Άλλες αιρετικές θεολογικές θέσεις
και απόψεις στον Παπισμό.
ερευνα:ρωτοπρεσβυτέρου Δημητρίου Αθανασίου
Β-Ικανοποίηση
της Θείας Δικαιοσύνης.
Ένα από θεολογικά ζητήματα, που χωρίζουν Ανατολή και Δύση είναι και το θέμα της ικανοποιήσεως της θείας δικαιοσύνης. Συγκεκριμένα, ενώ η Ορθόδοξη Εκκλησία πρεσβεύει, ότι ο θάνατος είναι δημιούργημα του διαβόλου, ο δε Λόγος σαρκώθηκε για να καταποντίσει το κράτος του θανάτου («θανάτω θάνατον πατήσας»), πράγμα που έγινε με την σταύρωση και ανάστασή Του, για την ΡΚαθολική «εκκλησία» ο θάνατος είναι δημιούργημα του Θεού, ο δε Λόγος σαρκώθηκε και σταυρώθηκε προς ικανοποίηση της θείας δικαιοσύνης και για να δώσει το καλό παράδειγμα της αγάπης και της υπακοής ως προϋπόθεση ένωσης με τον Θεό, αυτός δε ο θάνατος θα καταργηθεί με την β΄ παρουσία.
Η ανωτέρω Ορθόδοξη θέση τεκμηριώνεται από πάμπολλους Πατέρες της Εκκλησίας (Άγιο Ειρηναίο, Μέγα Αθανάσιο, Κύριλλο Αλεξανδρείας, Γρηγόριο Θεολόγο, Ιωάννη Χρυσόστομο, Μάξιμο Ομολογητή, Νικόλαο Καβάσιλα, Γρηγόριο Παλαμά κ.ά.) και αποτελεί την επίσημη θέση της Ορθόδοξης Εκκλησίας, ενώ η Ρωμαιοκαθολική «Εκκλησία» βασιζόμενη σε Δυτικούς «πατέρες» (Αυγουστίνο, Αβελάρδο, Άνσελμο, Ακινάτο κ.ά.) εκφράζει την εντελώς αντίθετη δογματική θέση, που εδράζεται στην διαφορετική της άποψη έναντι του προπατορικού αμαρτήματος και της δημιουργίας του Σατανά, τον οποίον θεωρεί ως όργανο και υπηρέτη του Θεού προς τιμωρία του ανθρώπου ένεκα της θείας οργής (ενώ η Ορθόδοξη δογματική θέση είναι η εκ διαμέτρου αντίθετη).
Ο πρώτος που διατύπωσε την παπική πλάνη αυτή ήταν ο «αρχιεπίσκοπος» Καντερβουρίας Άνσελμος (1033-1109), ιδρυτής του Σχολαστικισμού στη Δύση και «άγιος» της παπικής «εκκλησίας».
Στο σύγγραμμά του: «Cur Deus homo?» (Γιατί ο Θεός (έγινε) άνθρωπος;), διαπραγματεύεται το «πως» της απολυτρώσεως, χρησιμοποιώντας δικανικά και λογικά επιχειρήματα.
Την υιοθέτησε ο Θωμάς Ακινάτης (1225-1274), δίνοντάς της πιο σαφή καθορισμό, ως προς το περιεχόμενό της, την αποδέχτηκε ως «διδασκαλία της Εκκλησίας» η «Σύνοδος» του Τριδέντου (1545-1563) και τέλος η Α΄ «Σύνοδος» του Βατικανού (1870), την όρισε «δόγμα πίστεως» για την παπική «εκκλησία»!
Σύμφωνα με την άκρως κακόδοξη αυτή θεωρία, η πτώση του ανθρώπου δεν εκλαμβάνεται ως αστοχία, ως μια λαθεμένη επιλογή, όπως διδάσκει η Εκκλησία, αλλά ως «προσβολή της Θείας Δικαιοσύνης και του μεγαλείου του Θεού».
Η πτώση των Πρωτοπλάστων αποτέλεσε μια τρομακτικών διαστάσεων ύβρη και προσβολή κατά του Δημιουργού, προκαλώντας μια μεγάλη ενοχή, με την παράβαση του αιώνιου θείου νόμου.
Ήταν δε τόσο μεγάλη η προσβολή κατά του Θεού, όσο και η αξία του προσβαλλόμενου Θεού. Γι’ αυτό απαιτούνταν ανάλογη εξιλέωση, για την αποκατάσταση της «τρωθείσας θείας μεγαλειότητας και της ηθικής τάξεως».
Ο προσβαλλόμενος Θεός διατελούσε σε θυμό και μόνιμη αγανάκτηση και απέχθεια εναντίον του ανθρωπίνου γένους, το οποίο έπρεπε να υποστεί τις συνέπειες της προσβολής κατά του Θεού.
Για τούτο ο Θεός δημιούργησε τον θάνατο, ως «δίκαιη τιμωρία». Σύμφωνα με την βλάσφημη αυτή πλάνη, το θάνατο δημιούργησε ο Θεός και όχι διάβολος, όπως διδάσκει η Εκκλησία! Και όχι μόνον ο θάνατος, αλλά και η κόλαση είναι δημιούργημα του Θεού, για την «δίκαιη τιμωρία» του πεσόντος στην αμαρτία ανθρώπου.
Μάλιστα, όπως αναφέρεται σε παπικά «θεολογικά» κείμενα, στηριζόμενα σε ένα από τα πολλά ατυχή θεωρήματα του ι. Αυγουστίνου, ο Θεός ευφραίνεται βλέποντας τους κολασμένους να βασανίζονται και τέρπεται ακούγοντας τις φρικτές οιμωγές τους!
Αλλά ούτε ο θάνατος, ούτε η κόλαση, ως έσχατη τιμωρία, ήταν αρκετά να κατευνάσουν τον «θείο θυμό», να ικανοποιήσουν την «διασαλευθείσα ηθική τάξη» και την «τρωθείσα Θεία Δικαιοσύνη».
Έπρεπε να υπάρξει άλλου είδους «εξιλέωση», πολύ μεγάλη, ανάλογη του μεγέθους της θεία μεγαλειότητας. Και αν ακόμα είχε «θυσιασθεί» ολόκληρο το ανθρώπινο γένος, ως «θυσία εξιλέωσης», και πάλι δεν θα μπορούσε να καταλαγιάσει η «θεία οργή»!
Έπρεπε να θυσιαστεί κάτι ανώτερο από τον άνθρωπο. Γι’ αυτό επιλέχτηκε να θυσιαστεί ο Υιός του Θεού στη θέση του ανθρώπου. Να τιμωρηθεί Εκείνος στη θέση του ανθρώπου, να χύσει το αίμα Του για να ικανοποιηθεί ο «οργισμένος» ουράνιος Πατέρας!
Έπρεπε να πονέσει και να πεθάνει, με τον επώδυνο θάνατο του σταυρού, στη θέση των αμαρτωλών ανθρώπων, προσφέροντας το αίμα Του «λύτρο εξαγοράς» στο Θεό, προκειμένου να κατευναστεί ο θυμός του Πατέρα, να του προσφέρει άπειρη ικανοποίηση, για να δώσει την νομική συγχώρηση των αμαρτιών.
Ο Χριστός πάσχοντας και χύνοντας το αίμα Του στο Γολγοθά, προσέφερε δεκτή θυσία στον «οργισμένο» ουράνιο Πατέρα, κατευνάστηκε ο θυμός του, ικανοποιήθηκε η Θεία Δικαιοσύνη, αποκαταστάθηκε η ηθική τάξη και έτσι συντελέστηκε η σωτηρία!
Ο Χριστός σαρκώθηκε για να ικανοποιήσει την Θεία Δικαιοσύνη, να κατευνάσει την θεία οργή και να αποκαταστήσει την ηθική τάξη και όχι να απολυτρώσει τον άνθρωπο από την αιχμαλωσία του Σατανά, την δουλεία της αμαρτίας, τη φθορά και το θάνατο, να ενώσει τον άνθρωπο με το Θεό και να τον θεώσει, όπως δοξάζει η Εκκλησία.
Εφόσον «ικανοποιήθηκε» η θεία δικαιοσύνη αυτόματα συντελέστηκε και η σωτηρία του ανθρώπου!
Γι’ αυτό η δυτική παράδοση δίνει ιδιαίτερη «σωτηριολογική» σημασία στην Σταύρωση του Χριστού και λιγότερο, έως ελάχιστη στην Ανάσταση, η οποία είναι για μας τους ορθοδόξους η πραγματική νίκη επί του θανάτου, «θανάτω θάνατον πατήσας»!
Παραβλέπουν το γεγονός ότι ο Λόγος «μετέσχε των αυτών (σαρκός και αίματος) ίνα δια του θανάτου κατάργηση τον το κράτος έχοντα του θανάτου, τουτέστι τον διάβολον»!
Ο παπικός «θεολόγος» J. Phole, ομολογεί, ότι «η ενσάρκωση μπορεί να εννοηθεί ως αναγκαίος όρος της απολύτρωσης, μόνο κάτω από την προϋπόθεση ότι ο Θεός απαίτησε επαρκή (δηλ. άπειρη) ικανοποίηση για τις αμαρτίες των ανθρώπων»6.
Μάλιστα έκαμε και την εξής παράδοξη παρατήρηση, για την αξία της Ανάστασης του Κυρίου: «Εξεταζόμενη από την άποψη της σωτηριολογίας, η ανάσταση του Χριστού δεν ήταν η κύρια, ούτε καν η συνοδεύουσα αιτία της απολύτρωσής μας… Η Καθολική Εκκλησία θεωρεί την ανάσταση ως ένα αναφαίρετο, αλλ’ όχι ως ουσιαστικό στοιχείο της απολύτρωσης»7!
Η φοβερή αυτή πλάνη είχε ολέθρια αποτελέσματα για τον δυτικό Χριστιανισμό, αλλά και γενικότερα για την πορεία του δυτικού ανθρώπου.
Όπως παρατηρεί ο μακαριστός Ι. Καρδάσης, «Μέ τίς ἀντιλήψεις αὐτές καί ἄλλες παραπλήσιες ἡ Ρωμαιοκαθολική Ἐκκλησία ἄσκησε ποιμαντική φόβου στόν δυτικό μεσαίωνα. Λ.χ ὁ διά πυρᾶς θάνατος εἶχε ποινικό καί ἐξιλεωτικό χαρακτήρα. Μέ τόν τρόπο αὐτό ὅμως ὁδηγήθηκαν οἱ ἄνθρωποι στήν ἀπόγνωση ἤ τήν ἀθεΐα»8.
Από ορθοδόξου θεολογικής απόψεως η «Περί Ικανοποιήσεως της Θείας Δικαιοσύνης» θεωρία κρίνεται άκρως κακόδοξη και βλάσφημη, η οποία προσβάλλει καίρια την περί Θεού και την περί απολυτρώσεως διδασκαλία της Εκκλησίας.
Ο αιώνιος και άτρεπτος, ο «αεί ωσαύτως ον» Θεός, ο «χθες και σήμερον ο αυτός και εις τους αιώνας»9 παρουσιάζεται να τρέπεται, να αλλοιώνεται, να αλλάζει διαθέσεις, να κυριαρχείται από ανθρώπινα πάθη, όπως ο θυμός και η εκδίκηση, να διακατέχεται από «αναγκαιότητες», όπως είναι η «ικανοποίηση της δικαιοσύνης» του.
Να απαιτεί συναλλαγές, τύπου δούναι και λαβείν, για να αλλάξει διάθεση. Διαστρεβλώνεται πλήρως η αγαθή του φύση, όπως τη δίδαξε ο Χριστός.
Δεν είναι ο στοργικός Πατέρας της παραβολής του ασώτου υιού, αλλά άτεγκτος και ανελέητος, ο οποίος «διψά» για εκδίκηση και «απολαμβάνει» την «δίκαιη τιμωρία» των αμαρτωλών.
Δεν είναι ο μανιακά αγαπών τον άνθρωπο, αλλά ένα φοβερό απόκοσμο φόβητρο, ένας «τρομοκράτης θεός», απαράλλακτος των «θεών» του παγανισμού.
Δεν εμπνέει αγάπη, ηρεμία, στοργή, τρυφερότητα, εμπιστοσύνη, ασφάλεια και ελπίδα, αλλά φόβο και τρόμο.
Αυτή η τρομακτική διαστρέβλωση της εννοίας του Θεού συντέλεσε τα μέγιστα στην απέχθεια του δυτικού ανθρώπου να τον αποδεχτεί, γέννησε την αθεΐα και τον οδήγησε σε φοβερά αδιέξοδα.
Φυσικά πρόκειται για επινόηση και δημιουργία ενός άλλου «θεού» ανύπαρκτου, ένα φρικτό είδωλο, απόλυτα αντίθετου με τον Θεό της ανόθευτης χριστιανικής πίστεως.
Μαζί διαστρεβλώθηκε και αποσαρθρώθηκε πλήρως και η περί της Θείας Οικονομίας διδασκαλία της Εκκλησίας μας.
Ο Χριστός «αναγκάστηκε» να σαρκωθεί, όχι να απολυτρώσει τον άνθρωπο από την αμαρτία, τη φθορά και τον θάνατο, αλλά από το «θείο θυμό», για να «ικανοποιήσει» την «τρωθείσα θεία δικαιοσύνη»!
Η υπέρτατη θεία δωρεά της σωτηρίας κατανοείται ως μια δικανική διαδικασία, απογυμνωμένη πλήρως από το στοιχείο της αγάπης του Θεού.
Εφόσον η σωτηρία είναι αποτέλεσμα συναλλαγής και δικανικών κανόνων, υπερτονίζεται η επιτέλεση «καλών έργων» και υποβιβάζεται η εσωτερική αλλαγή του ανθρώπου, η συνεχής μετάνοια, η οποία προσελκύει τη θεία χάρη και τον αγιασμό, με απώτερο στόχο την θέωση. Όσα περισσότερα «καλά έργα» επιτελεί ο πιστός, τόσο περισσότερο «ευαρεστεί» το Θεό.
Οι άγιοι «αγίασαν» επιτελώντας περισσότερα από όσα χρειάζονταν και αυτά τα «περισσευούμενα» τα διαχειρίζεται ο «Πάπας», πουλώντας τα σε όσους τους «λείπουν», με τα γνωστά «συγχωροχάρτια»!
Ο Κύριος τόνισε: «έλεον θέλω καὶ οὐ θυσίαν». Οι άγιοι Πατέρες δεν αφήνουν κανένα περιθώριο αλήθειας σε αυτή την βλάσφημη πλάνη.
Ο άγιος Γρηγόριος Θεολόγος αναφέρει: «τις ο λόγος, Μονογενούς αίμα τέρπειν Πατέρα, ως ουδέ τον Ισαάκ εδέξατο παρά του πατρός προσφερόμενον, αλλ’ αντηλλάξατο την θυσίαν, κριόν αντιδούς του λογικού θύματος;».
Ο Μ. Αθανάσιος έγραψε: «η ημών αιτία εκείνω γέγονε πρόφασις της καθόδου, και η ημών παράβασις του Λόγου την φιλανθρωπίαν εξεκαλέσατο, ώστε και εις ημάς φθάσαι και φανήναι τον Κύριον εν ανθρώποις».
Και «Αυτός γαρ ενηνθρώπησεν ίνα ημείς θεοποιηθώμεν και της εκείνου Ενσωματώσεως ημείς γεγόναμεν υπόθεσις».
Έγινε νομίζω κατανοητό ότι η «Περί Ικανοποιήσεως της Θείας Δικαιοσύνης» δυτική πλάνη, κρινόμενη εξ’ απόψεως ορθοδόξου πίστεως, αποδεικνύεται άκρως αιρετική και βλάσφημη αίρεση, η οποία ανατρέπει εκ βάθρων την περί Θεού και Θείας Οικονομίας διδασκαλία της Εκκλησίας.
Παρατηρούμε με έκπληξη ότι, παρά το γεγονός ότι η μεσαιωνική αυτή, αλλόκοτη φραγκικής προελεύσεως, πλάνη έτυχε σκληρής κριτικής, όχι μόνον από ορθοδόξους θεολόγους, αλλά και από δυτικούς, συνεχίζει να αποτελεί «δόγμα πίστεως» για την παπική «εκκλησία», η οποία ως τώρα δεν διανοήθηκε να το απεμπολήσει.
Το Βατικανό την διατηρεί με πείσμα, παρά το γεγονός ότι αυτή έγινε πρόξενος τεράστιας ζημίας στην δυτική χριστιανοσύνη, γενόμενη η κυριότερη αιτία γιγαντώσεως της άρνησης του Θεού στο δυτικό κόσμο και της γενικότερης αποστασίας, κι’ ακόμα φανερώνοντας τον μεσαιωνικό χαρακτήρα του Παπισμού.
Τέλος, μας εκπλήσσει το γεγονός ότι η φοβερή αυτή παπική αίρεση δεν τέθηκε ποτέ θέμα συζήτησης στους διμερείς θεολογικούς διαλόγους.
Διερωτόμαστε: οι ορθόδοξοι συμμετέχοντες σ’ αυτούς δεν θεωρούν απαραίτητο να τεθεί και αυτή η σοβαρή πλάνη στο τραπέζι των συζητήσεων;
Είναι δυνατόν ποτέ να δεχτούμε «ένωση» με τους παπικούς, αποδεχόμενοι (και) αυτή την κακοδοξία, η οποία στρεβλώνει, όπως προαναφέραμε, ριζικά την περί Θεού και Θείας Οικονομίας βιβλική και πατερική διδασκαλία;
Προς επίρρωση των ανωτέρω αναφέρονται ολίγα τινά από πληθώρα Ορθοδόξων κειμένων περί του θέματος αυτού:
1.. Ο καθ. Ι. Καρμίρης αναφέρει: «Ακόμη και ο όρος «ικανοποίησις» ή «Satisfactio» είναι ξένος προς τους Έλληνας Πατέρας» (Ετερόδοξοι επιδράσεις επί της ομολογίας του ΙΖ΄ αιώνος. Ιεροσόλυμα 1949, σελ. 64, σημ. 3).
2.Ο καθ. π. Ι. Ρωμανίδης αναφέρει: «Η εν τη Δύσει επικρατούσα περί απολυτρώσεως διδασκαλία είναι εν γενικαίς γραμμαίς η περί ικανοποιήσεως θεωρία του Ανσέλμου, η οποία δεν προϋποθέτει ως αναγκαίαν την συνεχή και αδιάκοπον κοινωνίαν και παρουσίαν του Χριστού εν τοις σώμασι των πεφωτισμένων. όπου δε η προϋπόθεσις αύτη δια βιβλικούς λόγους απαντά, είναι δευτερευούσης σημασίας. Εφ’ όσον δια της σταυρικής θυσίας του Κυρίου ικανοποιείται η θεία δικαιοσύνη, δεν υπάρχει πλέον ουσιαστική ανάγκη της διαρκούς και πραγματικής εν τη Εκκλησία παρουσίας Αυτού προς σωτηρίαν των πιστών» (Το προπατορικόν αμάρτημα. Αθήνα 1992, σελ. 2-3).
Παρ’ όλο λοιπόν, που οι δογματικές θέσεις των δυο Εκκλησιών είναι εκ διαμέτρου αντίθετες, καθότι εδράζονται σε διαφορετικές θεωρήσεις του θανάτου, του Σατανά, της πτώσης και της απολύτρωσης του ανθρώπου, παρ’ όλα αυτά εξακολουθούν και επιζούν οι επιδράσεις από την ΡΚαθολική και Προτεσταντική κατήχηση, κατάλοιπα του σχολαστικισμού και διαφωτισμού, της προσπάθειας δυτικοποίησης της Ορθοδοξίας, της βλαπτικής επίδρασης των ιδεών του Α. Κοραή, ο οποίος αντικατέστησε:
-την κάθαρση της καρδιάς με την φιλοσοφική ηθική,
- τον φωτισμό του νου με τον μεταφυσικό φωτισμό της διάνοιας και γ/ την θέωση με το τίποτε και τέλος της εκρίζωσης του μοναχισμού στην χώρα μας από την βαυαροκρατία. Έτσι φθάνουμε σήμερα να διαβάζουμε σε βιβλίο Ορθόδοξης κατήχησις : «..... δια τούτο ο Θεάνθρωπος προσέφερεν εαυτόν επί του Σταυρού ως σφάγιον εξιλαστήριον, αντιπροσωπεύσας μεν δια της ανθρωπίνης φύσεώς του τον πταίσαντα, παρασχών δε δια της θείας τοιαύτην αμύθητον αξίαν εις τον θάνατόν του, ώστε να κάμψη τα σπλάχνα του Απείρου Θεού. Κατ’ αυτόν τον τρόπον ο υπέρ ημών Σταυρωθείς ικανοποίησε την θείαν δικαιοσύνην, ειρηνοποίησε τα πάντα εν εαυτώ και εδώρησεν εις ημάς την απολύτρωσιν «δια του αίματος αυτού» (Εφεσ. α΄ 7)». (Ιερά Κατήχησις. π. Κ. ΚΑΛΛΙΝΙΚΟΥ. Έκδοση ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗΣ ΔΙΑΚΟΝIΑΣ, Αθήνα 1997, σελ. 56).

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου