«Ίνα ώσι εν..». Ορθόδοξες και οικουμενιστικές ερμηνείες Eυαγγελικού του χωρίου.
πρωτοπρεσβυτέρου Δημητρίου Αθανασίου.(χημικού-βιοχημικού)
Εισαγωγικά
Τον τελευταίο καιρό με λύπη παρατηρούμε να παρερμηνεύεται ευρέως από τους οικουμενιστές, η Αρχιερατική προσευχή του Χριστού «ίνα πάντες εν ώσι». Επεξηγείται ότι η φράση «ίνα πάντες εν ώσι», υπονοεί την ένωση των «εκκλησιών» διαφόρων δογμάτων. Αυτό είναι εννοιολογική στρέβλωση της Αρχιερατικής προσευχής του Χριστού.
------------------------------------------------------
Το απόσπασμα στο Κατά Ιωάννη Ευαγγέλιο
Και ουκέτι ειμι εν τω κόσμω, και ούτοι εν τω κόσμω εισί, και εγώ προς σε έρχομαι. Πάτερ άγιε, τήρησαν αυτούς εν τω ονόματί σου και δέδωκάς μοι, ένα ώσιν εν καθώς ημείς.(ΙΖ 11)
------------------------------------------------------------
«Μτφρ: «Και δεν είμαι πλέον στον κόσμο, ενώ αυτοί είνε στον κόσμο, εγώ δε έρχομαι σ' εσένα. Πάτερ δυνατέ, φύλαξέ τους με τη δύναμί σου, την οποίαν έδωσες σ' εμένα, για να είναι ένα, όπως εμείς.
Σχόλια:
Αποχωριζόμενος τους μαθητές του ο Χριστός, τους αναθέτει στο Θεό Πατέρα, και τον παρακαλεί να τους φυλάξει με την αυτή δύναμι, που έδωσε σ' αυτόν προς εκτέλεση της μεσσιακής αποστολής του στη γη. Να τους φυλάξει, «ίνα ώσιν εν», για να μη νικηθούν από το κακό, που επικρατεί σ' αυτό τον κόσμο, και χάσουν την πίστη και διαλυθούν, αλλά να παραμείνουν ενωμένοι, να είναι ένα.
Η θεία δύναμη έχει συνεκτική σημασία, δύναται να κρατά τους πιστούς σε συνοχή, σε ενότητα. Ο δε Κύριος κατ' εξοχήν ενδιαφερόταν για την ενότητα των μαθητών του και γενικότερα των πιστών. Πέντε φορές στην αρχιερατική προσευχή του λέγει το «ίνα ώσιν εν» (στιχ. 11, 21 , 22, 23). Ενδιαφερόταν δε κατ' εξοχήν ο Χριστός για την ενότητα των μαθητών και γενικότερα των πιστών, διότι «εν τη ενώσει η ισχύς». Προέρχεται η ενότητα από συνεκτική δύναμη, αλλά και αυτή η ενότητα είναι δύναμη. Η δε ενότητα των ανθρώπων του Χριστού είναι μεγάλη δύναμη επιδράσεως στον κόσμο. Όταν βλέπουν οι καλοπροαίρετοι από τον κόσμο την ενότητα των πιστών, θαυμάζουν και πιστεύουν και αυτοί στο Χριστό.Ενότητα βεβαίως έχουν μεταξύ τους και ασεβείς άνθρωποι, και κακοποιά στοιχεία, και αυτοί οι δαίμονες. Αλλά τέτοια ενότητα είναι καταραμένη. Ο Χριστός προσδιορίζει ποια ενότητα είναι ευλογημένη με το λόγο του προς τον Πατέρα, «ίνα ώσιν εν καθώς ήμείς». Στο σημείο τούτο είναι άξιο, πρώτα να σχολιάσομε το «εμείς». Ενώ στο ερμηνευόμενο χωρίο ο Χριστός παρουσιάζεται ως άνθρωπος, κατώτερος του Θεού Πατρός, αφού απ' αυτόν έλαβε δύναμι και σ' αυτόν προσεύχεται, με τον πληθυντικό «εμείς» συντάσσει τον εαυτό του με το Θεό Πατέρα, παρουσιάζεται ως πρόσωπο της αυτής τάξεως με το Θεό Πατέρα, ίσος προς εκείνον και Θεός. Κτιστό ον, απλώς άνθρωπος ή άγγελος, ουδέποτε θα έλεγε για τον εαυτό του και το Θεό «ημείς». Αυτός ο πληθυντικός είναι μυστηριώδης, αναφέρεται στο μυστήριο του τριαδικού Θεού. Έτσι, λέγοντας ο Κύριος «ίνα ώσιν εν καθώς ημείς», δείχνει, ότι ευλογημένη είναι εκείνη η ενότητα των ανθρώπων, η οποία ομοιάζει με την ενότητα των προσώπων της Θεότητας.
Τα πρόσωπα της Θεότητας έχουν φυσική ενότητα με την έννοια, ότι έχουν μία και την αυτή ουσία, και ηθική ενότητα με την έννοια, ότι έχουν ένα και το αυτό αγαθό θέλημα. Οι άνθρωποι δεν δύνανται βεβαίως να έχουν μία και την αυτή ουσία, όπως έχουν τα πρόσωπα της Θεότητας. Κάθε άνθρωπος εκ φύσεως έχει δική του ουσία, δική του δηλαδή ψυχή και δικό του σώμα. Η ενότητα, την οποίαν ο Χρίστος ζητεί να έχουν οι δικοί του κατά το πρότυπο των προσώπων της Θεότητας, είναι η ηθική ενότητα,, ενότητα θελήματος. Δεν θέλει άλλα ο Πατήρ, άλλα ο Υιός, και άλλα το Άγιον Πνεύμα, αλλά και οι Τρεις έχουν το αυτό θέλημα. Έτσι και οι άνθρωποι του Χριστού δεν πρέπει να έχουν ο ένας διαφορετικό θέλημα από τον άλλο, αλλά κοινό αγαθό θέλημα, ο,τι δηλαδή θέλει ο Θεός. Τα ανθρώπινα θελήματα διαιρούν τους κοσμικούς ανθρώπους και προκαλούν εχθρότητες και μάχες μεταξύ τους. Το θείο θέλημα ενώνει τους πιστούς ανθρώπους και φέρει αγαθά αποτελέσματα. Οι μαθητές, επειδή ακολουθούσαν το θείο θέλημα, ήταν ενωμένοι, και ο Χριστός ζητούσε από τον Πατέρα να τους βοηθήσει, για να διατηρήσουν την ενότητά τους.
«Οι Οικουμενιστές, οι οποίοι επιδιώκουν την ένωση των Ορθοδόξων με όλους τους ετεροδόξους, αλλά και με όλους τους αλλοθρήσκους, χωρίς οι ετερόδοξοι και οι αλλόθρησκοι να εγκαταλείψουν τις πλάνες τους, κατά κόρον χρησιμοποιούν το λόγο του Χριστού «ίνα ώσιν εν». Αλλά διαστρέφουν την έννοια του λόγου. Ο Χριστός ζητούσε να είναι ενωμένοι μεταξύ τους οι πιστοί, όχι να είναι ενωμένοι οι πιστοί με τους απίστους. Ο Παύλος ομιλεί για «ενότητα της πίστεως» (Εφ. δ' 13), ενότητα στην πίστη. Οι Οικουμενιστές ονομάζουν και τις αιρετικές κοινότητες Εκκλησίες, ενώ η Εκκλησία είναι μία, αυτή που κατέχει την αλήθεια της πίστεως. Υπάρχει και το ψευδώνυμο δημιούργημά τους «Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών». Αλλ' αν δεν ήταν μία Εκκλησία, αλλά πολλές, στη Θεία Λειτουργία θα ακούαμε το «υπέρ της πασών των Εκκλησιών ενώσεως», ενώ τώρα ακούμε «υπέρ της των πάντων ενώσεως». Η Ορθοδοξία δεν εύχεται υπέρ της ενώσεως πολλών Εκκλησιών, όπως θα ήθελαν οι Οικουμενισται, αλλ' υπέρ της ενώσεως όλων των ανθρώπων, ενώσεως στην πίστη, ενώσεως με τη μία και αληθινή Εκκλησία»..(Ν.Σωτηρόπουλος).
«Η Ορθόδοξη ερμηνεία της φράσεως συνδέεται με άλλες φράσεις από την Αρχιερατική προσευχή του Κυρίου όπως:
Αποχωριζόμενος τους μαθητές του ο Χριστός, τους αναθέτει στο Θεό Πατέρα, και τον παρακαλεί να τους φυλάξει με την αυτή δύναμι, που έδωσε σ' αυτόν προς εκτέλεση της μεσσιακής αποστολής του στη γη. Να τους φυλάξει, «ίνα ώσιν εν», για να μη νικηθούν από το κακό, που επικρατεί σ' αυτό τον κόσμο, και χάσουν την πίστη και διαλυθούν, αλλά να παραμείνουν ενωμένοι, να είναι ένα.
Η θεία δύναμη έχει συνεκτική σημασία, δύναται να κρατά τους πιστούς σε συνοχή, σε ενότητα. Ο δε Κύριος κατ' εξοχήν ενδιαφερόταν για την ενότητα των μαθητών του και γενικότερα των πιστών. Πέντε φορές στην αρχιερατική προσευχή του λέγει το «ίνα ώσιν εν» (στιχ. 11, 21 , 22, 23). Ενδιαφερόταν δε κατ' εξοχήν ο Χριστός για την ενότητα των μαθητών και γενικότερα των πιστών, διότι «εν τη ενώσει η ισχύς». Προέρχεται η ενότητα από συνεκτική δύναμη, αλλά και αυτή η ενότητα είναι δύναμη. Η δε ενότητα των ανθρώπων του Χριστού είναι μεγάλη δύναμη επιδράσεως στον κόσμο. Όταν βλέπουν οι καλοπροαίρετοι από τον κόσμο την ενότητα των πιστών, θαυμάζουν και πιστεύουν και αυτοί στο Χριστό.Ενότητα βεβαίως έχουν μεταξύ τους και ασεβείς άνθρωποι, και κακοποιά στοιχεία, και αυτοί οι δαίμονες. Αλλά τέτοια ενότητα είναι καταραμένη. Ο Χριστός προσδιορίζει ποια ενότητα είναι ευλογημένη με το λόγο του προς τον Πατέρα, «ίνα ώσιν εν καθώς ήμείς». Στο σημείο τούτο είναι άξιο, πρώτα να σχολιάσομε το «εμείς». Ενώ στο ερμηνευόμενο χωρίο ο Χριστός παρουσιάζεται ως άνθρωπος, κατώτερος του Θεού Πατρός, αφού απ' αυτόν έλαβε δύναμι και σ' αυτόν προσεύχεται, με τον πληθυντικό «εμείς» συντάσσει τον εαυτό του με το Θεό Πατέρα, παρουσιάζεται ως πρόσωπο της αυτής τάξεως με το Θεό Πατέρα, ίσος προς εκείνον και Θεός. Κτιστό ον, απλώς άνθρωπος ή άγγελος, ουδέποτε θα έλεγε για τον εαυτό του και το Θεό «ημείς». Αυτός ο πληθυντικός είναι μυστηριώδης, αναφέρεται στο μυστήριο του τριαδικού Θεού. Έτσι, λέγοντας ο Κύριος «ίνα ώσιν εν καθώς ημείς», δείχνει, ότι ευλογημένη είναι εκείνη η ενότητα των ανθρώπων, η οποία ομοιάζει με την ενότητα των προσώπων της Θεότητας.
Τα πρόσωπα της Θεότητας έχουν φυσική ενότητα με την έννοια, ότι έχουν μία και την αυτή ουσία, και ηθική ενότητα με την έννοια, ότι έχουν ένα και το αυτό αγαθό θέλημα. Οι άνθρωποι δεν δύνανται βεβαίως να έχουν μία και την αυτή ουσία, όπως έχουν τα πρόσωπα της Θεότητας. Κάθε άνθρωπος εκ φύσεως έχει δική του ουσία, δική του δηλαδή ψυχή και δικό του σώμα. Η ενότητα, την οποίαν ο Χρίστος ζητεί να έχουν οι δικοί του κατά το πρότυπο των προσώπων της Θεότητας, είναι η ηθική ενότητα,, ενότητα θελήματος. Δεν θέλει άλλα ο Πατήρ, άλλα ο Υιός, και άλλα το Άγιον Πνεύμα, αλλά και οι Τρεις έχουν το αυτό θέλημα. Έτσι και οι άνθρωποι του Χριστού δεν πρέπει να έχουν ο ένας διαφορετικό θέλημα από τον άλλο, αλλά κοινό αγαθό θέλημα, ο,τι δηλαδή θέλει ο Θεός. Τα ανθρώπινα θελήματα διαιρούν τους κοσμικούς ανθρώπους και προκαλούν εχθρότητες και μάχες μεταξύ τους. Το θείο θέλημα ενώνει τους πιστούς ανθρώπους και φέρει αγαθά αποτελέσματα. Οι μαθητές, επειδή ακολουθούσαν το θείο θέλημα, ήταν ενωμένοι, και ο Χριστός ζητούσε από τον Πατέρα να τους βοηθήσει, για να διατηρήσουν την ενότητά τους.
«Οι Οικουμενιστές, οι οποίοι επιδιώκουν την ένωση των Ορθοδόξων με όλους τους ετεροδόξους, αλλά και με όλους τους αλλοθρήσκους, χωρίς οι ετερόδοξοι και οι αλλόθρησκοι να εγκαταλείψουν τις πλάνες τους, κατά κόρον χρησιμοποιούν το λόγο του Χριστού «ίνα ώσιν εν». Αλλά διαστρέφουν την έννοια του λόγου. Ο Χριστός ζητούσε να είναι ενωμένοι μεταξύ τους οι πιστοί, όχι να είναι ενωμένοι οι πιστοί με τους απίστους. Ο Παύλος ομιλεί για «ενότητα της πίστεως» (Εφ. δ' 13), ενότητα στην πίστη. Οι Οικουμενιστές ονομάζουν και τις αιρετικές κοινότητες Εκκλησίες, ενώ η Εκκλησία είναι μία, αυτή που κατέχει την αλήθεια της πίστεως. Υπάρχει και το ψευδώνυμο δημιούργημά τους «Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών». Αλλ' αν δεν ήταν μία Εκκλησία, αλλά πολλές, στη Θεία Λειτουργία θα ακούαμε το «υπέρ της πασών των Εκκλησιών ενώσεως», ενώ τώρα ακούμε «υπέρ της των πάντων ενώσεως». Η Ορθοδοξία δεν εύχεται υπέρ της ενώσεως πολλών Εκκλησιών, όπως θα ήθελαν οι Οικουμενισται, αλλ' υπέρ της ενώσεως όλων των ανθρώπων, ενώσεως στην πίστη, ενώσεως με τη μία και αληθινή Εκκλησία»..(Ν.Σωτηρόπουλος).
«Η Ορθόδοξη ερμηνεία της φράσεως συνδέεται με άλλες φράσεις από την Αρχιερατική προσευχή του Κυρίου όπως:
- καθὼς σύ, πάτερ, ἐν ἐμοὶ κἀγὼ ἐν σοί” (Ἰω. 17/ιζ΄, 21)
-“ἐγὼ ἐν αὐτοῖς καὶ σὺ ἐν ἐμοὶ ἵνα ὦσι τετελειωμένοι εἰς ἓν” (Ἰω. 17/ιζ΄, 23)
-“ἵνα θεωρῶσι τὴν δόξαν τὴν ἐμὴν ἣν ἔδωκάς μοι” (Ἰω. 17/ιζ΄, 24).
Σαφώς εδώ ο Χριστός αναφέρεται στην ενότητα των Αποστόλων και θεωρία της δόξης του Θεού, την θέα του ακτίστου φωτός,που έγινε την ημέρα της Πεντηκοστής,γιατί τότε οι Απόστολοι απέκτησαν την ενότητα μεταξύ τους.Επομένως όσοι εκ των Αγίων μέσα στην ιστορία φθάνουν στην θέωση και στην θεωρία του ακτίστου φωτός αποκτούν ενότητα με τους Αποστόλους, έχουν την ίδια πίστη με αυτούς και εφαρμόζονται τα λόγια του Χριστού «ἵνα ὦσιν ἕν”»
Η της αρχιερατικής προσευχής του Κυρίου αίτηση προς το Θεό Πατέρα «ίνα πάντες εν ώσιν» εκπληρώνεται ήδη εντός της Μιάς Εκκλησίας, διότι το αίτημα τούτο του Χριστού εκπληρώνεται διά της ταυτότητας της ορθοδόξου Πίστεως πάντων· δεν υφίσταται, λοιπόν, εκκρεμότητα ως προς τούτο, αλλ’ εκκρεμεί η υπό των ετεροδόξων αποδοχή της μόνης αληθούς Πίστεως»· («Ο Οικουμενισμός στην πράξη, ήτοι την θεολογία και την άσκηση», στο Οικουμενισμός, Γένεση-Προσδοκίες-Διαψεύσεις, ἐκδ. Θεοδρομία, τ. Β, σελ. 787)
Ερμηνεία του π.Ιωάννη Ρωμανίδη
«..Ένα άλλο σημαντικό σημείο, που συνδέεται με το μυστήριο της Πεντηκοστής, είναι η προσευχή του Χριστού στον Πατέρα να αποκτήσουν οι Μαθητές ενότητα μεταξύ τους.
Στην αρχιερατική Του προσευχή ο Χριστός είπε: «ίνα ώσιν έν καθώς ημείς» (Ιωάννης ιζ', 11). Αλλού λέγει: «και εγώ την δόξαν ην δέδωκάς μοι δέδωκα αυτοίς, ίνα ώσιν έν καθώς ημείς έν εσμεν» (Ιωάννης ιζ', 22). Και πιο κάτω προσεύχεται: «θέλω ίνα όπου ειμί εγώ κακείνοι ώσι μετ' εμού, ίνα θεωρώσι την δόξαν την εμήν ην δέδωκάς μοι» (Ιωάννης ιζ: 1, 24). Και, βέβαια, θεωρώντας αυτήν την δόξα θα τελειωθούν: «ίνα ώσι τετελειωμένοι εις έν» (Ιωάννης ιζ', 23).
«"Πάτερ, ους δέδωκάς μοι, θέλω ίνα όπου ειμί εγώ κακείνοι ώσι μετ’ εμού, ίνα θεωρώσι την δόξαν την εμήν ην δέδωκάς μοι, ότι ηγάπησάς με προ καταβολής κόσμου" (Ιωάννης ιζ', 24). "Όπου ειμί εγώ" αυτό που είχε πει προηγουμένως: "πορεύομαι ετοιμάσαι τόπον υμίν" (Ιωάννης ιδ', 2) κλπ. Ο τόπος αυτός είναι η δόξα του Θεού. Οπότε, άλλο είναι το "δέδωκα αυτοίς" την δόξα, οπότε ήδη έχουν λάβει την δόξα, αλλά μετά μιλάει για τον τόπο, όπου θα είμαι εγώ να είναι και αυτοί. Και τι είναι αυτό; "Ίνα θεωρώσι την δόξαν την εμήν ην δέδωκάς μοι, ότι ηγάπησάς με προ καταβολής κόσμου". Οπότε, παρελθόν είναι ότι έλαβαν οι Απόστολοι δόξα και μέλλον ότι θα δουν την δόξα. Έλαβαν δόξα, αλλά θα δουν δόξα. Δηλαδή, έφθασαν στον φωτισμό και θα πάνε στην θέωση».
«Αυτό προσεύχεται (ο Χριστός) μελλοντικά. Τώρα, όλοι οι δικοί μας με τους Προτεστάντες, πιστεύουν ότι προσεύχεται για την ένωση των Εκκλησιών. Καμία σχέση. Κάνει προσευχή για την θέωση. Είναι προσευχή Θεώσεως. "Ίνα ώσιν έν καθώς ημείς" (Ιωάννης ιζ', 11). Όπως εμείς έχουμε μία δόξα και αυτοί θα γίνουν ένα μεταξύ τους, εφ’ όσον θα έχουν την ίδια δόξα. Οπότε, γινόμαστε όλοι μαζί, ο ένας με τον άλλον ένας, και με τον Θεό ένας, διότι όλοι, η Αγία Τριάδα και εμείς, έχουμε την ίδια δόξα. Αυτό σημαίνει η ενότητα εν τη δόξη του Θεού».
Κατά την Πεντηκοστή οι Απόστολοι είδαν την δόξα του Θεού, ως μέλη του Σώματος του Χριστού, που έγιναν εν Αγίω Πνεύματι και έλαβαν τις δωρεές του Αγίου Πνεύματος.
Οι Απόστολοι έλαβαν τις πύρινες γλώσσες και απέκτησαν το χάρισμα της διδασκαλίας. Ομιλούσαν στον λαό και ο λαός άκουγε στην γλώσσα του την αποκαλυπτική διδασκαλία.
«Στην Πεντηκοστή, όταν μιλούσαν οι Απόστολοι, πρώτα είχαν το χάρισμα των γλωσσών. Κατέβαινε στον κάθε Απόστολο ολόκληρη γλώσσα, η Χάρη του Αγίου Πνεύματος. Μετά όμως, αποτέλεσμα αυτής της λήψεως ήταν το ότι μιλούσαν στον λαό και κήρυξαν. Ο λαός δεν είδε τις γλώσσες, αυτοί έλαβαν τις γλώσσες και μίλησαν στον λαό. Ο λαός κατάλαβε ο καθένας στην δική του διάλεκτο, ακόμα και στα αραβικά μάλιστα, αυτά που έλεγαν οι Απόστολοι. Ο καθένας στην γλώσσα του άκουγε.
Ο Απόστολος Παύλος γράφει στους Κορινθίους: "ο γάρ λαλών γλώσση ουκ ανθρώποις λαλεί, αλλά τω Θεώ· ουδείς γαρ ακούει, Πνεύματι δε λαλεί μυστήρια" (Α΄ Κορινθίους ιδ', 2). Φαίνεται ότι και στην Πεντηκοστή δεν άκουσε κανένας το χάρισμα της γλώσσης, που έλαβε ο Απόστολος, αλλά άκουσε το κήρυγμα του Αποστόλου και κατάλαβε στην γλώσσα του».
(Πηγή: "Εμπειρική Δογματική τής Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας κατά τις προφορικές παραδόσεις τού π. Ι. Ρωμανίδη" Τόμος Β΄. Τού σεβ. Μητρ. Ναυπάκτου και αγ. Βλασίου Ιεροθέου).
Οι οικουμενιστικές ερμηνείες του χωρίου
Α. Από τον Πατριαρχη Βαρθολομαίο
Στην ομιλία στη βασιλική του αγίου Αμβροσίου, είπε : «Λησμονούμεν οι χριστιανοί ότι ο Κύριος και Σωτήρ ημών μας "ενέδυσε το πήλινον σώμα και μας έπνευσε ζωήν και είδομεν το φως Του", ίνα αγάπην έχωμεν εν αλλήλοις και ίνα ώμεν εν, καθώς αυτός εν εστι προς τον Πατέρα και το Πανάγιον Πνεύμα, την μίαν Θεότητα και Βασιλείαν και Κυριότητα και Δύναμιν και Εξουσίαν, η οποία κατισχύει των νόμων και εν τη οποία Θεότητι φως και δικαιοσύνη και αγάπη και ενότης επικρατεί».
Επίσης, στην ομιλία προς τους Αντιπροσώπους του Παπικού Επισκοπικού Συμβουλίου και τα μέλη του Οικουμενικού Συμβουλίου της Σλοβακίας, παρουσία Παπικών, Λουθηρανών και Μεταρρυθμισμένων, είπατε : «παρ’όλον ότι αποτελούμεθα εκ πολλών μελών, εν μόνον τυγχάνει το σώμα», «ίνα ώσιν εν καθώς ημείς», «ο Οποίος (Κύριός) μας ζητεί να είμεθα εν, ως Αυτός και ο Πατήρ εν εισιν», «είθε να υπερβώμεν τας διαιρέσεις και τα χάσματα τα εμποδίζοντα ημάς να ίδωμεν καθαρώς το Φως, και να είμεθα εν, καθώς και ο Χριστός εν εστι με τον Πατέρα και το Άγιον Πνεύμα, εν τρισίν υποστάσεσιν, εν μια τη ουσία, μία Θεότης και Βασιλεία, της κοινωνίας της Οποίας είθε να γίνωμεν άπαντες μέτοχοι και ομοτράπεζοι εις το επουράνιον και νοερόν Θυσιαστήριον της Άνω Ιερουσαλήμ μετά πάντων των Αγίων» {http://www.amen.gr/article14042 ].
Β. Απο τον καθηγητή Ι.Ν.Καρμίρη.
Ακραία και σαφέστατη διαστροφή του νοήματος της προσευχής του Κυρίου μας αποτελούν οι απόψεις του καθηγητή Ι.Ν.Καρμίρη.
Στο βιβλίο του καθηγητή Ορθόδοξος Εκκλησιολογία (Αθηνα 1973) γράφει τα εξής;
«Αι διιστάμεναι χριστιανικαί Εκκλησίαι και Ομολογίαι και κοινότητες, έχουν επιβεβλημένο καθήκον να εργαστούν όπως «αποκαταστήσωσι την εκκλησιαστικήν ειρήνην και ομόνοιαν και αγάπην και άμωμον ενότητα εν τη Εκκλησία, ανταποκρινόμενοι ούτω προς το θείον υπέρ της ενότητας αίτημα της Αρχιερατικής προσευχής του Κυρίου (Ιωαν.17,12-13).Διότι η διάστασις και αποξένωσις απ΄αλλήλων των μελών του ενιαίου και αδιαιρέτου σώματος της Εκκλησίας,προερχομένη εκ των κάτω και εκ των ειρημένων αιτίων, δεν δύνανται βεβαίως να άρη την εκ των άνω από της μιάς Κεφαλής επιβαλλομένην και υφισταμένην εσωτερικήν ενότητα του θεανθρωπίνου σώματος του Χριστού, ό εστιν η Εκκλησία, ήτις άρα κατά την ουσίαν αυτής, την αρχή της και την βούλησιν του θείου Ιδρυτού της, είναι μία και μοναδική ».
Γ.Απο την Γ Προσυνοδική Πανορθόδοξος Διάσκεψη (Σαμπεζύ 28-10-6/11/1986)
Στο τελικό κείμενο «Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον» δηλώνεται ότι:
«Η Ορθόδοξος Εκκλησία αναγνωρίζει την πραγματική ύπαρξη όλων των χριστιανικών Εκκλησιών και ομολογιών» μετά των οποίων διαλεγομένη δεν στηρίζεται μόνο εις τας ανθρωπίνας δυνάμεις των διεξαγόντων τους Διαλόγους, αλλα αποδέχεται και την επιστασίαν του Αγίου Πνεύματος εν χάριτι του Κυρίου ευχηθέντος «ινα πάντες έν ώσι»(περιοδικό Επίσκεψις αριθμ.366/6/11 19986).
Δ. Απο την Σύνοδο της Κρήτης (από το τελικό κείμενο -Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον παράγραφος 8)
«… Βεβαίως, η Ορθόδοξος Εκκλησία, διαλεγομένη μετά των λοιπών Χριστιανών, δεν παραγνωρίζει τας δυσκολίας του τοιούτου εγχειρήματος, κατανοεί όμως ταύτας εν τη πορεία προς την κοινήν κατανόησιν της παραδόσεως της αρχαίας Εκκλησίας και επί τη ελπίδι ότι το Άγιον Πνεύμα, όπερ «όλον συγκροτεί τον θεσμόν της Εκκλησίας» (στιχηρόν εσπερινού πεντηκοστής), θα «αναπληρώση τα ελλείποντα» (ευχή χειροτονίας). Εν τη εννοία ταύτη, η Ορθόδοξος Εκκλησία εις τας σχέσεις αυτής προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον δεν στηρίζεται μόνον εις τας ανθρωπίνους δυνάμεις των διεξαγόντων τους διαλόγους, αλλ’ απεκδέχεται πρωτίστως την επιστασίαν του Αγίου Πνεύματος εν τη χάριτι του Κυρίου, ευχηθέντος «ίνα πάντες εν ώσιν» (Ιω. 17, 21).
------------------------------------------------------
Συμπεράσματα
Α.Ο Χριστός λέγει «ους δέδωκας μοι» Ιω.17,16 και σε αυτούς αναφέρεται όταν λέγει «ίνα πάντες εν ώσι». Είναι εκείνοι οι οποίοι «τον λόγον αυτού τετηρήκασι». «Εγώ περί αυτών ερωτώ· ου περί του κόσμου ερωτώ, αλλά περί ων δέδωκάς μοι» Ιω. 17,9. Το «περί ων δέδωκάς μοι» καταδεικνύει επακριβώς ποιους εννοεί.Ο λόγος τούτος αφορά την ενότητα ‘’εν τη Εκκλησία’’.
Που είδαν οι οικουμενιστές την ένωση των ‘’εκκλησιών’’ στη φράση «ίνα πάντες εν ώσι» και μάλιστα με τα βαβέλεια οικουμενιστικά πρότυπα του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών;
Επακόλουθο λοιπόν της έννοιολογικής στρέβλωσης της Αρχιερατικής προσευχής του Χριστού, «ίνα πάντες εν ώσι», είναι το γεγονός ότι αποδίδουν τον λόγο τούτο στην ένωση των «εκκλησιών» κάθε δόγματος σε μία εκκλησία. Οι οικουμενιστές παρερμηνεύουν την Αρχιερατική προσευχή του Χριστού. Με το «ίνα πάντες εν ώσι» εννοούν, την ένωση των «εκκλησιών» διαφόρων δογμάτων, παρερμηνεία η οποία αφορμάται από την ανθρωπάρεσκη αγάπη.
Είναι το «εμπαθές νόημα», κατά τον λόγο του Αγίου Νείλου του ασκητή, γιατί όντως πρόκειται περί εμπαθούς εννοίας της «αγάπης», η οποία διαστρέφει την αγάπη προς τον Θεό και την αγάπη προς τον άνθρωπο. Το κάλλος της εν Χριστώ αγάπης, «εν αληθεία» νοείται και συνεπώς είναι θεάρεστο να επιζητείται Ορθοδόξως η επιστροφή πάντων των ανθρώπων στην Μία Αγία Εκκλησία. Ο Χριστός στην Αρχιερατική προσευχή λέγει «Ου περί τούτων δε ερωτώ μόνον, αλλά και περί των πιστευόντων δια του λόγου αυτών εις εμέ» Ιω. 17,20. Την αναφορά του Χριστού «αλλά και περί των πιστευόντων δια του λόγου αυτών εις εμέ», οι οικουμενιστές πως την ερμηνεύουν;
Β. Δεν θα ήταν καθόλου υπερβολή να πούμε ότι τούτο το κείμενο, στο κατά Ιωάννη Ευαγγέλιο που διασώζει την Αρχιερατική προσευχή, διασώζει και το κάλλος της «εν Χριστώ» ενότητας. Την ενότητα τούτη εκκλησιολογικώς τη διεφύλαξε η Συνοδικότητα. Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος λέγει «Μέγα αγαθό Σύνοδος· αύτη γαρ αυτήν (την αγάπην δηλαδή) θερμοτέραν εργάζεται και εξ αυτής πάντα τίκτεται τα αγαθά» (Ομιλία Προς Εβραίους 19,1-2). Η Συνοδικότητα της Εκκλησίας την Εκκλησιαστική ενότητα διεφύλαξε, καθώς και το κάλλος της εν Χριστώ αγάπης. «Μεγάλη η δύναμις της Συνόδου, ήγουν των Εκκλησιών» λέγει ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος (Ομιλία Εις Β΄Κορινθίους 18,3 ). Η Συνοδικότητα διεφύλαξε και την οικουμενικότητα της Εκκλησίας γιατί στο τέλος με την παρερμηνεία της φράσης «ίνα πάντες εν ώσι», εξυπονοούν οι οικουμενιστές σαφέστατα το ελλιπές στην οικουμενικότητά της.
Οι οικουμενιστές αλλιώς εννοούν την ενότητα, με την παραγνώριση της «εν αληθεία» ενότητας. Δίνουν λανθασμένη ερμηνεία στο «πάτερ άγιε, τήρησον αυτούς εν τω ονόματί σου ω δέδωκάς μοι, ίνα ώσι εν καθώς ημείς» Ιω. 17,11. Λησμονούν την ενότητα ‘’εν τη αληθεία‘’. Ο Χριστός στην Αρχιερατική προσευχή λέγει «αγίασον αυτούς εν τη αληθεία σου· ο λόγος ο σος αλήθεια εστι» Ιω. 17,17. Αυτήν την αλήθεια οι αληθινοί μαθητές του Χριστού τη μεταλαμπαδεύουν και στους εκτός Εκκλησίας. Καταληκτικά θα επαναλάβω την ερώτηση : Την αναφορά του Χριστού «αλλά και περί των πιστευόντων δια του λόγου αυτών εις εμέ», οι οικουμενιστές πως την ερμηνεύουν;
Γ.Η δογματική Πίστη της Εκκλησίας, χάρη στους Αγίους, δεν είναι κάτι το ζητούμενο, αλλά κάτι το δεδομένο. Οι Άγιοι, οι θεούμενοι, έχουν την μεταξύ τους ενότητα της δογματικής Πίστεως, χάρη στη θεωτική, άκτιστη ενέργεια του Αγίου Πνεύματος, οι δε υπόλοιποι πιστοί κατέχουν αλαθήτως την ενιαία δογματική Πίστη της Εκκλησίας μέσω της υπακοής στους Αγίους Πατέρες, «επόμενοι τοις θείοις Πατράσι». Αντιθέτως προς την ενιαία δογματική Πίστη, τη δογματική ομοφωνία της Εκκλησίας, η πίστη ως αρετή, ως πεποίθηση στο Θεό, ποικίλλει μεταξύ των πιστών, ακόμα και των Αγίων, κατά τα μέτρα της προόδου εκάστου. Χάρη στο γεγονός αυτό, επειδή δηλαδή η δογματική ενότητα είναι κάτι δεδομένο και όχι ζητούμενο, η Εκκλησία δεν εύχεται υπέρ της θεραπείας μιας ανυπάρκτου διαιρέσεως της Εκκλησίας, αλλ’ εύχεται υπέρ επιστροφής των πεπλανημένων, όπως είναι μαρτυρημένο στα λειτουργικά κείμενά της. Όπως λ.χ. στα «ειρηνικά» της Θ. Λειτουργίας Ιακώβου του Αδελφοθέου, μετά το Σύμβολον της Πίστεως: «Και υπέρ πάσης ψυχής χριστιανής, θλιβομένης και καταπονουμένης, ελέους και βοηθείας Θεού επιδεομένης και επιστροφής των πεπλα-νημένων...». Εμφανέστερα στην μετά το «Εξαιρέτως της Παναγίας Αχράντου», ευχή της Λειτουργίας του Μ. Βασιλείου: «Τους πεπλανημένους επανάγαγε και σύναψον τη αγία σου καθολική και αποστολική Εκκλησία».
Αντιθέτως, η πρακτική των Οικουμενιστών είναι προφάσει της φράσεως αυτής, να προβούν σε συγκόλληση ετερόπιστων ομολογιών.
Δ.Η επικληση του χωρίου αυτού από τους Οικουμενιστές φανερώνει τον χαρακτήρα της εκκλησιολογικής τους αίρεσης .Συγκεκριμένα εφόσον χρησιμοποιούν αυτό, πάντοτε με την προϋπόθεση ότι οι ετερόδοξες κοινότητες βρίσκονται μεν σε σχισματική κατάσταση σε σχέση με τους Ορθοδόξους, (αλλα βεβαίως εντός των ορίων της Μιας Εκκλησίας) σημαίνει ότι υπάρχει μεταξύ αιρετικών και Ορθοδόξων «ΑΟΡΑΤΗ-ΜΥΣΤΙΚΗ» ενότητα που θα πρέπει να γίνει ΟΡΑΤΗ. Σαφή έκφραση της αίρεσης αυτής έχουμε όταν οι Οικουμενιστές διακηρύσσον ότι η ενότητα της Εκκλησίας έχει διασπασθεί και ότι στα πλαίσια του Π.Σ.Ε προσπαθούν να οδηγήσουν σε αίσιο τέλος την διαιωνιζόμενη διαίρεση της Εκκλησίας.
-----------------------------------------------------
Απο την εργασία μας-ΣΥΜΒΟΛΗ ΣΤΗΝ ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΑΝΤΙ-ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΤΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ.
-“ἐγὼ ἐν αὐτοῖς καὶ σὺ ἐν ἐμοὶ ἵνα ὦσι τετελειωμένοι εἰς ἓν” (Ἰω. 17/ιζ΄, 23)
-“ἵνα θεωρῶσι τὴν δόξαν τὴν ἐμὴν ἣν ἔδωκάς μοι” (Ἰω. 17/ιζ΄, 24).
Σαφώς εδώ ο Χριστός αναφέρεται στην ενότητα των Αποστόλων και θεωρία της δόξης του Θεού, την θέα του ακτίστου φωτός,που έγινε την ημέρα της Πεντηκοστής,γιατί τότε οι Απόστολοι απέκτησαν την ενότητα μεταξύ τους.Επομένως όσοι εκ των Αγίων μέσα στην ιστορία φθάνουν στην θέωση και στην θεωρία του ακτίστου φωτός αποκτούν ενότητα με τους Αποστόλους, έχουν την ίδια πίστη με αυτούς και εφαρμόζονται τα λόγια του Χριστού «ἵνα ὦσιν ἕν”»
Η της αρχιερατικής προσευχής του Κυρίου αίτηση προς το Θεό Πατέρα «ίνα πάντες εν ώσιν» εκπληρώνεται ήδη εντός της Μιάς Εκκλησίας, διότι το αίτημα τούτο του Χριστού εκπληρώνεται διά της ταυτότητας της ορθοδόξου Πίστεως πάντων· δεν υφίσταται, λοιπόν, εκκρεμότητα ως προς τούτο, αλλ’ εκκρεμεί η υπό των ετεροδόξων αποδοχή της μόνης αληθούς Πίστεως»· («Ο Οικουμενισμός στην πράξη, ήτοι την θεολογία και την άσκηση», στο Οικουμενισμός, Γένεση-Προσδοκίες-Διαψεύσεις, ἐκδ. Θεοδρομία, τ. Β, σελ. 787)
Ερμηνεία του π.Ιωάννη Ρωμανίδη
«..Ένα άλλο σημαντικό σημείο, που συνδέεται με το μυστήριο της Πεντηκοστής, είναι η προσευχή του Χριστού στον Πατέρα να αποκτήσουν οι Μαθητές ενότητα μεταξύ τους.
Στην αρχιερατική Του προσευχή ο Χριστός είπε: «ίνα ώσιν έν καθώς ημείς» (Ιωάννης ιζ', 11). Αλλού λέγει: «και εγώ την δόξαν ην δέδωκάς μοι δέδωκα αυτοίς, ίνα ώσιν έν καθώς ημείς έν εσμεν» (Ιωάννης ιζ', 22). Και πιο κάτω προσεύχεται: «θέλω ίνα όπου ειμί εγώ κακείνοι ώσι μετ' εμού, ίνα θεωρώσι την δόξαν την εμήν ην δέδωκάς μοι» (Ιωάννης ιζ: 1, 24). Και, βέβαια, θεωρώντας αυτήν την δόξα θα τελειωθούν: «ίνα ώσι τετελειωμένοι εις έν» (Ιωάννης ιζ', 23).
«"Πάτερ, ους δέδωκάς μοι, θέλω ίνα όπου ειμί εγώ κακείνοι ώσι μετ’ εμού, ίνα θεωρώσι την δόξαν την εμήν ην δέδωκάς μοι, ότι ηγάπησάς με προ καταβολής κόσμου" (Ιωάννης ιζ', 24). "Όπου ειμί εγώ" αυτό που είχε πει προηγουμένως: "πορεύομαι ετοιμάσαι τόπον υμίν" (Ιωάννης ιδ', 2) κλπ. Ο τόπος αυτός είναι η δόξα του Θεού. Οπότε, άλλο είναι το "δέδωκα αυτοίς" την δόξα, οπότε ήδη έχουν λάβει την δόξα, αλλά μετά μιλάει για τον τόπο, όπου θα είμαι εγώ να είναι και αυτοί. Και τι είναι αυτό; "Ίνα θεωρώσι την δόξαν την εμήν ην δέδωκάς μοι, ότι ηγάπησάς με προ καταβολής κόσμου". Οπότε, παρελθόν είναι ότι έλαβαν οι Απόστολοι δόξα και μέλλον ότι θα δουν την δόξα. Έλαβαν δόξα, αλλά θα δουν δόξα. Δηλαδή, έφθασαν στον φωτισμό και θα πάνε στην θέωση».
«Αυτό προσεύχεται (ο Χριστός) μελλοντικά. Τώρα, όλοι οι δικοί μας με τους Προτεστάντες, πιστεύουν ότι προσεύχεται για την ένωση των Εκκλησιών. Καμία σχέση. Κάνει προσευχή για την θέωση. Είναι προσευχή Θεώσεως. "Ίνα ώσιν έν καθώς ημείς" (Ιωάννης ιζ', 11). Όπως εμείς έχουμε μία δόξα και αυτοί θα γίνουν ένα μεταξύ τους, εφ’ όσον θα έχουν την ίδια δόξα. Οπότε, γινόμαστε όλοι μαζί, ο ένας με τον άλλον ένας, και με τον Θεό ένας, διότι όλοι, η Αγία Τριάδα και εμείς, έχουμε την ίδια δόξα. Αυτό σημαίνει η ενότητα εν τη δόξη του Θεού».
Κατά την Πεντηκοστή οι Απόστολοι είδαν την δόξα του Θεού, ως μέλη του Σώματος του Χριστού, που έγιναν εν Αγίω Πνεύματι και έλαβαν τις δωρεές του Αγίου Πνεύματος.
Οι Απόστολοι έλαβαν τις πύρινες γλώσσες και απέκτησαν το χάρισμα της διδασκαλίας. Ομιλούσαν στον λαό και ο λαός άκουγε στην γλώσσα του την αποκαλυπτική διδασκαλία.
«Στην Πεντηκοστή, όταν μιλούσαν οι Απόστολοι, πρώτα είχαν το χάρισμα των γλωσσών. Κατέβαινε στον κάθε Απόστολο ολόκληρη γλώσσα, η Χάρη του Αγίου Πνεύματος. Μετά όμως, αποτέλεσμα αυτής της λήψεως ήταν το ότι μιλούσαν στον λαό και κήρυξαν. Ο λαός δεν είδε τις γλώσσες, αυτοί έλαβαν τις γλώσσες και μίλησαν στον λαό. Ο λαός κατάλαβε ο καθένας στην δική του διάλεκτο, ακόμα και στα αραβικά μάλιστα, αυτά που έλεγαν οι Απόστολοι. Ο καθένας στην γλώσσα του άκουγε.
Ο Απόστολος Παύλος γράφει στους Κορινθίους: "ο γάρ λαλών γλώσση ουκ ανθρώποις λαλεί, αλλά τω Θεώ· ουδείς γαρ ακούει, Πνεύματι δε λαλεί μυστήρια" (Α΄ Κορινθίους ιδ', 2). Φαίνεται ότι και στην Πεντηκοστή δεν άκουσε κανένας το χάρισμα της γλώσσης, που έλαβε ο Απόστολος, αλλά άκουσε το κήρυγμα του Αποστόλου και κατάλαβε στην γλώσσα του».
(Πηγή: "Εμπειρική Δογματική τής Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας κατά τις προφορικές παραδόσεις τού π. Ι. Ρωμανίδη" Τόμος Β΄. Τού σεβ. Μητρ. Ναυπάκτου και αγ. Βλασίου Ιεροθέου).
Οι οικουμενιστικές ερμηνείες του χωρίου
Α. Από τον Πατριαρχη Βαρθολομαίο
Στην ομιλία στη βασιλική του αγίου Αμβροσίου, είπε : «Λησμονούμεν οι χριστιανοί ότι ο Κύριος και Σωτήρ ημών μας "ενέδυσε το πήλινον σώμα και μας έπνευσε ζωήν και είδομεν το φως Του", ίνα αγάπην έχωμεν εν αλλήλοις και ίνα ώμεν εν, καθώς αυτός εν εστι προς τον Πατέρα και το Πανάγιον Πνεύμα, την μίαν Θεότητα και Βασιλείαν και Κυριότητα και Δύναμιν και Εξουσίαν, η οποία κατισχύει των νόμων και εν τη οποία Θεότητι φως και δικαιοσύνη και αγάπη και ενότης επικρατεί».
Επίσης, στην ομιλία προς τους Αντιπροσώπους του Παπικού Επισκοπικού Συμβουλίου και τα μέλη του Οικουμενικού Συμβουλίου της Σλοβακίας, παρουσία Παπικών, Λουθηρανών και Μεταρρυθμισμένων, είπατε : «παρ’όλον ότι αποτελούμεθα εκ πολλών μελών, εν μόνον τυγχάνει το σώμα», «ίνα ώσιν εν καθώς ημείς», «ο Οποίος (Κύριός) μας ζητεί να είμεθα εν, ως Αυτός και ο Πατήρ εν εισιν», «είθε να υπερβώμεν τας διαιρέσεις και τα χάσματα τα εμποδίζοντα ημάς να ίδωμεν καθαρώς το Φως, και να είμεθα εν, καθώς και ο Χριστός εν εστι με τον Πατέρα και το Άγιον Πνεύμα, εν τρισίν υποστάσεσιν, εν μια τη ουσία, μία Θεότης και Βασιλεία, της κοινωνίας της Οποίας είθε να γίνωμεν άπαντες μέτοχοι και ομοτράπεζοι εις το επουράνιον και νοερόν Θυσιαστήριον της Άνω Ιερουσαλήμ μετά πάντων των Αγίων» {http://www.amen.gr/article14042 ].
Β. Απο τον καθηγητή Ι.Ν.Καρμίρη.
Ακραία και σαφέστατη διαστροφή του νοήματος της προσευχής του Κυρίου μας αποτελούν οι απόψεις του καθηγητή Ι.Ν.Καρμίρη.
Στο βιβλίο του καθηγητή Ορθόδοξος Εκκλησιολογία (Αθηνα 1973) γράφει τα εξής;
«Αι διιστάμεναι χριστιανικαί Εκκλησίαι και Ομολογίαι και κοινότητες, έχουν επιβεβλημένο καθήκον να εργαστούν όπως «αποκαταστήσωσι την εκκλησιαστικήν ειρήνην και ομόνοιαν και αγάπην και άμωμον ενότητα εν τη Εκκλησία, ανταποκρινόμενοι ούτω προς το θείον υπέρ της ενότητας αίτημα της Αρχιερατικής προσευχής του Κυρίου (Ιωαν.17,12-13).Διότι η διάστασις και αποξένωσις απ΄αλλήλων των μελών του ενιαίου και αδιαιρέτου σώματος της Εκκλησίας,προερχομένη εκ των κάτω και εκ των ειρημένων αιτίων, δεν δύνανται βεβαίως να άρη την εκ των άνω από της μιάς Κεφαλής επιβαλλομένην και υφισταμένην εσωτερικήν ενότητα του θεανθρωπίνου σώματος του Χριστού, ό εστιν η Εκκλησία, ήτις άρα κατά την ουσίαν αυτής, την αρχή της και την βούλησιν του θείου Ιδρυτού της, είναι μία και μοναδική ».
Γ.Απο την Γ Προσυνοδική Πανορθόδοξος Διάσκεψη (Σαμπεζύ 28-10-6/11/1986)
Στο τελικό κείμενο «Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον» δηλώνεται ότι:
«Η Ορθόδοξος Εκκλησία αναγνωρίζει την πραγματική ύπαρξη όλων των χριστιανικών Εκκλησιών και ομολογιών» μετά των οποίων διαλεγομένη δεν στηρίζεται μόνο εις τας ανθρωπίνας δυνάμεις των διεξαγόντων τους Διαλόγους, αλλα αποδέχεται και την επιστασίαν του Αγίου Πνεύματος εν χάριτι του Κυρίου ευχηθέντος «ινα πάντες έν ώσι»(περιοδικό Επίσκεψις αριθμ.366/6/11 19986).
Δ. Απο την Σύνοδο της Κρήτης (από το τελικό κείμενο -Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον παράγραφος 8)
«… Βεβαίως, η Ορθόδοξος Εκκλησία, διαλεγομένη μετά των λοιπών Χριστιανών, δεν παραγνωρίζει τας δυσκολίας του τοιούτου εγχειρήματος, κατανοεί όμως ταύτας εν τη πορεία προς την κοινήν κατανόησιν της παραδόσεως της αρχαίας Εκκλησίας και επί τη ελπίδι ότι το Άγιον Πνεύμα, όπερ «όλον συγκροτεί τον θεσμόν της Εκκλησίας» (στιχηρόν εσπερινού πεντηκοστής), θα «αναπληρώση τα ελλείποντα» (ευχή χειροτονίας). Εν τη εννοία ταύτη, η Ορθόδοξος Εκκλησία εις τας σχέσεις αυτής προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον δεν στηρίζεται μόνον εις τας ανθρωπίνους δυνάμεις των διεξαγόντων τους διαλόγους, αλλ’ απεκδέχεται πρωτίστως την επιστασίαν του Αγίου Πνεύματος εν τη χάριτι του Κυρίου, ευχηθέντος «ίνα πάντες εν ώσιν» (Ιω. 17, 21).
------------------------------------------------------
Συμπεράσματα
Α.Ο Χριστός λέγει «ους δέδωκας μοι» Ιω.17,16 και σε αυτούς αναφέρεται όταν λέγει «ίνα πάντες εν ώσι». Είναι εκείνοι οι οποίοι «τον λόγον αυτού τετηρήκασι». «Εγώ περί αυτών ερωτώ· ου περί του κόσμου ερωτώ, αλλά περί ων δέδωκάς μοι» Ιω. 17,9. Το «περί ων δέδωκάς μοι» καταδεικνύει επακριβώς ποιους εννοεί.Ο λόγος τούτος αφορά την ενότητα ‘’εν τη Εκκλησία’’.
Που είδαν οι οικουμενιστές την ένωση των ‘’εκκλησιών’’ στη φράση «ίνα πάντες εν ώσι» και μάλιστα με τα βαβέλεια οικουμενιστικά πρότυπα του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών;
Επακόλουθο λοιπόν της έννοιολογικής στρέβλωσης της Αρχιερατικής προσευχής του Χριστού, «ίνα πάντες εν ώσι», είναι το γεγονός ότι αποδίδουν τον λόγο τούτο στην ένωση των «εκκλησιών» κάθε δόγματος σε μία εκκλησία. Οι οικουμενιστές παρερμηνεύουν την Αρχιερατική προσευχή του Χριστού. Με το «ίνα πάντες εν ώσι» εννοούν, την ένωση των «εκκλησιών» διαφόρων δογμάτων, παρερμηνεία η οποία αφορμάται από την ανθρωπάρεσκη αγάπη.
Είναι το «εμπαθές νόημα», κατά τον λόγο του Αγίου Νείλου του ασκητή, γιατί όντως πρόκειται περί εμπαθούς εννοίας της «αγάπης», η οποία διαστρέφει την αγάπη προς τον Θεό και την αγάπη προς τον άνθρωπο. Το κάλλος της εν Χριστώ αγάπης, «εν αληθεία» νοείται και συνεπώς είναι θεάρεστο να επιζητείται Ορθοδόξως η επιστροφή πάντων των ανθρώπων στην Μία Αγία Εκκλησία. Ο Χριστός στην Αρχιερατική προσευχή λέγει «Ου περί τούτων δε ερωτώ μόνον, αλλά και περί των πιστευόντων δια του λόγου αυτών εις εμέ» Ιω. 17,20. Την αναφορά του Χριστού «αλλά και περί των πιστευόντων δια του λόγου αυτών εις εμέ», οι οικουμενιστές πως την ερμηνεύουν;
Β. Δεν θα ήταν καθόλου υπερβολή να πούμε ότι τούτο το κείμενο, στο κατά Ιωάννη Ευαγγέλιο που διασώζει την Αρχιερατική προσευχή, διασώζει και το κάλλος της «εν Χριστώ» ενότητας. Την ενότητα τούτη εκκλησιολογικώς τη διεφύλαξε η Συνοδικότητα. Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος λέγει «Μέγα αγαθό Σύνοδος· αύτη γαρ αυτήν (την αγάπην δηλαδή) θερμοτέραν εργάζεται και εξ αυτής πάντα τίκτεται τα αγαθά» (Ομιλία Προς Εβραίους 19,1-2). Η Συνοδικότητα της Εκκλησίας την Εκκλησιαστική ενότητα διεφύλαξε, καθώς και το κάλλος της εν Χριστώ αγάπης. «Μεγάλη η δύναμις της Συνόδου, ήγουν των Εκκλησιών» λέγει ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος (Ομιλία Εις Β΄Κορινθίους 18,3 ). Η Συνοδικότητα διεφύλαξε και την οικουμενικότητα της Εκκλησίας γιατί στο τέλος με την παρερμηνεία της φράσης «ίνα πάντες εν ώσι», εξυπονοούν οι οικουμενιστές σαφέστατα το ελλιπές στην οικουμενικότητά της.
Οι οικουμενιστές αλλιώς εννοούν την ενότητα, με την παραγνώριση της «εν αληθεία» ενότητας. Δίνουν λανθασμένη ερμηνεία στο «πάτερ άγιε, τήρησον αυτούς εν τω ονόματί σου ω δέδωκάς μοι, ίνα ώσι εν καθώς ημείς» Ιω. 17,11. Λησμονούν την ενότητα ‘’εν τη αληθεία‘’. Ο Χριστός στην Αρχιερατική προσευχή λέγει «αγίασον αυτούς εν τη αληθεία σου· ο λόγος ο σος αλήθεια εστι» Ιω. 17,17. Αυτήν την αλήθεια οι αληθινοί μαθητές του Χριστού τη μεταλαμπαδεύουν και στους εκτός Εκκλησίας. Καταληκτικά θα επαναλάβω την ερώτηση : Την αναφορά του Χριστού «αλλά και περί των πιστευόντων δια του λόγου αυτών εις εμέ», οι οικουμενιστές πως την ερμηνεύουν;
Γ.Η δογματική Πίστη της Εκκλησίας, χάρη στους Αγίους, δεν είναι κάτι το ζητούμενο, αλλά κάτι το δεδομένο. Οι Άγιοι, οι θεούμενοι, έχουν την μεταξύ τους ενότητα της δογματικής Πίστεως, χάρη στη θεωτική, άκτιστη ενέργεια του Αγίου Πνεύματος, οι δε υπόλοιποι πιστοί κατέχουν αλαθήτως την ενιαία δογματική Πίστη της Εκκλησίας μέσω της υπακοής στους Αγίους Πατέρες, «επόμενοι τοις θείοις Πατράσι». Αντιθέτως προς την ενιαία δογματική Πίστη, τη δογματική ομοφωνία της Εκκλησίας, η πίστη ως αρετή, ως πεποίθηση στο Θεό, ποικίλλει μεταξύ των πιστών, ακόμα και των Αγίων, κατά τα μέτρα της προόδου εκάστου. Χάρη στο γεγονός αυτό, επειδή δηλαδή η δογματική ενότητα είναι κάτι δεδομένο και όχι ζητούμενο, η Εκκλησία δεν εύχεται υπέρ της θεραπείας μιας ανυπάρκτου διαιρέσεως της Εκκλησίας, αλλ’ εύχεται υπέρ επιστροφής των πεπλανημένων, όπως είναι μαρτυρημένο στα λειτουργικά κείμενά της. Όπως λ.χ. στα «ειρηνικά» της Θ. Λειτουργίας Ιακώβου του Αδελφοθέου, μετά το Σύμβολον της Πίστεως: «Και υπέρ πάσης ψυχής χριστιανής, θλιβομένης και καταπονουμένης, ελέους και βοηθείας Θεού επιδεομένης και επιστροφής των πεπλα-νημένων...». Εμφανέστερα στην μετά το «Εξαιρέτως της Παναγίας Αχράντου», ευχή της Λειτουργίας του Μ. Βασιλείου: «Τους πεπλανημένους επανάγαγε και σύναψον τη αγία σου καθολική και αποστολική Εκκλησία».
Αντιθέτως, η πρακτική των Οικουμενιστών είναι προφάσει της φράσεως αυτής, να προβούν σε συγκόλληση ετερόπιστων ομολογιών.
Δ.Η επικληση του χωρίου αυτού από τους Οικουμενιστές φανερώνει τον χαρακτήρα της εκκλησιολογικής τους αίρεσης .Συγκεκριμένα εφόσον χρησιμοποιούν αυτό, πάντοτε με την προϋπόθεση ότι οι ετερόδοξες κοινότητες βρίσκονται μεν σε σχισματική κατάσταση σε σχέση με τους Ορθοδόξους, (αλλα βεβαίως εντός των ορίων της Μιας Εκκλησίας) σημαίνει ότι υπάρχει μεταξύ αιρετικών και Ορθοδόξων «ΑΟΡΑΤΗ-ΜΥΣΤΙΚΗ» ενότητα που θα πρέπει να γίνει ΟΡΑΤΗ. Σαφή έκφραση της αίρεσης αυτής έχουμε όταν οι Οικουμενιστές διακηρύσσον ότι η ενότητα της Εκκλησίας έχει διασπασθεί και ότι στα πλαίσια του Π.Σ.Ε προσπαθούν να οδηγήσουν σε αίσιο τέλος την διαιωνιζόμενη διαίρεση της Εκκλησίας.
-----------------------------------------------------
Απο την εργασία μας-ΣΥΜΒΟΛΗ ΣΤΗΝ ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΑΝΤΙ-ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΤΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου