεται η εξάλειψη της αμαρτίας με μορφή θεραπείας. Οπότε, έχουμε αρρώστια και έχουμε θεραπεία. Η αμαρτία είναι μια αρρώστια του ανθρώπου και δεν είναι απλώς η αταξία του ανθρώπου, ο οποίος δεν υπακούει στον Θεό σαν ένας υποτακτικός κ.ο.κ. Διότι η αμαρτία δεν είναι πράξη και παράβαση εντολών του Θεού, όπως γίνεται η παράβαση των νόμων του Κράτους κλπ. Υπάρχουν νόμοι, ένας παραβάτης παραβαίνει τον νόμο και πρέπει να τιμωρηθεί από τον νόμο κ.ο.κ. Ο Αυγουστίνος κατάλαβε την αμαρτία κατ’ αυτόν τον τρόπο, δηλαδή ότι ο Θεός έδωσε εντολές, ο άνθρωπος παραβίασε την εντολή του Θεού και ανάλογα τιμωρήθηκε».

Οι Πατέρες γνωρίζουν ότι με την πτώση ασθένησε ο άνθρωπος, αφού «αρρώστια είναι ο σκοτασμός του νοός». Γι' αυτό κάνουν λόγο για διάγνωση και θεραπεία.

«Η διάγνωση είναι ότι ο άνθρωπος υποφέρει από αυτή την αρρώστια που λέγεται αμαρτία, που είναι ο σκοτασμός. Και πόσες φορές κανείς τον βρίσκει αυτόν τον όρο στους Πατέρες, "σκοτασμός του νου"! συνέχεια, δηλαδή. Όπου να διαβάσεις έναν Πατέρα, μιλάνε όλοι για τον σκοτασμό του νου.

Λοιπόν, αυτός ο σκοτασμός του νοός είναι η διάγνωση. Η θεραπεία τι είναι; Ο φωτισμός του νοός. Έχουμε σκοτασμό και φωτισμό. Είναι η ίδια ορολογία. Σκότος και φως, δηλαδή. Σκοτασμός και φωτισμός, Αυτό είναι όλο το θέμα, δηλαδή»,

Επειδή ο Θεός είναι Φως και η απουσία του Φωτός δημιουργεί σκότος, γι' αυτό όταν ο νους δεν φωτίζεται από τον Θεό σκοτίζεται, δηλαδή αμαυρώνεται.

«Τι είναι η διάγνωση; Είναι το ότι η καρδιά του ανθρώπου έχει αμαυρωθεί. Αυτό που λέμε "νους" δηλαδή, στην μεταγενεστέρα γλώσσα των Πατέρων, αυτή η καρδιά έχει αμαυρωθεί· εξ αιτίας της πτώσης έχει χάσει την μνήμη του Θεού κ.ά. κ., και πρέπει να επανέλθει η μνήμη του Θεού».

Υπάρχει μια αναλογία μεταξύ του νου και του φακού του τηλεσκοπίου. Όταν ο φακός του τηλεσκοπίου έχει πρόβλημα, δεν μπορεί να περάσει το φως μέσα από αυτόν και να δει ο άνθρωπος. Έτσι και όταν ο νους του ανθρώπου αμαυρωθεί, ο άνθρωπος δεν μπορεί να δει τον Θεό.

«Τα άκτιστα μάτια που έχει, δηλαδή η άκτιστη Χάρη, που κατοικεί μέσα στον άνθρωπο, μέσα στον νου του ανθρώπου, μέσα στην καρδιά του ανθρώπου, αυτή η άκτιστη Χάρη έχει αμαυρωθεί από τις κηλίδες στον φακό που λέγεται νους. Και επειδή ο φακός δεν είναι γυαλισμένος, μέσα σε αυτό το τηλεσκόπιο, γι' αυτό το φως δεν λάμπει μέσα από αυτόν τον φακό ή δεν αφήνει το φως να περάσει, για να μπορεί κανείς να χρησιμοποιήσει το τηλεσκόπιο, για να βλέπει σωστά τα άστρα.

Κατά παρόμοιο τρόπο ο φακός που λέγεται νους, η καρδιά του ανθρώπου, έχει αμαυρωθεί και γι' αυτό δεν βλέπει ο άνθρωπος μέσα του την Βασιλεία του Θεού που είναι μέσα του ή την άκτιστη θεία Χάρη που είναι μέσα του. Και αυτό λέγεται τύφλωση. Ο άνθρωπος είναι τυφλός, εκτίσθηκε για να βλέπει τον Θεό, αλλά δεν βλέπει τον Θεό. Επομένως, από αυτής της απόψεως, ο άνθρωπος είναι τυφλός και δεν βλέπει το Φως».

Όταν κάνουμε λόγο για σκοτασμό του νου, δεν εννοούμε σκοτασμό της λογικής. -Στο προηγούμενο κεφάλαιο έγινε η διάκριση μεταξύ νου και λόγου- έτσι, με την πτώση του Αδάμ δεν έπαθε κάτι η λογική, αλλά ο νους.

«Ο νους ήταν εν θεοπτία και εσκοτίσθη. Δεν ήταν η λογική. Δεν έχουμε σημεία ότι η λογική του ανθρώπου είχε σκοτισθεί. Και οποίος έχει κάποια γνώση της μοντέρνας επιστήμης, βλέπει ότι ο άνθρωπος στο μυαλό του λειτουργεί μια χαρά».

«Ο άνθρωπος, ενώ μπορεί να είναι πολύ έξυπνος κατά την λογική του, εξ αιτίας της πτώσεως των Πρωτοπλάστων δεν φαίνεται να έπαθε κάτι, διότι όταν οι Πατέρες λένε ότι εσκοτίσθη ο νους του, δεν εννοούν την λογική του. Εάν ο νους ταυτισθεί με την λογική, θα φθάσει κανείς στο συμπέρασμα, εάν είχε σκοτισθεί ο νους προ τριών εκατομμυρίων ετών, όταν ο άνθρωπος είχε ένα μικρό κεφάλι με όγκο επτακόσια κυβικά εκατοστά, (ενώ τώρα έχει χίλια τετρακόσια κυβικά εκατοστά), ότι αν αρχίσαμε με σκοτισμένο νου, τώρα είναι πολύ φωτισμένος από ό,τι ήταν στην αρχή.

Όταν οι Πατέρες λένε ότι εσκοτίσθη ο νους των Πρωτοπλάστων, δεν εννοούν τον λόγο, αλλά εννοούν μια άλλη ενέργεια της ψυχής, που έχει ως κέντρο την καρδιά».

«Μπορεί άλλος να είναι πολύ σπουδαίος στις θετικές επιστήμες. Αλλά εξ επόψεως θεολογίας να είναι αγράμματος, διότι ο νους του είναι σκοτισμένος. Η λογική του είναι φωτισμένη, αλλά από τις θετικές επιστήμες. Οπότε, εξ αιτίας της πτώσεως του ανθρώπου, δεν έπαθε τίποτε η λογική του ανθρώπου. Εκείνο που έπαθε είναι ο νους του ανθρώπου, ο νους εσκοτίσθηκε».

Οι Πατέρες γνωρίζουν τον σκοτασμό του νου και από την εμπειρία τους, αλλά και από την ποιμαντική τους πείρα, όταν καθοδηγούν τα πνευματικά τους παιδιά. Επομένως, από της απόψεως αυτής, οι άνθρωποι χωρίζονται σε εκείνους που έχουν σκοτισμένο νου και σε εκείνους που έχουν φωτισμένο νου.

Μαζί με τον σκοτασμό του νου το προπατορικό αμάρτημα είναι σύγχυση του νου με την λογική, τα πάθη και το περιβάλλον. Ο νους προ της πτώσεως εκινείτο με ορμή προς τον Θεό, ελεύθερος από την ενέργεια της λογικής, των παθών και του περιβάλλοντος, όμως όταν παρέμεινε ανενέργητος ταυτίσθηκε με την λογική, τα πάθη και το περιβάλλον. Αυτό χαρακτηρίζεται ως πτώση.

«Μετά την πτώση ο νους είναι εσκοτισμένος. Γιατί; Διότι είναι γεμάτος από λογισμούς. Πότε συμβαίνει αυτό, το να σκοτισθεί ο νους από τους λογισμούς; Συμβαίνει, όταν οι λογισμοί της διανοίας κατεβούν στην καρδιά και γίνουν λογισμοί του νοός. Υπάρχουν, δηλαδή, λογισμοί στον νουν, που δεν πρέπει να υπάρχουν εκεί, διότι ανήκουν στην λογική-διάνοια. Ο νους πρέπει να είναι τελείως άδειος από λογισμούς, ώστε να μπορεί να έλθει στον άνθρωπο το Πνεύμα το Άγιο να κατοικήσει και να παραμένει μέσα του».

«Η πτώση του ανθρώπου εξ επόψεως πατερικής είναι η ταύτιση των ενεργειών του νοός με τις ενέργειες της λογικής. Όταν ο νους σκοτισθεί, ο σκοτισμένος νους στην ενέργειά του ταυτίζεται με την λογική και τα πάθη».

Όταν η νοερά ενέργεια «δεν λειτουργεί σωστά, τότε πλανάται εδώ και εκεί και έχει συγχωνευθεί με την λογική του ανθρώπου, δηλαδή, και αυτήν την ενέργεια την ονομάσανε "νοερά ενέργεια", δηλαδή είναι ο νους του ανθρώπου που δεν είναι ο λόγος του ανθρώπου».

Ο νους στην κατάσταση αυτή «δεν εργάζεται, άλλα έχει γίνει αιχμάλωτος της λογικής, δηλαδή των λογισμών· δεν λειτουργεί κανονικά».

Επομένως, προπατορικό αμάρτημα είναι το ανενέργητο του νου, ο σκοτασμός του νου και η ταύτισή του με την λογική, τα πάθη και το περιβάλλον. Αυτό έχει και φοβερές συνέπειες.

 

 «..δεν υφίσταται δια τους Έλληνας Πατέρας το υπό δικανικήν μορφήν τεθέν πρόβλημα περί της κληρονομικότητος της ενοχής του Αδάμ και περί της επακολουθησάσης τιμωρίας της ανθρωπότητος λόγω προσβολής της θείας δικαιοσύνης ή φύσεως» (Ι. Ρωμανίδη: πρεσβ. καθ. ΑΠΘ: "Το προπατορικόν αμάρτημα" 1992,  σελ. 19).

«Ούτω μεταχειριζόμενος τον Χριστόν ως την κλείδα της αρχεγόνου καταστάσεως περιγράφει ο Ειρηναίος (Λουγδούνων) την προς την τελείωσιν και αθανασίαν πορείαν των πρωτοπλάστων. Επομένως, όπως ο Χριστός εγεννήθη νήπιος και ακολούθως ηυξήθη σωματικώς, ηνδρώθη και προέκοψε και ετελειοποιήθη (όχι από της αμαρτίας προς την τελείωσιν, αλλά εκ καταστάσεως βρέφους εις τέλειον ηνδρωμένον διανοητικώς και σωματικώς, και δια πειρασμού ακόμη, άνθρωπον), ούτω και οι πρωτόπλαστοι εκτίσθησαν παρομοίως νήπιοι, ίνα αυξηθούν, ανδρωθούν και γίνουν τέλειοι σωματικώς και ψυχικώς. Ο Χριστός εγεννήθη άνευ αμαρτίας ή ελλείψεως. εν τούτοις όμως προέκοψε και ετελειοποιήθη. Ούτω και οι πρώτοι άνθρωποι επλάσθησαν άνευ αμαρτίας ή ελλείψεως, ίνα προκόψουν και γίνουν τέλειοι. Όπως ο Χριστός έγινε κατά την ανθρωπίνην φύσιν άφθαρτος και απαθής μετά την ανάστασιν, ούτω και ο άνθρωπος τέλειος γενόμενος θα έφθανε την αφθαρσίαν..... Κατά τον Ειρηναίον (Λουγδούνων) και τον Θεόφιλον (Αντιοχείας) οι πρωτόπλαστοι όντες νήπιοι προσεβλήθησαν υπό του σατανά και αδίκως επλήγησαν. Η δυνατότης της παρακοής της θείας εντολής τη συστάσει του όφεως οφείλεται κατά πολύ εις το γεγονός ότι οι πρώτοι άνθρωποι δεν είχον ακόμη τελειοποιηθή» (Ερμηνεία από το χωρίο: Ειρηναίου Λουγδούνων, Έλεγχος και ανατροπή της ψευδωνύμου γνώσεως, Δ΄ XXXVII, 3. Ι. Ρωμανίδη, ως ανωτέρω, σελ. 150-151).

«Άπαξ γίνει δεκτόν ότι η φθορά και ο θάνατος αποτελούν εκ Θεού τιμωρίαν όλων των ανθρώπων (όπως δια τον Αυγουστίνον η εις χείρας του διαβόλου και εις θάνατον καταδίκη του ανθρώπου είναι, ένεκα της εν τω Αδάμ συνενοχής όλων των ανθρώπων, θέλημα Θεού), δημιουργείται αδιέξοδον όσον αφορά την μετάδοσιν αυτών εις τους απογόνους του Αδάμ. Δια να διαφυλαχθή υπό τας προϋποθέσεις αυτάς η αγαθότης του Θεού, πρέπει κατά κάποιον τρόπον να είναι ένοχος της πτώσεως όλη η ανθρωπότης. Αλλά δια τους συγγραφείς (Έλληνες Πατέρες) δεν υφίσταται τοιούτον θέμα, απλούστατα διότι, κατ’ αυτούς ο θάνατος δεν είναι εκ Θεού. επετράπη ο θάνατος υπό του Θεού ουχί ένεκα τιμωρού τινός διαθέσεως της θείας δικαιοσύνης, αλλά τουναντίον ένεκα της θείας προς τον άνθρωπον ευσπλαγχνίας»

 ( Πηγή: "Εμπειρική Δογματική τής Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας κατά τις προφορικές παραδόσεις τού π. Ι. Ρωμανίδη" Τόμος Β΄.  Τού σεβ. Μητρ. Ναυπάκτου και αγ. Βλασίου Ιεροθέου)

Άλλοι σύγχρονοι εκκλησιαστικοί συγγραφείς έγραψαν σχετικά.

1. «Πουθενά στην Π. Διαθήκη δεν γίνεται λόγος για ένα αμάρτημα που μεταβιβάζεται κληρονομικά ως ενοχή στους απογόνους του Αδάμ, όπως το παρουσίασε κυρίως η δυτική θεολογία..... Νομίζω, όλη η ιστορία της Π. Διαθήκης είναι η επανάληψη του προπατορικού αμαρτήματος, ως παρακοής στο θέλημα του Θεού με όλες τις γνωστές συνέπειες. Με άλλα λόγια τα μεταπατορικά αμαρτήματα, ως παρακοή στο θέλημα του Θεού με τις γνωστές συνέπειες της έκπτωσης και της απώλειας αγαθών, έχουν ουκ ολίγη ομοιότητα με το προπατορικόν αμάρτημα, που φυσικά δεν είναι η σεξουαλικότητα!» (Ν. Ματσούκα, καθ. Θεολογικής ΑΠΘ. Επιστήμη, φιλοσοφία και θεολογία στην εξαήμερο του Μ. Βασιλείου, σελ. 39).

2.- «Η πατερική θεολογία είδε το προπατορικό αμάρτημα ως αρρώστια και δεν έκανε λόγο για καμιά κληρονομική ενοχή παρά μονάχα για την κληρονόμηση της φθοράς και του θανάτου». Όμως: «Επηρεασμένος ο άνθρωπος κυρίως από το νομικό πνεύμα και τη δικαιική τάξη, στο εκδηλούμενο κακό, θέλει πάντοτε ν’ αναζητεί ευθύνη και τιμωρία!» (Ι. Κορναράκη, καθ. Θεολογικής Παν. Αθηνών. Η κρίση της Θεολογικής αυτοσυνειδησίας. Παρακαταθήκη αρ. 35, σελ. 6). 

Ύστερα από όσα είπαμε έγινε σαφές ότι η ορθόδοξη παράδοση, θεωρώντας το προπατορικό αμάρτημα επί τη βάσει οντολογικών και όχι δικανικών προϋποθέσεων, όπως η δυτική παράδοση και ιδιαίτερα ο ιερός Αυγουστίνος, καίτοι το αντιλαμβάνεται ως τραγικό επεισόδιο μέσα στην όλη ιστορία της Θείας Οικονομίας, δεν προβληματίζεται καθόλου για την ενοχή που τυχόν αυτό συνεπάγεται και την εξάλειψή της.Ενδιαφέρεται κυρίως και κατ’ εξοχήν για τις συνέπειές του στην ανθρώπινη φύση, καθώς και για την άρση των συνεπειών αυτών με το σωτηριώδες έργο του Χριστού. Κι’ αυτό γιατί εκείνο που κληρονομείται κατ’ αυτήν στους απογόνους του Αδάμ δεν είναι η αμαρτία και η ενοχή του προπάτορά τους, αλλά οι οντολογικές συνέπειες του προπατορικού αμαρτήματος, δηλ. η φθορά και ο θάνατος της ανθρώπινης φύσης, απ’ όπου, όπως είδαμε, γεννιέται σε προσωπικό επίπεδο η αμαρτία. Από την άποψη αυτή η κατάργηση του θανάτου για την άρση των συνεπειών του προπατορικού αμαρτήματος και την απελευθέρωση του ανθρωπίνου γένους από το κράτος της αμαρτίας και του διαβόλου είναι κατά την ορθόδοξη παράδοση μονόδρομος. Και αυτόν ακριβώς το δρόμο ήλθε να ανοίξει με το θάνατο και την ανάστασή του ο Χριστός, καταργώντας το θάνατο και την εξουσία του και εγκαινιάζοντας τη νέα ζωή της αφθαρσίας και αθανασίας για ολόκληρη την ανθρωπότητα. Για να μπορέσει όμως ο άνθρωπος να βαδίσει αυτό το δρόμο, πρέπει να συνταφεί και να συναναστηθεί με το Χριστό, πράγμα που συντελείται υπαρξιακά και μυστηριακά με το Βάπτισμα. Αυτό αποτελεί την πύλη της εισόδου σ’ αυτή την καινούργια ζωή μακριά από το θάνατο, την αμαρτία και το διάβολο. Έτσι μόνο κατά την ορθόδοξη παράδοση όχι μόνο αποκαθίσταται το ανθρώπινο γένος στο αρχαίο του κάλλος, αλλά καθίσταται και ικανό να εκπληρώσει τον πρωταρχικό σκοπό, για τον οποίο δημιουργήθηκε, τη θέωσή του.

 

Η.Μνημόσυνο κεκοιμημένου

Είναι ένα από τα μυστήρια της Εκκλησίας και αποτελεί την υπέρτατη εκδήλωση αγάπης και συνάμα την κορύφωση της πίστης και της ελπίδας στους ακατάλυτους δεσμούς των μελών του σώματος, όπου δεν μπορεί να κυριαρχεί ούτε ο θάνατος ούτε η λήθη του. Η μνήμη των νεκρών κατά τη λειτουργία και τα μνημόσυνα αποτελούν μυστήριο που χαρακτηρίζει και περιγράφει τον τρόπο του δεσμού μεταξύ των μελών του σώματος. Η μνήμη των νεκρών και η δέηση για τη συγχώρηση των αμαρτιών τους γίνεται βάσει της αδιάσπαστης κοινωνίας «ζώντων και τεθνεώτων» και για να πετύχουν την τελείωση και την «ανάπαυση» τα μέλη, που έχουν προσωρινά αποχωρήσει από το σκηνικό των «αισθητών» σχέσεων. Η ωφέλεια εξάπαντος αφορά τους κεκοιμημένους.

Στον Παπισμό δεν θεωρείται μυστήριο, αλλά απλή τελετή, κατά την οποία γίνεται λόγος για το δυνατό της «ωφέλειας» που ενδεχομένως έχουν οι κεκοιμημένοι, μεγαλύτερη όμως θεωρείται η ωφέλεια που παρέχεται στους ζώντες.

Ορθόδοξη άποψη

Η Ορθόδοξη Εκκλησία τελεί τα μνημόσυνα για τους κεκοιμημένους Χριστιανούς και εύχεται γι’ αυτούς στον Θεό, αλλά με διαφορετικό τρόπο και για διαφορετικό λόγο από τους Λατίνους. Με άλλα λόγια, δεν είναι δυνατόν να συνδεθεί το καθαρτήριο πυρ των Λατίνων με τα μνημόσυνα, που γίνονται στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Το πρώτον προϋποθέτει κάθαρση δια της τιμωρίας, το δεύτερον προϋποθέτει τελείωση στην ατέλεστη πορεία του ανθρώπου προς την θέωση. Ο άγιος Μάρκος δίνει ενδιαφέρουσες πληροφορίες για το θέμα αυτό.

Τα μνημόσυνα στην Ορθόδοξη Εκκλησία γίνονται για όλους τους ανθρώπους που κοιμήθηκαν με την ελπίδα της αναστάσεως και την πίστη στον Ιησού Χριστό. Και επομένως, τα μνημόσυνα και οι ευχές της Εκκλησίας ωφελούν όλους τους κεκοιμημένους, δικαίους και αδίκους, αγίους και αμαρτωλούς. Βέβαια, διαφέρει η ευχή που λέγεται για κάθε Χριστιανό. Και για τους αγίους, δηλαδή, κάνουμε μνημόσυνα και προσφέρουμε κόλλυβα στις μνήμες τους, αλλά, επειδή έχουμε τεκμήρια αγιότητας και επειδή έχουν καταριθμηθεί στον κατάλογο και την χορεία των αγίων, γι’ αυτό και διαφορετική είναι η ευχή. Δεν παρακαλούμε τον Θεό να τους ελεήσει, αλλά προσευχόμαστε "εις τιμήν και μνήμην" και ζητούμε τις ευλογίες τους για μας.

Ο άγιος Μάρκος ο Ευγενικός  γράφει για την ωφέλεια των ευχών των μνημοσύνων:

"Υπέρ πάντων ομοίως ποιούμεθα των εν τη πίστει κεκοιμημένων, και πάσιν αυτάς συντελείν τι και συνεισφέρειν φαμέν προς άπαντας διαβαίνειν την απ’ αυτών δύναμιν και ωφέλειαν". Επομένως, οι ευχές γίνονται για όλους τους κεκοιμημένους «εν τη ορθοδόξω πίστει».

Προσεύχεται η Εκκλησία κατ’ αρχάς για τους αμαρτωλούς, οι οποίοι έχουν κλειστή στον άδη, "ίνα μικράς τινος ανέσεως τύχωσιν, ει και μη τελείας απαλλαγής". Προσεύχεται κυρίως για τους κεκοιμημένους εν πίστει "καν αμαρτωλότατοι είεν". Βέβαια, υπάρχουν και περιπτώσεις αγίων που προσευχήθηκαν και για ασεβείς, αλλά "η του Θεού εκκλησία των (μεν) τοιούτων ουδαμώς υπερεύχεται". Οι αμαρτωλοί και κεκλεισμένοι μετά τον θάνατο στον άδη ωφελούνται από τις ευχές αυτές, αφ’ ενός μεν γιατί δεν έχουν τελικά καταδικασθεί και ούτε ακόμη έχουν την τελεσίδικη απόφαση του δικαστού, αφ’ ετέρου δε γιατί ακόμη δεν έχουν πέσει στην κόλαση, πράγμα που θα γίνει μετά την Δευτέρα Παρουσία του Χριστού. Αν αυτό ισχύει για τους αμαρτωλούς, πολύ περισσότερο ωφελούν τα μνημόσυνα και οι ευχές αυτούς που μετανόησαν, αλλά δεν πρόφθασαν να καθαρισθούν τελείως και να φθάσουν στον φωτισμό του νου. Αν αυτοί έχουν ελάχιστα ή ελαφριά (κούφα)   αμαρτήματα, αποκαθίστανται στον κλήρο των δικαίων ή παραμένουν εκεί που βρίσκονται, δηλαδή στον άδη, και "κουφιούσι των δυσχερών και προς ελπίδας επανάξουσι χρηστοτέρας".

Τα μνημόσυνα, όμως, και οι ευχές της Εκκλησίας ωφελούν και τους δικαίους και τους οσίως βιώσαντας. Αυτή είναι κεντρική διδασκαλία της Εκκλησίας μας. Ο άγιος Μάρκος ισχυρίζεται ότι οι ευχές της θείας Λειτουργίας αποδεικνύουν ότι "και προς τους ήδη της παρά Θεώ μακαριότητος απολαύοντας η των ευχών τούτων και μάλιστα της μυστικής θυσίας δύναμις διαβαίνει". Αυτό φαίνεται σε σχετική ευχή κατά την θεία Λειτουργία του ιερού Χρυσοστόμου:

"Έτι προσφέρομέν σοι την λογικήν ταύτην λατρείαν υπέρ των εν πίστει αναπαυσαμένων προπατόρων, πατέρων, πατριαρχών, προφητών, αποστόλων, μαρτύρων, ομολογητών, εγκρατευτών, και παντός πνεύματος δικαίου εν πίστει τετελειωμένου".

 

Έστω κι αν, προσευχόμενοι για τους αγίους, δεν ζητούμε γι’ αυτούς αγαθά, αλλά ευχαριστούμε γι’ αυτούς και "εις δόξαν αυτών τούτο ποιούμεν, και ούτω τρόπον τινά και υπέρ αυτών η θυσία γίνεται και προς αυτούς διαβαίνει".

Ο άγιος Μάρκος χρησιμοποιεί και χωρίο του αγίου Διονυσίου του Αρεοπαγίτου, στο οποίο φαίνεται ότι ο ιεράρχης προσεύχεται και για τους τελειωθέντας κατά την θεία ζωή. Με την παράθεση του χωρίου αυτού ο άγιος λέγει ότι η δύναμη των ευχών και ιδίως της μυστικής θυσίας διαβαίνει "και προς τους δικαίως τε και οσίως βιώσαντας". Και αυτό εξηγείται, γιατί εν σχέσει με την τελειότητα και οι άγιοι είναι ατελείς και, επομένως, μπορούν να γίνουν χωρητικότεροι της θείας δόξης. Συγκεκριμένα γράφει: Διαβαίνει η δύναμη των προσευχών και της θείας Λειτουργίας και προς τους δικαίως και οσίως βιώσαντας "άτε και αυτούς ατελείς όντας και την προς ταγαθόν επίδοσιν αεί προσλαμβάνοντας και μήπω τελείας της μακαριότητος απολαύοντας".

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Δημοφιλείς αναρτήσεις

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου